Ο όρος «απολιτίκ» έχει εγκατασταθεί εδώ και καιρό στον δημόσιο λόγο, φορτισμένος αρνητικά, σχεδόν κατηγορηματικά. Αποδίδεται σε ανθρώπους –και κυρίως σε νέους– που δεν τοποθετούνται ανοιχτά, δεν διαδηλώνουν, δεν συμμετέχουν σε εκλογικές διαδικασίες ή και γενικότερα δεν εκφράζουν καμία ανησυχία για τα κοινά. Περιγράφει, υποτίθεται, μια γενιά παθητική, δίχως πολιτική σκέψη ή συνείδηση, δίχως όραμα και ελπίδες. Κι όμως, ο χαρακτηρισμός αυτός συχνά λέει πολύ λιγότερα για τα άτομα στα οποία αποδίδεται, και πολύ περισσότερα για το πώς αντιλαμβάνεται η κοινωνία την ίδια την έννοια της πολιτικής.
Η πραγματικότητα είναι αρκετά πιο σύνθετη. Η αποστασιοποίηση από τα παραδοσιακά σχήματα «πολιτικής συμμετοχής» δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με απάθεια ή κατηγορηματική απαξίωση του θεσμού. Αντιθέτως, πολλές φορές αποτελεί αποτέλεσμα απογοήτευσης ή εκδήλωση αυτής. Η συστηματική αδιαφορία για το τι συμβαίνει στον διπλανό μας- ίσως σαν απόρροια της “κανονικοποίησης του εγωισμού”, η κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στους ίδιους τους θεσμούς και η επαναλαμβανόμενη “εμπειρία” ότι η συμμετοχή δεν οδηγεί σε πραγματική αλλαγή, διαμορφώνουν έναν πολίτη που επιλέγει να σιωπήσει, όχι επειδή δεν νοιάζεται, αλλά επειδή δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του στο πλαίσιο που εμείς ως κοινωνία έχουμε θέσει… Η αλήθεια είναι πως όποιον όρο κι αν πάρουμε σήμερα, που να αφορά τη δομή της κοινωνίας μας, ανεξάρτητα με το αν αφορά το πολιτικό ή όχι σύστημα, αυτό που θα αντικρίσουμε είναι η παρερμηνεία πολλών λέξεων. Άραγε, μπορούμε να μιλήσουμε για πραγματική απονομή δικαιοσύνης στην Ελλάδα του 2025; Μπορούμε να μιλήσουμε για εμπιστοσύνη στους θεσμούς; Ή μήπως βρίσκετε πως οι έννοιες της ενσυναίσθησης και της ελευθερίας χρησιμοποιούνται σωστά στις μέρες μας;
Οπότε, η στάση αυτή δεν είναι ουδέτερη. Είναι θέση. Είναι πολιτική επιλογή να αρνηθεί κανείς να ενταχθεί σε έναν λόγο που θεωρεί κενό περιεχομένου ή ασταθή, ίσως και ανούσιο. Στην πραγματικότητα, ο λεγόμενος απολιτίκ δεν είναι απολίτικος. Είναι, πολλές φορές, βαθιά πολιτικοποιημένος, απλώς με τρόπους που δεν αναγνωρίζονται εύκολα. Και κυρίως, δεν συμβάλλουν στην πραγματική επιδίωξη της νέας γενιάς, την αλλαγή των συνθηκών με άμεσο, αποτελεσματικό τρόπο. Βέβαια, η πολιτική δεν εξαντλείται στην ψήφο, ούτε στα προγράμματα των κομμάτων. Εκφράζεται στον τρόπο που αντιλαμβάνεται κανείς τον εαυτό του μέσα στην κοινωνία, στις επιλογές που κάνει καθημερινά, στις μικρές ή μεγάλες πράξεις με τις οποίες διαμορφώνει την κοινωνία που εκείνος πραγματικά θέλει να ζήσει. Αξιοσημείωτο είναι επιπλέον, ότι ο καθένας μας έχει τη δυνατότητα να καταστεί φερέφωνο της ιδεολογίας του πιο εύκολα από ποτέ. Είτε μέσω των social, είτε ακόμη και μέσω μιας απλής συζήτησης με παρέα ή κοινούς γνωστούς, οι νέοι βρίσκουν τη δυνατότητα να μοιραστούν απόψεις και να προβάλουν τις αντιλήψεις τους, ακόμα κι αν δηλώνουν «απολιτίκ», διαψεύδοντας έτσι τα στατιστικά περί “αδιάφορης γενιάς”.
Η έννοια του «απολιτίκ» λειτουργεί τελικά ως ετικέτα: απλοποιεί, κατηγοριοποιεί, απορρίπτει. Είναι πιο εύκολο να χαρακτηρίσει κανείς έναν νέο ως αδιάφορο, παρά να αναρωτηθεί γιατί δεν τον εκπροσωπεί τίποτα ή γιατί δεν τον εξιτάρει να μάθει τι πραγματικά συμβαίνει γύρω του. Όμως η ουσία της δημοκρατίας δεν βρίσκεται στην ομοιομορφία της συμμετοχής, αλλά στην αναζήτηση νέων μορφών έκφρασης και δράσης. Αν δεν τις ακούμε, ίσως δεν φταίνε όσοι σιωπούν, αλλά όσοι δεν καταφέρνουν να τους μιλήσουν ουσιαστικά. Εξάλλου, ας μη ξεχνάμε πως «ο άνθρωπος είναι από τη φύση του πολιτικό ον».
