Συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης παραχώρησε ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας, απαντώντας –μεταξύ άλλων– στις αναφορές της Τουρκίας, η οποία το τελευταίο διάστημα επιχειρεί να μεταφέρει την αμηχανία και τη δυσαρέσκειά της για την αμυντική θωράκιση της Ελλάδας, βάζοντας στο στόχαστρο τον ίδιο. Μιλώντας στο OPEN, στάθηκε στις «κόκκινες γραμμές» της Ελλάδας απέναντι στον αναθεωρητισμό της γείτονος, ενόψει της επικείμενης συνάντησης του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον πρόεδρο της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, η οποία –εκτός απροόπτου– αναμένεται εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου του Φεβρουαρίου.
Αναφερόμενος στις «βολές» της Άγκυρας, ο κ. Δένδιας επανέλαβε ότι όσα εκφράζει ο ίδιος ταυτίζονται με την εθνική θέση, η οποία –όπως είπε– αποτυπώνεται τόσο από τον πρωθυπουργό όσο και από τον υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Γεραπετρίτη. Στο ίδιο πνεύμα, ξεκαθάρισε ότι η άλλη πλευρά δεν μπορεί να επιτύχει «σιγή» της Ελλάδας, τονίζοντας με έμφαση ότι η χώρα «ούτε απειλεί, ούτε διεκδικεί, ούτε θέλει να αναθεωρήσει», αλλά «δεν μπορεί να μένει σιωπηρή απέναντι σε μια πρόκληση» που στρέφεται όχι μόνο κατά της Ελλάδας αλλά και κατά του Διεθνούς Δικαίου. Στο πλαίσιο αυτό σημείωσε: «Εάν η τουρκική πλευρά θελήσει, μέσα στο πλαίσιο του Δικαίου, να βρούμε λύση… η Ελλάδα είναι η πρώτη που θα απλώσει το χέρι», υπογραμμίζοντας όμως πως αυτό μπορεί να γίνει μόνο “μέσα στο πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου” και όχι “διά της επιβολής του ισχυρού”, προσθέτοντας τη φράση: «η επιβολή του ισχυρού προϋποθέτει και έναν ανίσχυρο. Εμείς δεν είμαστε ανίσχυροι».
Casus belli, «Γαλάζια Πατρίδα» και το δικαίωμα των 12 μιλίων
Ο υπουργός σχολίασε και τη συστηματική προσπάθεια της Τουρκίας να «διαβάζει» και να «ερμηνεύει» τα εσωτερικά της Ελλάδας, παρατηρώντας ότι «η επέμβαση στα εσωτερικά μιας άλλης χώρας δεν είθισται». Ειδική αναφορά έκανε σε δημοσίευμα του Economist, όπου –όπως ανέφερε– ο Χακάν Φιντάν και άλλοι Τούρκοι αξιωματούχοι παρουσιάζονται ως πιθανοί διάδοχοι του προέδρου Ερντογάν, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να το «επιστρέψει» ως παιχνίδι της τουρκικής εσωτερικής πολιτικής. Όπως τόνισε, δεν το κάνει, γιατί «είμαστε σοβαροί και σεβόμαστε τους κανόνες», με στόχο να μείνουν ανοιχτοί οι δίαυλοι για την ημέρα που «θα υπάρξουν φωνές σύγχρονες» στην άλλη πλευρά, που θα σέβονται το Διεθνές Δίκαιο και θα θέλουν να πλησιάσουν την Ευρώπη και τη Δύση. Σ’ αυτό το πλαίσιο επανέλαβε: «ούτε διεκδικούμε, ούτε θέλουμε να αναθεωρήσουμε, ούτε έχουμε εκπέμψει απειλή πολέμου καθ’ οιονδήποτε».
Μιλώντας για τον διάλογο, υπενθύμισε ότι «πάντοτε μιλούσα με την Τουρκία» και αναφέρθηκε στον δημόσιο «ανοιχτό» διάλογο με τον τότε Τούρκο ΥΠΕΞ Μεβλούτ Τσαβούσογλου, λέγοντας πως αυτό επιβεβαιώνει ότι πρέπει να υπάρχει επικοινωνία. Παράλληλα, επέμεινε ότι ο διάλογος δεν σημαίνει σιωπή, καθώς «δεν μπορεί απέναντι στην απειλή εσύ να μένεις σιωπηρός» ούτε «απέναντι στη διεκδίκηση» να δέχεσαι να τίθεται ως αντικείμενο συζήτησης «ως αν ήταν μια φιλοφρόνηση».
Στη συνέχεια ανέπτυξε τη λογική των «καθαρών εθνικών γραμμών» –όχι κομματικών ή κυβερνητικών– και προειδοποίησε ότι είναι επικίνδυνο να δοθεί στην Τουρκία η εντύπωση πως μπορεί να επιβάλλει σιγή ή πως μπορεί να αντιμετωπίζεται ως «νορμάλ» κατάσταση η απειλή πολέμου. Στο ίδιο σκεπτικό ενέταξε και τα παραδείγματα διεκδικήσεων που, κατά την ελληνική θέση, κινούνται εκτός Διεθνούς Δικαίου, αναφέροντας το τουρκολιβυκό μνημόνιο, τη «Γαλάζια Πατρίδα» και τη ρητορική περί νησιών που «επικάθονται» επί τουρκικής ή ασιατικής υφαλοκρηπίδας. Όπως είπε, αν θεωρηθεί ότι οι σχέσεις μπορούν να βελτιώνονται ενώ «μπαίνουν στο τραπέζι τέτοια πράγματα», αυτό θα αποτελούσε «πολύ μεγάλο λάθος» και «δεν θα το κάνουμε».
Σε ό,τι αφορά την επέκταση των χωρικών υδάτων, ξεκαθάρισε ότι η Ελλάδα «επιφυλάσσει απολύτως στον εαυτό της – και μόνον στον εαυτό της – το δικαίωμα επέκτασης», καθώς πρόκειται για «σκληρό πυρήνα της εθνικής κυριαρχίας». Υπογράμμισε ότι το «πότε» είναι ζήτημα στάθμισης εθνικού συμφέροντος που αφορά την κυβέρνηση και συνολικότερα το πολιτικό σύστημα και την κοινωνία, όχι απόφαση ενός υπουργού.
Στο ζήτημα του casus belli, διατύπωσε καθαρά ότι «δεν μπορούμε να ανεχθούμε το casus belli ως στοιχείο συζήτησης» ή ως «αποδεκτό» πλαίσιο συνεννόησης, εξηγώντας ότι δεν μπορεί στο τραπέζι η Τουρκία να λέει «δεν θα επεκτείνεις χωρικά ύδατα επειδή έχω εκπέμψει απειλή πολέμου». Όπως είπε, μπορεί να υπάρξει ενημέρωση ή εξήγηση σκεπτικού, αλλά όχι διαπραγμάτευση του τι προβλέπει το Διεθνές Δίκαιο, το οποίο –όπως σημείωσε– προβλέπει δικαίωμα χωρικών υδάτων έως 12 μίλια ως κυριαρχικό δικαίωμα.
ΗΠΑ, UNCLOS, Τραμπ και η «Ατζέντα 2030»
Ο κ. Δένδιας αναφέρθηκε στον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών, λέγοντας ότι «γνωρίζουν μέχρι πού μπορεί να φτάσει η Ελλάδα» και «τι δεν μπορεί να αποδεχθεί», καθώς και ότι η Ελλάδα εφαρμόζει επαρκώς το Διεθνές Δίκαιο. Σημείωσε ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν υπογράψει την UNCLOS επειδή τότε το Κογκρέσο δεν την επικύρωσε, αλλά –όπως τόνισε– την αποδέχονται απολύτως, προσθέτοντας ότι ο τρόπος με τον οποίο η Ελληνική Δημοκρατία προσλαμβάνει το Δίκαιο της Θάλασσας είναι συμβατός με τον τρόπο που το προσλαμβάνουν και οι ΗΠΑ. Έφερε μάλιστα ως παράδειγμα τη συχνή αμερικανική κριτική προς την Κίνα για τη Νότια Σινική Θάλασσα, ακριβώς στη βάση του ίδιου πλαισίου Διεθνούς Δικαίου, καταλήγοντας ότι οι ΗΠΑ «ξέρουν πάρα πολύ καλά τι μπορεί να γίνει και τι δεν μπορεί να γίνει». Παράλληλα αναγνώρισε ότι, από τη σκοπιά της Ουάσιγκτον, το τελευταίο που θα ήθελαν οι ΗΠΑ είναι αναταραχή στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, αλλά διευκρίνισε ότι «ούτε η Ελλάδα θέλει αναταραχή», καθώς επιδιώκει «το καθεστώς που επιτρέπει και επιβάλλει το Διεθνές Δίκαιο».
Για το αν κινήσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ θα μπορούσαν να ωθήσουν σε αντίστοιχες κινήσεις τον Ταγίπ Ερντογάν εις βάρος της Ελλάδας, είπε ότι ο Τούρκος πρόεδρος έχει πια πολυετή εμπειρία, «μας ξέρει καλά» και γνωρίζει τι μπορεί και τι δεν μπορεί να ανεχθεί η Ελλάδα, εκφράζοντας βεβαιότητα ότι θα λειτουργεί «ανάλογα» με την πραγματικότητα. Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρθηκε στη συζήτηση περί «δόγματος Monroe» που αποδίδεται στον Τραμπ, υποστηρίζοντας πως δεν θεωρεί ότι ο Αμερικανός πρόεδρος επιδιώκει να επιβάλει νέο δόγμα, αλλά ότι έχει δικό του διαπραγματευτικό τρόπο, κάτι που –όπως είπε– «η τελευταία συνάντηση ή τοποθέτηση στο Νταβός χθες» επιβεβαιώνει.
Ταυτόχρονα, ξεκαθάρισε ότι η ελληνική πολιτική «δεν ετεροπροσδιορίζεται» ούτε από την υπερδύναμη –με την οποία η Ελλάδα είναι σύμμαχος επί δεκαετίες– ούτε από οποιονδήποτε άλλον, καθώς υπάρχει «πολύ καθαρή θέση» και υπάρχει και πρόγραμμα, η «Ατζέντα 2030», ώστε οι Ένοπλες Δυνάμεις να μπορούν να στηρίξουν την υπεράσπιση αυτής της θέσης που είναι θέση Διεθνούς Δικαίου. «Όποιος λοιπόν σκεφτεί ότι μπορεί να μας επιβάλει κάτι άλλο… θα πρότεινα να το σκεφτεί δύο και τρεις φορές», ανέφερε.
Ισραήλ, περιφερειακές ισορροπίες και εσωτερικά σενάρια
Απαντώντας για τη συνάντησή του στην Αθήνα με τον Ισραηλινό ομόλογό του και τις δηλώσεις που έγιναν στην κοινή συνέντευξη Τύπου, όπου ο Ίσραελ Κατζ αναφέρθηκε στο Αιγαίο, ο υπουργός είπε ότι δεν είναι εκείνος που θα ερμηνεύσει τη δήλωση, προσθέτοντας πως γνωρίζει τον κ. Κατζ πολλά χρόνια και ότι ούτε τον διέκοψε ούτε διαφώνησε. Όπως τόνισε, «έχουμε μια κατανόηση με το κράτος του Ισραήλ», διευκρινίζοντας ότι η Ελλάδα δεν δημιουργεί κατανοήσεις «για να τις στρέψει κατά κάποιου». Αν όμως κάποιος επιχειρεί βιαίως να καταλύσει την τάξη ή να αλλάξει τους κανόνες, αυτό δεν είναι ευθύνη της Ελλάδας, η οποία «διακηρύσσει urbi et orbi» ότι εφαρμόζει κανόνες. Πρόσθεσε ότι θα ευχόταν η Τουρκία να γίνει μέρος μιας τέτοιας κατανόησης, υπογραμμίζοντας ότι ούτε η Ελλάδα, ούτε η Κύπρος, ούτε το Ισραήλ, ούτε η Αίγυπτος, ούτε οι ΗΠΑ, ούτε οποιαδήποτε άλλη χώρα θέλουν να αποκλείσουν την Τουρκία.
Στο ίδιο ευρύτερο περιφερειακό πλαίσιο, ανέφερε πως το Ισραήλ έχει «ενδείξεις, για να μην πω αποδείξεις» ότι κάποια κράτη στην περιοχή στηρίζουν τη Μουσουλμανική Αδελφότητα και τη Χαμάς, θέτοντας το ερώτημα τι θα έπρεπε να κάνει το Ισραήλ απέναντι σε κάτι τέτοιο. Τόνισε ότι «η Μουσουλμανική Αδελφότητα είναι πρόβλημα» για την περιοχή συνολικά και πρόσθεσε ότι, αν είχε επικρατήσει στην Αίγυπτο, τότε η χώρα θα είχε συμφωνήσει με την Τουρκία πέραν του Διεθνούς Δικαίου, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να βρεθεί απέναντι σε «εγκλωβισμό».
Ερωτηθείς για δημοσιεύματα που τον θέλουν να «φλερτάρει» με ανώτατη θέση στο κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, στον απόηχο και δημοσκοπήσεων που τον εμφανίζουν πρώτο σε δημοφιλία, απάντησε ότι υπερασπίζεται το έργο του και το έργο της κυβέρνησης «με τον καλύτερο δυνατό τρόπο», σημειώνοντας ότι ο τομέας της Άμυνας εμφανίζει μεγαλύτερη αποδοχή, πιθανόν γιατί «έχει επικοινωνηθεί με έναν επαρκέστερο τρόπο». Υπογράμμισε επίσης τη θέση του κυβερνητικού εκπροσώπου ότι ο υπουργός Άμυνας –όπως και ο υπουργός Εξωτερικών– έχει «ειδικό» και πιο θεσμικό ρόλο που απαιτεί ενότητα κοινωνίας και κομμάτων, καθώς σε ορισμένες περιπτώσεις μιλά «εξ ονόματος της χώρας» και όχι κόμματος ή κυβέρνησης.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στις τοποθετήσεις των πρώην πρωθυπουργών Αντώνη Σαμαρά και Κώστα Καραμανλή για εθνικά θέματα, δηλώνοντας: «σέβομαι και τους δύο… έχω απεριόριστο σεβασμό στις απόψεις τους» και ότι συνομιλεί και με τους δύο, υπογραμμίζοντας πως αυτό που λένε δεν είναι «να μην μιλάμε». Σχετικά με τον Αντώνη Σαμαρά πρόσθεσε ότι «δεν χρειάζεται τη δική μου υπεράσπιση», καθώς είναι «υπερεπαρκέστατος», υπενθυμίζοντας τη θητεία του ως ΥΠΕΞ και ως πρωθυπουργού σε δύσκολες στιγμές και τη συμβολή του στην παραμονή της χώρας στο ευρώ.
Τέλος, επανέλαβε παλαιότερη τοποθέτησή του ότι απευθύνεται ως υπουργός Άμυνας της Ελληνικής Κυβέρνησης, χαρακτηρίζοντας μεγάλη την απόσταση από κομματικές φιλοδοξίες και λέγοντας ότι, ως προς τον «εσωτερικό του κόσμο», είναι «υπερπλήρης», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι «θα αρνηθεί να υπηρετήσει την πατρίδα» αν απαιτηθεί. Ερωτηθείς να «βαθμολογήσει» την κυβέρνηση, είπε ότι ο πρωθυπουργός, ξεκινώντας το 2026, ζήτησε από όλους «να κάνουμε περισσότερα, να προσπαθήσουμε περισσότερο, να εξηγήσουμε περισσότερο», αναγνωρίζοντας ότι δεν υπάρχει ικανοποίηση από τη σημερινή δημοσκοπική εικόνα και σημειώνοντας ότι οι δημοσκοπήσεις είναι «φωτογραφίες μιας στιγμής», ενώ η Νέα Δημοκρατία «θα προσπαθήσει για το καλύτερο», καθώς αυτή είναι –όπως είπε– η εντολή που έλαβαν όλοι.