Στο ζήτημα των εκταφών, μία ημέρα πριν συμπληρωθούν τρία χρόνια από την τραγωδία στα Τέμπη, αναφέρθηκε ο υπουργός Δικαιοσύνης, Γιώργος Φλωρίδης, επαναλαμβάνοντας ότι «εάν τα ελληνικά εργαστήρια απαντήσουν ότι δεν μπορούν να κάνουν όλες τις εξετάσεις, τότε θα αποσταλούν δείγματα σε εργαστήρια του εξωτερικού». Κληθείς να σχολιάσει αν «άνοιξε ο δρόμος» για ελέγχους στο εξωτερικό, απάντησε κατηγορηματικά πως «δεν άνοιξε κανένα παράθυρο», αποδίδοντας τη σχετική συζήτηση σε προσπάθεια σύγχυσης.
«Στόχος η υπονόμευση της θεσμικής λειτουργίας της Δικαιοσύνης»
Ο κ. Φλωρίδης, μιλώντας σήμερα το πρωί στο OPEN, υποστήριξε ότι υπάρχει «διαρκής προσπάθεια να δημιουργηθεί σύγχυση στον κόσμο», με κύριο στόχο –όπως είπε– την υπονόμευση της θεσμικής λειτουργίας της Δικαιοσύνης. Πρόσθεσε ότι τρία χρόνια μετά το δυστύχημα, υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις και νομικοί που, κατά την άποψή του, εργάζονται συστηματικά για να αποδομήσουν το δικαστικό έργο, ενώ κάλεσε όσους αμφισβητούν τις διαδικασίες να συγκρίνουν το χρονοδιάγραμμα της ελληνικής υπόθεσης με αντίστοιχες δίκες σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Στο ίδιο πλαίσιο, υπενθύμισε ότι η έναρξη της δίκης έχει οριστεί για τις 23 Μαρτίου, επισημαίνοντας ότι σε χώρες όπως η Ισπανία, η Αγγλία, η Γερμανία και η Γαλλία αντίστοιχες δίκες «γίνονται εννέα χρόνια αργότερα», υποστηρίζοντας πως στην Ελλάδα η διαδικασία προχωρά γρήγορα.
Τι λέει η εισαγγελική παραγγελία και πώς οργανώνεται η διαδικασία
Αναφερόμενος στην παραγγελία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ο υπουργός υποστήριξε ότι έχει «εξαιρετική σαφήνεια» και ότι δεν αναφέρει πουθενά τη λέξη “αποκλειστικά” ως προς το πού θα γίνουν οι εξετάσεις. Όπως είπε, προβλέπεται να πραγματοποιηθούν όλες οι επιβεβλημένες βιοχημικές, τοξικολογικές και λοιπές εξετάσεις «από όπου μπορούν να γίνουν», διευκρινίζοντας ότι κανένα δικαστήριο δεν μπορεί να αποκλείσει συμμετοχή εργαστηρίων ή εμπειρογνωμόνων του εξωτερικού.
Για να τεκμηριώσει αυτό το σημείο, υπενθύμισε ότι στην κύρια ανάκριση είχε σταλεί υλικό στο Λονδίνο για την εξέταση σκληρών δίσκων και καταγραφικού υλικού, επειδή –όπως είπε– τα ελληνικά εργαστήρια δεν μπορούσαν να το αναλάβουν, άρα «η ελληνική Δικαιοσύνη έχει ήδη αποδείξει έμπρακτα» πως υπάρχει δυνατότητα τέτοιας συνδρομής.
Παράλληλα, εξήγησε ότι επειδή οι ταφές έχουν γίνει σε διαφορετικές περιοχές, η εισαγγελική παραγγελία δόθηκε στα κατά τόπους αστυνομικά τμήματα. Οι δικαστικές αρχές, όπως ανέφερε, διορίζουν ιατροδικαστή ως πραγματογνώμονα για τις εκταφές και ταυτόχρονα αναζητούνται τα εργαστήρια που μπορούν να διενεργήσουν τις εξετάσεις που επιβάλλει ο νόμος ή ζητούν οι συγγενείς. Σύμφωνα με τον υπουργό, η πρώτη εισαγγελική εντολή αφορούσε την κλήτευση των οικογενειών των 57 θυμάτων για να δηλώσουν ποιες επιθυμούν να προχωρήσουν σε εκταφές, σημειώνοντας πως «αυτή τη στιγμή, μιλάμε για πέντε εκταφές».
Πιστοποιήσεις, τεχνικοί σύμβουλοι και οι αναφορές σε «προπαγάνδα»
Ο κ. Φλωρίδης περιέγραψε ως βασικό βήμα ότι, όταν οργανωθεί η λίστα των απαραίτητων εξετάσεων, τα ελληνικά εργαστήρια καλούνται να πιστοποιήσουν πόσες μπορούν να διεκπεραιώσουν. Αν δεν μπορούν να ολοκληρώσουν όλες, τότε –όπως είπε– ξεκινά η αναζήτηση πιστοποιημένων εργαστηρίων στο εξωτερικό και «μέσα από αυτή τη νομική και διασφαλισμένη διαδικασία, τα δείγματα αποστέλλονται εκεί όπου όλα είναι πιστοποιημένα», επιμένοντας ότι «δεν μπορεί ο καθένας να κάνει ό,τι θέλει». Ανέφερε ακόμη ότι, σύμφωνα με πληροφορίες που ανέμενε να επιβεβαιώσει, πανεπιστημιακό εργαστήριο στην Ελλάδα απευθύνθηκε στη Διεθνή Ένωση Τοξικολογικών Εργαστηρίων για να εντοπιστεί ποιο εργαστήριο στην Ευρώπη ή αλλού μπορεί να αναλάβει τις εξετάσεις.
Ο υπουργός σημείωσε επίσης ότι οι συγγενείς έχουν δικαίωμα να ορίσουν τεχνικούς συμβούλους, οι οποίοι θα παρίστανται σε κάθε στάδιο και θα ελέγχουν αν τηρούνται οι σωστές πρακτικές. Τόνισε ότι το πρωτόκολλο της εκταφής θα καθοριστεί με βάση τις απαιτήσεις των εξετάσεων και του εργαστηρίου που θα τις αναλάβει, υπογραμμίζοντας πως η Ιατροδικαστική Υπηρεσία έχει δηλώσει ότι για να προχωρήσει σε λήψη δειγμάτων πρέπει πρώτα να γνωρίζει ποιο εργαστήριο θα κάνει τις εξετάσεις και ποιες οδηγίες θα δώσει.
Τέλος, ως προς το γιατί οι εκταφές διατάχθηκαν τρία χρόνια μετά και λίγο πριν την έναρξη της δίκης, ανέφερε ότι τα αιτήματα κατατέθηκαν πρόσφατα και έκανε λόγο για πολιτικές δυνάμεις που, κατά την εκτίμησή του, επιθυμούν να μην κλείσει ποτέ η ανάκριση. Στο ίδιο πλαίσιο, ισχυρίστηκε ότι υπήρξε «πρωτοφανής και γενναία χρηματοδοτούμενη συνωμοσία» στο διαδίκτυο, με περίπου 50.000 ψεύτικους λογαριασμούς από το εξωτερικό, οι οποίοι –όπως είπε– δημιούργησαν κλίμα ψυχολογικής προπαγάνδας γύρω από σενάρια για «παράνομο φορτίο», εκφράζοντας τη βεβαιότητα ότι «τα πάντα θα φωτιστούν» στη διάρκεια της δίκης.