Tag: Βουλή

  • Βουλή: Άρση ασυλιών για τους 13 βουλευτές της κυβέρνησης

    Βουλή: Άρση ασυλιών για τους 13 βουλευτές της κυβέρνησης

    Η Βουλή αποφάσισε την άρση ασυλίας των 13 βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας προκειμένου να διερευνηθεί πιθανή εμπλοκή τους στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Στην ψηφοφορία συμμετείχαν 288 βουλευτές, ενώ απουσίαζαν 9. Παράλληλα, απείχαν οι Νότης Μηταράκης, Στέλιος Πέτσας και Μίλτος Χρυσομάλλης.

    Οι αρνητικές ψήφοι και η συνολική εικόνα

    Από τη διαδικασία προέκυψε ότι οι δύο αρνητικές ψήφοι προήλθαν από τον ανεξάρτητο βουλευτή Κωνσταντίνο Φλώρο και την Κατερίνα Παπακώστα. Σε γενικές γραμμές, η εικόνα της ψηφοφορίας ήταν σχεδόν ενιαία, καθώς για τους περισσότερους βουλευτές καταγράφηκαν 286 ψήφοι υπέρ και 2 κατά, με μικρές μόνο διαφοροποιήσεις σε ορισμένες περιπτώσεις.

    Τα αναλυτικά αποτελέσματα της ψηφοφορίας

    Για τον Κώστα Αχ. Καραμανλή η άρση ασυλίας εγκρίθηκε με 286 υπέρ και 2 κατά, ενώ το ίδιο αποτέλεσμα καταγράφηκε και για τους Γιάννη Κεφαλογιάννη, Δημήτρη Βαρτζόπουλο, Μαξιμίλιανο Σενετάκη, Λάζαρο Βασιλειάδη, Χρήστο Μπουκώρο, Νότη Μηταράκη, Κώστα Σκρέκα, Θεόδωρο Λεονταρίδη και Τάσο Χατζηβασιλείου. Για τον Κώστα Τσιάρα το αποτέλεσμα ήταν 285 υπέρ και 2 κατά, ενώ για τον Χαράλαμπο Αθανασίου καταγράφηκαν 285 υπέρ, 2 κατά και 1 «παρών». Στην περίπτωση της Κατερίνας Παπακώστα, η ψηφοφορία έκλεισε με 287 υπέρ και 1 κατά.

    Οι τοποθετήσεις των βουλευτών πριν από την ψηφοφορία

    Η συζήτηση ξεκίνησε με παρεμβάσεις των ίδιων των 13 βουλευτών της ΝΔ, αρκετοί από τους οποίους ζήτησαν ανοιχτά να αρθεί η ασυλία τους. Ο Κώστας Τσιάρας δήλωσε «Ζητώ την άρση της ασυλίας μου», ο Κώστας Αχ. Καραμανλής υποστήριξε ότι είναι αθώος και ότι θα το αποδείξει, ενώ ο Νότης Μηταράκης είπε πως δεν στέκει νομικά η άρση της ασυλίας του, αλλά τη ζητά για πολιτικούς και προσωπικούς λόγους. Αντίστοιχα, οι Γιάννης Κεφαλογιάννης, Κώστας Σκρέκας και Κατερίνα Παπακώστα τάχθηκαν επίσης υπέρ της πλήρους διερεύνησης της υπόθεσης από τη Δικαιοσύνη.

  • Μητσοτάκης σε ΣΥΡΙΖΑ: «Εύχεστε να φτιάξει κόμμα ο Τσίπρας για να επανεκλεγείτε»

    Μητσοτάκης σε ΣΥΡΙΖΑ: «Εύχεστε να φτιάξει κόμμα ο Τσίπρας για να επανεκλεγείτε»

    Με ιδιαίτερα επιθετικό πολιτικό τόνο ολοκλήρωσε τη δευτερολογία του στη Βουλή ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στρέφοντας τα πυρά του προς τον ΣΥΡΙΖΑ, τον Σωκράτη Φάμελλο και τον Αλέξη Τσίπρα. Ο πρωθυπουργός επιχείρησε να μεταφέρει τη συζήτηση από την κοινοβουλευτική αντιπαράθεση στην εσωτερική εικόνα του χώρου της Κεντροαριστεράς, υποστηρίζοντας ότι στον ΣΥΡΙΖΑ κυριαρχεί αμηχανία και πολιτικό άγχος.

    Το «καρφί» για Τσίπρα και η αναφορά στην επανεκλογή

    Στο πιο αιχμηρό σημείο της παρέμβασής του, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέφερε ότι στον ΣΥΡΙΖΑ αποφεύγουν ακόμη και να αναφέρουν συχνά το όνομα του Αλέξη Τσίπρα, ενώ τους κατηγόρησε ότι ενδόμυχα περιμένουν μια νέα πολιτική του κίνηση για να διασωθούν πολιτικά. Η φράση που ξεχώρισε ήταν: «Σας διέλυσε κι εσείς εύχεστε να φτιάξει κόμμα για να επανεκλεγείτε», δίνοντας στη σύγκρουση σαφή στόχευση απέναντι τόσο στο παρελθόν όσο και στο μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ.

    Η αιχμή για τη δεύτερη θέση στην Κεντροαριστερά

    Ο πρωθυπουργός συνέδεσε την επίθεσή του με τον ανταγωνισμό που, κατά την εκτίμησή του, αναπτύσσεται στον χώρο της Κεντροαριστεράς, κάνοντας λόγο για άγχος γύρω από τη δεύτερη θέση. Με αυτή τη γραμμή, επιχείρησε να εμφανίσει όχι μόνο τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά συνολικά τον απέναντι πολιτικό χώρο ως εγκλωβισμένο σε εσωτερικές ισορροπίες και χαμηλές προσδοκίες, χωρίς καθαρή εναλλακτική πρόταση εξουσίας.

    Η πολιτική στόχευση της κυβερνητικής γραμμής

    Η συγκεκριμένη τοποθέτηση δεν είχε μόνο συγκυριακό χαρακτήρα, αλλά εντάχθηκε σε μια ευρύτερη προσπάθεια να παρουσιαστεί η Νέα Δημοκρατία ως ο μόνος σταθερός πόλος εξουσίας απέναντι σε μια αντιπολίτευση που, όπως επιχείρησε να δείξει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, παραμένει διαιρεμένη, αμήχανη και εξαρτημένη από τις κινήσεις του Αλέξη Τσίπρα. Έτσι, η αναφορά του δεν λειτούργησε απλώς ως κοινοβουλευτικό «καρφί», αλλά ως συνολική πολιτική επίθεση προς τον ΣΥΡΙΖΑ και την ευρύτερη Κεντροαριστερά.

  • Φάμελλος σε Μητσοτάκη: «Εσείς είστε το καθεστώς και το βαθύ κράτος»

    Φάμελλος σε Μητσοτάκη: «Εσείς είστε το καθεστώς και το βαθύ κράτος»

    Κατά τη δευτερολογία του στη Βουλή, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, Σωκράτης Φάμελλος, επανήλθε με νέα σκληρή επίθεση προς τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, ζητώντας από τα κόμματα της αντιπολίτευσης να συμφωνήσουν στην κατάθεση πρότασης δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης. Με αυτόν τον τρόπο, επιχείρησε να δώσει στη συζήτηση όχι μόνο χαρακτήρα πολιτικής αντιπαράθεσης, αλλά και θεσμική προέκταση απέναντι στο κυβερνητικό στρατόπεδο.

    Οι αιχμές για ΟΠΕΚΕΠΕ και Λαζαρίδη

    Ο Σωκράτης Φάμελλος υποστήριξε ότι ο πρωθυπουργός απέφυγε να απαντήσει στα κρίσιμα ερωτήματα που, όπως είπε, σχετίζονται με τα σκάνδαλα και ειδικά με την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Στην τοποθέτησή του έκανε λόγο για αναφορές σε 25 στελέχη, βουλευτές και υπουργούς της ΝΔ στις σχετικές δικογραφίες, ενώ επανέφερε στο προσκήνιο και την υπόθεση του Μακάριου Λαζαρίδη, λέγοντας ότι ο πρωθυπουργός δεν τόλμησε καν να αναφέρει το όνομά του. Παράλληλα, έθεσε ευθέως το ερώτημα αν ο κ. Μητσοτάκης σκοπεύει να τον διατηρήσει στη θέση του, παρότι, όπως ανέφερε, έχει παραδεχθεί ότι παραπλάνησε το ελληνικό Δημόσιο.

    Η σύγκρουση για την «τοξικότητα» και τις υποκλοπές

    Συνεχίζοντας την επίθεσή του, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ απάντησε στις αναφορές του πρωθυπουργού περί «τοξικότητας», κατηγορώντας τον ότι ο ίδιος υπήρξε ο ενορχηστρωτής επιθέσεων κατά του ΣΥΡΙΖΑ από την περίοδο της Συμφωνίας των Πρεσπών. Στην ίδια δευτερολογία, έφερε ξανά στο επίκεντρο και το σκάνδαλο των υποκλοπών, θέτοντας ερωτήματα για τη στάση υπουργών της κυβέρνησης και για την εξέλιξη σχετικών δικαστικών υποθέσεων. Μέσα από αυτή τη γραμμή, ο Φάμελλος επιχείρησε να παρουσιάσει μια εικόνα συνολικής θεσμικής και πολιτικής ευθύνης του Μεγάρου Μαξίμου.

    «Ανοικτή πληγή και απειλή για τη δημοκρατία»

    Στο πιο αιχμηρό σημείο της ομιλίας του, ο Σωκράτης Φάμελλος κατηγόρησε προσωπικά τον Κυριάκο Μητσοτάκη ότι δεν έχει δώσει απαντήσεις «για τίποτε» και υποστήριξε ότι το καθεστώς που έχει διαμορφώσει αποτελεί «ανοιχτή πληγή» και «απειλή για τη δημοκρατία». Μάλιστα, έκλεισε ζητώντας την παραίτησή του, λέγοντας ότι «εσείς είστε το καθεστώς και το βαθύ κράτος». Με αυτή τη διατύπωση, η δευτερολογία του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ απέκτησε μετωπικό και εξαιρετικά υψηλών τόνων χαρακτήρα, κορυφώνοντας την επίθεσή του στην κυβέρνηση.

  • Κωνσταντοπούλου: «Ηθική αθλιότητα η ομιλία του Μητσοτάκη»

    Κωνσταντοπούλου: «Ηθική αθλιότητα η ομιλία του Μητσοτάκη»

    Με ιδιαίτερα υψηλούς τόνους τοποθετήθηκε στη Βουλή η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας, Ζωή Κωνσταντοπούλου, κατά τη συζήτηση σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών για το Κράτος Δικαίου, στρέφοντας τα πυρά της προσωπικά κατά του Κυριάκου Μητσοτάκη. Από το ξεκίνημα της παρέμβασής της, χαρακτήρισε την ομιλία του πρωθυπουργού «ηθική αθλιότητα», υποστηρίζοντας ότι επρόκειτο για μία από τις πιο ακραίες πρωθυπουργικές παρεμβάσεις που έχουν καταγραφεί.

    Οι αιχμές για εξουσία, χρήμα και θεσμούς

    Στην ομιλία της, η Ζωή Κωνσταντοπούλου υποστήριξε ότι η κυβέρνηση εμφανίζεται γαντζωμένη στην εξουσία και ότι αποφεύγει τη δημοκρατική διέξοδο των εκλογών, ενώ κατηγόρησε το κυβερνητικό στρατόπεδο ότι επιχειρεί να καθοδηγήσει θεσμούς σύμφωνα με τις επιδιώξεις του. Όπως ανέφερε, η κοινωνία βλέπει πλέον μια εξουσία που, κατά την άποψή της, γίνεται πιο επικίνδυνη όσο πλησιάζει στο τέλος της πολιτικής της διαδρομής.

    Η αναφορά στο κράτος δικαίου και στα οικονομικά της ΝΔ

    Συνεχίζοντας την επίθεσή της, η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας αμφισβήτησε ευθέως τη λειτουργία του κράτους δικαίου στη χώρα, λέγοντας ότι δεν μπορεί να γίνεται λόγος για θεσμική κανονικότητα όταν, όπως υποστήριξε, το κυβερνών κόμμα έχει οφειλές 550 εκατ. ευρώ προς τις τράπεζες χωρίς ουσιαστικές συνέπειες. Στο ίδιο πλαίσιο, άφησε αιχμές και για τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, συνδέοντας το θέμα με ευρύτερες πολιτικές και οικονομικές συνεννοήσεις στο εσωτερικό του συστήματος εξουσίας.

    Οι βολές για την υπόθεση Λαζαρίδη

    Ξεχωριστή αναφορά έκανε και στην υπόθεση του Μακάριου Λαζαρίδη, σημειώνοντας ότι ο πρωθυπουργός όφειλε ήδη να έχει ξεκαθαρίσει τι ευθύνες αποδίδει στον υφυπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης. Μάλιστα, υποστήριξε ότι πρόκειται για περίπτωση προσώπου που έχει εμπλακεί, όπως είπε, σε αδικήματα διαφθοράς, ενώ έκλεισε την τοποθέτησή της λέγοντας ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα έπρεπε να ακούσει προσεκτικά τον τρόπο με τον οποίο μιλά ο ίδιος ο κ. Λαζαρίδης, τον οποίο εξακολουθεί να διατηρεί στη θέση του.

  • Φάμελλος: «Κύριε Μητσοτάκη οφείλετε να παραιτηθείτε»

    Φάμελλος: «Κύριε Μητσοτάκη οφείλετε να παραιτηθείτε»

    Σφοδρή επίθεση κατά της κυβέρνησης και προσωπικά κατά του πρωθυπουργού εξαπέλυσε στη Βουλή ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, Σωκράτης Φάμελλος, στο πλαίσιο της προ ημερησίας διατάξεως συζήτησης για το κράτος δικαίου. Στην τοποθέτησή του χαρακτήρισε τον Κυριάκο Μητσοτάκη «εκβιαζόμενο και διαπλεκόμενο», δίνοντας από την αρχή εξαιρετικά υψηλούς τόνους στην πολιτική αντιπαράθεση.

    Αιχμές για ΟΠΕΚΕΠΕ, υποκλοπές και Λαζαρίδη

    Ο Σωκράτης Φάμελλος υποστήριξε ότι τα ζητήματα που έχουν ανακύψει δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά, αλλά συνθέτουν μια συνολική εικόνα κυβερνητικής ευθύνης. Όπως ανέφερε, δεν υπάρχει αμφιβολία για την ύπαρξη σκανδάλων στον ΟΠΕΚΕΠΕ, στις υποκλοπές, στις απευθείας αναθέσεις και στα προγράμματα κατάρτισης, ενώ τα συνέδεσε με παρεμβάσεις και πρακτικές που, κατά την εκτίμησή του, έχουν επιβεβαιωθεί και από την Ευρωπαία Εισαγγελέα. Στο ίδιο πλαίσιο, έστρεψε εκ νέου τα πυρά του και προς τον Μακάριο Λαζαρίδη, λέγοντας ότι αποτελεί «σήμα κατατεθέν της διεφθαρμένης κυβέρνησης Μητσοτάκη» και θέτοντας ερωτήματα για το γιατί εξακολουθεί να παραμένει στην κυβέρνηση.

    «Εσείς είστε το βαθύ κράτος»

    Ανεβάζοντας ακόμη περισσότερο τους τόνους, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ υποστήριξε ότι τα κυβερνητικά σκάνδαλα δεν προέρχονται από κάποιο απρόσωπο “βαθύ κράτος”, αλλά από έναν μηχανισμό που, όπως είπε, σχεδιάστηκε και λειτούργησε μέσα από το ίδιο το επιτελικό κράτος. Στην πιο αιχμηρή αποστροφή της ομιλίας του ανέφερε ότι τα φαινόμενα αυτά «σχεδιάστηκαν πριν πάρετε την εξουσία και εκτελέστηκαν στη βάση του επιτελικού σας κράτους», για να καταλήξει με τη φράση: «Εσείς είστε το βαθύ κράτος». Με αυτόν τον τρόπο επιχείρησε να αποδώσει στον πρωθυπουργό άμεση πολιτική ευθύνη για τον συνολικό τρόπο λειτουργίας της κυβέρνησης.

    Το αίτημα παραίτησης προς τον πρωθυπουργό

    Στο πιο βαρύ πολιτικά σημείο της παρέμβασής του, ο Σωκράτης Φάμελλος ζήτησε ανοιχτά την παραίτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Όπως ανέφερε, «Κύριε Μητσοτάκη οφείλετε να παραιτηθείτε», προσθέτοντας ότι έχει «ακέραιη την πολιτική ευθύνη» για τα σκάνδαλα της κυβέρνησής του. Παράλληλα, συνέδεσε το θέμα και με την κοινοβουλευτική εικόνα της Νέας Δημοκρατίας, υποστηρίζοντας ότι τίθεται ακόμη και θέμα δεδηλωμένης, από τη στιγμή που, όπως είπε, σημαντικό μέρος της κοινοβουλευτικής ομάδας της ΝΔ εμφανίζεται σε δικογραφίες της Ευρωπαίας Εισαγγελέως που αφορούν οικονομικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

  • Κουτσούμπας κατά κυβέρνησης: «Δε σας σώζει κανένα επικοινωνιακό παιχνίδι»

    Κουτσούμπας κατά κυβέρνησης: «Δε σας σώζει κανένα επικοινωνιακό παιχνίδι»

    Σφοδρή πολιτική επίθεση στην κυβέρνηση και προσωπικά στον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη εξαπέλυσε ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ, Δημήτρης Κουτσούμπας, κατά την προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στη Βουλή για το κράτος δικαίου. Πριν περάσει στην ουσία της τοποθέτησής του, ευχήθηκε περαστικά και ταχεία ανάρρωση στον υφυπουργό Γιώργο Μυλωνάκη, δίνοντας στη συνέχεια ιδιαίτερα αιχμηρό τόνο στην παρέμβασή του.

    «Δεν σας σώζει κανένα επικοινωνιακό παιχνίδι»

    Στο επίκεντρο της ομιλίας του βρέθηκε η κριτική προς την κυβέρνηση για τον τρόπο με τον οποίο, κατά την εκτίμησή του, επιχειρεί να διαχειριστεί πολιτικά τις υποθέσεις που προκαλούν αντιδράσεις. Όπως ανέφερε, «Δεν σας σώζει κανένα επικοινωνιακό παιχνίδι ούτε τακτική διαχείρισης, ούτε παραιτήσεις, ούτε ανασχηματισμοί, ούτε διάχυση ευθυνών», υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί πλέον να αποκρύψει ούτε τα σκάνδαλα ούτε, όπως είπε, την εμπλοκή κυβερνητικών παραγόντων σε αυτά. Στο ίδιο πλαίσιο, χαρακτήρισε «το πιο σύντομο ανέκδοτο» τις προτάσεις που παρουσιάζονται ως καινοτόμες λύσεις απέναντι στο «βαθύ κράτος δικαίου».

    «Στοιχείο του DNA του σημερινού κράτους»

    Ο Δημήτρης Κουτσούμπας έδωσε ιδεολογικό βάθος στην κριτική του, υποστηρίζοντας ότι για το ΚΚΕ τα σκάνδαλα και τα εγκλήματα δεν αποτελούν μεμονωμένες παρεκκλίσεις, αλλά «στοιχείο του DNA του σημερινού κράτους και της ΕΕ». Με αυτή τη διατύπωση επιχείρησε να αναδείξει ότι, κατά την άποψή του, το πρόβλημα δεν είναι απλώς ζήτημα διαχείρισης ή προσώπων, αλλά έχει βαθύτερα θεσμικά και πολιτικά χαρακτηριστικά. Παράλληλα, απέρριψε τη λογική ότι μια απλή αλλαγή πολιτικού διαχειριστή αρκεί για να μετατραπεί το κράτος σε πραγματικά δίκαιο, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια προσέγγιση αποκρύπτει την ουσία του προβλήματος.

    Η συνολική στόχευση της παρέμβασής του

    Η τοποθέτηση του γ.γ. του ΚΚΕ κινήθηκε σε γραμμή ολικής αμφισβήτησης της κυβερνητικής πολιτικής, αλλά και των ευρύτερων θεσμικών ισορροπιών μέσα στις οποίες αυτή εξελίσσεται. Μέσα από τη ρητορική για σκάνδαλα, ανασχηματισμούς και πολιτική διαχείριση, ο Δημήτρης Κουτσούμπας επιχείρησε να παρουσιάσει τη συζήτηση για το κράτος δικαίου ως μέρος μιας ευρύτερης σύγκρουσης για τον χαρακτήρα του ίδιου του κράτους και της εξουσίας.

  • Ανδρουλάκης για Μητσοτάκη: «Έχει μετατρέψει τη Βουλή σε εξοχικό της ευρωπαϊκής εισαγγελίας»

    Ανδρουλάκης για Μητσοτάκη: «Έχει μετατρέψει τη Βουλή σε εξοχικό της ευρωπαϊκής εισαγγελίας»

    Μετωπική επίθεση στον πρωθυπουργό εξαπέλυσε στη Βουλή ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Νίκος Ανδρουλάκης, στο πλαίσιο της προ ημερησίας διατάξεως συζήτησης για το κράτος δικαίου. Ξεκινώντας την τοποθέτησή του, ανέφερε ότι η πρωτοβουλία για τη συζήτηση στοχεύει να αναδείξει τα πεπραγμένα μιας κυβέρνησης που, όπως είπε, υποσχέθηκε να κόψει τον ομφάλιο λώρο με όσα οδήγησαν τη χώρα στη βαθιά κρίση, αλλά τελικά οδήγησε την Ελλάδα σε «θεσμική και αξιακή κρίση». Στο ίδιο πλαίσιο, απέδωσε προσωπικά την ευθύνη στον Κυριάκο Μητσοτάκη, κάνοντας λόγο για διαφθορά, αδιαφάνεια, πελατειασμό και χειραγώγηση των θεσμών.

    Αιχμές για Λαζαρίδη και «ρουσφέτι» του Μαξίμου

    Σημαντικό μέρος της ομιλίας του αφιέρωσε στην υπόθεση του Μακάριου Λαζαρίδη, συνδέοντάς την άμεσα με το κυβερνητικό αφήγημα περί αριστείας. Ο Νίκος Ανδρουλάκης υποστήριξε ότι ο πρωθυπουργός, ενώ είχε δεσμευτεί ότι θα κυβερνήσει «μόνο με τους καλύτερους», σήμερα καλύπτει «το δικό σας ρουσφέτι, τον κ. Λαζαρίδη». Όπως ανέφερε, ο υφυπουργός πληρωνόταν ως ειδικός επιστήμονας το 2007 και το 2013, παρότι, κατά την τοποθέτησή του, δεν είχε καν πτυχίο ΑΕΙ, θέτοντας ευθέως το ερώτημα αν οι συγκεκριμένοι διορισμοί ήταν νόμιμοι ή παράνομοι.

    Πυρά για ΟΠΕΚΕΠΕ, Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και κοινοβουλευτικές πρακτικές

    Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ανέβασε ακόμη περισσότερο τους τόνους αναφερόμενος στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, λέγοντας πως η κυβέρνηση έχει μετατρέψει τη Βουλή σε «εξοχικό της ευρωπαϊκής εισαγγελίας». Παράλληλα, υποστήριξε ότι το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ έχει «βαθύ γαλάζιο» χρώμα, ενώ έφερε ως παραδείγματα και άλλες κυβερνητικές επιλογές, όπως τις περιπτώσεις Πάτση και στελεχών που, όπως είπε, συνδέθηκαν με τη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων. Στην ίδια τοποθέτηση έκανε αναφορά και στις υποκλοπές, υποστηρίζοντας ότι το Μέγαρο Μαξίμου επέλεξε να κρατήσει διαφορετική στάση όταν υπήρξαν πιέσεις ή αποκαλύψεις που αφορούσαν τη συγκεκριμένη υπόθεση.

    Καταγγελίες για Βουλή, τροπολογίες και ανεξάρτητες αρχές

    Ο Νίκος Ανδρουλάκης επέκτεινε την κριτική του και στη λειτουργία του Κοινοβουλίου, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι ευτέλισε τη Βουλή και οργάνωσε «εξεταστική επιτροπή παρωδία» για να καλύψει πολιτικά πρόσωπα. Επιπλέον, υποστήριξε ότι καταστρατηγήθηκε κάθε έννοια καλής νομοθέτησης, επικαλούμενος στοιχεία του Δείκτη Ποιότητας Νομοθέτησης του ΚΕΦίΜ για τον τρόπο κατάθεσης τροπολογιών την περίοδο 2023-2025. Παράλληλα, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι επιτέθηκε σε Ανεξάρτητες Αρχές, αναφέροντας ονομαστικά τον Χρήστο Ράμμο και τον Ανδρέα Μενουδάκο, ενώ μίλησε και για μεθοδεύσεις γύρω από την ΑΔΑΕ.

  • Μητσοτάκης για Ευρωπαϊκή Εισαγγελία: Δε μπορούν να δικαιολογηθούν επιλεκτικές διαρροές

    Μητσοτάκης για Ευρωπαϊκή Εισαγγελία: Δε μπορούν να δικαιολογηθούν επιλεκτικές διαρροές

    Σε ιδιαίτερα φορτισμένο κλίμα πραγματοποιήθηκε η προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στη Βουλή για το κράτος δικαίου, τους θεσμούς και τη λειτουργία του Κοινοβουλίου, σε μια συγκυρία έντονης πολιτικής πόλωσης. Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ξεκίνησε την τοποθέτησή του με ευχές για ταχεία ανάρρωση προς τον υφυπουργό παρά τω πρωθυπουργώ Γιώργο Μυλωνάκη, ενώ παράλληλα έδωσε από την αρχή πολιτικό τόνο στη συζήτηση.

    Aιχμές για τοξικότητα και διχασμό

    Ο πρωθυπουργός υπερασπίστηκε την εικόνα της χώρας στο πεδίο των θεσμών, αναγνωρίζοντας ότι υπάρχουν ακόμη αδυναμίες, αλλά επιμένοντας ότι η Ελλάδα δεν οπισθοχωρεί, αλλά προοδεύει. Στρέφοντας τα πυρά του προς τον Νίκο Ανδρουλάκη, έκανε λόγο για προσπάθεια ανακύκλωσης παλιών κατηγοριών σε μια περίοδο κατά την οποία, όπως υποστήριξε, θα έπρεπε να κυριαρχεί η ενότητα. Παράλληλα, επικαλέστηκε διεθνείς δείκτες και αξιολογήσεις, αναφέροντας μεταξύ άλλων την έκθεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το κράτος δικαίου, τον Economist και τον ΟΟΣΑ, ώστε να στηρίξει την κυβερνητική θέση ότι η χώρα καταγράφει θεσμική βελτίωση.

    Η αναφορά στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και στον ΟΠΕΚΕΠΕ

    Ξεχωριστό βάρος έδωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και στη δράση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, σημειώνοντας ότι ο θεσμός είναι απολύτως σεβαστός και επιτελεί τον ρόλο του. Την ίδια στιγμή, όμως, υποστήριξε ότι δεν μπορούν να δικαιολογηθούν επιλεκτικές διαρροές προς τα μέσα ενημέρωσης ούτε έλεγχοι που εξελίσσονται αποσπασματικά, προσθέτοντας ότι τέτοιες πρακτικές μετατρέπονται εύκολα σε εργαλείο κομματικής αντιπαράθεσης. Παράλληλα, αναφέρθηκε στους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας που ζήτησαν την άρση της ασυλίας τους, παρουσιάζοντας αυτή την κίνηση ως ένδειξη πολιτικής ευθύνης.

    Στο επίκεντρο το κράτος δικαίου και ο πολιτικός διάλογος

    Η συζήτηση ανέδειξε για ακόμη μία φορά το κλίμα σφοδρής σύγκρουσης που επικρατεί στο πολιτικό σκηνικό, με το κράτος δικαίου να γίνεται πεδίο μετωπικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στην κυβέρνηση και την αντιπολίτευση. Από την κυβερνητική πλευρά, το βασικό μήνυμα ήταν ότι η χώρα κάνει βήματα προόδου και ότι η κριτική που ασκείται είναι υπερβολική και συχνά εργαλειοποιημένη, ενώ στο κοινοβουλευτικό πεδίο η αντιπαράθεση εξελίχθηκε σε μία ακόμη κορυφαία σύγκρουση για τους θεσμούς, τη διαφάνεια και την ποιότητα της δημοκρατίας.

  • Γεωργιάδης για ΟΠΕΚΕΠΕ: «Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω»

    Γεωργιάδης για ΟΠΕΚΕΠΕ: «Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω»

    Απάντηση στην κριτική της αντιπολίτευσης για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ έδωσε στη Βουλή ο Άδωνις Γεωργιάδης, υποστηρίζοντας ότι όσοι κατηγορούν βουλευτές επειδή μιλούσαν τηλεφωνικά για να βοηθήσουν πολίτες με τα προβλήματά τους «θα έπρεπε να ντρεπόμαστε». Στην τοποθέτησή του επέμεινε πως τέτοιες παρεμβάσεις αποτελούν γνώριμη κοινοβουλευτική πρακτική και δεν μπορούν να παρουσιάζονται συλλήβδην ως επιλήψιμες.

    Η ένταση στη Βουλή με φόντο την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία

    Η συζήτηση ανέβηκε ακόμη περισσότερο όταν ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ Δημήτρης Μάντζος έθεσε ερωτήματα για όσα έχουν λεχθεί σχετικά με τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, σχολιάζοντας αν πράγματι θεωρείται ότι παρεμβαίνει ευθέως και κρατά το πολιτικό σύστημα όμηρο. Στο ίδιο πλαίσιο επανέφερε και τη θέση ότι η λύση βρίσκεται στις εκλογές, απορρίπτοντας θεσμικές προτάσεις όπως το ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή.

    Οι αιχμές για πελατειακές σχέσεις και εκλογικά οφέλη

    Από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, ο Χρήστος Γιαννούλης υποστήριξε ότι η υπόθεση δεν αφορά απλώς ένα μεμονωμένο σκάνδαλο, αλλά έναν μηχανισμό που, όπως είπε, συνδέεται με εκλογικά οφέλη και πελατειακές σχέσεις. Η αντιπαράθεση έτσι μεταφέρθηκε από το στενό πεδίο των δικογραφιών σε μια ευρύτερη σύγκρουση για τον τρόπο άσκησης πολιτικής εξουσίας και διαχείρισης αιτημάτων πολιτών.

    «Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω»

    Στην ίδια συζήτηση, ο Άδωνις Γεωργιάδης αντέτεινε ότι όσοι επιτίθενται στην κυβέρνηση οφείλουν πρώτα να αναλογιστούν αν και οι ίδιοι ή οι κυβερνήσεις τους έχουν υπηρετήσει παρόμοιες λογικές εξυπηρετήσεων. Με τη φράση «ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω», επιχείρησε να μεταφέρει την πίεση και προς τα κόμματα της αντιπολίτευσης, προσθέτοντας ότι η κυβερνητική πλευρά έχει ήδη προχωρήσει στη δική της αυτοκριτική και αυτορρύθμιση.

  • Ασυμβίβαστο Υπουργού-Βουλευτή: Θεσμική Τομή ή Επιφανειακή Μεταρρύθμιση;

    Ασυμβίβαστο Υπουργού-Βουλευτή: Θεσμική Τομή ή Επιφανειακή Μεταρρύθμιση;

    Η πρόταση για το «ασυμβίβαστο Υπουργού και Βουλευτή» επανέρχεται δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με αφορμή τις πρόσφατες εξαγγελίες του Πρωθυπουργού. Ωστόσο, πέρα από το θεσμικό της περίβλημα, αξίζει να εξεταστεί ψύχραιμα τι ακριβώς αλλάζει – και τι όχι.

    Στην ουσία, η προτεινόμενη μεταρρύθμιση επιχειρεί έναν σαφή διαχωρισμό ρόλων: ο Υπουργός θα ανήκει αποκλειστικά στην εκτελεστική εξουσία, ενώ ο Βουλευτής θα ασκεί αμιγώς νομοθετικό και ελεγκτικό έργο. Πρόκειται για ένα μοντέλο που συναντάται σε χώρες όπως η Γαλλία, όπου η αποφυγή του «διπλού ρόλου» θεωρείται βασική προϋπόθεση θεσμικής διάκρισης των δύο εξουσιών.

    Το επιχείρημα υπέρ της ρύθμισης είναι σαφές: δεν είναι θεσμικά ορθό το ίδιο πρόσωπο να νομοθετεί, να αποτελεί μέρος της κυβέρνησης που ελέγχεται. Ο διαχωρισμός αυτός ενισχύει, τουλάχιστον θεωρητικά, την αυτονομία της Βουλής και περιορίζει την ταύτιση κυβέρνησης και κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας σε επίπεδο προσώπων.

    Ωστόσο, εδώ ανακύπτουν κρίσιμα ερωτήματα.

    Πρώτον, η μεταρρύθμιση δεν μεταβάλλει την πραγματική κατανομή πολιτικής ισχύος, η οποία αποτελεί και τον πυρήνα του προβλήματος στη σχέση μεταξύ εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας.

    Ένας Υπουργός διαθέτει εκ των πραγμάτων σημαντικά μεγαλύτερα πλεονεκτήματα: έχει πρόσβαση σε περισσότερους διοικητικούς και ανθρώπινους πόρους, μεγαλύτερη οικονομική υποστήριξη, αυξημένη προβολή στα μέσα ενημέρωσης και τη δυνατότητα να παρουσιάσει απτό κυβερνητικό έργο. Αυτά τα στοιχεία ενισχύουν καθοριστικά τη θέση του στο εκλογικό πεδίο σε σχέση με έναν απλό βουλευτή. Παράλληλα, παρατηρείται συχνά -αν και όχι καθολικά- ότι οι υπουργοί, υπό τον φόβο του πολιτικού κόστους, διστάζουν να προχωρήσουν σε μεταρρυθμίσεις που ευθυγραμμίζονται με την κυβερνητική ατζέντα, οδηγώντας σε καθυστερήσεις ή αποδυνάμωση πολιτικών που ενδεχομένως θα είχαν θετικό αντίκτυπο σε μεσοπρόθεσμο ή μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Επιπλέον, ένα κρίσιμο θεσμικό ζήτημα στην ελληνική πραγματικότητα είναι ότι ο βουλευτής μπορεί να διαγραφεί από τον πρωθυπουργό από την κοινοβουλευτική ομάδα, γεγονός που περιορίζει την αυτονομία του και αποδυναμώνει τον ελεγκτικό του ρόλο. Υπό αυτές τις συνθήκες, η δυνατότητα ουσιαστικής επιρροής των βουλευτών επί των υπουργών και της εκτελεστικής εξουσίας παραμένει περιορισμένη.

    Υπό αυτό το πρίσμα, η προτεινόμενη ρύθμιση δεν αντιμετωπίζει αυτές τις δομικές ανισορροπίες. Αντιθέτως, περιορίζεται σε μια διαδικαστική αλλαγή: ο υπουργός παύει προσωρινά να είναι βουλευτής, αντικαθίσταται από τον πρώτο επιλαχόντα και, με τη λήξη των υπουργικών του καθηκόντων, επανέρχεται στη βουλευτική ιδιότητα, ενώ ο επιλαχών αποχωρεί. Συνεπώς, σε επίπεδο ρόλων, ισορροπίας επιρροής και λειτουργικότητας του πολιτικού συστήματος, η παρέμβαση δεν φαίνεται να επιφέρει ουσιαστική μεταβολή, ενώ ενδέχεται να προσθέτει επιπλέον πολυπλοκότητα.

    Δεύτερον, ο αναπληρωτής του Υπουργού λειτουργεί συχνά υπό τη σκιά μιας προσωρινότητας. Το γεγονός ότι ο υπουργός, μόλις παύσει να ασκεί τα καθήκοντά του, επανέρχεται αυτομάτως στη βουλευτική του έδρα και ο επιλαχών αποχωρεί, δημιουργεί μια εγγενή αστάθεια στη θέση και στα καθήκοντα του, εγείροντας εύλογα ερωτήματα τόσο ως προς το κίνητρό του να ασκήσει ουσιαστικά τα καθήκοντά του όσο και ως προς τη συνέχεια του έργου του, το οποίο ενδέχεται να διακόπτεται αιφνιδίως, υπονομεύοντας την αποτελεσματικότητά της κοινοβουλευτικής του δραστηριότητας. Ταυτόχρονα η επίγνωση ότι η θέση δεν είναι «πολιτικά κατοχυρωμένη» ενδέχεται να περιορίσει την αυτονομία και την θεσμική του παρουσία. Το ερώτημα, συνεπώς, είναι κατά πόσο ενισχύεται πράγματι ο ρόλος του Βουλευτή ή απλώς ανακυκλώνεται.

    Το τρίτο ερώτημα είναι σε σε επίπεδο εκλογικής γεωγραφίας, καθώς προκύπτει το πρόβλημα της υπερεκπροσώπησης. Μπορεί δηλαδή να δημιουργηθεί μια ανισορροπία ισχύος: για παράδειγμα, αν η Α’ Αθηνών εκλέγει έξι βουλευτές από το κυβερνών κόμμα και οι πέντε εξ αυτών αναλάβουν υπουργικά καθήκοντα, τότε οι θέσεις τους στη Βουλή θα καλυφθούν από πέντε επιλαχόντες. Τυπικά, η περιφέρεια εξακολουθεί να εκπροσωπείται από έξι βουλευτές. Ωστόσο, στην πράξη, η περιφέρεια αυτή θα διαθέτει ταυτόχρονα πέντε εκπρόσωπους στην εκτελεστική εξουσία, και άλλους πέντε ως αναπληρωματικούς βουλευτές, στο σύνολο δηλαδή θα έχει έντεκα πολιτικούς εκπροσώπους, γεγονός που δημιουργεί μια ουσιαστική ενίσχυση της πολιτικής της ισχύος στην εκπροσώπηση της φέρνοντας μια άδικη ανισορροπία με άλλες περιοχές (π.χ επαρχιακές).

    Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η συγκεκριμένη πρόταση δεν στοχεύει – ούτε μπορεί – να θεραπεύσει βαθύτερες παθογένειες, όπως οι πελατειακές σχέσεις ή η ανισότητα πολιτικής ισχύος μεταξύ των εξουσιών. Αντιθέτως, αποτελεί μια θεσμική παρέμβαση περιορισμένου εύρους, η οποία επιδιώκει κυρίως την αποσαφήνιση των ρόλων εντός του πολιτικού συστήματος.

    Με άλλα λόγια, πρόκειται περισσότερο για μια προσπάθεια θεσμικού εξορθολογισμού παρά για μια ριζική μεταρρύθμιση της πολιτικής λειτουργίας. Το αν αυτή η «θεσμική καθαριότητα» αρκεί για να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των πολιτών ή να βελτιώσει ουσιαστικά τη λειτουργία της δημοκρατίας, παραμένει ανοικτή προς διαβούλευση.