Αναμφισβήτητα, “κολοσσός” της διεθνούς πολιτικής σκηνής είναι ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος συστηματικά απασχολεί την παγκόσμια επικαιρότητα και επηρεάζει ποικίλες εκφάνσεις της διεθνούς πολιτικής ζωής. Ιδιαίτερα, ανησυχία και φόβο έχει προκαλέσει η πολιτική του στον τομέα του παγκοσμίου εμπορίου με τη σύναψη εμπορικών συμφωνιών τόσο με την ΕΕ όσο και με τρίτα κράτη. Οι εν λόγω εμπορικές συμφωνίες αφορούν την επιβολή υψηλών εισαγωγικών δασμών εκ μέρους των ΗΠΑ, εις βάρος της ΕΕ και τρίτων κρατών.
Οι επιβαλλόμενοι δασμοί κυμαίνονται από 10% έως και 50%. Ενδεικτική περίπτωση καθίσταται το Λεσότο (χώρα στην Νότια Αφρική) ο δασμός του οποίου από 15% εκτοξεύθηκε στο 50%! Ταυτόχρονα, ο Τραμπ επέβαλλε στην ΕΕ δασμό που ισοδυναμεί με 15%! Την εν λόγω εμπορική πρακτική θα την χαρακτήριζα αθέμιτη και παράνομη, καθώς η συγκεκριμένη εξωτερική πολιτική παραπέμπει περισσότερο σε μια προσπάθεια διαμόρφωσης μονοπωλιακών συνθηκών στην παγκόσμια αγορά παρά σε μια ειλικρινή προσπάθεια εξυγίανσης και προώθησης της αμερικανικής οικονομίας, όπως προσχηματικά ισχυρίζεται ο ίδιος επικαλούμενος τον νόμο περί οικονομικών έκτακτων αναγκών (ΙΕΕΡΑ).
Έκπληξη αλλά και απογοήτευση προξένησε η εμπορική συμφωνία που υπεγράφη μεταξύ ΕΕ και Τραμπ, καθώς ορίστηκε δασμός 15% εις βάρος της ΕΕ, παρά την αρνητική στάση ορισμένων Ευρωβουλευτών. Διερωτώμαι κατά πόσο ο συγκεκριμένος δασμολογικός συντελεστής δύναται να κριθεί θεμιτός δεδομένου ότι, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η ΕΕ επιβάλλει δασμό ισοδύναμο με μόλις 1%, κατά μέσο όρο, στα αμερικάνικα προϊόντα που εισέρχονται στην ευρωπαϊκή αγορά. Αντίθετα, σύμφωνα με την εκτίμηση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), ο δασμολογικός συντελεστής για τα αμερικάνικα προϊόντα που εισάγονται στον ευρωπαϊκό χώρο ανέρχεται στο 4,8%. Σε κάθε περίπτωση, ο δασμολογικός συντελεστής που επιβάλλει η κυβέρνηση Τραμπ για τα ευρωπαϊκά προϊόντα που εισάγονται στις ΗΠΑ είναι κατά πολύ υψηλότερος, γεγονός που αποδεικνύει την φανερή δυσαναλογία μεταξύ των δασμολογικών συντελεστών που επιβάλλουν οι δύο πλευρές μεταξύ τους .
Παρά την απόφαση του Ομοσπονδιακού Εφετείου της Ουάσιγκτον, η οποία έκρινε παράνομο το μεγαλύτερο μέρος των δασμών, ο Τραμπ εμμένει στη διατήρηση των υψηλών δασμών, ευελπιστώντας μάλιστα στην θετική κρίση του Ανώτατου Δικαστηρίου! (στο οποίο άσκησε έφεση σχετικά με την εφετειακή απόφαση). Η αδιάλλακτη και η μονοπωλιακή διάθεση του Προέδρου, προδήλως αποτυπώνεται στην πρόσφατη δήλωση-απειλή του πως σε περίπτωση μη ανατροπής της εφετειακής απόφασης, θα προβεί σε ακύρωση εμπορικών συμφωνιών με σημαντικούς εμπορικούς εταίρους, όπως είναι η ΕΕ και η Ιαπωνία.

Ανεξάρτητα από την έκβαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, καθίσταται πασιφανές ότι η εμπορική πολιτική του Τραμπ δημιουργεί σημαντικό πλήγμα στο παγκόσμιο εμπόριο και, κατ’ επέκταση στην παγκόσμια οικονομία. Ειδικότερα, το πρόβλημα του πληθωρισμού θα ενταθεί, καθώς οι υψηλοί δασμοί οδηγούν σε αύξηση του κόστους παραγωγής και, κατά συνέπεια, σε αύξηση των τελικών τιμών των προϊόντων. Έτσι, το βάρος των δασμών θα πλήξει τον καταναλωτή, περιορίζοντας με αυτόν τον τρόπο την αγοραστική του δύναμη. Ακόμη, η αβεβαιότητα στο παγκόσμιο εμπόριο τόσο εκ μέρους των καταναλωτών όσο και των επιχειρήσεων αλλά και των επενδυτών θα ενταθεί! Άλλωστε, ποιος θα επέλεγε να επενδύσει σε μια αγορά αβέβαιη και επιβαρυμένη με υψηλούς δασμολογικούς συντελεστές;
Λόγω των υψηλών δασμολογικών συντελεστών του Τραμπ, αφενός, αυξάνονται τα έσοδα των ΗΠΑ, αφετέρου, η αύξηση αυτή έχει μόνο βραχυπρόθεσμο χαρακτήρα. Μακροπρόθεσμα, εξαιτίας της διαμόρφωσης ενός περιβάλλοντος με υψηλό δασμολογικό κόστος θα αποθαρρυνθούν οι επενδύσεις αλλά και η σταθερότητα της αγοράς. Έτσι, θα αποσύρονται από τις αμερικάνικες αγορές αρκετοί συνεργάτες των ΗΠΑ, καθώς θα αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στα βάρη που τους επέβαλλε ο Τραμπ. Με την αποχώρηση εταίρων από την αμερικάνικη αγορά, εκτιμώ, ότι θα ενισχυθούν οι εμπορικές συναλλαγές και επενδύσεις μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ ή ακόμα και μεταξύ ΕΕ και τρίτων κρατών.
