Η ανάγκη το ΠΑΣΟΚ να δώσει «διέξοδο για μια άλλη διακυβέρνηση» τονίζεται από την Άννα Διαμαντοπούλου, η οποία απορρίπτει κατηγορηματικά κάθε σενάριο συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία και θέτει ως βασικό στοίχημα την αυτόνομη πολιτική πορεία του κόμματος. Σε συνέντευξή της στην «Εφημερίδα των Συντακτών», η υπεύθυνη Πολιτικού Σχεδιασμού του ΠΑΣΟΚ ξεκαθαρίζει ότι «πολιτικά και ηθικά δεν μπορούμε να συνεργαστούμε με τη Ν.Δ.», υποστηρίζοντας πως η θέση αυτή δεν είναι συγκυριακή, αλλά συνδέεται με ζητήματα αξιών, θεσμών και δημοκρατικής λειτουργίας.
ΠΑΣΟΚ και ΝΔ: «Όχι» στη συνεργασία, «ναι» στην αυτονομία
Σύμφωνα με την Άννα Διαμαντοπούλου, το ζητούμενο για το ΠΑΣΟΚ είναι να αποτελέσει μια αξιόπιστη απάντηση διακυβέρνησης, χωρίς να μετατραπεί σε συμπλήρωμα άλλου πολιτικού σχεδίου. Η απόρριψη συνεργασίας με τη ΝΔ περιγράφεται ως επιλογή με σαφή πολιτικό και ηθικό περιεχόμενο, ενώ το κεντρικό διακύβευμα προσδιορίζεται ως η ενίσχυση της αυτόνομης καθόδου και της διακριτής ταυτότητας του κόμματος.
Ευρώπη: Από τον κατευνασμό στην αποτροπή
Στο πεδίο των διεθνών εξελίξεων, η ίδια εκτιμά ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να περάσει από τη ρητορική των αξιών στην έμπρακτη άσκηση ισχύος, καθώς η ανασφάλεια των πολιτών εντείνεται. Υπογραμμίζει ότι η Ευρώπη είναι μεγάλη οικονομική δύναμη, αναφέροντας πως οι εμπορικές συναλλαγές Ε.Ε.–ΗΠΑ φτάνουν τα 1,6 τρισ. ευρώ, ενώ μέσω των Συνθηκών διαθέτει εργαλεία για επανεξέταση συμφωνιών σε κρίσιμους τομείς όπως η άμυνα, το LNG και οι δασμοί. Κατά την εκτίμησή της, αυτή η ισχύς οφείλει να λειτουργήσει αποτρεπτικά, με εγκατάλειψη της λογικής του κατευνασμού.
Παράλληλα, καλεί τους Ευρωπαίους σοσιαλιστές να ζητήσουν συγκεκριμένες πράξεις από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, σημειώνοντας ότι οι πολίτες –«από τη Γριλανδία έως την Ελλάδα»– αναζητούν μια Ευρώπη που να λειτουργεί όχι μόνο ως οικονομική, αλλά και ως πολιτική και θεσμική ασπίδα.
Δημοσκοπήσεις, δικομματισμός και η «προγραμματική» αντιπολίτευση
Στην εσωτερική πολιτική σκηνή, αναγνωρίζεται ότι οι δημοσκοπήσεις εμφανίζουν τη ΝΔ να διατηρεί προβάδισμα παρά τη μακρά παραμονή της στην εξουσία, όμως επισημαίνεται ότι η υπερβολική προσήλωση στις μετρήσεις μπορεί να χειραγωγεί την εικόνα και να μη φωτίζει πάντα τις βαθύτερες κοινωνικές διεργασίες. Η κατάρρευση του δικομματισμού μετά το πρώτο μνημόνιο συνδέεται, κατά την ίδια, με κατακερματισμό δυνάμεων και τελική μετακίνηση προς τον «συγκριτικά ισχυρότερο».
Απέναντι στην κριτική ότι το ΠΑΣΟΚ δεν έχει αποκτήσει δυναμική νίκης, η Άννα Διαμαντοπούλου υπερασπίζεται την προγραμματική και θεσμική αντιπολίτευση, σημειώνοντας ότι το κόμμα δέχεται ταυτόχρονα αντιφατικές αιτιάσεις: από τη μία ότι είναι «ακραίο» και από την άλλη ότι είναι υπερβολικά θεσμικό. Η θεσμική προσέγγιση παρουσιάζεται ως εγγύηση για τη λειτουργία της δημοκρατίας την «επόμενη μέρα», ενώ επισημαίνεται πως η αξιωματική αντιπολίτευση χρειάζεται και τεκμηριωμένη κριτική αλλά και μορφές ακτιβισμού, με παρουσία εκεί όπου υπάρχουν κοινωνικά προβλήματα.
«Πρόσωπα–σωτήρες», «εθνικό χρέος» και συνέδριο Μαρτίου
Σχολιάζοντας σενάρια νέων πολιτικών σχηματισμών από πρόσωπα όπως ο Αλέξης Τσίπρας ή η Μαρία Καρυστιανού, επισημαίνεται ότι σε περιόδους κρίσης εμφανίζονται «πρόσωπα-σωτήρες» και προσωποπαγή κόμματα που συχνά επενδύουν στο δίπολο μίσους και ελπίδας, αλλά στην πορεία διαλύονται. Στο πλαίσιο αυτό, τονίζεται πως το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να απευθύνεται μόνο στο συναίσθημα, παρότι οφείλει να κατανοεί την οργή των πολιτών, και πρέπει ταυτόχρονα να μιλά στη λογική και στην πολιτική κρίση τους: «Στην Ελλάδα έχουμε ζήσειτην τελευταία 15ετία πάνω από δέκα προσωποπαγή κόμματα ποντάροντας μεταξύ μίσους και ελπίδας, που έλαμψαν και εξαφανίστηκαν ή διαλύθηκαν, τόσο στα δεξιά όσο και στα αριστερά. Το ΠΑΣΟΚ, ως ιστορικό κόμμα με μεγάλα επιτεύγματα αλλά και λάθη, με συμβολή στην καλύτερη δημοκρατία που έχει βιώσει ποτέ η χώρα μας, δεν μπορεί να απευθύνεται μόνο στο συναίσθημα».
Η λογική της «συνομοσπονδίας» κομμάτων απορρίπτεται, ενώ προκρίνεται η διεύρυνση μέσα από αυτόνομη πορεία, με άνοιγμα προς πολίτες που στράφηκαν είτε προς ΝΔ είτε προς ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και –κυρίως– προς όσους επέλεξαν την αποχή. Σε πιθανό περιβάλλον διπλών εκλογικών αναμετρήσεων και δυσκολίας αυτοδυναμίας, επαναλαμβάνεται ότι συνεργασία με τη ΝΔ δεν μπορεί να υπάρξει, με την επισήμανση πως το κόμμα θα κινηθεί με κριτήριο το συμφέρον της χώρας και την εφαρμογή των πολιτικών του προταγμάτων. «Είναι εθνικό χρέος του ΠΑΣΟΚ να δώσει διέξοδο για μια άλλη διακυβέρνηση της χώρας», τονίζεται.
Τέλος, ενόψει του συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ στα τέλη Μαρτίου, ως βασικό ζητούμενο τίθεται η διαμόρφωση οράματος για τη σοσιαλδημοκρατία του 21ου αιώνα, με μια πορεία «καθαρά πολιτική και συντροφική», με ιδεολογικό βάθος και χωρίς διαφοροποιήσεις «για το φαίνεσθαι», ώστε να αποκατασταθεί το περιεχόμενο των εννοιών «προοδευτικός» και «δημοκράτης».