Η εποχή δείχνει πια την πλάτη της στη μόρφωση, λες και πρόκειται για μια παρωχημένη ιδέα, ένα φάντασμα που ενοχλεί τη σκληρή, μονόπλευρη λογική του κέρδους. Το πανεπιστήμιο έχει καταντήσει ένας γραφειοκρατικός λαβύρινθος, όπου η γνώση πωλείται σαν προϊόν και η σκέψη εγκλωβίζεται σε κουτάκια «δεξιοτήτων». Η βαθιά αναζήτηση νοήματος έχει αντικατασταθεί από την επιτακτική ανάγκη για επαγγελματική κατάρτιση, μια ψυχρή, τεχνική προετοιμασία, δίχως πάθος και χωρίς διάθεση αμφισβήτησης.
Ο άνθρωπος δεν λογίζεται πια ως φορέας πνευματικής ελευθερίας. Αντιμετωπίζεται ως παραγωγικός δείκτης, ως στοιχείο σε πίνακες απόδοσης, που μετριέται, αξιολογείται και τελικά χάνει την υπόστασή του ως σκεπτόμενο υποκείμενο. Η ελευθερία της σκέψης υποχωρεί κάτω από το βάρος της «πρακτικής χρησιμότητας», ενώ η ψυχή θεωρείται πια πολυτέλεια σε έναν κόσμο που κυνηγά το άμεσο όφελος.
Μέσα σ’ αυτό το τοπίο, οι ανθρωπιστικές σπουδές είναι οι πρώτες που πληρώνουν το τίμημα. Χάνουν την ισχύ τους να αμφισβητούν, να παράγουν σκέψη και να διαμορφώνουν κριτική συνείδηση. Η ιστορία υποβαθμίζεται σε μια ουδέτερη αποθήκη πληροφοριών, απογυμνωμένη από νόημα και σύνδεση αιτίου-αποτελέσματος. Η φιλοσοφία εκφυλίζεται σε «εφαρμοσμένη σκέψη», απαλλαγμένη από την αβεβαιότητα που την έκανε ριζοσπαστική. Η λογοτεχνία, αντί να αναδεικνύει τις αντιφάσεις του ανθρώπου, μετατρέπεται σε εμπόρευμα, αξιολογούμενη μόνο από τα νούμερα απήχησης και τις πωλήσεις.
Η αξία γίνεται αριθμός. Ό,τι δεν αποφέρει άμεσο κέρδος απορρίπτεται μέσα από μια νέα μορφή λογιστικής Ιεράς Εξέτασης. Κι όμως, η Αναγέννηση, η εποχή που γέννησε επιστήμες, τέχνες και πολιτικές επαναστάσεις, δεν ξεκίνησε από ανάγκες παραγωγικότητας, αλλά από την «άχρηστη» επιθυμία να αναρωτηθούμε. Η χρησιμότητα προέκυψε αργότερα· ποτέ δεν ήταν το ζητούμενο.
Η περιφρόνηση των ανθρωπιστικών σπουδών δεν είναι απλώς σφάλμα, είναι αυτοκαταστροφική επιλογή. Δείχνει κοινωνίες που φοβούνται τον ίδιο τους τον εαυτό, που κλείνονται στο παρόν και μετρούν τα πάντα με όρους απόδοσης. Κοινωνίες που παράγουν τεχνικούς χωρίς συνείδηση, διαχειριστές δίχως ιστορική μνήμη, και ειδικούς που αγνοούν γιατί κάνουν ό,τι κάνουν. Δημιουργούν έναν κόσμο «έξυπνο» και ταυτόχρονα κενό, αποτελεσματικό μα πνευματικά ρηχό.
Και όμως, οι ίδιοι που χλευάζουν τις «άχρηστες» σπουδές, φωτογραφίζονται μπροστά σε Παρθενώνες και γοτθικούς ναούς, μπροστά σε μνημεία που χτίστηκαν από ανθρώπους, που τόσο είχαν επηρεαστεί από το ανθρώπινο πνεύμα, που έπλασαν λογοτεχνία μέσα από πέτρα και μάρμαρο. Αυτό το παρελθόν που τους συγκινεί ως τουριστική ατραξιόν, είναι καρπός μιας ελευθερίας που οι ίδιοι τώρα περιφρονούν. Αν δεν είχε υπάρξει αυτή η σπάταλη σκέψη, σήμερα ο κόσμος τους θα ήταν απλώς μια αλυσίδα εργοστασίων και malls, ένας πολιτιστικός μεσαίωνας του υπο(λογιστή).
Το παράδοξο της εποχής είναι η λατρεία της χρησιμότητας σε συνδυασμό με μια πρωτοφανή αμάθεια για το παρελθόν. Όσο φανατικά υμνούν το «μέλλον», τόσο πιο τυφλοί μένουν μπροστά στο πνευματικό έδαφος που το γέννησε. Η αγορά έχει γίνει θρησκεία, με ιερείς τους μάνατζερ και θυσία τη σοφία. Η ιστορία δεν διδάσκει, αποβάλλεται. Η φιλοσοφία δεν εμπνέει, λογοκρίνεται με όρους KPI. Η λογοτεχνία δεν συγκινεί, φιλτράρεται από αλγόριθμους.
Αυτή είναι η νέα δεισιδαιμονία: η ύψιστη πίστη στην αποδοτικότητα. Όχι πια φλόγα πολιτισμού, αλλά παγωμένη μηχανή παραγωγής αριθμών. Η αμφιβολία διώκεται. Η περιέργεια θεωρείται πολυτέλεια. Το πνεύμα υποχωρεί σε μια σιωπή τόσο απόλυτη, που δεν είναι απλώς σιωπή, είναι σκοτάδι. Ο κόσμος που κτίζουν δεν έχει θέση για το απρόβλεπτο, ούτε για το άχρηστο και το περιττό που γέννησε την πρόοδο. Αυτή η νέα θρησκεία είναι ο θάνατος κάθε πνευματικής πρωτοπορίας και το μνημείο μιας νέας βαρβαρότητας.
Οι ανθρωπιστικές σπουδές υπάρχουν για να υπενθυμίζουν ότι δεν είναι όλα για πούλημα. Δεν γεννήθηκαν για να εξυπηρετήσουν αγορές, αλλά για να αμφισβητήσουν την ίδια την έννοια της αγοράς. Είναι το τελευταίο οχυρό του ερωτήματος «γιατί υπάρχουμε;» σε έναν κόσμο που ζητά business plan για τα πάντα. Ένας πολιτισμός που απορρίπτει αυτό το ερώτημα, χάνει το μέτρο του.
Αν υπάρξει νέα Αναγέννηση, δεν θα προκύψει από τεχνολογικούς επιταχυντές, αλλά από την ανάκτηση του δικαιώματος στη “σπάταλη” σκέψη: εκείνης που δεν απολογείται, δεν υπολογίζει, δεν φοβάται να είναι άχρηστη.
Ίσως, στο τέλος, το μόνο που θα απομείνει από την υπερβολή της χρησιμοθηρίας θα είναι μια συλλογή από άδειους ναούς και παγωμένες γκαλερί, προσκυνήματα σε μια εφήμερη ιδέα προόδου που αρνείται να κοιτάξει πίσω, επειδή φοβάται να δει τον εαυτό της γυμνό. Και τότε, ίσως, κάποιοι λίγοι θα γελάσουν πικρά, όχι γιατί θα είναι πιο σοφοί, αλλά γιατί θα γνωρίζουν πως η “χρήσιμη” κοινωνία έχασε τον μόνο θησαυρό που δεν μπορεί να αγοράσει.
Tag: Ανθρωπιστικές Σπουδές
-

Απαξίωση των Ανθρωπιστικών Σπουδών: Η Νέα Βαρβαρότητα