Στο συνέδριο «Future Unfold – Framing the Future of Technology» της Grant Thornton στο Μέγαρο Μουσικής, ο Κυριάκος Μητσοτάκης συμμετείχε σε συζήτηση με τον πρόεδρο της Grant Thornton Consulting, Νικόλαο Καραμούζη, και τον διευθύνοντα σύμβουλο, Βασίλη Καζά, με κεντρικό θέμα τις τεχνολογικές εξελίξεις και τον ρόλο τους στην ελληνική οικονομία και διοίκηση.
Ο πρωθυπουργός ευχαρίστησε για την πρόσκληση, επισημαίνοντας ότι «σήμερα είμαστε στην ευχάριστη θέση να έχουμε ξεπεράσει πολλές χώρες στις ψηφιακές υπηρεσίες που ενσωματώνουν εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης». Ανέδειξε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα το gov.gr, μέσω του οποίου έχουν απλοποιηθεί και επιταχυνθεί κρίσιμες γραφειοκρατικές διαδικασίες, τονίζοντας ότι πλέον η χώρα μπορεί «να σκεφτεί την επόμενη μέρα».
Αναφέρθηκε στα νέα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης του Δημοσίου, όπως ο «Φάρος» και ο «Δαίδαλος», καθώς και στη χρήση AI στο Κτηματολόγιο, όπου ένα εργαλείο μπορεί να «διαβάζει» και να συμπυκνώνει διαδικασίες ωρών σε μόλις 10 λεπτά. Όπως είπε, «δεν μπορεί να υπάρξει παραγωγικότητα χωρίς αξιοποίηση της τεχνολογίας». Υπενθύμισε επίσης ότι η Ελλάδα είναι από τις πρώτες χώρες με ξεχωριστό υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, κάτι που επιτρέπει την εφαρμογή οριζόντιων ψηφιακών πολιτικών σε ολόκληρο το κράτος.
«Η τεχνητή νοημοσύνη για τους εργαζόμενους, όχι αντί για αυτούς»
Στο ερώτημα αν η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να οδηγήσει σε υποκατάσταση εργαζομένων, ο πρωθυπουργός κράτησε σαφή θέση: η AI πρέπει να λειτουργεί ως εργαλείο ενίσχυσης της παραγωγικότητας και όχι ως μηχανισμός αντικατάστασης ανθρώπων. Αναγνώρισε ότι οι ψηφιακοί κίνδυνοι δεν έχουν απλές απαντήσεις, αλλά υπογράμμισε ότι ειδικά στο Δημόσιο, όπου η μονιμότητα μειώνει την εργασιακή ανασφάλεια, η τεχνολογία μπορεί να αξιοποιηθεί δημιουργικά, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει συστηματική εκπαίδευση.
Όπως ανέφερε, έχουν ήδη εκπαιδευτεί 10.000 δημόσιοι υπάλληλοι, ενώ ο ίδιος είπε πως «έφτιαξα ένα 20ωρο πρόγραμμα για να εκπαιδευτώ, ξανακάθομαι στα θρανία», για να κατανοήσει καλύτερα τα νέα εργαλεία. Τόνισε ότι «δεν πρέπει οι επιχειρήσεις, με αποκλειστικό στόχο τη μείωση του κόστους, να χρησιμοποιούν τεχνητή νοημοσύνη για να υποκαταστήσουν εργαζόμενους», αλλά να τη χρησιμοποιούν για να τους κάνουν πιο αποτελεσματικούς και παραγωγικούς.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στα προγράμματα εκπαίδευσης στην περιφέρεια, με στόχο εταιρείες σε μεγάλες επαρχιακές πόλεις να μπορούν να προσλαμβάνουν καλά καταρτισμένους και ψηφιακά εκπαιδευμένους εργαζόμενους, ώστε η τεχνολογική ανάπτυξη να μην περιορίζεται στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη.
Κυβερνοασφάλεια, fake news και προστασία των παιδιών
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδωσε ιδιαίτερο βάρος στο ζήτημα της κυβερνοασφάλειας και στη διάδοση ψευδών ειδήσεων από ψηφιακά bots. Τόνισε ότι πρόκειται για «κρίσιμο θέμα», καθώς παρατηρούνται διαρκώς απόπειρες ψηφιακής εξαπάτησης, οι οποίες απαιτούν τόσο ενημερωμένους πολίτες, όσο και συνεχή ενίσχυση των μηχανισμών προστασίας. Υπενθύμισε ότι η Ελλάδα ήταν από τις πρώτες χώρες που ενσωμάτωσαν την πρώτη ευρωπαϊκή οδηγία για την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο, επισημαίνοντας ότι «όσο το έγκλημα εξελίσσεται, τόσο και εμείς πρέπει να εξελισσόμαστε».
Εξέφρασε έντονη ανησυχία για την ταχύτητα με την οποία τα bots μπορούν να παρέμβουν στη δημόσια σφαίρα, να αναπαράγουν fake news και να δημιουργήσουν πλήρως ψευδή «γεγονότα», ειδικά σε περιόδους εκλογών. Τόνισε ότι δεν υπάρχει ισχυρή διάθεση αυτοπεριορισμού από τις μεγάλες πλατφόρμες, επικαλούμενες την ελευθερία του λόγου, και υπογράμμισε πως «η καλύτερη άμυνα είναι ο καλά ενημερωμένος πολίτης».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στα παιδιά και την ψηφιακή εξάρτηση, σημειώνοντας ότι ανησυχεί πολύ για την έκθεση ανηλίκων σε εργαλεία που μπορούν να υποκαταστήσουν λειτουργίες ενός εγκεφάλου που ακόμα αναπτύσσεται. Θύμισε ότι η σημερινή γενιά μεγαλώνει σε περιβάλλον όπου κινητά, οθόνες και πλατφόρμες είναι πανταχού παρούσες, ενώ ο ίδιος προέρχεται από εποχή χωρίς κινητά και χωρίς ψηφιακούς χάρτες, γεγονός που δείχνει πόσο γρήγορα αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος «εκχωρεί» γνωστικές λειτουργίες στις μηχανές.
Στο πλαίσιο αυτό, υπογράμμισε την απόφαση να μην επιτρέπονται κινητά τηλέφωνα στα σχολεία, ώστε να περιορίζεται η διάσπαση προσοχής, ενώ συζήτησε – όπως είπε – με τη σύζυγό του τις ψυχολογικές επιπτώσεις της ψηφιακής απομόνωσης: παιδιά που δεν παίζουν έξω, αυξημένη μοναξιά, κοινωνική απόσυρση. Στάθηκε, επίσης, στη ψηφιακή πιστοποίηση ηλικίας, εξηγώντας ότι η Ελλάδα είναι από τις πρώτες χώρες που την υιοθετεί, με στόχο να μην μπορούν ανήλικοι να αγοράζουν προϊόντα όπως καπνικά ή αλκοόλ, μέσω ενός συστήματος QR Code που θα επιτρέπει στον επαγγελματία να ελέγχει την ηλικία χωρίς να αποκαλύπτονται άλλα προσωπικά δεδομένα.
Τόνισε, τέλος, ότι οι εταιρείες που παράγουν ψηφιακά εργαλεία έχουν ευθύνη και «δεν μπορούν να κρύβονται πίσω από το επιχείρημα ότι δεν γνωρίζουν ποιο είναι το ηλικιακό κοινό τους».
Ενέργεια, data centers και το στοίχημα της επόμενης ημέρας
Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε και στη σύνδεση της τεχνολογικής ανάπτυξης με την αγορά ενέργειας, ειδικά λόγω της ανόδου των μεγάλων data centers. Τόνισε ότι η αύξηση της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας από τέτοιες υποδομές δεν πρέπει να οδηγήσει σε επιβάρυνση των τιμών για τα νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, σημειώνοντας πως χρειάζεται σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο και κεντρικός σχεδιασμός.
Υπογράμμισε ότι κάθε χώρα οφείλει να έχει έναν κεντρικό μηχανισμό διαχείρισης δεδομένων και μια συνολική ψηφιακή στρατηγική, την οποία στην Ελλάδα χαράσσει το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Ανέφερε ότι στον τομέα της υγείας η χώρα διαθέτει ήδη πολύτιμα δεδομένα μεγάλης αξίας, τα οποία, με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης, μπορούν να αξιοποιηθούν για ουσιαστική βελτίωση των υπηρεσιών προς τους πολίτες.
Επισήμανε ακόμη ότι, μέσω του gov.gr, η Ελλάδα «εξάγει τεχνοτροπία» και τεχνογνωσία, αναφέροντας ως παράδειγμα τη μεταφορά εμπειρίας και συστημάτων στην Κύπρο.
Κλείνοντας, χρησιμοποίησε το παράδειγμα των ρομπότ και των οχημάτων χωρίς οδηγό, για να δείξει τις προκλήσεις της κοινωνικής αποδοχής και της ηθικής διάστασης της τεχνολογίας. Αναγνώρισε ότι η συζήτηση στην επιστημονική κοινότητα είναι «πολύπλοκη και συχνά δυσνόητη», αλλά επανέλαβε ότι η πραγματική επανάσταση θα έρθει όταν τα robotics αρχίσουν να υποκαθιστούν συστηματικά ανθρώπινη εργασία, θέτοντας ακόμα και το ερώτημα – έστω και σε τόνο ημι-χιουμοριστικό – αν «όταν ένα ρομπότ υποκαθιστά έναν άνθρωπο πρέπει να πληρώνει εισφορές».
Σχολιάζοντας τη διαφορά ταχύτητας Ευρώπης – ΗΠΑ στην υιοθέτηση νέων τεχνολογιών, σημείωσε ότι η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να κάνει άλματα, αφού ήδη υστερούν παραδοσιακές τεχνολογικά ισχυρές χώρες, όπως η Γερμανία, σε επίπεδο ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών. Κατάληξή του ήταν ότι η αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και άλλων δομικών παθογενειών είναι, πλέον, μια μεγάλη άσκηση ανάλυσης δεδομένων, όπου η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να εντοπίζει σχέσεις και μοτίβα που το ανθρώπινο μάτι δεν μπορεί να διακρίνει, αλλά πάντα με δημοκρατικά αντίβαρα και επίκεντρο τον άνθρωπο.