Author: Ιωάννης Δ. Παππάς

  • Η Ελλάδα μικραίνει: Η αθόρυβη σχετική πτώση της ελληνικής οικονομίας απέναντι στην Τουρκία

    Η Ελλάδα μικραίνει: Η αθόρυβη σχετική πτώση της ελληνικής οικονομίας απέναντι στην Τουρκία

    ΑΕΠ: Από το 77% (1974) στο 16% (2024)

    Το 1974, στην αυγή της Μεταπολίτευσης, το ελληνικό ΑΕΠ σε σταθερές τιμές (2015) αντιστοιχούσε στο 77,80% του τουρκικού. Πενήντα χρόνια αργότερα, το 2024, το ποσοστό αυτό έχει κατρακυλήσει στο 16,99%. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα από οικονομία που ξεπερνούσε τα τρία τέταρτα του μεγέθους της Τουρκίας, βρίσκεται σήμερα περίπου στο ένα έκτο.

    Η οικονομία καθορίζει την ισχύ

    Για να κατανοήσουμε τις επιπτώσεις αυτής της δυναμικής -αρνητικής για την Ελλάδα και θετικής για την Τουρκία- αξίζει να θυμηθούμε τον Paul Kennedy, καθηγητή ιστορίας στο Yale και έναν από τους πλέον επιδραστικούς ιστορικούς στρατηγικής σκέψης. Στο κλασικό του έργο «Η Άνοδος και η Πτώση των Μεγάλων Δυνάμεων», που διδάσκεται σε κορυφαία πανεπιστήμια των Η.Π.Α., υποστήριξε ότι η διεθνής ισχύς δεν καθορίζεται μόνο από στρατούς και συμμαχίες, αλλά από τη μακροχρόνια σχετική οικονομική δυναμική. Όταν μια χώρα αυξάνεται ταχύτερα από μια άλλη, η ισορροπία ισχύος μετατοπίζεται -ακόμη κι αν καμία δεν καταρρεύσει απολύτως. Υπό αυτό το πρίσμα, η Ελλάδα δεν κατέρρευσε απόλυτα· κατέρρευσε σε σχέση με τον βασικό της ανταγωνιστή.

    Η ισορροπία των πρώτων δεκαετιών

    Στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, η Τουρκία είχε μεγαλύτερο πληθυσμό και μεγαλύτερη χερσαία στρατιωτική δύναμη, αλλά η Ελλάδα δεν υστερούσε σημαντικά σε παραγωγικό επίπεδο. Αυτή η σχετική εγγύτητα στήριζε την ικανότητα της χώρας να διατηρήσει μια ισορροπία στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο, περιορίζοντας πιθανούς κινδύνους σύγκρουσης.

    Κατά μέσο όρο, το ελληνικό ΑΕΠ σε σχέση με το τουρκικό ήταν 78,41% επί πρωθυπουργίας Καραμανλή του πρεσβύτερου (1974-1980) και μειώθηκε στο 65,22% επί πρώτης πρωθυπουργίας Ανδρέα Παπανδρέου (1981-1989). Παρά τις πολιτικές αναταράξεις και τις διεθνείς κρίσεις, η χώρα διατηρούσε μια σχετική οικονομική εγγύτητα που λειτουργούσε ως οικονομικό «μαξιλάρι ασφαλείας», δηλαδή μια οικονομία που μπορούσε να χρηματοδοτεί την αναλογία 7:10 στους εξοπλισμούς Ελλάδος-Τουρκίας.

    Η σταδιακή απόκλιση όμως, που άρχισε από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, συνεχίστηκε «μεθ’ ορμής ακαθέκτου» κατά τις επόμενες δεκαετίες, σε μια σαφή μακροπρόθεσμη τάση. Κατά μέσο όρο, το ελληνικό ΑΕΠ σε σχέση με το τουρκικό μειώθηκε ακόμα περισσότερο, στο 48,41% επί πρωθυπουργίας Σημίτη (1996-2004) και στο 45,56% επί πρωθυπουργίας Καραμανλή του νεότερου (2004-2009). Στην εποχή δε των μνημονίων, συντελείται η καταβαράθρωσή του από 44,51% το 2009 στο επικίνδυνα χαμηλό 20,39% το 2019, ήτοι σε μέγεθος που δεν μπορούσε πλέον να διασφαλίσει τη χρηματοδότηση της εξοπλιστικής ισορροπίας μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας. Η πτωτική πορεία συνεχίζεται και στη «μεταμνημονιακή» εποχή, για να προσγειωθεί «ανώμαλα» στο μόλις 16,99% το 2024.[1]

    Οι ψευδαισθήσεις της ΟΝΕ, ενώ η οικονομία μικραίνει

    Κατά τη δεκαετία του 1990 και μέχρι τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, η Ελλάδα κινείται μεταξύ 45% και 55% του τουρκικού ΑΕΠ. Η ένταξη στην ΟΝΕ και η νομισματική σταθερότητα δημιουργούν εικόνα σύγκλισης με την Ευρώπη, αλλά η σύγκριση με την Τουρκία αποκαλύπτει ότι η Ελλάδα χάνει σταδιακά σε σχετική ισχύ (relative power), δηλαδή το Ελληνικό ΑΕΠ μειώνεται όλο και περισσότερο ως ποσοστό του Τουρκικού ΑΕΠ.[2] Η Τουρκία επενδύει στη βιομηχανία, αυξάνει τον πληθυσμό και διευρύνει την αγορά της, ενώ η Ελλάδα εστιάζει κυρίως σε υπηρεσίες και κατανάλωση.

    Η μεγάλη καμπή: Η κρίση του 2010

    Μετά το 2009, η πτώση γίνεται δραματική. Από περίπου 45% το 2009, η Ελλάδα κατεβαίνει στο 31% το 2011 επί κυβερνήσεως Γιώργου Παπανδρέου, στο 24% το 2014 επί κυβερνήσεως Σαμαρά, και στο μόλις 20% το 2019 επί κυβερνήσεως Τσίπρα. Μέσα σε λίγα χρόνια, η χώρα χάνει πάνω από το μισό τής σχετικής οικονομικής ισχύος της απέναντι στην Τουρκία, οι εξοπλισμοί της Ελλάδας παγώνουν, ενώ η Τουρκία συνεχίζει να επεκτείνει την οικονομική της βάση, να αναπτύσσει την εξαγωγική πολεμική της βιομηχανία[3] και να εξοπλίζει τις ένοπλες δυνάμεις της.

    Τα οικονομικά όρια της ισορροπίας δυνάμεων

    Μια κρίσιμη διάσταση της Μεταπολίτευσης είναι η αναλογία «7:10» στην αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς Ελλάδα και Τουρκία και στον εν γένει εξοπλισμό αυτών των δύο συμμάχων του ΝΑΤΟ. Εφαρμόσθηκε άτυπα από τις Η.Π.Α. από το 1974 ως μέσο ισορροπίας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, αλλά δεν ήταν αποκομμένη από την οικονομική πραγματικότητα της εποχής. Όταν η Ελλάδα βρισκόταν στο 77% του τουρκικού ΑΕΠ, μια αναλογία 7 προς 10 στους εξοπλισμούς ήταν δημοσιονομικά και παραγωγικά βιώσιμη· κινείτο εντός των ορίων που μπορούσε να αντέξει η ελληνική οικονομία χωρίς να διαρραγεί η εσωτερική της ισορροπία. Η οικονομία, ακόμη κι αν δεν αναφερόταν ρητά, λειτουργούσε ως υποκείμενο πλαίσιο βιώσιμης στρατηγικής.

    Μια τέτοια φόρμουλα (7 προς 10) δύσκολα θα μπορούσε να εφαρμοστεί εάν τότε ίσχυε η σημερινή οικονομική αναλογία 1,6 προς 10 -δηλαδή εάν η Τουρκία είχε εξαπλάσιο οικονομικό μέγεθος από την Ελλάδα, όπως συμβαίνει σήμερα. Καμία στρατιωτική ισορροπία δεν μπορεί να σταθεί μακροχρόνια όταν αποκόπτεται από το σχετικό οικονομικό της υπόβαθρο.

    Η Ελλάδα παρακμάζει Επομένως η Ελλάδα, συγκρινόμενη με τον βασικό της ανταγωνιστή, την Τουρκία, μίκρυνε κατά τη διάρκεια αυτών των περιόδων -δηλαδή μειώθηκε η σχετική ισχύς της, ανεξάρτητα από τις μεθόδους υπολογισμού του ΑΕΠ κάθε χώρας- και συνεχίζει να μικραίνει.[4] Η προπαγανδιστική εμμονή κάποιων πολιτικών στα «καλά νέα» του ΑΕΠ, που αυτό καθ’ εαυτό αυξάνεται κάθε χρόνο (η μισή αλήθεια), δεν μπορεί τελικά να κρύψει τον «ελέφαντα μέσα στο δωμάτιο», τη μεγαλύτερη εικόνα της σχετικής παρακμής σε σχέση με την Τουρκία (η άλλη μισή αλήθεια): Όπως και αν συγκριθούν τα ΑΕΠ των δύο χωρών, αναδεικνύουν τη συνεχιζόμενη σχετική σμίκρυνση της Ελλάδας και παράλληλα τη σχετική γιγάντωση της Τουρκίας που ήδη είναι οικονομικά εξαπλάσια ή και οκταπλάσια από την Ελλάδα.[5]

    Υποσημειώσεις:

    [1] Σε σταθερές τιμές (constant USD 2015), το ελληνικό ΑΕΠ ως ποσοστό του τουρκικού είναι 16,99% το 2024. Σε τρέχουσες τιμές (current USD), λόγω συναλλαγματικών διαφορών, διαμορφώνεται στο 18,85% το 2024. Η διαφορά δεν αλλάζει τη μακροχρόνια τάση: από σχετική εγγύτητα στα μέσα της δεκαετίας του 1970, η Ελλάδα σήμερα βρίσκεται πολύ χαμηλότερα -οικονομικά έχει καταβαραθρωθεί- σε σχέση με τον κύριο ανταγωνιστή της (δηλαδή «constant» ή «current» είναι δύο όψεις της ίδιας πτώσης), όπως απεικονίζεται στο γράφημα και αναλύεται στον πίνακα.        

    [2] Είναι χαρακτηριστικό, ότι εάν το ΑΕΠ εκάστης χώρας υπολογιστεί σε Ισοτιμία Αγοραστικής Δύναμης (Purchasing Power Parity) σε σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία διεθνών δολαρίων έτους 2021, τότε η παρακμή φαίνεται ακόμη μεγαλύτερη: το μέγεθος του ελληνικού ΑΕΠ (GDP PPP, constant 2021 international $) ως ποσοστού του αντίστοιχου τουρκικού, μειώθηκε δραστικά από 40,21% το 1990 σε μόλις 12,61% το 2024, δηλαδή στο ένα όγδοο του τουρκικού.

    [3] Η Τουρκία έχει οικοδομήσει ένα ισχυρό αμυντικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα που απαριθμεί πλέον περισσότερες από 3.500 εταιρείες -αριθμός που υπερβαίνει το άθροισμα των 2.800 επιχειρήσεων των 29 Ευρωπαίων συμμάχων του ΝΑΤΟ. Κατέχει το 65% της παγκόσμιας αγοράς εξαγωγών οπλισμένων μη επανδρωμένων αεροσκαφών (UCAV), ενώ οι αμυντικές της εξαγωγές άγγιξαν το ιστορικό υψηλό των 10,56 δισ. δολαρίων το 2025 (σημειώνοντας κατακόρυφη άνοδο από τα 7,1 δισ. το 2024). Παράλληλα, ο δείκτης εγχώριας προστιθέμενης αξίας (εντοπιότητα) στην παραγωγή ξεπέρασε πλέον το 80%.

    [4] Η πρόβλεψη του ΔΝΤ για το ονομαστικό ΑΕΠ της Ελλάδας το 2025 ήταν περίπου 282 δισεκατομμύρια τρέχοντα δολάρια ΗΠΑ, και για την Τουρκία περίπου 1,57 τρισεκατομμύρια τρέχοντα δολάρια ΗΠΑ. Τα τελικά ετήσια στοιχεία ΑΕΠ για το 2025 θα είναι διαθέσιμα εντός του 2026 και πιθανώς να ενημερωθούν περαιτέρω στις αρχές του 2027 από την Παγκόσμια Τράπεζα. Στο μεταξύ, βάσει αυτών των προβλέψεων, προκύπτει ότι το ονομαστικό ελληνικό ΑΕΠ ως ποσοστό του τουρκικού είχε αρνητική δυναμική και το 2025, με τάση περαιτέρω μειώσεώς του από 18,85% το 2024 (υποσημ. 1) σε 17,96% το 2025. Σύμφωνα δε με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η πτωτική πορεία της Ελλάδας σε σύγκριση με την Τουρκία συνεχίζεται και αυτόν τον χρόνο (2026), κατά τον οποίο το Ελληνικό ΑΕΠ προβλέπεται να αυξηθεί μόνο 2% έναντι 4,2% της Τουρκίας.

    [5] Το παρόν είναι προσαρμοσμένη απόδοση εκ του πρωτοτύπου στην Αγγλική -«Executive Summary» με τίτλο «EconomicDivergenceandtheGreek-TurkishBalanceofPower, 1974–2024»– που περιέχει συνδέσμους σε πηγές και είναι ελεύθερα προσβάσιμο με το εξής DOI: https://doi.org/10.5281/zenodo.18750222

  • Ανατολική Ευρώπη: Ζωτικός χώρος για τα Ελληνικά Πανεπιστήμια

    Ανατολική Ευρώπη: Ζωτικός χώρος για τα Ελληνικά Πανεπιστήμια

    Η Ανατολική Ευρώπη συνιστά έναν χώρο αυξανόμενης γεωπολιτικής και ακαδημαϊκής σημασίας, όπου η Ελλάδα διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα ιστορικής συνέχειας και επιστημονικής αξιοπιστίας. Ωστόσο, αυτά τα πλεονεκτήματα δεν έχουν ακόμη μεταφραστεί σε συστηματική πανεπιστημιακή παρουσία και στρατηγική ακαδημαϊκών συνεργασιών.

    Η Ελλάδα στην ακαδημαϊκή κορυφή της Ανατολικής Ευρώπης

    Στην παγκόσμια ακαδημαϊκή κατάταξη χωρών για το 2026 από την Webometrics [1], η Ελλάδα κατατάσσεται πρώτη στην Ανατολική Ευρώπη, υπερβαίνοντας τις υπόλοιπες 26 χώρες αυτής της ευρείας γεωπολιτικής περιοχής των 425 εκατομμυρίων κατοίκων.[2] Πίσω της βρίσκονται η Ρωσία, η Πολωνία, η ΤσεχίαΟυγγαρία, η Σερβία, η Κροατία, η ΣλοβενίαΕσθονία, η Τουρκία, η Ρουμανία κ.τ.λ. (Πίνακας 1).

    Τα ελληνικά πανεπιστήμια στην κορυφή της Ανατολικής Ευρώπης

    Η επίδοση αυτή συνδέεται άμεσα με την ισχυρή ερευνητική παρουσία των κορυφαίωνελληνικών πανεπιστημίων, τα οποία συγκαταλέγονται στους πρωτοπόρους της Ανατολικής Ευρώπης ως προς το ερευνητικό τους έργο. Σύμφωνα με στοιχεία Google Scholar και Webometrics (Ιανουάριος 2025), στην κατάταξη ετεροαναφορών των 796 ερευνητικών ΑΕΙ της Ανατολικής Ευρώπης, τις δύο πρώτες θέσεις καταλαμβάνουν το ΕΚΠΑ (1ο) και το ΑΠΘ (2ο). Ακολουθούν το Πανεπιστήμιο Πατρών (4ο), το ΕΜΠ (5ο), καθώς και τα πανεπιστήμια Κρήτης (6ο), Θεσσαλίας (11ο) και Ιωαννίνων (13ο).(Πίνακας 2).

    Νέες προοπτικές για πολυδιάστατες διεθνείς συνεργασίες

    Η πρωταγωνιστική θέση της Ελλάδας και των πανεπιστημίων της στην Ανατολική Ευρώπη δημιουργεί σημαντικές προοπτικές για διεθνείς ακαδημαϊκές συνεργασίες. Στο πεδίο αυτό, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) ξεχωρίζει, έχοντας συνάψει πλήθος επίσημων συμφωνιών (MoUs) με πανεπιστήμια της Ανατολικής Ευρώπης,[3] παράλληλα με πληθώρα επίσημων συνεργασιών του με διακεκριμένα δυτικοευρωπαϊκά, αμερικανικά και κινεζικά πανεπιστήμια.

    Το παράδειγμα του ΑΠΘ αναδεικνύει την ανάγκη και άλλα ελληνικά ΑΕΙ να υιοθετήσουν μια πιο ισορροπημένη στρατηγική διεθνοποίησης, συνάπτοντας συνεργασίες με διακεκριμένα ΑΕΙ στην Ανατολική Ευρώπη, οι οποίες θα αξιοποιούν τον ιστορικό ρόλο της Ελλάδας ως πολιτισμικού και εκπαιδευτικού κόμβου στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων. Η ανάγκη αυτή καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική, αν συνεκτιμηθούν το πραγματικό μέγεθος και η ακαδημαϊκή βαρύτητα της Ανατολικής Ευρώπης, καθώς και η διαχρονική ελληνική πολιτισμική παρουσία στην περιοχή. 

    Η σημασία της  Ανατολικής Ευρώπης

    Ειδικότερα, η Ανατολική Ευρώπη εκτείνεται δυτικά των Ουραλίων, περιλαμβάνει 27 χώρες, και έχει συνολικό ΑΕΠ άνω των 7 τρισ. δολαρίων -περισσότερο από 27 φορές το ελληνικό. Με έκταση 7,4 εκατ. τ.χλμ. και πληθυσμό περίπου 424 εκατ. κατοίκων (χωρίς να προσμετρώνται τα 34 εκατομμύρια Ρώσων που ζουν ανατολικά των Ουραλίων), είναι μεγαλύτερη από την Ε.Ε., πολυπληθέστερη από τις ΗΠΑ και σχεδόν ισοδύναμη πληθυσμιακά με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην περιοχή περιλαμβάνεται μία από τις δύο πυρηνικές υπερδυνάμεις του πλανήτη, η Ρωσία.

    Στον τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης, 589 από τα (796) ΑΕΙ της Ανατολικής Ευρώπης κατατάσσονται στα 5.000 κορυφαία παγκοσμίως, 43 στα πρώτα 1.000 και 14 στα πρώτα 500. Οι συνολικές ετεροαναφορές των ΑΕΙ της περιοχής φθάνουν τα 103 εκατομμύρια, αριθμός ελαφρώς υψηλότερος από εκείνον των πέντε κορυφαίων πανεπιστημίων των ΗΠΑ και σημαντικά ανώτερος από τον αντίστοιχο των πέντε κορυφαίων του Ηνωμένου Βασιλείου.[4]

    Διαχρονική ελληνική παρουσία στην Ανατολική Ευρώπη

    Η ελληνική πολιτισμική επιρροή στην Ανατολική Ευρώπη, ξεκινά από τον Β΄ ελληνικό αποικισμό στον Εύξεινο Πόντο (8ος–6ος αι. π.Χ.), από την εποχή της Αργοναυτικής Εκστρατείας. Αποικίες όπως η Απολλωνία (σημ. Βουλγαρία), η Ίστρια (σημ. Ρουμανία), η Ολβία (σημ. Ουκρανία), η Φαναγόρια (σημ. Ρωσία) και η Τραπεζούντα (σημ. Τουρκία) λειτούργησαν ως κέντρα διάδοσης της ελληνικής γλώσσας, των θεσμών και της τέχνης. Μετά από μία χιλιετία, αυτή η επιρροή συνεχίσθηκε επί αιώνες σε ένα άλλο (μεταφυσικό) επίπεδο μέσω της βυζαντινής παράδοσης και της διάδοσης της Ορθοδοξίας, οπότε οι μητροπόλεις και οι αρχιεπισκοπές στην Ανατολική Ευρώπη μετέδιδαν επί αιώνες γλωσσικές, θεολογικές και καλλιτεχνικές παραδόσεις ελληνικής προέλευσης. Τον δε 19ο αιώνα, η Ελληνική Επανάσταση -«το σημαντικότερο γεγονός του 19ου αιώνα» σύμφωνα με τον Βαρώνο Pierre de Coubertin- αποτέλεσε πρότυπο εθνικής απελευθέρωσης, επηρεάζοντας καθοριστικά τη διαμόρφωση του πολιτικού χάρτη της περιοχής, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική εμβέλεια της ελληνικής πολιτισμικής και πολιτικής κληρονομιάς.

    Ζωτικός χώρος για τα ελληνικά πανεπιστήμια

    Το μέγεθος, η ακαδημαϊκή πυκνότητα και η γεωπολιτική βαρύτητα της Ανατολικής Ευρώπης, σε συνδυασμό με τη μακρά ιστορική παρουσία του Ελληνισμού, καθιστούν την περιοχή φυσικό χώρο αναφοράς για την ελληνική ανώτατη εκπαίδευση.[5] Η εμβάθυνση των συνεργασιών με τα εκεί ΑΕΙ δεν αποτελεί απλώς επιλογή διεθνοποίησης, αλλά συνέχεια ενός διαχρονικού ρόλου, όπως αποδεικνύει το επιτυχημένο παράδειγμα του ΑΠΘ.

    Παράλληλα, η στρατηγική αυτή είναι κρίσιμη για τη βιωσιμότητα των ελληνικών πανεπιστημίων, καθώς η περιοχή των 424 εκατομμυρίων κατοίκων προσφέρει μια σημαντική δεξαμενή δυνητικών φοιτητών απέναντι στο εγχώριο δημογραφικό πρόβλημα. Σε αυτό το πλαίσιο, το μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα της Ελλάδας είναι η ίδια η ελληνική γλώσσα. Ως εργαλείο άμεσης πρόσβασης στις πηγές της αρχαιότητας και του Βυζαντίου, και σε συνδυασμό με τους κοινούς πολιτισμικούς και θρησκευτικούς δεσμούς, η γλώσσα μπορεί να αξιοποιηθεί για την πολυδιάστατη διασύνδεση των ελληνικών ΑΕΙ στην περιοχή, ειδικά στις ανθρωπιστικές σπουδές.

    Τελικά, η προεξάρχουσα ακαδημαϊκή θέση της Ελλάδας στην Ανατολική Ευρώπη αναδεικνύει την περιοχή σε έναν «ζωτικό χώρο», όπου η ιστορική κληρονομιά και η σύγχρονη στρατηγική επιτρέπουν στα ελληνικά πανεπιστήμια να διευρύνουν τις διεθνείς ακαδημαϊκές τους συνεργασίες και στη χώρα μας να ασκήσει ουσιαστική ήπια ισχύ.[6]

    Υποσημειώσεις:

    [1] H παγκόσμια ακαδημαϊκή κατάταξη πανεπιστημίων Webometrics Ranking of World Universities (ή «Webometrics») καταρτίζεται από τo Cybermetrics Lab του Ισπανικού Εθνικού Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών(Higher Councilfor Scientific Research – CSIC), που είναι το κορυφαίο δημόσιο ερευνητικό ίδρυμα της Ισπανίας. Στην από 5-8-2022 επίσημη ανακοίνωση του ΕΚΠΑ, υπογεγραμμένη από τον πρ. Πρύτανη Θάνο Δημόπουλο, επισημαίνεται ότι η Webometrics «θεωρείται από τους πλέον έγκυρους πίνακες κατάταξης παγκοσμίως διότι στηρίζεται σε στοιχεία άμεσα επαληθεύσιμα στο διαδίκτυο, και όχι σε δείκτες που στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό σε συνεντεύξεις, ερωτηματολόγια και ‘έρευνες γνώμης’ οι οποίοι διακατέχονται σε κάποιες περιπτώσεις από μεροληψία ή υποκειμενισμό». Αντίστοιχες ανακοινώσεις σχετικά με την Webometrics έχουν κάνει και άλλα ελληνικά ΑΕΙ, π.χ. το ΑΠΘ, και τα πανεπιστήμια Πατρών, Κρήτης και Ιωαννίνων.

    [2] H Κύπρος, ξεπέρασε χώρες με μεγάλο πληθυσμό και ιστορική παράδοση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, όπως τις Ουκρανία, και Βουλγαρία. Συγκεκριμένα, η Κύπρος ανεδείχθη 13η στην Ανατολική Ευρώπη, ξεπερνώντας 14 χώρες στην περιοχή, όπως τις: Λιθουανία (14η), Λετονία (15η), Ουκρανία (16η), Βουλγαρία (17η), Ουζμπεκιστάν (18ο), Γεωργία (19η), Βοσνία-Ερζεγοβίνη (20ή), Λευκορωσία (21η), Αζερμπαϊτζάν (22ο), Αρμενία (24η) κ.τ.λ.

    [3] Το ΑΠΘ έχει συνάψει πολλές επίσημες συμφωνίες (Memoranda of Understanding – MoU) με ρωσικά πανεπιστήμια, όπως το Lomonosov Moscow State University, το Financial University under the Government of the Russian Federation, το Moscow State Institute of International Relations και το People’s Friendship University, καθώς και με ιδρύματα στη Γεωργία και άλλες χώρες. Επιπλέον, είναι ενεργό μέλος του ακαδημαϊκού δικτύου Black Sea Universities Network, που περιλαμβάνει πανεπιστήμια από Ρουμανία, Βουλγαρία, Γεωργία, Ουκρανία, Ρωσία και Τουρκία, ενισχύοντας τον ρόλο του ως «εξωστρεφούς βραχίονα» της Ελλάδας στην περιοχή. Προς το παρόν, άλλα ελληνικά ΑΕΙ συμμετέχουν λιγότερο ενεργά σε αυτό το δίκτυο ή συνεργάζονται με ΑΕΙ της Ανατολικής Ευρώπης κυρίως μέσω άλλων ακαδημαϊκών δικτύων και προγραμμάτων (π.χ. CIVIS, Erasmus+) και όχι μέσω διμερών MoU.

    [4] Το 2025, οι συνολικές ετεροαναφορές των πέντε κορυφαίων πανεπιστημίων των ΗΠΑ (Harvard, Stanford, MIT, Berkeley και Columbia) ήσαν 101 εκατομμύρια, ενώ των πέντε κορυφαίων πανεπιστημίων του Ηνωμένου Βασιλείου (Oxford, Cambridge, UCL, Imperial College και King’s College London) ήσαν 63 εκατομμύρια.

    [5] Η Ανατολική Ευρώπη αποτελεί φυσικό χώρο αναφοράς όχι μόνον για την τριτοβάθμια εκπαίδευση αλλά ευρύτερα για τον Ελληνικό πολιτισμό, τουλάχιστον από την αξιολογική οπτική των Ρήγα Βελεστινλή και Ιωάννου Καποδίστρια.

    [6] Ο όρος «ήπια ισχύς» (soft power) εισήχθη από τον καθηγητή Joseph Nye του Πανεπιστημίου Harvard, και περιγράφει την ικανότητα μιας χώρας να διαμορφώνει τις προτιμήσεις των άλλων και να επιτυγχάνει τους στόχους της μέσω της έλξης και της πειθούς, παρά μέσω του εξαναγκασμού (στρατιωτική ισχύς) ή της εξαγοράς (οικονομική ισχύς). Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή -αλλά και τη βυζαντινή παράδοση- η παιδεία και ο πολιτισμός αποτελούν τους κατεξοχήν πυλώνες για την ενίσχυση του διεθνούς κύρους και της επιρροής ενός κράτους.

  • WEBOMETRICS: Βελτιώθηκε η παγκόσμια ακαδημαϊκή κατάταξη της Ελλάδας το 2021-2026

    WEBOMETRICS: Βελτιώθηκε η παγκόσμια ακαδημαϊκή κατάταξη της Ελλάδας το 2021-2026

    Σύμφωνα με τα στοιχεία της Webometrics,1 η Ελλάδα βελτίωσε την παγκόσμια ακαδημαϊκή της κατάταξη κατά την περίοδο 2021-2026, από τη θέση 30 το 2021 στη θέση 27 το 2026, όσον αφορά στις επιδόσεις των πανεπιστημίων της.

    Πώς προέκυψε αυτή η βελτίωση

    Συγκεκριμένα, η Ελλάδα (27η) ξεπέρασε σε αυτή την 5ετία τις εξής πέντε χώρες:

    1. Ιρλανδία              (από 25η το 2021, 28η το 2026)

    2. Ρωσία                  (από 29η το 2021, 30ή το 2026)

    3. Ταϊβάν                (από 22η το 2021, 31η το 2026)

    4. Νέα Ζηλανδία     (από 24η το 2021, 33η το 2026)

    5. Μεξικό                (από 26ο το 2021, 39ο το 2026)

    Στην ίδια περίοδο, δύο χώρες, που κατατάσσοντo σε χαμηλότερες θέσεις από την Ελλάδα το 2021, την ξεπέρασαν το 2026: η Σαουδική Αραβία (από 31η το 2021, 26η το 2026) και η Μαλαισία (από 34η το 2021, 23η το 2026). Σημειωτέον ότι η Σαουδική Αραβία πραγματοποιεί μεγάλες επενδύσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση στο πλαίσιο του ηγετικού ρόλου που διεκδικεί στον Αραβικό κόσμο.

    Ως συνδυαστικό αποτέλεσμα αυτών των ανακατατάξεων, η παγκόσμια κατάταξη της Ελλάδας βελτιώθηκε κατά τρεις θέσεις (5 – 2 θέσεις), με αποτέλεσμα το 2026 να κατατάσσεται ακαδημαϊκά στην 27η θέση παγκοσμίως – συγκριτικά, η Τουρκία υποβαθμίσθηκε κατά 9 θέσεις, από την 38η στην 47η θέση, το 2021-2026.  

    Η Ελλάδα πρώτη στην ανατολική Ευρώπη

    Επί πλέον η Ελλάδα (27η) είναι πρώτη στην ανατολική Ευρώπη, ξεπερνώντας όλες τις (27) χώρες σε αυτή την μείζονα γεωπεριοχή 334 εκατομμυρίων κατοίκων, όπως τις: Ρωσία (30ή), Πολωνία (32η), Τσεχία (35η), Ουγγαρία (41η), Σερβία (43η), Κροατία (44η), Σλοβενία (45η), Εσθονία (46η), Τουρκία (47η), Ρουμανία (51η), κ.τ.λ.2

    Αυτό το επίτευγμα συναρτάται με τις ερευνητικές επιδόσεις επτά ελληνικών πανεπιστημίων, που κατέχουν κορυφαίες θέσεις μεταξύ των 796 ΑΕΙ της ανατολικής Ευρώπης – ΕΚΠΑ, ΑΠΘ, Πανεπιστήμιο Πατρών, ΕΜΠ, και τα πανεπιστήμια Κρήτης, Θεσσαλίας και Ιωαννίνων – όσον αφορά στο ερευνητικό τους έργο, όπως επεσήμανε το staging.upflow.gr/ σε πρόσφατο ειδησεογραφικό άρθρο του (18-10-2025).

    Κινεζική τεχνογνωσία για τα ελληνικά ΑΕΙ

    Είναι αξιοσημείωτο ότι κατά την ίδια περίοδο (2021-2026) η Κίνα αναβαθμίσθηκε κατά τρεις θέσεις – όπως και η Ελλάδα – στην κορυφή όμως της παγκόσμιας κατάταξης: από τη θέση 5 το 2020, στη θέση 4 το 2021, εκτοπίζοντας τον Καναδά · κατά δε τα επόμενα δύο χρόνια, η Κίνα ανέβηκε άλλες δύο θέσεις, εκτοπίζοντας την Αυστραλία από τη θέση 3 το 2022, και στη συνέχεια τη Βρετανία από τη θέση 2 το 2023.

    Σήμερα (2026) η Κίνα έχει πλέον παγιώσει τη θέση της ως η δεύτερη μεγάλη ακαδημαϊκή δύναμη του πλανήτη, με 11 Κινεζικά πανεπιστήμια στα κορυφαία 100 του Κόσμου (top-100). Απ’ ότι διαφαίνεται, η τριτοβάθμια εκπαίδευση σε παγκόσμιο επίπεδο έπαψε οριστικά να είναι «Αγγλο-Σαξονική υπόθεση» -όπου μέχρι το 2020 πρωταγωνιστούσαν αποκλειστικά οι Η.Π.Α., η Βρετανία, ο Καναδάς και η Αυστραλία – και έχει πλέον δύο βασικούς πρωταγωνιστές: τις Η.Π.Α. και την Κίνα.3

    Το μυστικό της ακαδημαϊκής επιτυχίας της Κίνας ίσως κρύβεται στο ακαδημαϊκό φαινόμενο του HongKong. Όταν η Κίνα επεξέτεινε την εθνική της κυριαρχία στο Hong Kong το 1997, ούτε ένα από τα τότε (9) πανεπιστήμιά του – ιδρυθέντα επί Αγγλικής αποικιακής επικυριαρχίας – συγκαταλέγετο στην Premier League των top-100 πανεπιστημίων. Στα χέρια όμως της Κίνας, τα πανεπιστήμια του Hong Kong αναβαθμίσθηκαν, με αποτέλεσμα σήμερα τρία (3) από τα πανεπιστήμιά του συγκαταλέγονται στα top-100.

    Αυτό σημαίνει ότι σήμερα το μικρό Hong Kong, με πληθυσμό 7,4 εκατομμυρίων, συνιστά (από μόνο του) μεγάλη δύναμη στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, διότι αυτό καθ’ εαυτό κατατάσσεται αμέσως μετά την Ολλανδία (6η), υποσκελίζοντας στην παγκόσμια κατάταξη μεγάλες βιομηχανικές χώρες, όπως π.χ. τις Γερμανία (7η), Ιταλία (10η), Ισπανία (11η), Ιαπωνία (12η), Γαλλία (18η) Ρωσία (30ή), Ινδία (43η), και γενικά σχεδόν όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πλην Ολλανδίας).

    Υπό αυτό το πρίσμα, τα ελληνικά πανεπιστήμια έχουν αρχίσει να συνάπτουν συνεργασίες με Κινεζικά ΑΕΙ από το 2021, όπως π.χ. το πρόσφατο Μνημόνιο Συνεργασίας (MoU) στις 16 Δεκεμβρίου 2025 μεταξύ του ΕΚΠΑ και του κορυφαίου πανεπιστημίου της Κίνας Tsinghua University, που είναι 22ο στον Κόσμο το 2026 και χαρακτηρίζεται ευρέως ως «το ΜΙΤ της Κίνας».

    Αυτές οι στρατηγικές συνεργασίες με πανεπιστήμια της Κίνας διανοίγουν νέες προοπτικές για τα ελληνικά πανεπιστήμια. Διότι τα κορυφαία Αμερικανικά πανεπιστήμια έχουν λίγα να προσφέρουν στα ελληνικά ΑΕΙ προς την κατεύθυνση της δραστικής αναβάθμισής τους. Αυτό που γνωρίζει άριστα κάθε τέτοιο αμερικανικό πανεπιστήμιο, όπως το Harvard ή το Columbia, είναι το πώς να παραμένει κορυφαίο – Harvard ή Columbia αντίστοιχα – ενώ μάλλον δεν γνωρίζει (διότι δεν το αφορά) πώς ένα καλό ΑΕΙ, όπως το ΕΚΠΑ ή το ΑΠΘ, μπορεί να αναβαθμισθεί, δραστικά και σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, προκειμένου να πλαισιωθεί στα κορυφαία 100 ΑΕΙ του κόσμου. Αυτό το γνωρίζουν (αφού αυτό κάνουν εδώ και δύο δεκαετίες) καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον οι Κινέζοι.

    Το ζητούμενο επομένως είναι να μεταφερθεί ακαδημαϊκή τεχνογνωσία από τα πανεπιστήμια της Κίνας στα συνεργαζόμενα της Ελλάδας, ώστε τουλάχιστον ένα ελληνικό πανεπιστήμιο, π.χ. το ΕΚΠΑ ή το ΑΠΘ, να κατορθώσει να αναβαθμισθεί στα top-100 – και κατά συνακολουθία η Ελλάδα να συνεχίζει να αναβαθμίζεται ακαδημαϊκά ως χώρα, από τη θέση 27 που είναι σήμερα, στη θέση 18 στο ορατό μέλλον, δηλαδή στις ακαδημαϊκά κορυφαίες 20 χώρες του Κόσμου (top-20).

    Υποσημειώσεις:

    1. H παγκόσμια ακαδημαϊκή κατάταξη πανεπιστημίων Webometrics Ranking of World Universities (ή «Webometrics») καταρτίζεται από τo Cybermetrics Lab του Ισπανικού Εθνικού Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών(Higher Council for Scientific Research – CSIC), που είναι το κορυφαίο δημόσιο ερευνητικό ίδρυμα της Ισπανίας.  Στην από 5-8-2022 επίσημη ανακοίνωση του ΕΚΠΑ, υπογεγραμμένη από τον πρ. Πρύτανη Θάνο Δημόπουλο, επισημαίνεται ότι η Webometrics «θεωρείται από τους πλέον έγκυρους πίνακες κατάταξης παγκοσμίως διότι στηρίζεται σε στοιχεία άμεσα επαληθεύσιμα στο διαδίκτυο, και όχι σε δείκτες που στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό σε συνεντεύξεις, ερωτηματολόγια και ‘έρευνες γνώμης’ οι οποίοι διακατέχονται σε κάποιες περιπτώσεις από μεροληψία ή υποκειμενισμό». Αντίστοιχες ανακοινώσεις σχετικά με την Webometrics έχουν κάνει και άλλα ελληνικά ΑΕΙ, π.χ. το ΑΠΘ, και τα πανεπιστήμια Πατρών, Κρήτης και Ιωαννίνων.
    2. H Κύπρος επέδειξε αξιοσημείωτη σταθερότητα στην παγκόσμια ακαδημαϊκη κατάταξη, διατηρώντας την 59η θέση της το 2021 και το 2016, και ξεπερνώντας 14  χώρες στην ανατολική Ευρώπη, όπως τις: Λιθουανία (60ή), Λετονία (62η), Ουκρανία (67η), Βουλγαρία (74η), Καζακστάν (75ο), Ουζμπεκιστάν (80ό), Βοσνία-Ερζεγοβίνη (83η), Λευκορωσία (86η), κ.τ.λ.
    3. Το 2007 το BBC δημοσίευσε την εξής διορατική επισήμανση: «Τί είναι αυτό που ορίζει μια παγκόσμια ‘υπερδύναμη’; Στο παρελθόν, ήταν το μέγεθος των εθνικών στρατών ή η κατοχή πυρηνικών όπλων. Αλλά τώρα υπάρχει ένα πιο σημαντικό (και ειρηνικό) σημείο αναφοράς: το μέγεθος και το κύρος των πανεπιστημιακών συστημάτων. Ενώ δε οι ΗΠΑ εξακολουθούν να είναι η παγκόσμια ‘υπερδύναμη’ της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, η Κίνα σύντομα θα τις ανταγωνιστεί στην κορυφή αν συνεχιστούν οι τρέχουσες τάσεις.»
  • Επτά ελληνικά πανεπιστήμια στην κορυφή της Ανατολικής Ευρώπης

    Επτά ελληνικά πανεπιστήμια στην κορυφή της Ανατολικής Ευρώπης

    Η Ελλάδα αναδεικνύεται ακαδημαϊκός ηγέτης σε μια περιοχή 27 χωρών και 335 εκατομμυρίων κατοίκων, ανακτώντας σταδιακά την ιστορική της θέση ως διεθνές κέντρο γνώσης.

    Επτά ελληνικά πανεπιστήμια βρίσκονται ανάμεσα στα κορυφαία της Ανατολικής Ευρώπης, σύμφωνα με τη διεθνή ακαδημαϊκή κατάταξη Webometrics Ranking, που στηρίζεται στα στοιχεία του Google Scholar (Ιανουάριος 2025). Η νέα αυτή ανάλυση αναδεικνύει τηνΕλλάδα ως την ακαδημαϊκά πιο προηγμένη χώρα αυτής της μείζονος γεωπεριοχής.

    Πέντε ελληνικά πανεπιστήμια στις έξι πρώτες θέσεις

    Όπως δημοσιεύθηκε στο VERITE πρόσφατα, 5 από τα 6 κορυφαία ερευνητικά πανεπιστήμιατης Ανατολικής Ευρώπης είναι ελληνικά, μεταξύ σχεδόν 800 πανεπιστημίων της περιοχής, ενώ δύο ελληνικά πανεπιστήμια (ΕΚΠΑ, ΑΠΘ) κατέχουν τις δύο πρώτες θέσεις, σύμφωνα με τα επίσημα δεδομένα ετεροαναφορών, ως εξής:

    1η θέση: ΕΚΠΑ – 4.864.139 ετεροαναφορές

    2η θέση: ΑΠΘ – 2.182.896

    4η θέση: Πανεπιστήμιο Πατρών – 1.476.112

    5η θέση: ΕΜΠ – 1.346.248

    6η θέση: Πανεπιστήμιο Κρήτης – 1.308.661

    Επί πλέον, δύο ακόμη ελληνικά ΑΕΙ, το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας (1,134,957) και το  Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων (1,054,433), κατατάσσονται στις θέσεις 11 και 13 αντίστοιχα.

    Με απλά λόγια, περισσότερα από τα μισά κορυφαία 13 πανεπιστήμια της Ανατολικής Ευρώπης είναι ελληνικά.

    Για σύγκριση, στη λίστα των 20 κορυφαίων πανεπιστημίων της Ανατολικής Ευρώπης, η Ρωσία εμφανίζεται με δύο ιδρύματα (στις θέσεις 8 και 15), η Ουγγαρία επίσης με δύο (9 και 19), ενώ η Εσθονία, η Σλοβενία, η Τσεχία, η Σερβία και η Πολωνία με ένα πανεπιστήμιο η καθεμία. Αξιοσημείωτη είναι η άνοδος της Τουρκίας, που ήδη έχει τέσσερα πανεπιστήμια στη λίστα (στις θέσεις 7, 17, 18 και 20) αλλά μόνο ένα πανεπιστήμιο στα κορυφαία 10.

    Πώς υπολογίζεται η κατάταξη

    Η αξιολόγηση βασίζεται αποκλειστικά στον αριθμό ετεροαναφορών (citations)των ερευνητών κάθε ΑΕΙ στο GoogleScholar – δηλαδή στο πόσο συχνά άλλοι επιστήμονες αναφέρονται στις μελέτες τους. Πρόκειται για αντικειμενικό δείκτη διεθνούς αναγνώρισης, που δεν εξαρτάται από γνώμες ή ερωτηματολόγια.

    Η έρευνα διενεργείται από το CybermetricsLab του δημοσίου Spanish National Research Council(CSIC) – παρόμοιο με το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών της Ελλάδος – που εκδίδει την εξαμηνιαία παγκόσμια ακαδημαϊκή κατάταξη Webometrics Ranking of World Universities (συντμ.WebometricsRanking).

    Συνολικά, αναλύονται 310 δημόσια προφίλ ερευνητών ανά ίδρυμα, εξαιρώντας τα 20 κορυφαία για να αποφευχθούν στατιστικές στρεβλώσεις.

    Μια «ήπειρος» που συγκρίνεται με τις Ηνωμένες Πολιτείες

    Η σημασία της ηγετικής ακαδημαϊκής θέσης της Ελλάδας στην Ανατολική Ευρώπη συναρτάται με το μεγάλο μέγεθος αυτής της γεωπεριοχής.

    Η Ανατολική Ευρώπη, υπό την ευρεία της έννοια, περιλαμβάνει 27 χώρες και εκτείνεται από τα Ουράλια Όρη μέχρι την Τσεχία, και από τη Βαλτική μέχρι την Κύπρο, συμπεριλαμβάνοντας μεταξύ άλλων τις ευρωπαϊκές περιοχές της Ρωσίας (δυτικά των Ουραλίων Ορέων) και του Καζακστάν (δυτικά του ποταμού Ουράλη), όπως επίσης την Τουρκία και τις Καυκάσιες χώρες.

    Η περιοχή αυτή καλύπτει 7,4 εκατομ. τετρ. χλμ. και έχει περίπου 335 εκατομ. κατοίκους—δηλαδή είναι μεγαλύτερη από την Ε.Ε. (4,3 εκατομ. τετρ. χλμ.) και σχεδόν εξ ίσου πολυπληθής με τις Η.Π.Α. (347 εκατομ. κάτοικοι).

    Έρευνα με διεθνή αντίκτυπο

    Επί πλέον, σε ακαδημαϊκό συγκριτικό πλαίσιο, στην Ανατολική Ευρώπη λειτουργούν 796 αξιόλογα ΑΕΙ (έναντι 893 στην Ε.Ε.) τα οποία συγκεντρώνουν περίπου 103 εκατομ. ετεροααναφορές συνολικά.

    Ο αριθμός αυτός είναι μεγαλύτερος από το σύνολο ετεροαναφορών (101 εκατομ.) των κορυφαίων πέντε αμερικανικών πανεπιστημίων (Harvard, Stanford, MIT, Berkeley, Columbia), και πολύ υψηλότερος από το αντίστοιχο σύνολο (63 εκατομ.) των κορυφαίων πέντε βρετανικών πανεπιστημίων (Oxford, Cambridge, UCL, Imperial College, King’s College London).

    Επομένως, η διακεκριμένη ακαδημαϊκή θέση της Ελλάδος σε αυτή την ερευνητικά σημαίνουσα γεωπεριοχή δείχνει ότι τα κορυφαία 7 ελληνικά ΑΕΙ – που συναποτελούν το αντίστοιχο μιας ελληνικής “Ivy League” ή “Russell Group” – έχουν πλέον εδραιωθεί ως διεθνώς αναγνωρισμένα ερευνητικά ιδρύματα υψηλού κύρους.

    Πέρα από το αφήγημα της «Ν.Α. Ευρώπης»

    Εν τούτοις κατά τα τελευταία χρόνια, στον δημόσιο λόγο επαναλαμβάνεται το αφήγημα ότι το ΕΚΠΑ είναι «το κορυφαίο πανεπιστήμιο της Ν.Α. Ευρώπης», δηλαδή των… Βαλκανίων. Η φράση αυτή, αν και καλοπροαίρετη, περιορίζει αδικαιολόγητα την πραγματική διάσταση των ελληνικών ακαδημαϊκών επιτευγμάτων.

    Τα σημερινά δεδομένα δείχνουν ότι η Ελλάδα δεν περιορίζεται στα Βαλκάνια· βρίσκεται στην κορυφή όλης της Ανατολικής Ευρώπης, και όχι μόνον – π.χ. το ΕΚΠΑ είναι πρώτο όχι μόνο στην Ανατολική Ευρώπη αλλά και στη Μεσόγειο, είναι δε 6ο στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως ερευνητικό πανεπιστήμιο.

    Αυτό σημαίνει ότι η χώρα μας έχει κάθε λόγο να αναθεωρήσει με αυτοπεποίθηση την εικόνα που έχει για την ανώτατη εκπαίδευση – χωρίς υπερβολές, αλλά και χωρίς τη συνηθισμένη μας αυτοϋποτίμηση.

    Ακαδημαϊκή διπλωματία της Ελλάδος

    Αυτές οι διακρίσεις των ελληνικών Α.Ε.Ι. ανοίγουν ευρύτατες προοπτικές για την ανάπτυξη της ακαδημαϊκής διπλωματίας της Ελλάδος, όχι μόνο στην Ανατολική Ευρώπη αλλά και πέραν αυτής.

    Ειδικότερα, η ηγετική θέση που τα ελληνικά πανεπιστήμια έχουν ήδη κατακτήσει στην Ανατολική Ευρώπη δημιουργεί μια μοναδική ευκαιρία για ισότιμη διασύνδεσή τους με κορυφαία εκπαιδευτικά ιδρύματα της Ευρώπης, της Ασίας και της Αμερικής, μέσα από πολυεθνικά διαπανεπιστημιακά προγράμματα στους τομείς της εκπαίδευσης, της έρευνας και του πολιτισμού.

    Γέφυρα γνώσης ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση

    Κατ’ αυτόν τον τρόπο, τα επτά κορυφαία ελληνικά Α.Ε.Ι. μπορούν να λειτουργήσουν συνεργητικά και αλληλοσυμπληρωματικά, ως γέφυρα γνώσης και συνεργασίας ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση, προάγοντας την επιστημονική έρευνα, τον πολιτισμό και τον διαπολιτισμικό διάλογο – σε μια εποχή παγκόσμιων ανακατατάξεων – και,  τελικά, συμβάλλοντας στην προώθηση της ειρήνης.

    Αυτή η προοπτική αντηχεί την ιστορική κληρονομιά της Ελλάδας ως μιας πολιτιστικής υπερδύναμης που συνέδεσε πολιτισμικά την Ευρώπη και την Ασία επί χιλιετίες – από τον αρχαϊκό ελληνικό αποικισμό και αργότερα τα ελληνιστικά βασίλεια έως τη ρωμαϊκή και βυζαντινή αυτοκρατορία – και τα ελληνικά πανεπιστήμια σήμερα επαναβεβαιώνουν σταδιακά αυτόν τον ρόλο.

    Επομένως, με συνεπή και αξιοκρατική ενίσχυση της έρευνας στη δημόσια ανώτατη εκπαίδευση, η Ελλάδα, επί μακρόν κοιτίδα μάθησης και πολιτισμού, μπορεί εκ νέου να διεκδικήσει τη θέση της ως ένα διεθνές κέντρο γνώσης και διαλόγου.

    Η ανάλυση βασίζεται σε δεδομένα της GoogleScholar (Ιαν. 2025) και στη διεθνή κατάταξη“Transparent Ranking of Universities by the number of Citations received by the Google Scholar profiles of their top researchers”, Έκδοση 19η, τηςWebometrics Ranking.

    Πλήρη στοιχεία – για όλα τα (796) ΑΕΙ της Ανατολικής Ευρώπης – είναι διαθέσιμα ΕΔΩ.