Τη δημιουργία «βαθιών συνεργειών και συνεργασιών» ανάμεσα στο αμυντικό οικοσύστημα της Ινδία και «το μικρό αλλά φιλόδοξο» ελληνικό οικοσύστημα, μαζί με το δίκτυο των ελληνικών νεοφυών επιχειρήσεων, έθεσε ως κεντρικό στόχο ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας. Ο υπουργός συμμετείχε χθες σε συζήτηση στο 1ο Forum, που συνδιοργανώθηκε στο Νέο Δελχί από το Υπουργείο Εξωτερικών της Ινδίας και το think tank Ananta Centre, στο πλαίσιο της επίσημης επίσκεψής του στη χώρα.
Ευκαιρίες από τη συμφωνία ΕΕ–Ινδίας και το εμπορικό «κενό»
Ο κ. Δένδιας χαρακτήρισε την Ινδία «κάτι απαραίτητο» και στάθηκε στις ευκαιρίες που μπορεί να ανοίξει η Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ινδία, σημειώνοντας ότι μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να εξυπηρετήσει τόσο το ευρωπαϊκό σύνολο όσο και την Ελλάδα ειδικότερα. Υπενθύμισε, ακόμη, ότι η Ελλάδα «δεν είναι μεγάλη οικονομία», αναφέροντας ΑΕΠ μικρότερο από 250 δισ. ευρώ ετησίως.
Στο ίδιο πλαίσιο, περιέγραψε ως «αβυσσαλέα» τη διαφορά στο εμπορικό ισοζύγιο, λέγοντας ότι η Ινδία πραγματοποιεί εξαγωγές προς την Ελλάδα αξίας άνω του 1 δισ. ευρώ τον χρόνο, ενώ οι ελληνικές εξαγωγές προς την Ινδία είναι κάτω από 100 εκατ. ευρώ ετησίως. Κατά την εκτίμησή του, η συμφωνία ελεύθερου εμπορίου θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μοχλός ώστε ελληνικές εταιρείες και επιχειρηματίες να ενθαρρυνθούν να δραστηριοποιηθούν στην ινδική υποήπειρο, επισημαίνοντας ότι «οι Έλληνες υπήρξαμε έμποροι καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας μας», αλλά «η Ινδία… φαινόταν πάντα “απρόσιτη”», κυρίως λόγω του ρυθμιστικού περιβάλλοντος, για το οποίο δήλωσε πλέον «ιδιαίτερα αισιόδοξος».
Ως παράδειγμα «επιτυχημένης συνεργασίας» ανέφερε την Κρήτη και το νέο αεροδρόμιο στο Καστέλλι, τονίζοντας ότι πρόκειται για έργο που υλοποιείται μέσω σύμπραξης ελληνικής κατασκευαστικής εταιρείας με ινδική εταιρεία.
ΝΑΤΟ, Γροιλανδία και οι αμυντικές προκλήσεις της Ευρώπης
Αναφερόμενος στο ΝΑΤΟ, ο κ. Δένδιας το χαρακτήρισε «μακροχρόνια συμμαχία» που εγγυάται την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα των κρατών-μελών. Σε ό,τι αφορά τη συζήτηση που είχε ανοίξει για τη Γροιλανδία, σημείωσε ότι, παρότι είναι «πολύ σημαντική» για τη διατλαντική ασφάλεια, το υφιστάμενο πλαίσιο συνθηκών – ειδικά μεταξύ Δανία και Ηνωμένες Πολιτείες – παρέχει ήδη σημαντικό βαθμό ελευθερίας στις ΗΠΑ, υποστηρίζοντας πως, αν το επιθυμούν, μπορούν να ενισχύσουν εκ νέου την παρουσία τους χωρίς να τροφοδοτούνται «ακραίες συζητήσεις περί κυριαρχίας, σκληρής ισχύος». Μάλιστα, εξέφρασε την εκτίμηση ότι «το θέμα της Γροιλανδίας έχει ξεπεραστεί», τονίζοντας την ανάγκη για «ισχυρή σύμπνοια» και ειλικρινείς σχέσεις ανάμεσα σε Ευρώπη και ΗΠΑ.
Περνώντας στην ευρωπαϊκή άμυνα, υπογράμμισε ότι μετά τη λήξη του Ψυχρός Πόλεμος και την πτώση του Τείχος του Βερολίνου, πολλές χώρες της ΕΕ «θεώρησαν ότι δεν χρειάζεται άμυνα» καθώς «αρκεί η αμερικανική ομπρέλα προστασίας». Τόνισε ότι πλέον η ανάγκη για επενδύσεις στην άμυνα έχει γίνει πιο καθαρή, επισημαίνοντας μάλιστα πως η Ελλάδα, αν και μεσαίου μεγέθους ή μικρή χώρα, διαθέτει περισσότερα άρματα μάχης από το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία, τη Γερμανία, το Λουξεμβούργο, το Βέλγιο και την Ολλανδία συνολικά.
Στάθηκε, ωστόσο, στην ανάγκη μιας βαθύτερης αλλαγής «κουλτούρας» στην Ευρώπη, λέγοντας ότι δεν αρκεί «να επενδύσουμε απλώς χρήματα πολύ γρήγορα». Ειδική αναφορά έκανε στον μηχανισμό SAFE της ΕΕ, υποστηρίζοντας ότι η προθεσμία εκταμιεύσεων μέχρι το 2030 δεν αφήνει πραγματικό χρόνο για νέες γραμμές παραγωγής και ουσιαστικά μπορεί να ανεβάζει τις τιμές υφιστάμενων προϊόντων και την αξία των μετοχών των ήδη υπαρχουσών εταιρειών. Έθεσε, επίσης, ως ανοιχτή στρατηγική συζήτηση το ζήτημα της «πυρηνικής ομπρέλας» της Ευρώπης, σημειώνοντας ότι η μόνη πυρηνική δύναμη εντός ΕΕ είναι η Γαλλία, ενώ εκτός ΕΕ αλλά εντός ευρωπαϊκού χώρου παραμένει το Ηνωμένο Βασίλειο, και οι δύο – κατά την εκτίμησή του – με περιορισμένη ισχύ σε σχέση με το εύρος των προκλήσεων.
Μεταναστευτικό, SAFE και δίαυλος συνεργασίας για αμυντικές startups
Για τη συμφωνία Εταιρικής Σχέσης ΕΕ–Ινδίας στον τομέα της Ασφάλειας και της Άμυνας, ο κ. Δένδιας τη χαρακτήρισε «εξαιρετικά καλή», υποστηρίζοντας ότι υπάρχει «ευθυγράμμιση αξιών» και «ευθυγράμμιση συμφερόντων» που αφήνει «γόνιμο έδαφος» για ενίσχυση της συνεργασίας, αν και – όπως είπε – «πρέπει να γίνουν πολλά».
Σε ό,τι αφορά τη μετανάστευση, τη χαρακτήρισε παγκόσμιο φαινόμενο που θα συνεχίσει να υπάρχει, εστιάζοντας στη «μεγάλη πρόκληση» για την Ευρώπη: να διαμορφωθούν οι ροές ώστε να είναι ωφέλιμες τόσο για τις χώρες προέλευσης όσο και για την Ευρώπη, δεδομένης της σχεδόν αρνητικής πληθυσμιακής αύξησης στην ήπειρο. Στο πλαίσιο αυτό, σημείωσε ότι η ινδική υποήπειρος, λόγω δημογραφικής δομής, θα μπορούσε να αποτελέσει μία από τις καλύτερες επιλογές για νόμιμη μετανάστευση. Την ίδια στιγμή, έκανε λόγο για ένα τεράστιο οικονομικό φαινόμενο διακίνησης ανθρώπων, τονίζοντας ότι πρέπει να αντιμετωπιστούν οι διακινητές και να δημιουργηθούν «διάδρομοι» ώστε νέοι άνθρωποι που θέλουν να εργαστούν στην Ευρώπη να μπορούν να έρθουν με τρόπο που να ενισχύει τον οικονομικό δυναμισμό της ηπείρου.
Απαντώντας για το ενδεχόμενο να ανοίξουν ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία και σε τρίτες χώρες, τόνισε ότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο με αυστηρή προϋπόθεση: οι χώρες που θα συμμετέχουν να μην δημιουργούν οποιαδήποτε απειλή για την ΕΕ ή κράτος-μέλος. Ξεκαθάρισε ότι «η Ινδία δεν θεωρείται με κανέναν τρόπο απειλή», σημειώνοντας ότι αυτό «δεν ισχύει για όλες τις χώρες» που επιδιώκουν πρόσβαση στον μηχανισμό SAFE. Παράλληλα, εξέφρασε την άποψη ότι ο SAFE «είναι μόνο η αρχή», κάνοντας λόγο για ανάγκη δεύτερου κανονισμού που θα παρατείνει τις προθεσμίες και θα αυξήσει τα κονδύλια, επιμένοντας ότι στη σύγχρονη εποχή η άμυνα «είναι περισσότερο μια μηχανή γνώσης» και πως πολλά στοιχεία της είναι διττής χρήσης.
Τέλος, επανέφερε στο επίκεντρο τον βασικό σκοπό της επίσκεψής του, εξηγώντας ότι ένας από τους κύριους λόγους που βρίσκεται στο Νέο Δελχί και θα μεταβεί στο Μπαγκαλόρ είναι να δημιουργηθεί ένας δίαυλος συνεργασίας ανάμεσα στο ελληνικό και το ινδικό οικοσύστημα. Όπως είπε, «στον τομέα της άμυνας, το βασικό θέμα είναι οι ιδέες», οι οποίες εκφράζονται κυρίως από νέους ανθρώπους που ιδρύουν νεοφυείς επιχειρήσεις, φτιάχνουν νέα προϊόντα και «μας βοηθούν να κινηθούμε προς ένα νέο περιβάλλον», καταλήγοντας ότι η συνεργασία των δύο οικοσυστημάτων είναι «το πλέον σημαντικό ζήτημα».