Tag: Ινστιτούτο ΕΝΑ

  • Ημερίδα: Τι (να) κάνει η Αριστερά όταν κυβερνά; Εμπειρίες αριστερής διακυβέρνησης

    Ημερίδα: Τι (να) κάνει η Αριστερά όταν κυβερνά; Εμπειρίες αριστερής διακυβέρνησης

    Το αριστερό κυβερνητικό εγχείρημα και η κυβερνητική εμπειρία του 2015-2019, παρά το ότι σημαδεύτηκαν από περιορισμούς, άφησαν ανεξίτηλο στίγμα στην εγχώρια πολιτική ιστορία, συνιστώντας πολύτιμη παρακαταθήκη για το σύνολο των προοδευτικών δυνάμεων και για τη σύγχρονη Αριστερά, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς.

    Ένα αριστερό στελεχιακό δυναμικό βρέθηκε το 2015 αντιμέτωπο με την πρόκληση άσκησης της εξουσίας και με την προοπτική υλοποίησης ενός αριστερού κυβερνητικού προγράμματος. Η βιωμένη εμπειρία εκατοντάδων στελεχών που ήρθαν για πρώτη φορά αντιμέτωπα με τις δομές του κράτους και με τις απαιτήσεις της πρακτικής κυβερνητικής πολιτικής, στην ιδιάζουσα μάλιστα συνθήκη ενός επιβεβλημένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, είναι πολύτιμη× μπορεί να αποτελέσει την πρώτη ύλη για μια νηφάλια αποτίμηση του παρελθόντος αλλά και για μια αποτελεσματικότερη θωράκιση έναντι των προκλήσεων του παρόντος και του μέλλοντος, αναδεικνύοντας τις δυνατότητες αλλά και τους περιορισμούς ενός αριστερού κυβερνητικού εγχειρήματος: Τι θέλει και τι μπορεί να κάνει η Αριστερά στην εξουσία; Ποια είναι τα αιτούμενα και οι προϋποθέσεις μιας αριστερής διακυβέρνησης; Ποια τα όρια και τα περιθώρια ενός προοδευτικού κοινωνικού μετασχηματισμού; Ανατέμνοντας την κυβερνητική θητεία της περιόδου 2015-2019, ιχνηλατούμε το αποτύπωμα μιας σειράς αποφάσεων, πρωτοβουλιών και επιλογών που μπορούν να μας βοηθήσουν να απαντήσουμε σε αυτά και άλλα παρόμοια ερωτήματα.

    Είναι ίσως περισσότερο αναγκαίο από ποτέ να εστιάσουμε σε όσα σηματοδότησε για την κοινωνική πλειοψηφία και την Αριστερά το κυβερνητικό εγχείρημα του 2015-2019. Εάν, δέκα χρόνια μετά, το ζητούμενο είναι η ανασύνθεση της Αριστεράς ή, καλύτερα, η διαμόρφωση των κατάλληλων προϋποθέσεων για την  αναθεμελίωση, την ανάκτηση της αξιοπιστίας και την κατάλληλη εκπροσώπηση του ευρύτερου χώρου της κοινωνικής Αριστεράς–, η αριστερή κυβερνητική εμπειρία συνιστά πολύτιμη παρακαταθήκη που μπορεί να μας προσφέρει χρήσιμα εργαλεία.

    Σε ποια κοινωνική ανάγκη κλήθηκε να ανταποκριθεί η κυβέρνηση που αναδείχθηκε από την εκλογική αναμέτρηση του Ιανουαρίου του 2015; Τι επιδίωκε και πώς είχε προετοιμαστεί για να το πετύχει; Ποιες ήταν οι προτεραιότητες και ποια τα εφόδιά της; Με ποια εμπόδια, προβλήματα ή διλήμματα βρέθηκε αντιμέτωπη και πώς κατάφερε –ή γιατί δεν κατάφερε– να τα υπερκεράσει; Με ποιους περιορισμούς αναμετρήθηκε και πώς τους διαχειρίστηκε; Ποιες δυνατότητες αναδείχθηκαν και πώς αξιοποιήθηκαν; Ποιες πολιτικές υλοποιήθηκαν και ποιες καινοτομίες προωθήθηκαν; Ποια λάθη έγιναν και πώς θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί; Ποια διδάγματα για το σήμερα και το αύριο μπορούμε να αντλήσουμε από την κυβερνητική αυτή περίοδο, με τη βοήθεια ορισμένων εκ των πρωταγωνιστών της;

    Το ΕΝΑ διοργανώνει ημερίδα με θέμα «Τι (να) κάνει η Αριστερά όταν κυβερνά; Εμπειρίες αριστερής διακυβέρνησης», αύριο Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026 (10:00 – 20:00), στη Βιβλιοθήκη της ΕΣΗΕΑ «Δημήτρης Ι. Πουρνάρας» (Ακαδημίας 20, Αθήνα – 2ος όροφος), δίνοντας το λόγο σε όσους και όσες εκπροσωπούν τη νεότερη γενιά στελεχών που υπηρέτησαν το κυβερνητικό εγχείρημα της περιόδου 2015-2019 και καλώντας τους να μοιραστούν μαζί μας τις εμπειρίες και τις σκέψεις τους ως οδηγό για το μέλλον.

    Πρόγραμμα ημερίδας

    Χαιρετισμός

    [10.15-10.30]

    Σταυρούλα Μανώλη, πρόεδρος, Ινστιτούτο ΕΝΑ

    1. Όρια και υπερβάσεις: Εργασία, κοινωνία και τοπική ανάπτυξη

    [Τραπέζι 1: 10.30-12.00]

    • Σταμάτης Βαρδαρός,πολιτικός επιστήμονας, πρώην Αν. Γενικός Γραμματέας Υπουργείου Υγείας
    • Nάσος Ηλιόπουλος,πρώην Υφυπουργός Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης & Κοινωνικής Αλληλεγγύης (2018-2019), πρώην Ειδικός Γραμματέας Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (2016-2018)
    • Μάνια Καββαθά, επιστημονική συνεργάτιδα ΒτΕ, πρώην διευθύντρια Γραφείου Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης & Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ιστορικός

    Μαζί τους συζητά ο Σταύρος Παναγιωτίδης, διδάκτορας Ιστορίας, διδάσκων Πανεπιστημίου Κρήτης, πρώην προϊστάμενος Γραφείου Κοινωνικών Πολιτικών του Πρωθυπουργού (2015-2019)

    [Τραπέζι 2: 12.00-13.30]

    • Ιφιγένεια Δουβίτσα,συνεργαζόμενη καθηγήτρια (Adjunct Professor), Sobey School of Business, ICCM, Saint Mary’s University, μεταδιδακτορική ερευνήτρια, Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής, ΔΠΘ
    • Ηρώ Ζαβογιάννη, πολιτική επιστήμονας, πρώην διευθύντρια Γραφείου Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης και Υπουργού Οικονομίας & Ανάπτυξης
    • Μαρίνος Ρουσιάς, πολιτικός μηχανικός, πρώην Σύμβουλος Υπουργείου Εσωτερικών

    Μαζί τους συζητά η Αγγελική Μητροπούλου,δρ. Πανεπιστημίου Αιγαίου, επιστημονική συνεργάτιδα, Ινστιτούτο ΕΝΑ

    • Στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης: Κυβερνώντας σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης

    [13.30-15.00]

    • Φραγκίσκος Κουτεντάκης,επίκουρος καθηγητής, Τμήμα Οικονομικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Κρήτης, πρώην Γενικός Γραμματέας Δημοσιονομικής Πολιτικής στο ΓΛΚ (2015-2018), πρώην Συντονιστής Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή (2018-2023)
    • Μιχάλης Νικολακάκης, επίκουρος καθηγητής, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης, πρώην διευθυντής Γραφείου Υπουργού Οικονομίας & Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος & Ενέργειας
    • Δημήτρης Παπαγιαννάκος, επιστημονικός συνεργάτης βουλευτή, πρώην Γενικός Γραμματέας Συντονισμού του Κυβερνητικού Έργου (2015-2019)

    Μαζί τους συζητά ο Κώστας Στρατής, συντονιστής Κύκλου Πολιτισμικής Πολιτικής, Ινστιτούτο ΕΝΑ, πρώην Υφυπουργός Πολιτισμού (2018-2019)

    • Ναυπηγώντας εν πλω: Σχεδιασμός και υλοποίηση πολιτικών

    [16.00-17.30]

    • Γιώργος Ιωαννίδης, ερευνητής ΚΕΠΕ, πρώην Ειδικός Γραμματέας ΕΣΠΑ, Υπουργείο Οικονομίας & Ανάπτυξης (2015-2019)
    • Δώρα Κοτσακά, ερευνήτρια, αν. συντονίστρια επιστημονικού συμβουλίου, Ινστιτούτο Αλέξη Τσίπρα, συντονίστρια Παρατηρητηρίου των Κοινών, Ινστιτούτο ΕΝΑ
    • Λουδοβίκος Κωτσονόπουλος,αναπληρωτής καθηγητής, Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο

    Μαζί τους συζητά ο Τάκης Κορκολής, γενικός διευθυντής, Ινστιτούτο ΕΝΑ, πρώην Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Επενδύσεων & ΕΣΠΑ, Υπουργείο Οικονομίας & Ανάπτυξης (2015-2019)

    • Βρίσκοντας λύσεις: Ενεργητική και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική

    [17.30-18:15]

    Βαγγέλης Καλπαδάκης, διπλωμάτης, πρώην διευθυντής Διπλωματικού Γραφείου Πρωθυπουργού (2015-2019)

    Μαζί του συζητά ο Βαγγέλης Βιτζηλαίος, συντονιστής Κύκλου Διεθνών & Ευρωπαϊκών Αναλύσεων, Ινστιτούτο ΕΝΑ

    5. Επόμενη φορά Αριστερά: Όροι και προϋποθέσεις

    [18.15-19.45]

    Γιάννης Δραγασάκης,πρώην Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης (2015-2019)   

    Ευγενία Φωτονιάτα,συντονίστρια επιστημονικού συμβουλίου, ΙνστιτούτοΑλέξη Τσίπρα, επιστημονική συνεργάτιδα, Ινστιτούτο ΕΝΑ, πρώην Ειδική Γραμματέας ΕΣΠΑ, Υπουργείο Οικονομίας & Ανάπτυξης (2015-2019)

    Μαζί τους συζητά ο Κώστας Ελευθερίου,επίκουρος καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης, ΔΠΘ, συντονιστής Κύκλου Πολιτικής Ανάλυσης, Ινστιτούτο ΕΝΑ

  • Παίζει ρόλο το πού ζεις; Η απάντηση μέσα από τα εισοδήματα

    Παίζει ρόλο το πού ζεις; Η απάντηση μέσα από τα εισοδήματα

    *Του Χάρη Δαλτζόγλου

    Η ανάλυση των εισοδημάτων στην Ελλάδα αποτελεί βασικό εργαλείο για την κατανόηση των κοινωνικών ανισοτήτων. Σε προηγούμενο άρθρο εξετάστηκαν τα ποσοστά φτώχειας σε περιφερειακό επίπεδο, αναδεικνύοντας σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των περιοχών της χώρας. Τα ευρήματα αυτά δείχνουν ότι η αποτύπωση της φτώχειας μέσα από εθνικούς μέσους όρους δεν αρκεί για να κατανοήσουμε την πραγματική έκταση του προβλήματος.

    Στον παρακάτω πίνακα παρουσιάζονται τα ποσοστά φτώχειας ανά περιφέρεια για τα έτη 2020–2023 (Ετήσιες εκθέσεις της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής 2021-2024 με μικροδεδομένα EU SILC).  Σημειώνεται ότι το εθνικό ποσοστό φτώχειας για το 2023 φτάνει στο 19,5%, ενώ οι περιφέρειες παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις από αυτό το εθνικό ποσοστό (π.χ. Αττική 13,7%, και Δυτική Ελλάδα 30,6%).

    Πίνακας 1: Ποσοστά φτώχειας ανά περιφέρεια (2021–2024, %)

     2020202120222023
    Αττική12,913,814,113,7
    Βόρειο Αιγαίο22,724,626,930,0
    Νότιο Αιγαίο17,515,814,716,0
    Κρήτη14,910,111,014,2
    Αν. Μακεδονία, Θράκη29,026,125,923,1
    Κεντρική Μακεδονία25,523,823,225,4
    Δυτική Μακεδονία21,525,424,927,4
    Ήπειρος21,115,816,115,1
    Θεσσαλία19,718,720,620,7
    Ιόνια Νησιά20,122,618,021,1
    Δυτική Ελλάδα28,526,726,730,6
    Στερεά Ελλάδα24,225,418,020,6
    Πελοπόννησος24,223,426,825,6
    Εθνικό Ποσοστό19,618,818,919,5

    Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ 2021-2024

    Παρότι σε εθνικό επίπεδο καταγράφονται μικρές αυξομειώσεις στους σχετικούς δείκτες, οι μεταβολές αυτές δεν κατανέμονται ομοιόμορφα στις περιφέρειες και δεν επηρεάζουν με τον ίδιο τρόπο όλους τους πολίτες. Οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες διαφοροποιούνται έντονα από περιφέρεια σε περιφέρεια, με αποτέλεσμα ορισμένες περιοχές να εμφανίζουν βελτίωση (περιφέρεια Ηπείρου, Στερεά Ελλάδα, Αν. Μακεδονία και Θράκη), ενώ άλλες να παραμένουν στάσιμες (περιφέρεια Θεσσαλία, Νότιο Αιγαίο , Αττική, Ιόνια Νησιά, Κρήτη) ή να επιβαρύνονται περαιτέρω (Βόρειο Αιγαίο, Δυτική Μακεδονία, Δυτική Ελλάδα). Έτσι, η αποτίμηση των εξελίξεων αποκλειστικά μέσω εθνικών ποσοστών ενέχει τον κίνδυνο εσφαλμένων συμπερασμάτων, αγνοώντας ότι τα εισοδήματα και οι ευκαιρίες κατανέμονται άνισα στον γεωγραφικό και κοινωνικό χώρο. Τα ζητήματα της περιφερειακής ανάπτυξης δεν αποτελούν απλώς τεχνικό ή αναπτυξιακό πρόβλημα, αλλά πρωτίστως ζήτημα ισότιμης διαχείρισης και δίκαιης κατανομής των ευκαιριών μεταξύ των πολιτών μιας χώρας και των περιφερειών της.

     Στη συνέχεια αναλύονται τα πενθημόρια των εισοδημάτων σε περιφερειακό επίπεδο.  Ο συγκεκριμένος δείκτης, χρησιμοποιεί  τη διαίρεση του πληθυσμού σε πέντε ίσες εισοδηματικές ομάδες, τα λεγόμενα πενθημόρια εισοδήματος (quintiles). Κάθε πενθημόριο αντιστοιχεί στο 20% του πληθυσμού και προκύπτει από την κατάταξη των ατόμων ή των νοικοκυριών βάσει του εισοδήματός τους. Το πρώτο πενθημόριο περιλαμβάνει το φτωχότερο 20% του πληθυσμού, ενώ το πέμπτο πενθημόριο αντιστοιχεί στο πλουσιότερο 20%.

    Τα ενδιάμεσα πενθημόρια αποτυπώνουν τη σταδιακή μετάβαση από τα χαμηλότερα προς τα υψηλότερα εισοδηματικά επίπεδα, επιτρέποντας την ανάλυση της εισοδηματικής κατανομής και των ανισοτήτων σε περιφερειακό επίπεδο. Για τις ανάγκες της έρευνας αντλήθηκαν μικροδεδομένα της Έρευνας Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών (EU SILC) από την  Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) για το έτος 2022.

    Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ – Επεξεργασία Μικροδεδομένων EU-SILC

    Πρώτο εισοδηματικό πενθημόριο

    Η κατανομή του πληθυσμού στο πρώτο εισοδηματικό πενθημόριο αποκαλύπτει τις περιφέρειες όπου η φτώχεια και η οικονομική επισφάλεια αποτελούν δομικό χαρακτηριστικό. Στο μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδος (πλην των περιφερειών Αττική, Κρήτη, Νότιο Αιγαίο, Θεσσαλία), παρατηρείται υπερσυγκέντρωση πληθυσμού στα χαμηλότερα εισοδήματα, γεγονός που αντανακλά την παγίωση της φτώχειας και αναπαραγωγή των ανισοτήτων σε περιφερειακό επίπεδο, ενισχύοντας τον κίνδυνο κοινωνικού αποκλεισμού  θέτοντας σε κίνδυνο την περιφερειακή κοινωνική συνοχή.

    Πέμπτο εισοδηματικό πενθημόριο

    Το πέμπτο εισοδηματικό πενθημόριο αναδεικνύει με τον πιο καθαρό τρόπο τη χωρική συγκέντρωση του πλούτου. Η Αττική ξεχωρίζει έντονα, καθώς συγκεντρώνει δυσανάλογα μεγάλο μερίδιο του πληθυσμού στα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα, επιβεβαιώνοντας τον κυρίαρχο ρόλο της ως οικονομικού και παραγωγικού κέντρου της χώρας. Η συγκέντρωση αυτή δεν είναι τυχαία, αλλά αποτέλεσμα της άνισης κατανομής επενδύσεων, θέσεων υψηλής εξειδίκευσης, διοικητικών λειτουργιών και πρόσβασης σε δίκτυα ευκαιριών.

    Στον αντίποδα, οι περισσότερες περιφέρειες εμφανίζουν περιορισμένη παρουσία στο πέμπτο πενθημόριο, γεγονός που υποδηλώνει ότι η οικονομική ανάκαμψη και η αύξηση των ανώτερων εισοδημάτων δεν διαχέονται ισόρροπα στον Ελλαδικό χώρο. Ακόμη και περιφέρειες με τουριστική ή αστική ανάπτυξη αδυνατούν να προσεγγίσουν τα επίπεδα της Αττικής, επιβεβαιώνοντας ότι η συσσώρευση πλούτου παραμένει ισχυρά κεντροποιημένη.

    Συμπεραίνοντας η αντιπαραβολή του πρώτου με το πέμπτο πενθημόριο αποτυπώνει μια βαθιά ασύμμετρη και άνιση περιφερειακή πραγματικότητα. Από τη μία, περιφέρειες εγκλωβισμένες στα χαμηλότερα εισοδήματα και, από την άλλη, η πρωτεύουσα με τις νησιωτικές περιφέρειες. Η εικόνα αυτή αναγνωρίζει ότι οι εισοδηματικές ανισότητες στην Ελλάδα δεν είναι μόνο κοινωνικές, αλλά και χωρικές, και συνδέονται άμεσα με τις επιλογές αναπτυξιακής πολιτικής. Η απουσία ουσιαστικής σύγκλισης μεταξύ των περιφερειών θέτει με σαφήνεια το ζήτημα της περιφερειακής δικαιοσύνης.

    Τα στοιχεία υπογραμμίζουν ότι οι κοινωνικές ανισότητες στην Ελλάδα έχουν και γεωγραφικό πρόσημο. Τοπού ζει κανείς εξακολουθεί να καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το επίπεδο διαβίωσής του. Όσο οι περιφερειακές αποκλίσεις παραμένουν, ο χώρος θα συνεχίζει να λειτουργεί ως μηχανισμός παραγωγής ανισοτήτων.

  • Ημερίδα Ινστιτούτου ΕΝΑ: Απέναντι στον τραμπισμό

    Ημερίδα Ινστιτούτου ΕΝΑ: Απέναντι στον τραμπισμό

    Απέναντι στον τραμπισμό: Προκλήσεις και (αντι)στάσεις σε μια νέα διεθνή πραγματικότητα

    Η δεύτερη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ σηματοδοτεί ένα σημείο καμπής για ολόκληρο τον πλανήτη, καθώς οι ΗΠΑ εγκαταλείπουν το φιλελεύθερο μεταπολεμικό μοντέλο για να υιοθετήσουν τις επιταγές μιας Realpolitik. Η στροφή αυτή, που υπαγορεύεται από το δόγμα Make Amerika Great Again (MAGA), πυροδοτεί ευρύτερες γεωπολιτικές ανακατατάξεις, αναδιατάσσοντας τους συσχετισμούς δύναμης σε ένα διαρκές παίγνιο μηδενικού αθροίσματος με νικητές και ηττημένους. Την ίδια στιγμή, η επιστροφή του προστατευτισμού και του οικονομικού εθνικισμού, με αιχμή του δόρατος της αμερικανικής οικονομικής πολιτικής την επιβολή δασμών σε εισαγόμενα προϊόντα, αλλάζει άρδην τους συσχετισμούς στην παγκόσμια οικονομία. Το διεθνοπολιτικό μοντέλο της πολυμέρειας και της διεθνούς συνεργασίας για την αντιμετώπιση των κρίσεων και των παγκόσμιων προκλήσεων εγκαταλείπεται, οι κανόνες του διεθνούς δικαίου καταπατώνται βάναυσα και ο ρόλος των διεθνών οργανισμών υπονομεύεται συστηματικά, προς όφελος του δικαίου του ισχυρού. Την ίδια ώρα, η δίδυμη πρόκληση της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης αναζητά συλλογικές απαντήσεις, σε ένα περιβάλλον διαρκούς όξυνσης των ανταγωνισμών.

    Ταυτόχρονα, ο τραμπισμός μετατρέπεται σε κυρίαρχη πολιτική, πολιτισμική και επικοινωνιακή πρακτική, που αψηφά επιδεικτικά τους κανόνες, παραβιάζει κατάφωρα το κράτος δικαίου, ενισχύει απροκάλυπτα τον μεγάλο πλούτο και περιθωριοποιεί μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, διευρύνοντας τις ανισότητες τόσο στην αμερικανική κοινωνία όσο και σε διεθνές επίπεδο.

    Στόχος της ημερίδας που διοργανώνει το Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ, αύριο Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026 (16:30-21:00) στην αίθουσα «Γεώργιος Καράντζας» της ΕΣΗΕΑ (Ακαδημίας 20, Αθήνα – 1ος όροφος) είναι να απαντήσει σε μία σειρά από κρίσιμα ερωτήματα: Ποιοι είναι οι νέοι ανταγωνισμοί και οι καινούριοι συσχετισμοί δύναμης που διαμορφώνει η αμερικανική πολιτική και πώς μπορεί να πλοηγηθεί στο νέο διεθνές περιβάλλον μια χώρα όπως η Ελλάδα; Ποια μπορεί να είναι μια προοδευτική απάντηση στην επιστροφή του οικονομικού εθνικισμού και πώς μπορεί να αμυνθεί η Αριστερά απέναντι στον κλιματικό σκεπτικισμό του τραμπισμού; Με ποια εργαλεία μπορούμε να κατανοήσουμε τον κόσμο που οικοδομεί η πολιτική του τραμπισμού πώς επηρεάζουν οι πλατφόρμες της ψηφιακής ολιγαρχίας τη μάχη των ιδεών; Ποια είναι τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά της πολιτικής πρακτικής του τραμπικού αυταρχισμού και πώς μπορούν οι φιλελεύθερες δημοκρατίες να θωρακιστούν έναντι της επέλασης του αντιδημοκρατικού καπιταλισμού; Ποιες είναι οι εκλεκτικές συγγένειες του τραμπισμού με τη συντηρητική ιδεολογία και τον φασισμό και πώς επηρεάζονται τα κομματικά συστήματα από την άνοδο του ακροδεξιού λαϊκισμού;  

    [Πρόγραμμα ημερίδας]

    [16:30] Έναρξη προσέλευσης

    1ο θεματικό τραπέζι [17:00–18:10] 

    Γεωπολιτικές αναδιατάξεις και η θέση της Ελλάδας και της Ευρώπης

    Συμμετέχουν:

    • Πέτρος Βαμβακάς, αναπληρωτής καθηγητής Τμήματος Πολιτικών Επιστημών & Διεθνών Σχέσεων, Emmanuel College, Διευθυντής στο Ινστιτούτο Μελετών Ανατολικής Μεσογείου, μέλος Γνωμοδοτικού Συμβουλίου ΕΝΑ
    • Μαριλένα Κοππά, καθηγήτρια Συγκριτικής Πολιτικής του Τμήματος Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών, Πάντειο Πανεπιστήμιο, μέλος Γνωμοδοτικού Συμβουλίου ΕΝΑ
    • Σωτήρης Ρούσσος, καθηγητής Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, επιστημονικός υπεύθυνος Κέντρου Μεσογειακών, Μεσανατολικών & Ισλαμικών Σπουδών (ΚΕΜΜΙΣ), μέλος Γνωμοδοτικού Συμβουλίου ΕΝΑ

    Συντονιστής: Πάνος Χαρίτος, δημοσιογράφος

    2ο θεματικό τραπέζι [18:15–19:25]

    Τραμπισμός και σύγχρονες προκλήσεις: Παγκόσμια οικονομική διακυβέρνηση, ψηφιακή μετάβαση και κλιματική προσαρμογή 

    Συμμετέχουν:

    • Ολιβιέ Βαρδακούλιας, οικονομολόγος CAN Europe, επιστημονικός συνεργάτης ΕΝΑ
    • Δώρα Κοτσακά, συντονίστρια Παρατηρητηρίου Κοινών ΕΝΑ, αναπληρώτρια συντονίστρια Ινστιτούτου Αλέξης Τσίπρας
    • Λόης Λαμπριανίδης, εκτελεστικός διευθυντής Πάντειο Πανεπιστήμιο, αφ. καθηγητής ΠΑΜΑΚ, μέλος Γνωμοδοτικού Συμβουλίου ΕΝΑ
    • Μανόλης Μανιούδης, επίκουρος καθηγητής Τμήματος Οικονομικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Πατρών, επιστημονικός συνεργάτης ΕΝΑ

    Συντονίστρια: Νικόλ Λειβαδάρη, διευθύντρια ενημέρωσης, Ναυτεμπορική TV

    3ο θεματικό τραπέζι [19:30–20:40]

    Ο τραμπισμός ως πολιτική πρακτική: Ιδεολογικές πρακτικές και (αντι)στάσεις

    Συμμετέχουν:

    • Αναστασία Βενετή, αναπληρώτρια καθηγήτρια Πολιτικής Επικοινωνίας, Bournemouth University
    • Κώστας Ελευθερίου, συντονιστής Κύκλου Πολιτικής Ανάλυσης ΕΝΑ, επίκουρος καθηγητής Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης ΔΠΘ
    • Χρύσανθος Τάσσης, αναπληρωτής καθηγητής Τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής ΔΠΘ, μέλος Γνωμοδοτικού Συμβουλίου ΕΝΑ
    • Άγγελος Χρυσόγελος, αναπληρωτής καθηγητής διεθνών σχέσεων, London Metropolitan University

    Συντονίστρια: Ελένη Σταματούκου, δημοσιογράφος, ανταποκρίτρια στο Balkan Insight

    [Πληροφορίες εκδήλωσης]

    Ημερομηνία: Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2026

    Κτίριο ΕΣΗΕΑ – Αίθουσα «Γεώργιος Καράντζας», 1ος όροφος (Ακαδημίας 20, Αθήνα)

    Συνολική διάρκεια εκδήλωσης: 16:30 – 21:00

    Η είσοδος στην εκδήλωση είναι ελεύθερη, δεν απαιτείται εγγραφή

    Δίνεται βεβαίωση σε φοιτητές/ριες εφόσον ζητηθεί

  • Το μεταναστευτικό-προσφυγικό ζήτημα στον δημόσιο λόγο: Αιχμές και προκλήσεις για μια ορθολογική προσέγγιση

    Το μεταναστευτικό-προσφυγικό ζήτημα στον δημόσιο λόγο: Αιχμές και προκλήσεις για μια ορθολογική προσέγγιση

    *Του Παύλου Νεράντζη

    Το μεταναστευτικό–προσφυγικό ζήτημα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα τελευταία τριάντα χρόνια, αποτελεί βασική συνιστώσα  του δημόσιου λόγου, συνδυάζοντας γεωπολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές, νομικές και ανθρωπιστικές διαστάσεις.

    Η Ελλάδα, ως χώρα πρώτης γραμμής στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ, επωμίζεται ιδιαίτερα αυξημένο βάρος, γεγονός που καταγράφεται συστηματικά στα στοιχεία της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες.

    Ο δημόσιος διάλογος, όπως αποτυπώνεται στον λόγο των πολιτικών δυνάμεων, στα κυρίαρχα ΜΜΕ και στα social media, αρθρώνεται γύρω από δύο κυρίαρχες και συχνά αντιπαρατιθέμενες αφηγήσεις: την ανθρωπιστική, που εδράζεται στο διεθνές δίκαιο και στις συνθήκες προστασίας προσφύγων, και τον λόγο της ασφάλειας, που επικαλούνται συντηρητικές ή/και ακροδεξιές κυβερνήσεις. Ταυτόχρονα η ρητορική του μίσους, που καλλιεργείται όχι μόνον από την Ακροδεξιά και  στηρίζεται στον αρχέγονο φόβο για τον Άλλο, τον ξένο και στη φτωχοποίηση ευρύτερων κοινωνικών ομάδων, τροφοδοτεί ανησυχίες στους γηγενείς για τη συρρίκνωση των δικαιωμάτων και την αλλοίωση της πολιτισμικής τους ταυτότητας, ιδίως όταν οι νεοαφιχθέντες είναι αλλόθρησκοι.

    Σε αυτό το πλαίσιο αναπτύσσονται ψευδείς ή παραπλανητικές αναπαραστάσεις, που επηρεάζουν τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Η γλώσσα που χρησιμοποιείται δημιουργεί συγκεκριμένες εικόνες, άλλοτε φοβικές κι άλλοτε συμπονετικές. Στερεότυπα όπως οι όροι «λαθρομετανάστες», «εισβολείς», «κίνδυνος για τη δημόσια υγεία», «εν δυνάμει τρομοκράτες» αναπαράγονται στη δημόσια σφαίρα, παρότι αντιβαίνουν σε διεθνείς συνθήκες, σε πορίσματα ερευνών και στα ίδια τα στατιστικά δεδομένα. Και η επιλογή εικόνων (βάρκες στο Αιγαίο, πολυπληθή κέντρα φιλοξενίας, κ.ά.) ενισχύει αντίστοιχα συναισθήματα συλλογικής απειλής ή ευαισθησίας.

    Η πλειονότητα όσων φθάνουν στην Ευρώπη και στην Ελλάδα προέρχονται από ζώνες πολέμου, πολιτικής αστάθειας ή ακραίας φτώχειας, όπου δεν γίνονται σεβαστά τα ανθρώπινα δικαιώματα και, συνεπώς, δικαιούνται διεθνούς προστασίας. Επιπλέον, η έννοια της «μονομερούς πίεσης» στην Ελλάδα καταρρίπτεται από τα στοιχεία: εκατομμύρια πρόσφυγες φιλοξενούνται σε χώρες της Ασίας, της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής.

    Η Ευρωπαϊκή Ένωση, παρότι προσφέρει στήριξη μέσω χρηματοδοτήσεων και προγραμμάτων, μεταφέρει σε μεγάλο βαθμό την ευθύνη διαχείρισης στις χώρες πρώτης γραμμής, όπως η Ελλάδα, γεγονός που τροφοδοτεί έναν λόγο περί «εγκατάλειψης».

    Ταυτόχρονα όπως αποδεικνύεται από σειρά μέτρων που λαμβάνει, αλλά και το Νέο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, η ΕΕ συμπεριφέρεται με τρόπο υποκριτικό: από τη μία πλευρά, υποδαυλίζει ή/και συμμετέχει σε πολέμους σε τρίτες χώρες. Και από την άλλη, κλείνει τα σύνορά της και επιστρέφει τους δικαιούχους διεθνούς προστασίας σε χώρες που αποδεδειγμένα είναι ανασφαλείς, παραβιάζοντας το Ενωσιακό Δίκαιο και διεθνείς συνθήκες.

    Οι πραγματικοί παράγοντες που τροφοδοτούν τις μετακινήσεις πληθυσμών περιλαμβάνουν ένοπλες συγκρούσεις, γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς, νεοαποικιοκρατικές πρακτικές εκμετάλλευσης πόρων, καθώς και την κλιματική κρίση. Παράλληλα, η απουσία ασφαλών και νόμιμων οδών μετακίνησης ενισχύει τη δράση κυκλωμάτων διακίνησης. Τα ΜΜΕ, ελληνικά και διεθνή, διαδραματίζουν κομβικό ρόλο στην οικοδόμηση αφηγήσεων, συχνά συμβάλλοντας στην αναπαραγωγή φόβου και μισαλλοδοξίας.

    Τελικά, το μεταναστευτικό-προσφυγικό στη δημόσια σφαίρα εργαλειοποιείται για πολιτικούς λόγους, συσκοτίζοντας την ουσία του: ότι πρόκειται πρωτίστως για ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, διεθνούς ευθύνης και διαχείρισης των αιτιών που γεννούν τις μετακινήσεις ανθρώπων. Ο δημόσιος λόγος λειτουργεί ως πεδίο σύγκρουσης αλλά και διαπραγμάτευσης αυτών των αξιών.

    Η μελλοντική του εξέλιξη θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τις μεταναστευτικές ροές, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο η πολιτική τάξη, τα ΜΜΕ και η κοινωνία θα επιλέξουν να μιλήσουν γι’ αυτό.

    Όλο το άρθρο εδώ

  • Ινστιτούτο ΕΝΑ: Η απασχόληση στην Ελλάδα δεν μειώνει τη φτώχεια

    Ινστιτούτο ΕΝΑ: Η απασχόληση στην Ελλάδα δεν μειώνει τη φτώχεια

    Το ποσοστό του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού είναι μια από τις σημαντικότερες κοινωνικές στατιστικές που υπολογίζει η Eurostat και στηρίζεται σε τρία κριτήρια: το εισόδημα να είναι χαμηλότερο από το 60% του διάμεσου εισοδήματος, ή να στερείται τουλάχιστον 7 από 13 κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών ή να ζει σε νοικοκυριό με απασχόληση κάτω από 20% της πλήρους απασχόλησης.

    Σε γενικές γραμμές, η εξέλιξη του δείκτη συνδέεται αντίστροφα με την απασχόληση καθώς από εκεί προέρχονται τα εισοδήματα των περισσότερων νοικοκυριών. Σύμφωνα με το διάγραμμα 1, η βασική αιτία της μείωσης του ποσοστού φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού στον ενήλικο πληθυσμό της χώρας μας (πηγή: Eurostat) είναι η αύξηση του ποσοστού απασχόλησης (πηγή: Eurostat). Σημειώνεται ότι τα ποσοστά φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού αφορούν το προηγούμενο έτος από εκείνο που εμφανίζεται στα επίσημα στοιχεία και έχουν προσαρμοστεί στα διαγράμματα που ακολουθούν.

    Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι πως η αντίστροφη σχέση δεν φαίνεται να τηρείται εξίσου συστηματικά στο σύνολο της δεκαετίας 2014-2023.

    • Από το 2014 μέχρι το 2019 το ποσοστό απασχόλησης αυξήθηκε κατά 4,9 ποσοστιαίες μονάδες (από 38,1% σε 43%) και το ποσοστό φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού μειώθηκε κατά 4,2 μονάδες (από 30,8% σε 26,6%).
    • Από το 2019 μέχρι το 2023 το ποσοστό απασχόλησης αυξήθηκε κατά 3,4 μονάδες (στο 46,4%) αλλά το ποσοστό φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού μειώθηκε κατά μόλις 0,2 μονάδες (στο 26,4%).

    Αξίζει να εξετάσουμε τα πιο λεπτομερή στοιχεία ώστε να αποκτήσουμε μια καλύτερη εικόνα της κατάστασης και να προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε γιατί η δημιουργία θέσεων εργασίας δεν συμβάλλει όσο κατά το παρελθόν στη μείωση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.

    Το διάγραμμα 2 δείχνει τα ποσοστά φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού στο σύνολο του πληθυσμού, στους απασχολούμενους και τους μη απασχολούμενους.

    Το πρώτο και αναμενόμενο στοιχείο που παρατηρούμε είναι ότι το ποσοστό φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού των απασχολούμενων είναι πολύ χαμηλότερο από εκείνο των μη απασχολούμενων. Αυτός είναι, βέβαια, ο λόγος που η αύξηση της απασχόλησης μειώνει το συνολικό ποσοστό φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού.

    Το δεύτερο και πιο ενδιαφέρον όμως στοιχείο είναι η εξέλιξη του ποσοστού φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού των απασχολούμενων. Από το 2014 μέχρι το 2019 το ποσοστό αυτό μειώθηκε κατά 4,8 ποσοστιαίες μονάδες (από 21% σε 16,2%) αλλά από το 2019 μέχρι το 2023 όχι μόνο δεν μειώθηκε αλλά παρουσίασε οριακή αύξηση κατά 0,2 μονάδες (στο 16,4%).

    Το τρίτο στοιχείο είναι η εξέλιξη του ποσοστού φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού των μη απασχολούμενων που μειώθηκε κατά 2,7 μονάδες μεταξύ 2014 και 2019 (από 37,2% σε 34,5%) αλλά αυξήθηκε κατά 1 μονάδα μεταξύ 2019 και 2023 (στο 35,5%).

    Συμπερασματικά, μετά το 2019 υπάρχει αύξηση του ποσοστού φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού τόσο στους απασχολούμενους όσο και στους μη απασχολούμενους και η μείωση στο σύνολο του πληθυσμού οφείλεται αποκλειστικά στη σχετική αύξηση των απασχολούμενων έναντι των μη απασχολούμενων. Η συνεισφορά της αύξησης της απασχόλησης στη μείωση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού έχει εξασθενίσει αισθητά και αυτό πιθανότατα αφορά περισσότερο την ποιότητα (και τις αμοιβές) και λιγότερο την ποσότητα των θέσεων εργασίας που δημιουργούνται.

  • Ημερίδα Ινστιτούτου ΕΝΑ και Νίκου Πουλαντζά

    Ημερίδα Ινστιτούτου ΕΝΑ και Νίκου Πουλαντζά

    Η τέχνη και ο πολιτισμός υπό επιτήρηση: Μορφές και μηχανισμοί χειραγώγησης στον 21ο αιώνα

    Το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ, διοργανώνουν σήμερα Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2025, στη Δημοτική Αγορά Κυψέλης, στις 17:30, ημερίδα με θέμα «Η τέχνη και ο πολιτισμός υπό επιτήρηση: μορφές και μηχανισμοί χειραγώγησης στον 21ο αιώνα».

    Ερευνητές και καλλιτέχνες αναζητούν τις μορφές των απειλών και των απαγορεύσεων, με τις οποίες έρχεται αντιμέτωπη σήμερα η καλλιτεχνική έκφραση και συζητούν με το κοινό τρόπους αντίστασης απέναντι στη χειραγώγηση και τον περιορισμό της καλλιτεχνικής ελευθερίας.

    Δύο Θεματικά Πάνελ

    Πρώτο πάνελ (17:30): Τι απειλεί την τέχνη σήμερα; Μορφές χειραγώγησης πέραν της λογοκρισίας

    Το πρώτο πάνελ θα εστιάσει στις σύγχρονες – άμεσες και έμμεσες – μορφές χειραγώγησης της τέχνης και του πολιτισμού, οι οποίες, αντί της άμεσης λογοκρισίας και απαγόρευσης, κινητοποιούν πιο σύνθετους και αδιόρατους μηχανισμούς, προκειμένου να ελέγξουν και να κατευθύνουν την καλλιτεχνική δημιουργία. Η αγορά της τέχνης και η πολιτιστική βιομηχανία, η χρήση της τέχνης ως όργανο «ήπιας ισχύος» προκειμένου να προβληθούν συγκεκριμένες θεματικές και να αποκλειστούν άλλες, οι ψηφιακές πλατφόρμες και το πολιτιστικό μάρκετινγκ, η εργαλειοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς για την ενίσχυση εθνικών ή θρησκευτικών ταυτοτήτων, καθώς και οι κάθε μορφής εξαρτήσεις και θεσμικά φίλτρα περιλαμβάνονται στα ερωτήματα που θα τεθούν.

    Συμμετέχουν: Γεωργία Λαλέ (Εικαστικός-Ακτιβίστρια), Μήτσος Μπιλάλης (Ιστορικός, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας), Θούλη Μισιρλόγλου (Καλλιτεχνική Διευθύντρια του ΜΟΜus- Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης), Μάρθα Μπουζιούρη (Σκηνοθέτρια, Τμήμα Θεάτρου ΑΠΘ), Δημήτρης Πλάντζος (Καθηγητής Αρχαιολογίας, ΕΚΠΑ).

    Συντονιστής: Αντώνης Λιάκος (Ομότιμος Καθηγητής Ιστορίας, ΕΚΠΑ).

    Δεύτερο πάνελ (20:00): Η λογοκρισία στην τέχνη

    Το δεύτερο πάνελ θα παρουσιάσει συγκεκριμένες πρακτικές λογοκρισίας στις εικαστικές τέχνες, στον κινηματογράφο, στη μουσική και στο θέατρο.  Πανεπιστημιακοί και καλλιτέχνες από διαφορετικά πεδία της καλλιτεχνικής δημιουργίας θα μοιραστούν προσωπικές εμπειρίες, θα παρουσιάσουν ιστορικά και σύγχρονα παραδείγματα λογοκρισίας και θα συζητήσουν τις συνέπειες της στη δημοκρατία και την κοινωνία. Τα κεντρικά ερωτήματα του πάνελ αυτού σχετίζονται τόσο με την πολιτική και θεσμική λογοκρισία όσο και με την κοινωνική λογοκρισία και την αυτολογοκρισία, ενώ δεν παραλείπονται τα θέματα της αντίστασης της τέχνης ως πεδίου πολιτικού και ηθικού αγώνα.

    Συμμετέχουν: Άκης Έβενης (Παραγωγός Ραδιοφωνικών Προγραμμάτων), Θανάσης Ζερίτης (Σκηνοθέτης-Ηθοποιός), Νεφέλη Μαϊστράλη (Ηθοποιός, Δραματουργός, Συγγραφέας), Πηνελόπη Πετσίνη (Φωτογράφος, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής), Πάρις Ρούπος (Stand Up Κωμικός), Δημήτρης Χριστόπουλος (Καθηγητής Πολιτειολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο).

    Συντονίστρια: Μαριλένα Κατσίμη (Δημοσιογράφος).

    Παράλληλα με τις συζητήσεις των δύο πάνελ, θα ακουστούν λογοκριμένα τραγούδια από το ελληνικό και το ξένο μουσικό ρεπερτόριο, τα οποία σε διάφορες ιστορικές στιγμές απαγορεύτηκαν ή υπέστησαν λογοκρισία λόγω του πολιτικού ή κοινωνικού τους περιεχομένου (επιμέλεια: Άκης Έβενης).

    Επιπλέον, θα πραγματοποιηθεί έκθεση περιστατικών εικαστικής λογοκρισίας, η οποία θα παρουσιάσει ντοκουμέντα και μαρτυρίες από περιπτώσεις καλλιτεχνικών έργων που υπέστησαν λογοκρισία ή απαγορεύτηκαν στην Ελλάδα, αναδεικνύοντας τη σχέση μεταξύ εξουσίας, ιδεολογίας και καλλιτεχνικής δημιουργίας. (επιμέλεια: Πηνελόπη Πετσίνη, στο πλαίσιο του έργου ΕΛΙΔΕΚ ‘’CIVIL’’).

    Η ημερίδα επιδιώκει να αναδείξει τα κρίσιμα διακυβεύματα της εποχής μας που αφορούν τη σχέση πολιτισμού, τέχνης και δημοκρατίας. Στόχος είναι να ανοίξει ένας ουσιαστικός δημόσιος διάλογος για την υπεράσπιση της ελευθερίας της έκφρασης, την προστασία της καλλιτεχνικής δημιουργίας από κάθε μορφή χειραγώγησης και τη δημιουργία συνθηκών που επιτρέπουν στην τέχνη να ανθίζει ελεύθερα και να συμβάλλει στην κριτική σκέψη και τη δημοκρατική κουλτούρα.

    Είσοδος ελεύθερη

    Πληροφορίες

    • Ημερομηνία: Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2025
    • Ώρα: 17:30 – 22:00
    • Τόπος: Δημοτική Αγορά Κυψέλης
    • Συνδιοργάνωση: Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς – Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ


    Την εκδήλωση θα προλογίσουν, εκ μέρος του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς, η Μαρία Ρεπούση, Ιστορικός και Διευθύντρια του Ινστιτούτου και εκ μέρους του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ, ο Κώστας Στρατής, Συντονιστής Κύκλου Πολιτισμικής Πολιτικής και πρώην Υφυπουργός. 

  • Ινστιτούτο ΕΝΑ: Έρευνα κοινής γνώμης

    Ινστιτούτο ΕΝΑ: Έρευνα κοινής γνώμης

    Ο διαπιστωμένος κατακερματισμός της (κεντρο)αριστερής αντιπολίτευσης είναι ενδεχομένως το πλέον δηλωτικό χαρακτηριστικό του κομματικού ανταγωνισμού σήμερα. Ο κατακερματισμός δεν υποδηλώνει μόνο κάποιες εσωτερικές διαφοροποιήσεις στο (κεντρο)αριστερό εκλογικό ακροατήριο, αλλά κυρίως την αδυναμία κάποιου από τα κόμματα του χώρου να λειτουργήσει σαν επισπεύδουσα δύναμη που θα διαμορφώσει τις προϋποθέσεις μιας διαδικασίας ενοποίησης η οποία θα οδηγήσει στη συγκρότηση της περιπόθητης εναλλακτικής απέναντι στο κυβερνών κόμμα.

    Στο πλαίσιο αυτό, η ανασύνθεση του χώρου της (κεντρο)Αριστεράς θέτει πάνω από όλα ερωτήματα γύρω από τους όρους βάσει των οποίων αυτή θα λάβει χώρα και των στοιχείων εκείνων που θα συνενώσουν τις διαφορετικές πολιτικές εκδοχές. Έχει, επομένως, ενδιαφέρον να διερευνήσουμε τις στάσεις των πολιτών –ειδικά όσων ευθυγραμμίζονται με μια αριστερή ή κεντροαριστερή ταυτότητα– γύρω από τις προτεραιότητες της Αριστεράς για το επόμενο διάστημα, τους όρους ανασύνθεσης του χώρου, αλλά και τη δυναμική των πολιτικών προσώπων του.

    Το Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ, σε συνεργασία με την εταιρεία ερευνών Prorata, διεξήγαγε έρευνα κοινής γνώμης με τίτλο «Το αριστερό ημισφαίριο και η ανασύνθεση της Αριστεράς»,σε συνέχεια αντίστοιχης έρευνας που είχε διεξαγάγει τον Φεβρουάριο του 2024. Στόχος της έρευνας είναι να εντοπίσει τάσεις και δυναμικές στο (κεντρο)αριστερό ακροατήριο σε σχέση με πολιτικές, ιδεολογικές ταυτότητες και πρόσωπα του χώρου, αλλά και το πώς οι (κεντρο)αριστεροί ψηφοφόροι τοποθετούνται σε κρίσιμα επίδικα της περιόδου. Στην έρευνα επιπλέον δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στο να διασταυρωθούν οι στάσεις των ερωτώμενων με τoν πολιτικοϊδεολογικό αυτοπροσδιορισμό, την πρόθεση ψήφου και την ηλικία έτσι ώστε να μελετηθούν συγκεκριμένες υποομάδες της κοινής γνώμης.

    Η συλλογή των δεδομένων έλαβε χώρα κατά το διάστημα 25 Σεπτεμβρίου – 2 Οκτωβρίου 2025.

    * Όλη η έρευνα εδώ

  • Από το συγκριτικό πλεονέκτημα στη γεωπολιτική ισχύ: Προκλήσεις για την Ελλάδα

    Από το συγκριτικό πλεονέκτημα στη γεωπολιτική ισχύ: Προκλήσεις για την Ελλάδα

    *Λόης Λαμπριανίδης

    Ζούμε αναμφίβολα σε μια εποχή βαθιών μεταβολών και παγκόσμιων προκλήσεων. Οι ισορροπίες που καθόρισαν τον μεταπολεμικό κόσμο ανατρέπονται, η παγκοσμιοποίηση μετασχηματίζεται, και η οικονομία της γνώσης διαπλέκεται πλέον με την πολιτική ισχύ. Πρέπει, λοιπόν, να κατανοήσουμε αυτές τις δραματικές εξελίξεις πριν επιχειρήσουμε να αρθρώσουμε σκέψεις για την πορεία της χώρας μας.

    Στο κείμενο που ακολουθεί θα αναφερθώ σε τρεις από τις μεγάλες προκλήσεις που καθορίζουν το διεθνές πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται η Ελλάδα και η Ευρώπη – και, στη συνέχεια, θα σκιαγραφήσω ορισμένες προτάσεις για τη θέση και τη στρατηγική της χώρας μας σε αυτόν τον νέο, ασταθή κόσμο.

    θα αναφερθώ σε τρεις από αυτές τις προκλήσεις.

    1η πρόκληση: Η προσπάθεια των ΗΠΑ να διατηρήσουν την ηγεμονία τους. Τις τελευταίες δεκαετίες η ανισότητα εισοδήματος και πλούτου έχει αυξηθεί εντυπωσιακά. Μια μικρή ελίτ ατόμων και επιχειρήσεων ελέγχει πλέον το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου πλούτου. Αντί να επενδύουν σε παραγωγή, τεχνολογίες ή υποδομές, οι οικονομικές ελίτ κατευθύνουν τα κεφάλαιά τους σε χρηματοπιστωτικά μέσα, ακίνητα και ψηφιακές τεχνολογίες που συνδέονται με τον έλεγχο της πληροφορίας και την αποκόμιση προσόδων. Αυτή η στροφή οδηγεί σε συγκέντρωση ισχύος και παγκόσμια ολιγοπώλια.

    Οι επενδύσεις αυτού του τύπου δεν ενισχύουν την πραγματική οικονομική ανάπτυξη ούτε δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας· αντίθετα, απορροφούν σημαντικό μέρος του παγκόσμιου πλεονάσματος και στερούν πόρους από τους παραγωγικούς τομείς, επιβραδύνοντας την ανάπτυξη και την καινοτομία.

    Το φαινόμενο αυτό ερμηνεύεται από τη θεωρία των «κύκλων της ηγεμονικής διαδοχής» (Braudel, Arrighi) και των μακρών κύκλων ανάπτυξης και στασιμότητας (Van Bavel). Η παγκόσμια ηγεμονία μεταβιβάζεται περιοδικά από ένα κυρίαρχο έθνος σε άλλο – από τη Βενετία και τη Γένοβα, στις Κάτω Χώρες, στη Βρετανία και τελικά στις ΗΠΑ – κάθε φορά ακολουθώντας κύκλο ανόδου, άνθησης και παρακμής λόγω υποεπένδυσης στην παραγωγή και υπερβολικής χρηματιστικοποίησης. Αυτή η φάση, το «φθινόπωρο του ηγεμόνα», χαρακτηρίζεται από αστάθεια και κερδοσκοπία. Σήμερα φαίνεται πως βιώνουμε το φθινόπωρο της αμερικανικής ηγεμονίας, όπως αποδεικνύουν και οι εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών.

    Ο σημερινός βασικός διεκδικητής της ηγεμονίας είναι η Κίνα. Η ασιατική χώρα, από τη δεκαετία του ’80, εξελίχθηκε σε «παγκόσμιο εργοστάσιο», αξιοποιώντας τη μεταφορά παραγωγής από τις αναπτυγμένες χώρες. Το ΑΕΠ των ΗΠΑ, 16,5 φορές μεγαλύτερο το 1990, είναι σήμερα μόλις 1,4. Το 2024 η Κίνα κατείχε 16,9% του παγκόσμιου ΑΕΠ, έναντι 26,5% των ΗΠΑ και ηγείται τεχνολογικά παγκοσμίως.

    Η συνειδητοποίηση ότι η οικονομική πολιτική των προηγούμενων δεκαετιών αποδυνάμωνε σταδιακά την αμερικανική ισχύ και ενίσχυε την Κίνα, οδήγησε τις ΗΠΑ – επί της πρώτης προεδρικής θητείας Τραμπ, με ρίζες ήδη στην εποχή Ομπάμα – στην πολιτική της «αποσύνδεσης» (decoupling) από την Κίνα, επιδιώκοντας τη διατήρηση της παγκόσμιας ηγεμονίας. Η στρατηγική αυτή συνεχίστηκε επί Μπάιντεν και εντείνεται σήμερα, υπό τον «Τραμπ 2.0».

    Ο Τραμπ κατά τη δεύτερη θητεία του, έως τώρα στοχεύει στη μείωση της ισοτιμίας του δολαρίου, ώστε να ενισχύσει τις επενδύσεις και να μειώσει το κόστος δανεισμού. Ωστόσο, αυτό δημιουργεί προβλήματα σε πλεονασματικές χώρες όπως η Κίνα, η Γερμανία και η Ιαπωνία, των οποίων οι εξαγωγές εξαρτώνται από την αμερικανική αγορά, αλλά και στις ίδιες τις ΗΠΑ, όπου οι χώρες αυτές επένδυαν τα κέρδη τους σε δολάρια καθώς απειλεί τη θέση του δολαρίου ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος – θεμέλιο της ισχύος τους.

    Μπροστά στην υπερχρέωση, δεν υπάρχει πλέον περιθώριο παράτασης των συνηθισμένων νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Οι επιλογές είναι τρεις: i) Αύξηση της φορολογίας του πλούτου, λύση σχεδόν αδύνατη για την κυβέρνηση Τραμπ 2.0 λόγω της ταξικής της σύνθεσης. ii) Περιορισμός της διεθνούς παρουσίας εξαιτίας της υποβάθμισης του Οργανισμού των ΗΠΑ για τη Διεθνή Ανάπτυξη (US Agency for International Development – USAID) και των κοινωνικών δαπανών στο πλαίσιο των περικοπών που επιβάλει το Υπουργείο Κυβερνητικής Αποτελεσματικότητας (Department of Government Efficiency – DOGE), που ήδη επιχειρείται, αλλά με κίνδυνο να υπονομεύσει την παγκόσμια ηγεμονία αλλά και την εσωτερική συνοχή των ΗΠΑ. iii) Μετακύλιση του κόστους όχι μόνο στους αντιπάλους, αλλά και στους συμμάχουςμέσω δασμών, ή υποχρέωσής τους να επενδύσουν στις ΗΠΑ ή επιβολής οικονομικών βαρών (π.χ. αύξηση πολεμικών δαπανών, εκβιασμοί κ.ά.).

    Η τελευταία επιλογή εφαρμόζεται, προσφέροντας βραχυπρόθεσμη σταθερότητα, αλλά αναπόφευκτα προκαλεί διεθνείς εντάσεις και απλώς μεταθέτει το πρόβλημα. Η συνέχιση της αμερικανικής ηγεμονίας εντείνει τις ανισότητες και την αστάθεια. Επείγει, λοιπόν, η υπέρβασή της και η αναζήτηση μιας νέας, πιο συνεργατικής πολυπολικής τάξης.

    2η πρόκληση: Κυριαρχία οικονομικών κολοσσών, που λειτουργούν ανεξέλεγκτα.  Τα δημοκρατικά δικαιώματα των πολιτών απειλούνται σήμερα από την κυριαρχία οικονομικών και τεχνολογικών μονοπωλίων που ελέγχουν τις βασικές υποδομές της σύγχρονης οικονομίας και διαπλέκονται στενά μεταξύ τους. Πέρα από τα δίκτυα κοινής ωφέλειας, κρίσιμη σημασία έχουν πλέον οι ψηφιακές υποδομές, οι οποίες ελέγχονται από ελάχιστες, κυρίως αμερικανικές εταιρείες – «σιαμαίες αδελφές» του αμερικανικού βαθέος κράτους. Οι πλατφόρμες αυτές λειτουργούν ως μονοπωλιακές αγορές: ένας μικρός επιχειρηματίας που επιχειρεί να προωθήσει ένα προϊόν στο διαδίκτυο εξαρτάται από τις ίδιες εταιρείες που καθορίζουν ποιο περιεχόμενο θα προβληθεί, απαιτώντας οικονομικό αντάλλαγμα για ορατότητα και πρόσβαση στο κοινό.

    Ο Τραμπ εκφράζει σήμερα τις ισχυρότερες μερίδες του αμερικανικού κατεστημένου – την πολεμική, ενεργειακή και τεχνολογική βιομηχανία, με κορμό τους κολοσσούς GAFAM (Google, Amazon, Facebook, Apple, Microsoft). Οι τεχνολογικοί ολιγάρχες, σε στενή σχέση με το Πεντάγωνο, συνθέτουν πλέον ένα «τεχνολογικό-χρηματιστικό σύμπλεγμα» που ελέγχει την οικονομία, τη ροή της πληροφορίας και τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης, αντίστοιχο του «στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος» που είχε επισημάνει ο Αϊζενχάουερ.

    Αυτό το φαινόμενο περιγράφεται ως «πολιτικός καπιταλισμός», δηλαδή ένα σύστημα όπου η οικονομική και πολιτική ελίτ συνεργάζονται για αμοιβαίο όφελος, παρακάμπτοντας τη δημοκρατική λογοδοσία. Στην κορυφή βρίσκονται επενδυτικοί γίγαντες όπως η BlackRock, η Vanguard και η State Street, που διαχειρίζονται κεφάλαια που αντιστοιχούν στο 20% του παγκόσμιου ΑΕΠ και ελέγχουν, μέσω διασταυρούμενων ιδιοκτησιών και δεσμών με την πολιτική τάξη, ένα παγκόσμιο ολιγοπώλιο με επίκεντρο τις ΗΠΑ – προς όφελος του πλουσιότερου 0,1% και εις βάρος της δημοκρατίας και της κοινωνικής ισότητας.

    3η πρόκληση: Το τέλος του συγκριτικού πλεονεκτήματος. Μεταβαίνουμε από την αλληλεξάρτηση στην ισχύ: Για δεκαετίες, η διεθνής κατανομή εργασίας βασιζόταν στο δόγμα του συγκριτικού πλεονεκτήματος, σύμφωνα με το οποίο κάθε χώρα εξειδικευόταν στους τομείς όπου είχε σχετική υπεροχή. Έτσι, οι ΗΠΑ επικεντρώνονταν στην προηγμένη τεχνολογία, ενώ οι λιγότερο αναπτυγμένες χώρες στην υλική παραγωγή, με χαμηλό εργατικό κόστος. Η άνοδος της Κίνας και οι αυξανόμενες παγκόσμιες ανισορροπίες, όπως τα ελλείμματα και τα χρέη των ΗΠΑ, οδήγησαν, επί Τραμπ 2.0, στην ανοιχτή αμφισβήτηση αυτού του μοντέλου. Η επιβολή δασμών σε συμμάχους και αντιπάλους, η αποχώρηση από διεθνείς συμφωνίες και ο εμπορικός πόλεμος με την Κίνα σηματοδοτούν τη μετάβαση από την άνιση συνεργασία στην πολιτική επιβολή και τον εξαναγκασμό.

    Οι εξελίξεις αυτές είχαν βαθιές επιπτώσεις στη διεθνή διακυβέρνηση. Ο μηχανισμός επίλυσης διαφορών του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) αποδυναμώθηκε, ενώ το πολυμερές εμπορικό σύστημα καταρρέει. Στη θέση ενός ενιαίου πλαισίου κανόνων αναδύεται ένα σύστημα που στηρίζεται στη διμερή διαπραγμάτευση με βάση την πολιτική ισχύ, όχι την ελεύθερη αγορά ή το διεθνές δίκαιο.

    Η επιδίωξη στρατηγικής αυτονομίας καθίσταται ολοένα δυσκολότερη, καθώς η συμμετοχή στις αλυσίδες αξίας εξαρτάται πλέον από γεωπολιτική «συμμόρφωση» καθώς και από τις εκάστοτε συμμαχίες. Όπως επισημαίνουν οι Farrell και Newman (2019), η «καταναγκαστική αλληλεξάρτηση» δείχνει πώς κράτη του κέντρου, όπως οι ΗΠΑ, αξιοποιούν κρίσιμους κόμβους των παγκόσμιων δικτύων για να επιβάλλουν παραχωρήσεις μέσω κυρώσεων, ελέγχων εξαγωγών και απειλών αποσύνδεσης (π.χ. απειλή για επιβολή δασμών 50% στη Βραζιλία εάν καταδικαστεί ο Μπολσονάρο -Bolsonaro tarrifs). Μια κατάσταση που ο Tooze (2021) παρομοιάζει με «διαπραγμάτευση με το πιστόλι στον κρόταφο».

    Στο νέο περιβάλλον, το διεθνές εμπόριο και οι αλυσίδες αξίας αναδιαρθρώνονται με γεωπολιτικά, όχι οικονομικά, κριτήρια. Η αποτελεσματικότητα υποχωρεί μπροστά στην πολιτική ευθυγράμμιση και οι αγορές υποτάσσονται στη στρατηγική ισχύ. Η στροφή αυτή σηματοδοτεί ρήξη με το νεοφιλελεύθερο αφήγημα: η παγκοσμιοποίηση μετατρέπεται από μοχλό ανάπτυξης σε μηχανισμό εξάρτησης, όπου η παραγωγή οργανώνεται βάσει ωμής κυριαρχίας και οπωσδήποτε όχι αμοιβαίου οφέλους.

    Η διατήρηση της αμερικανικής ηγεμονίας και η κυριαρχία των επιχειρηματικών κολοσσών που τη στηρίζουν συμβάλλουν καθοριστικά στη συνεχή υποβάθμιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία υποχωρεί σε όλα τα επίπεδα.

    Πρώτον, η οικονομική της ισχύς μειώνεται σταθερά: η συμμετοχή της στο παγκόσμιο ΑΕΠ από 28,8% το 1980 υποχώρησε σε 17% το 2024, ενώ οι επιδόσεις της στις τεχνολογίες αιχμής παραμένουν απογοητευτικές. Οι νέες, ετεροβαρείς συμφωνίες Τραμπ–Φον ντερ Λάιεν αναμένεται να επιδεινώσουν περαιτέρω τη θέση της ΕΕ.

    Δεύτερον, το αρχικό όραμα μιας ενωμένης και αυτόνομης Ευρώπης έχει αποδυναμωθεί. Η Ένωση αδυνατεί να λειτουργήσει ως γεωπολιτική δύναμη, υποχωρώντας και ηθικά. Η διγλωσσία της απέναντι στους πολέμους σε Ουκρανία και Γάζα έχει διαβρώσει τη διεθνή της αξιοπιστία. Οι κινήσεις της στο ρευστό γεωπολιτικό περιβάλλον με τα ψυχροπολεμικά χαρακτηριστικά αλλοιώνουν την ταυτότητα της ΕΕ, περιθωριοποιώντας τις ανθρωπιστικές αξίες, το διεθνές δίκαιο και την πολυμέρεια, ενώ η πολεμική οικονομία εμφανίζεται ως κύριος, αλλά ψευδεπίγραφος, μοχλός ανάπτυξής της.

    Τρίτον, η Ευρώπη γερνά και συρρικνώνεται: από το 20% του παγκόσμιου πληθυσμού το 1960, σήμερα αντιπροσωπεύει μόλις το 9,3%. Ο Τραμπ αντιμετωπίζει την Ευρώπη ως οικονομικό ανταγωνιστή και πολιτικά υποδεέστερη δύναμη. Η εποχή «Τραμπ 2.0» λειτουργεί ως καταλύτης: η Ευρώπη καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην υποταγή και σε μια ριζική ανανέωση βασισμένη στη δημοκρατία, την κοινωνική δικαιοσύνη και την τεχνολογική-πολιτική της αυτονομία.

    Σε αυτό το περιβάλλον, την ίδια ώρα, η Ελλάδα αντιμετωπίζει βαθιά δομικά προβλήματα: κοινωνία χαμηλής και φθίνουσας εμπιστοσύνης, αναπτυξιακό υπόδειγμα παραγωγικής υστέρησης, ολιγοπωλιακή οικονομία, έντονες κοινωνικές και περιφερειακές ανισότητες, καθώς και οικολογική και δημογραφική κρίση. Η δημοκρατική δυσλειτουργία, η αδιαφάνεια και η ολιγαρχική κυριαρχία συνθέτουν ένα περιβάλλον «τέλειας καταιγίδας», πάνω στο οποίο επικάθεται ένα πολιτικό σύστημα, ελάχιστης αξιοπιστίας και ανικανότητας στρατηγικού σχεδιασμού.

    Η εξωτερική πολιτική χαρακτηρίζεται από έλλειψη αυτόνομης στρατηγικής και άκριτη προσκόλληση στις επιλογές των ΗΠΑ και μιας υποχωρούσας ΕΕ. Η Ελλάδα λειτουργεί ως «παρακολούθημα» της αμερικανικής ηγεμονίας στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας, παραχωρώντας βάσεις χωρίς ουσιαστικά ανταλλάγματα και στηρίζοντας ανεπιφύλακτα την ισραηλινοαμερικανική στρατηγική, με κίνδυνο απομόνωσης από τον αραβικό κόσμο. Η ρήξη με τη Ρωσία, η αποστασιοποίηση από την Κίνα και η αδυναμία ανάπτυξης σχέσεων με τους BRICS+ στερούν πολύτιμες ευκαιρίες.

    Η χώρα ακολουθεί μοντέλο «φθηνής ανάπτυξης», με χαμηλούς μισθούς, περιορισμένη περιβαλλοντική προστασία και ελλιπή τεχνολογική αναβάθμιση, εγκλωβίζοντας την οικονομία στην «παγίδα μεσαίου εισοδήματος». Απαιτείται νέα στρατηγική: αύξηση της καινοτομίας και της προστιθέμενης αξίας, μείωση ανισοτήτων, ενίσχυση των ΜμΕ, δημόσιος έλεγχος στρατηγικών τομέων και αντιμετώπιση της κλιματικής και δημογραφικής κρίσης. Η μετάβαση σε νέο υπόδειγμα είναι δύσκολη: ισχυρά συμφέροντα αντιστέκονται, το πολιτικό σύστημα βαδίζει με στόχους αποκλειστικά βραχυπρόθεσμου ορίζοντα, ενώ ο εφησυχασμός που καλλιεργεί η κυβέρνηση και τα φιλικά ΜΜΕ θυμίζει την προ της κρίσης περίοδο, όταν η κοινωνία καθησυχάζονταν ότι «είμαστε θωρακισμένοι». Η μετάβαση προϋποθέτει έναν σταθερό κοινωνικοπολιτικό συνασπισμό για τεχνολογικό εκσυγχρονισμό, βιώσιμη ανάπτυξη και δημοκρατική ανασυγκρότηση.

    Το κράτος πρέπει να είναι στενά συνδεδεμένο με το δημιουργικό κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον, διατηρώντας θεσμοθετημένα κανάλια επικοινωνίας με την κοινωνία και τους οργανωμένους φορείς της.  Το νέο αναπτυξιακό κράτος, θα μπορεί να σχεδιάζει στοχευμένες αναπτυξιακές πολιτικές (industrial policies), διατηρώντας παράλληλα την αυτονομία του από ολιγαρχικές παρεμβάσεις, αλλά με συνεχή διάλογο και  εμπλοκή με τους κοινωνικούς φορείς. Απαραίτητη είναι η αξιοκρατική οργάνωση των δημόσιων υπηρεσιών και η ενίσχυση της «συλλογικής αναλυτικής ικανότητας» του κράτους, ώστε οι δημόσιες πολιτικές να στηρίζονται σε αξιόπιστα δεδομένα (evidence based policies).

    Η κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς, που κορυφώθηκε μετά τα Τέμπη, έχει λάβει επικίνδυνες διαστάσεις. Η ενίσχυση της θεσμικής λειτουργίας αποτελεί προϋπόθεση ανάπτυξης. Όπως επισημαίνουν οι Αcemoglu και Robinson, οι θεσμοί, δηλαδή οι κανόνες και οι οργανισμοί που διαμορφώνουν τις ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις, καθορίζουν τη μακροπρόθεσμη οικονομική επιτυχία των κρατών.

    Το κράτος οφείλει να είναι στενά συνδεδεμένο με το δημιουργικό κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον, διατηρώντας θεσμοθετημένα κανάλια επικοινωνίας με την κοινωνία και τους οργανωμένους φορείς της. Το νέο αναπτυξιακό κράτος πρέπει να σχεδιάζει στοχευμένες πολιτικές, διατηρώντας αυτονομία από ολιγαρχικές παρεμβάσεις, αλλά και ενεργό διάλογο με τους κοινωνικούς εταίρους. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η αξιοκρατική λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών και η ενίσχυση της «συλλογικής αναλυτικής ικανότητας» του κράτους, ώστε οι πολιτικές να στηρίζονται σε αξιόπιστα δεδομένα.

    Η κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, που κορυφώθηκε μετά τα Τέμπη, έχει λάβει επικίνδυνες διαστάσεις. Η αποκατάσταση της θεσμικής αξιοπιστίας αποτελεί προϋπόθεση ανάπτυξης. Όπως επισημαίνουν οι Αcemoglu και Robinson, οι θεσμοί – οι κανόνες που διέπουν τις ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις – καθορίζουν τη μακροπρόθεσμη επιτυχία των κρατών.

    Απαιτείται η δημιουργία Κέντρου Διακυβέρνησης για ολοκληρωμένο αναπτυξιακό προγραμματισμό, με αποστολή την αντιμετώπιση κρίσιμων προκλήσεων, όπως η πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, η κοινωνική συνοχή και το δημογραφικό. Το Κέντρο, με ισχυρή πολιτική θέση και διεπιστημονική σύνθεση, θα συντονίζει υπουργεία και φορείς για την επίτευξη κοινών στόχων. Χωρίς αυτό το επιτελικό κέντρο, η χώρα κινδυνεύει να πορευθεί χωρίς «πηδάλιο» σε συνθήκες παγκόσμιας αστάθειας.

    Η προτεινόμενη στρατηγική απαιτεί ενεργό ρόλο του κράτους στη βελτίωση της θέσης της χώρας στον διεθνή καταμερισμό εργασίας, αλλά και στη δημιουργία νέων εμπορικών σχέσεων με αναδυόμενες δυνάμεις όπως η Ινδία, η Κίνα και η Αφρική. Η Ελλάδα δεν μπορεί να εγκλωβιστεί στη λογική του στατικού συγκριτικού πλεονεκτήματος· χρειάζεται πολυδιάστατη διεθνή στρατηγική, που θα συνδυάζει γεωπολιτική ευελιξία και τεχνολογική καινοτομία.

    Η νέα φιλοσοφία δημόσιας πολιτικής πρέπει να στηρίζεται στη γνώση, την καινοτομία και τη συμμετοχή. Η κοινωνία των πολιτών πρέπει να ενδυναμωθεί μέσω συνεργασιών, συνεταιρισμών και συμπράξεων. Η συλλογική αδράνεια οφείλει να μετατραπεί σε ενεργή συμμετοχή – ευθύνη που ανήκει τόσο στην κυβέρνηση όσο και στην αντιπολίτευση.

    Δεν υπάρχουν αδιέξοδα. Παραδείγματα όπως η Κορέα, η Σιγκαπούρη και η Ιρλανδία δείχνουν ότι με σωστό σχεδιασμό και πολιτική βούληση είναι δυνατός ο μετασχηματισμός. Η Ελλάδα πρέπει να χαράξει τη δική της πορεία με αυτοπεποίθηση, στρατηγικό σχέδιο και διοίκηση που υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Παράλληλα, χρειάζεται συσπείρωση σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, για την αντιμετώπιση των καρτέλ, των ανισοτήτων, του περιορισμού της δημοκρατίας και της πολεμικής οικονομίας, προωθώντας ένα πολυπολικό σύστημα συνεργασίας – τη μόνη στρατηγικά βιώσιμη επιλογή σε οικονομικό, κοινωνικό και οικολογικό επίπεδο.

  • Πέρα από την κυβερνησιμότητα

    Πέρα από την κυβερνησιμότητα

    * Χάρις Τριανταφυλλίδου

    Λίγες ημέρες μετά την ολοκλήρωση της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, τα δημοσκοπικά δεδομένα καταδεικνύουν ότι ούτε η παρουσία του Πρωθυπουργού ούτε οι προγραμματικές προτεραιότητες των εκπροσώπων της ευρύτερης προοδευτικής αντιπολίτευσης ήταν αρκετές για να αντιστρέψουν το κλίμα πολιτικής δυσαρέσκειας που επικρατεί στο εκλογικό σώμα. Την ίδια στιγμή, η ομιλία του πρώην Πρωθυπουργού στο συνέδριο του Economist αναζωπύρωσε τις φήμες για τη δημιουργία ενός νέου, κεντρώου πολιτικού κόμματος από τον Αλέξη Τσίπρα στο προσεχές διάστημα.

    Στο πλαίσιο της συζήτησης για την επιστροφή του πρώην Πρωθυπουργού και την αδυναμία της Αριστεράς και των προοδευτικών δυνάμεων να αρθρώσουν μια εναλλακτική πολιτική πρόταση ικανή να ενεργοποιήσει το απόθεμα ψηφοφόρων του ευρύτερου αριστερού χώρου, το ζήτημα τίθεται σχεδόν αποκλειστικά με όρους συνάθροισης ποσοστών και κυβερνησιμότητας. Η εν λόγω προσέγγιση παραγνωρίζει ότι η εκλογική συμπεριφορά αποτελεί μονάχα ένα –αν και σημαντικό– τμήμα της πολιτικής συμπεριφοράς, η οποία διαμορφώνεται από στάσεις, αντιλήψεις και συναισθήματα. Προκειμένου να κατανοήσουμε τη συνολική κοινωνική κίνηση, οφείλουμε να εντάξουμε στην ανάλυσή μας στοιχεία που μας επιτρέπουν να αντιληφθούμε τις συνθήκες εντός των οποίων η εκλογική συμπεριφορά διαμορφώνεται. Εν προκειμένω, η πρόσφατη έρευνα του ΕΝΑ για την ποιότητα ζωής στην Ελλάδα και το Ευρωβαρόμετρο για τη Διαφθορά αποτελούν χρήσιμα εργαλεία για να κατανοήσουμε της συγκυρία εντός της οποίας εξελίσσεται ο κομματικός ανταγωνισμός και τις προοπτικές μετατόπισης ή ανατροπής των υφιστάμενων συσχετισμών δύναμης.

    Συγκρίνοντας την πιο πρόσφατη έρευνα για την ποιότητα της ζωής στην Ελλάδα με την αντίστοιχη του 2024, διαπιστώνουμε ότι τα κυρίαρχα συναισθήματα στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό παραμένουν και το 2025 η απογοήτευση και ο θυμός (απογοήτευση: 52% το 2025 έναντι 50% το 2024· θυμός: 36% το 2025 έναντι 38% το 2024). Μολονότι στον γενικό πληθυσμό της χώρας ο καταμερισμός των ήδη από το 2022 κυρίαρχων συναισθημάτων παραμένει σχετικά σταθερός, μεταξύ 2024 και 2025 παρατηρείται μια αξιοσημείωτη αύξηση του αισθήματος του θυμού από 36% σε 49% σε όσους/ες με έως 7.000 ευρώ έχουν ιδιαίτερα χαμηλό εισόδημα.

    Για να περιγράψει το ιδιαίτερο μείγμα αυτών των δύο συναισθημάτων, που από τις αρχές της δεκαετίας του 2010 είναι κυρίαρχο σε λευκούς άνδρες της εργατικής τάξης και των μεσαίων στρωμάτων στις ΗΠΑ, ο Αμερικανός κοινωνιολόγος Μ. Κίμελ εισάγει, στο βιβλίο του Angry White Men (2013), την έννοια του «θιγμένου δικαιώματος» (aggrieved entitlement). Η έννοια αυτή αναφέρεται στο αίσθημα οργισμένης αδικίας, το οποίο προκύπτει από τη διάσταση ανάμεσα στη βιωμένη πραγματικότητα και στις συνθήκες ζωής που τα υποκείμενα αντιλαμβάνονται ως δίκαιες και επιθυμητές. Στη δεύτερη έκδοση του βιβλίου, που κυκλοφόρησε το 2017, ο μελετητής διαπιστώνει πως, μολονότι την περίοδο διεξαγωγής της ποιοτικής έρευνάς του δεν το είχε συνειδητοποιήσει, το βιβλίο αποδείχθηκε ανάλυση της εκλογικής βάσης του Ντ. Τραμπ προτού ακόμα εκείνη συναντηθεί με το πολιτικό πρόσωπο που την εκπροσώπησε στο πεδίο του κομματικού ανταγωνισμού.

    Η εν λόγω διαπίστωση μας επιτρέπει να αναπτύξουμε μια διαφορετική ματιά στα δεδομένα για την ποιότητα ζωής στη Ελλάδα, όπως αποτυπώνονται στην έρευνα του ΕΝΑ, στην οποία μπορούμε να διακρίνουμε μια μεγάλη απόσταση μεταξύ ιδεατού και πραγματικού βιώματος: το 30% του γενικού πληθυσμού αντιλαμβάνεται το επίπεδο ζωή τους ως υποβαθμισμένο, ενώ το 19% ακόμα και ως ελλειμματικό και μόλις το 15% ως ανεκτό. Την ίδια στιγμή, αντιλαμβάνεται την ευημερία και την ευζωία ως απουσία οικονομικών ανησυχιών και ως συνθήκη ζωής με πρόσβαση σε ποιοτικά αγαθά και υπηρεσίες. Η εξασφάλιση των επιθυμητών συνθηκών που επιτρέπουν στους πολίτες να ζουν ευτυχισμένοι θεωρείται από τη συντριπτική πλειοψηφία (89%) υποχρέωση του κράτους. Παρά το γεγονός ότι η καθημερινότητα των πολιτών είναι επιβαρυμένη με ποικίλες προκλήσεις και προβλήματα, οι προσδοκίες τους ως προς τα χαρακτηριστικά μιας άνετης και ποιοτικής ζωής δεν φαίνεται να αναπροσαρμόζονται προς τα κάτω. Οι πολίτες εξακολουθούν να είναι σε θέση να περιγράψουν και να φανταστούν μια ζωή απαλλαγμένη από οικονομικό άγχος, ενώ το 70% δηλώνει ότι θα επιθυμούσε να απολαμβάνει προσωπική ελευθερία και αυτονομία. Η επίτευξη αυτών των συνθηκών δεν θεωρείται ότι εξαρτάται αποκλειστικά από τις ατομικές προσπάθειες, αλλά αποδίδεται σε ευρύτερους κοινωνικούς και θεσμικούς παράγοντες, οι οποίοι καλούνται να εξασφαλίσουν τις προϋποθέσεις που επιτρέπουν την ευημερία και την ευτυχία των ανθρώπων. Με άλλα λόγια, η αποτυπωμένη στα δεδομένα της έρευνας έλλειψη πίστης στην προοπτική βελτίωσης των συνθηκών ζωής των πολιτών δεν ερμηνεύεται ως φυσική κατάσταση των πραγμάτων. 

    Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η μεγάλη σημασία που αποδίδουν οι πολίτες στο πρόβλημα της διαφθοράς και της έλλειψης διαφάνειας. Σε αντιδιαστολή με το κυρίαρχο αφήγημα περί διαφθοράς, η τελευταία δεν αποτελεί πρωτίστως νομικό ζήτημα, αλλά πολιτικό, καθώς επιδρά θεμελιωδώς στους όρους οργάνωσης ηγεμονίας σε συνθήκες αστικής δημοκρατίας. Ο όρος «ηγεμονία» παραπέμπει στο γεγονός ότι οι υφιστάμενες εντός ενός κοινωνικού σχηματισμού σχέσεις εξουσίας δεν δύναται  να επιβάλλονται (κυρίως) με κατασταλτικά μέσα στις υποτελείς κοινωνικές ομάδες, αλλά οφείλουν εμφανίζονται ως νομιμοποιημένες, ακόμα και δίκαιες. Οι εγγεγραμμένες σε όλους τους κοινωνικούς σχηματισμούς αντιφάσεις και αδικίες δεν οδηγούν τελεολογικά στην κατάρρευση του εν λόγω συστήματος εξουσίας. Η επιβίωσή του εξαρτάται ουσιωδώς από τη δυνατότητα της κυρίαρχης τάξης να περιλάβει τα συμφέροντα άλλων ομάδων στο σχεδιασμό τους. Η εκπόνηση ενός αποτελεσματικού σχεδίου ηγεμονίας και οι όροι ένταξης και δέσμευσης μεγάλων τμημάτων του κοινωνικού συνόλου σε αυτούς, είναι πρωταρχική υποχρέωση των θεσμών του δημοκρατικού πολιτεύματος, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και τα πολιτικά κόμματα.

    «Διαφθορά σημαίνει ότι οι διοικητικές ή πολιτικές αποφάσεις των κυβερνητικών αρχών εξαγοράζονται αντί να λαμβάνονται βάσει της νομιμότητας των διαδικασιών που προβλέπονται επίσημα για το σκοπό αυτό. Η διαφθορά ακολουθεί τους ανεπίσημους νόμους της αγοράς, παρακάμπτοντας έτσι το κράτος δικαίου». Όταν βασικοί πυλώνες της λειτουργίας των θεσμών και του κράτους γίνονται αντιληπτοί ως διεφθαρμένοι, αποδυναμώνεται η νομιμοποίησή τους και περιορίζεται η ικανότητά τους να λειτουργήσουν ως οργανωτές και εγγυητές ενός δικαιοφανούς συμβιβασμού συμφερόντων και αναγκών.

    Οι ανησυχητικές διαστάσεις που έχει η εν λόγω αντίληψη στη χώρα μας αποτυπώνονται στο Ευρωβαρόμετρο για τη διαφθορά το οποίο δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 2025.  Κατατάσσοντας την Ελλάδα για ακόμη μια φορά στην πρώτη θέση μεταξύ των 27 χωρών-μελών της ΕΕ, 97% των Ελλήνων πολιτών θεωρούν ότι η διαφθορά είναι διαδεδομένη, υπερβαίνοντας σημαντικά τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ανέρχεται σε 69%. Τη στιγμή που ο μέσος ευρωπαϊκός όρος των πολιτών που δηλώνουν πως η ζωή τους επηρεάζεται άμεσα από τη διαφθορά ανέρχεται σε 30%, στη χώρα μας το 66% του πληθυσμού δηλώνει άμεσα επηρεασμένο. Ως κύριες εστίες διαφθοράς κατονομάζονται στη χώρα μας τα πολιτικά κόμματα (69%), το πολιτικό προσωπικό σε εθνικό, περιφερειακό και αυτοδιοικητικό επίπεδο (70%) και το σύστημα υγείας (89%). 

    Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στην τελευταία πανελλαδική εκλογική αναμέτρηση η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος επέλεξε την αποχή, αναδεικνύουν τη βαθιά κρίση εκπροσώπησης και, σε κάποιον βαθμό, εξηγούν τους λόγους για τους οποίους οι δυνάμεις της προοδευτικής αντιπολίτευσης αδυνατούν να πείσουν ότι αποτελούν πραγματική εναλλακτική λύση. Σε μια συγκυρία όπου δύο πρωθυπουργοί της μνημονιακής περιόδου εμφανίζονται να επιδιώκουν ρόλο επιταχυντών των πολιτικών εξελίξεων, για την πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών η πρώτη επιλογή παραμένει –ακόμη και σε άμεση σύγκριση με τους κυρίους Σαμαρά και Τσίπρα– ο «κανένας».

    Στο πλαίσιο αυτό, οι πολιτικές δυνάμεις της Αριστεράς οφείλουν να κατανοήσουν τις συνέπειες που μπορεί να έχει η θεσμική δυσπιστία, σε συνδυασμό με το οργισμένο αίσθημα αδικίας που διακρίνει μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, και την επίδραση που ασκούν στην εκλογική συμπεριφορά. Αυτό προϋποθέτει την εγκατάλειψη της εμμονικής ενασχόλησης με την αριθμητική δυνατότητα συγκρότησης κυβέρνησης χωρίς τη Νέα Δημοκρατία και τη στροφή στην εκπόνηση μιας συνεκτικής στρατηγικής με σαφές ταξικό πρόσημο, η οποία θα εμπλέκει ενεργά τα λαϊκά στρώματα και θα τα δεσμεύει σε ένα νέο μοντέλο άσκησης πολιτικής. Οι αντιδραστικές και ακροδεξιές δυνάμεις, εντός και εκτός του κυβερνώντος κόμματος, κινούνται ήδη σε αυτή την κατεύθυνση, με στόχο, αν όχι το 2027, τότε σε μια επόμενη εκλογική αναμέτρηση να γίνουν ο «κανένας» που τα παίρνει όλα.

  • Ο πόλεμος στην εποχή των τεράτων

    Ο πόλεμος στην εποχή των τεράτων

    *Παύλος Νεράντζης

    Στο παρελθόν, στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου η κήρυξη και διεξαγωγή ενός πολέμου από μια χώρα της Δύσης απαιτούσε μια περίπλοκη διαδικασία νομιμοποίησης. Χρειαζόταν η συναίνεση του κοινοβουλίου, που έπρεπε να δώσει το «πράσινο φως» στην πολιτική ηγεσία, η συγκρότηση συμμαχιών σε διακυβερνητικό επίπεδο και, πολύ περισσότερο, η διαπραγμάτευση, έστω σκληρή, στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.

    Απαραίτητη ήταν, επίσης, η χειραγώγηση της κοινής γνώμης. Όσο πιο αληθοφανές είναι το μήνυμα της προπαγάνδας που απευθύνεται σε μια κοινωνική ομάδα, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες για την ηγεσία να δημιουργήσει μια επικοινωνιακή «πραγματικότητα» επί της οποίας στηρίζει το αφήγημά της για να κατασκευάσει την κοινωνική συναίνεση.

    Τα στερεότυπα της προπαγάνδας

    Στον πόλεμο είναι γνωστό (Johnson, von Clausewitz, Snowden, Ponsonsby) ότι το πρώτο θύμα είναι η αλήθεια. Τα ψέματα που διαδίδουν οι μηχανισμοί προπαγάνδας είναι η μόνιμη σταθερά.

    Η προπαγάνδα του πολέμου επιχειρεί αφενός να εξουδετερώσει τη φωνή όσων έχουν διαφορετική άποψη με τις πολιτικές και στρατιωτικές επιλογές της ημέτερης πλευράς και αφετέρου να παρουσιάσει αυτές τις επιλογές ως τη μοναδική διέξοδο για την επιβίωση των ανθρώπων. Η προπαγάνδα σε καιρό πολέμου παίρνει υπόψη της πραγματικά δεδομένα, διότι διαφορετικά δεν θα εμφανιζόταν στο κοινό ως αξιόπιστη.

    Αναπλάθει φήμες που την εξυπηρετούν και ταυτίζεται με τη συνειδητή και καθ’ υποβολή μονόπλευρη μετάδοση πληροφοριών, τη διαστρέβλωση ή απόκρυψη άλλων, την προβολή παραποιημένων και ψευδών ειδήσεων (fake news).

    Αυτή η μορφή της προπαγάνδας, που ελέγχει τον νου και χειραγωγεί τη στάση των ανθρώπων, βρίσκεται στον αντίποδα της ελεύθερης σκέψης, της ελευθερίας της έκφρασης, εντέλει της δημοκρατίας. Σε αυτό το υπόβαθρο οικοδομείται το μήνυμα του πολέμου: «Εμείς δεν θέλουμε τον πόλεμο, αλλά υποχρεωνόμαστε να τον διεξάγουμε». «Ο εχθρός φταίει και είναι ο μόνος υπεύθυνος για την κήρυξη πολέμου». «Εμείς αμυνόμαστε και υπερασπιζόμαστε πανανθρώπινες αξίες». «Πολεμούμε για έναν ιερό σκοπό», για «να υπερασπιστούμε τα εθνικά συμφέροντα», για να «ζούμε σε έναν ασφαλή κόσμο», είναι ορισμένα στερεότυπα της προπαγάνδας που αναπαράγουν τα MME.

    Από την άλλη, ο αντίπαλος δαιμονοποιείται, αφού εξ ορισμού θεωρείται ότι είναι «βάρβαρος», «υποχθόνιος», «τρομοκράτης» ή ότι «παραβιάζει τους κανόνες του πολέμου»: «Οι πράξεις των δικών μας είναι ηρωικές», «ο εχθρός χρησιμοποιεί όπλα μαζικής καταστροφής», «οι απώλειες στις τάξεις του εχθρού είναι τεράστιες, σ’ εμάς είναι ελάχιστες», «ο Θεός είναι μαζί μας», «ο πνευματικός κόσμος μάς στηρίζει». Δεν υπήρξε πόλεμος στον οποίο οι αντιμαχόμενες πλευρές να μη χρησιμοποίησαν αυτά τα στερεότυπα, όπως έγινε σαφές ήδη από τον Α΄ και στη συνέχεια στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

    Μετά τον Μεγάλο Πόλεμο έγινε επίσης σαφές ότι, όπως σωστά επισήμανε ο Αμερικανός φιλόσοφος John Dewey, ο λαός, οι πολίτες σε μια δημοκρατία, έχουν το δικαίωμα να συμμετέχουν ενεργά στη δημόσια σφαίρα και να γνωρίζουν οτιδήποτε αφορά τον δημόσιο βίο και επηρεάζει τη ζωή τους. Συνεπώς, και το δικαίωμα να έχουν λόγο στη λήψη αποφάσεων από τα κέντρα εξουσίας, πόσο μάλλον όταν πρόκειται να κηρυχθεί πόλεμος.

    Στην πράξη, ωστόσο, είχε δίκιο ο ιδεολογικός αντίπαλος του Dewey, ο Walter Lippmann, που υποστήριξε ότι η κοινή γνώμη, οι απλοί άνθρωποι, δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα σε στερεότυπα, δηλαδή σε μια στρεβλή και απλοϊκή απεικόνιση της πραγματικότητας την οποία κατασκευάζουν ώστε να μπορούν να την κατανοήσουν, παρά σε μια σύνθετη ανάλυσή της. Η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο αντανακλά αυτό που θα έπρεπε να γίνεται και αυτό που πραγματικά συμβαίνει στην κοινωνία λόγω της επιρροής που ασκεί η πολιτική εξουσία.

    Ψέματα και προσχήματα

    Ωστόσο, ακόμη κι όταν οι ηγέτες έλεγαν ψέματα για να δικαιολογήσουν μια στρατιωτική επέμβαση, τηρούσαν τουλάχιστον τα προσχήματα.

    Η απόφαση για την κήρυξη πολέμου έπρεπε να περάσει από τη μέγγενη των δημοκρατικών θεσμών και από το Συμβούλιο Ασφαλείας. Θα έπρεπε να σέβεται το Διεθνές Δίκαιο ή τουλάχιστον να φαίνεται ότι η απόφαση για τη χρήση ένοπλης βίας είναι σύμφωνη με αυτό.

    Το δικαίωμα της αυτοάμυνας ισχύει μόνον εάν ένα κράτος δέχεται επίθεση (κεφ. 7, άρθρο 15 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ). Στην περίπτωση που υπάρχει απειλή, αρμόδιο να την εξετάσει, όπως και τα μέτρα που θα ληφθούν για να διατηρηθεί η ειρήνη, είναι το Συμβούλιο Ασφαλείας (κεφ. 7, άρθρο 42). Η περίπτωση του πολέμου στο Βιετνάμ είναι χαρακτηριστική. Η αμερικανική κυβέρνηση, επί προεδρίας Τζόνσον, χρησιμοποίησε το επεισόδιο του Κόλπου του Τόνκιν το 1964, ένα γεγονός που στη συνέχεια αποδείχθηκε κατασκευασμένο, για να πείσει το Κογκρέσο να εγκρίνει την κλιμάκωση της εμπλοκής.

    Στον πόλεμο του Κόλπου, το 1991, ο πατήρ Τζορτζ Μπους πήρε το «πράσινο φως» του Κογκρέσου για να ξεκινήσει η στρατιωτική επέμβαση στο Ιράκ χάρη στην ψευδή, όπως αποδείχθηκε αργότερα, μαρτυρία μιας νεαρής, που κατήγγειλε τις (δήθεν) θηριωδίες ιρακινών στρατιωτών σε νεογέννητα μωρά σε νοσοκομείο του Κουβέιτ. Και η Ουάσινγκτον εξασφάλισε την έγκριση του ΟΗΕ, αλλά και τη συναίνεση της αμερικανικής κοινής γνώμης, μέσω ενός οργανωμένου μηχανισμού προπαγάνδας, που δαιμονοποίησε τον Σαντάμ Χουσεΐν. Αντίστοιχα, πριν από την εισβολή στο Ιράκ, το 2003, ο Τζορτζ Μπους Τζούνιορ και ο Τόνι Μπλερ κατέβαλαν πολλές προσπάθειες για να πείσουν τους συμμάχους τους για την αναγκαιότητα μιας στρατιωτικής επέμβασης. Και έφτασαν μέχρι την αίθουσα του Συμβουλίου Ασφαλείας, για να παρουσιάσουν, μέσω του Κόλιν Πάουελ, τα «πειστήρια» για τα όπλα μαζικής καταστροφής του Σαντάμ, πράγμα που εκ των υστέρων αποδείχτηκε ότι ήταν μια τεράστια απάτη.

    Κοντολογίς, μετά τον Β΄ Π. Π. και μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα, η ανάγκη να δημιουργηθεί το πλαίσιο –ή έστω η εντύπωση νομιμότητας– για μια στρατιωτική επέμβαση ήταν ακόμη ισχυρή. Υπήρχαν κόκκινες γραμμές που έθετε το Διεθνές Δίκαιο, και οι ηγεσίες δίσταζαν να τις περάσουν απροκάλυπτα. Γίνονταν διαβουλεύσεις επί διαβουλεύσεων σε όλα τα επίπεδα και η διεθνής κοινή γνώμη είχε την εντύπωση ότι υπήρχαν θεσμικά αντίβαρα, ότι δύσκολα οι ηγεσίες θα αυθαιρετούσαν.

    Οι αρχιτέκτονες της αποσταθεροποίησης

    Σήμερα, σ’ έναν κόσμο που είναι πλέον πολυπολικός, σχεδόν τίποτε από τα προαναφερόμενα δεν ισχύει. Η ανάδυση αυταρχικών ηγετών, που «αποφασίζουν και διατάσσουν» μονομερώς, που ασκούν ένοπλη βία και τρομοκρατούν, χωρίς να λογαριάζουν θεσμούς, διεθνείς συμφωνίες ή/και κοινωνίες, έχει αλλάξει ριζικά το τοπίο.

    «Το παλιό πεθαίνει, το καινούριο δεν μπορεί να γεννηθεί, και τότε εμφανίζονται τέρατα», είχε πει ο Γκράμσι. Στο επίκεντρο βρίσκονται τρεις αρχιτέκτονες της αποσταθεροποίησης: ο Ντόναλντ Τραμπ, ο Βλαντίμιρ Πούτιν και ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, με μπαλαντέρ τον Κινέζο Τζινπιγκ. Από κοντά ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ο Κιμ Γιονγκ-Ουν.

    Ο Τραμπ εκφράζει την πιο ακραία εκδοχή του αμερικανικού εθνικισμού. Με το δόγμα MAGA αποδυνάμωσε το ΝΑΤΟ και δείχνει περιφρόνηση προς τον ΟΗΕ, ανοίγοντας το δρόμο για μια διεθνή τάξη χωρίς κανόνες. Επέβαλε δασμούς ακόμη και σε σύμμαχες χώρες της Ε.Ε., στέλνει πολεμικά πλοία στη Βενεζουέλα, σε μια αποστολή που στοχεύει, όπως ισχυρίζεται, στην καταπολέμηση της διακίνησης ναρκωτικών, αλλά ο Μαδούρο θεωρεί ότι πρόκειται για προσπάθεια ανατροπής του. Ο Τραμπ υποστηρίζει με όπλα και με κάθε μέσο το καθεστώς apartheid του Νετανιάχου. Θέλει να μετατρέψει τη Γάζα σε «Ριβιέρα της Μέσης Ανατολής». Χρησιμοποιεί την εθνοφρουρά για να καταστείλει αντιδράσεις σε δυτικές πολιτείες των ΗΠΑ. Απειλεί να κλείσει μεγάλα αμερικανικά ΜΜΕ που του ασκούν κριτική και αδιαφορεί για τη διεθνή κατακραυγή. Η ρητορική του κανονικοποίησε τον λαϊκισμό και ενίσχυσε τα ακροδεξιά κινήματα διεθνώς. Διαβουλεύσεις δεν γίνονται ή γίνονται για το θεαθήναι.

    Ο Πούτιν χρησιμοποιεί τον πόλεμο ως βασικό εργαλείο εξουσίας. Εισέβαλε στην Ουκρανία το 2022 χωρίς καν την προσχηματική έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας.

    Προφανώς η επέκταση της Ατλαντικής Συμμαχίας στην «αυλή» της Ρωσίας διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο. Κάτι που αποσιωπάται από όλους τους ηγέτες στη Δύση, αλλά και από τα διεθνή ΜΜΕ, τη στιγμή που πολιτικοί άνδρες (Κίσινγκερ, κ.ά.) είχαν προειδοποιήσει τη Δύση για τον κίνδυνο να αντιδράσει βίαια η Μόσχα. Όπως αποσιωπάται και η δράση ακροδεξιών ομάδων στα γεγονότα της πλατείας Μαϊντάν στο Κίεβο, υπό τη χρηματοδότηση και καθοδήγηση του αμερικανικού παράγοντα.

    Η εισβολή όμως στην Ουκρανία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την επέκταση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς. Διότι σηματοδοτεί την κατάλυση της ανεξαρτησίας ενός κράτους, την ωμή παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου. Πέραν τούτου, ο Πούτιν επιδιώκει να ανατρέψει τη μεταψυχροπολεμική ισορροπία. Ισχυρίζεται ότι πολεμά τη διεφθαρμένη αμερικανική ηγεμονία και τη «συλλογική Δύση» για μια «πολυπολική παγκόσμια τάξη», αλλά με κόστος εκατοντάδες χιλιάδες ζωές και μια Ευρώπη σε φόβο και ανασφάλεια.

    Τρία χρόνια μετά την έναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων, μια ένοπλη σύγκρουση που είχε χαρακτηριστεί ως περιφερειακή και επρόκειτο να τελειώσει σύντομα, έχει μετατραπεί σε μια παγκόσμια σύγκρουση, σ’ έναν πόλεμο δι’ αντιπροσώπων, με δεκάδες χώρες να εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα. Όλοι μιλούν για ειρήνευση, αλλά ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται με αμείωτη ένταση, με τους Ρώσους να επελαύνουν.

    Σε ό,τι αφορά την Ευρώπη, είναι σαφές ότι η ηγεσία της είναι πολιτικά λιποβαρής. Αντί να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και να αναπτύξει μια πολιτική που στηρίζεται στις βασικές αρχές επί των οποίων οικοδομήθηκαν οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες και στη συνέχεια η ενωμένη Ευρώπη, αντί να προτάξει τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου, όπως έπραξε στο παρελθόν, έδειξε ανίκανη να υπερασπιστεί τα συμφέροντα των λαών της και το μέλλον της Γηραιάς Ηπείρου. Διέρρηξε τις οικονομικές της σχέσεις με τη Ρωσία, από την οποία προμηθευόταν ενέργεια σε χαμηλό κόστος (τώρα την πληρώνει σε τετραπλάσια τιμή στις ΗΠΑ), επιβάλλει πακέτα κυρώσεων στη Μόσχα, χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα, υποκύπτει στις αξιώσεις του Τραμπ και καλείται να πληρώσει την προμήθεια αμερικανικών οπλικών συστημάτων στην Ουκρανία ύψους 90 δισ. Και το χειρότερο, ακολουθεί μια φιλοπολεμική πολιτική, προπαγανδίζοντας το ενδεχόμενο ρωσικής επίθεσης στην ανατολική Ευρώπη, προκειμένου να δικαιολογήσει την κατακόρυφη αύξηση των αμυντικών δαπανών σε βάρος του κράτους πρόνοιας, που αποτελούσε ακρογωνιαίο λίθο του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

    Ο Νετανιάχου ενσαρκώνει τον «πόλεμο χωρίς τέλος», το έγκλημα κατά της ανθρωπότητας στην πολύπαθη Γάζα. Η ρητορική του περί «δικαιώματος αυτοάμυνας» μεταφράζεται στην πράξη ως ανεξέλεγκτη στρατιωτική βία. Εκμεταλλεύεται το τραύμα της επίθεσης της 7ης Οκτωβρίου για να δικαιολογήσει τη γενοκτονία σε βάρος του παλαιστινιακού λαού. Με τις συνεχείς πολεμικές επιχειρήσεις στη μεγαλύτερη υπαίθρια φυλακή του κόσμου, την πλήρη απαξίωση του Διεθνούς Δικαίου και τις σφαγές χιλιάδων αμάχων, με τη διατήρηση μιας κατάστασης διαρκούς έκτακτης ανάγκης στην ισραηλινή κοινωνία και την εκστρατεία απανθρωποποίησης των Παλαιστινίων, έχει μετατρέψει την επιβίωσή του σε πολιτική στρατηγική.

    Οι καταστροφές σε νοσοκομεία, σχολεία και υποδομές, η στοχευμένη εξόντωση δημοσιογράφων και η συστηματική πείνα που επιβάλλεται στον πληθυσμό συνιστούν κατάφωρες παραβιάσεις της Συνθήκης της Γενεύης. Στην πράξη εφαρμόζει μια πολιτική συλλογικής τιμωρίας, που ισοδυναμεί με έγκλημα πολέμου. Κι όμως, ο Νετανιάχου επιμένει να εμφανίζεται ως «θεματοφύλακας της ασφάλειας» και να αγνοεί κάθε πίεση, στηριζόμενος στην αμερικανική προστασία και στη σιωπή ευρωπαίων ηγετών. Η αλαζονεία του ενισχύεται από την ατιμωρησία. Γι’ αυτό έχει καταγραφεί στην ιστορία ως ο ηγέτης που μετέτρεψε την κατοχή σε διαρκή πολεμική μηχανή και την ανθρώπινη ζωή σε διαπραγματευτικό χαρτί. Οι εικόνες λιμού και καταστροφής και η ατιμωρησία του Ισραήλ,  παρότι ο ΟΗΕ έχει χαρακτηρίσει γενοκτονία ό,τι διαδραματίζεται στη Γάζα και το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο διώκει για εγκλήματα πολέμου τον ίδιο και τον Ισραηλινό υπουργό Άμυνας, αποδεικνύουν την κρίση νομιμοποίησης της Δύσης.

    Εν κατακλείδι, η ανάδυση αυταρχικών ηγετών, ο πολλαπλασιασμός των ένοπλων συγκρούσεων, η κατάρρευση του Διεθνούς Δικαίου και η αδυναμία του ΟΗΕ να επιβάλει κανόνες αποτυπώνουν με τον πιο ωμό τρόπο την «εποχή των τεράτων», όπου το δίκαιο της ισχύος έχει αντικαταστήσει την ισχύ του δικαίου. Η διεθνής πολιτική κινείται πλέον σε αχαρτογράφητα νερά.

    Ο πόλεμος έχει γίνει κανονικότητα

    Με 59 ενεργές εστίες πολέμου το 2025, τον μεγαλύτερο αριθμό από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, από την Ουκρανία μέχρι την Παλαιστίνη, αλλά και δεκάδες αφανείς συγκρούσεις στην Αφρική και την Ασία, με την τεχνολογία να εισάγει νέες μορφές πολέμου (drones, κυβερνοεπιθέσεις, τεχνητή νοημοσύνη που χρησιμοποιείται από μηχανισμούς προπαγάνδας), το αποτέλεσμα είναι ένας κόσμος κατακερματισμένος που βαδίζει στο άγνωστο. Και το πιο ανησυχητικό: οι πολίτες βομβαρδίζονται όσο ποτέ άλλοτε στο παρελθόν με ψευδείς ειδήσεις και σταδιακά χάνουν την εμπιστοσύνη τους στους θεσμούς. Κάποιοι αγανακτούν και ζητούν δραστικές αλλαγές.

    Η Αριστερά, εγκλωβισμένη σε έναν τεχνοκρατικό ρεαλισμό, προβάλλει συχνά διαχειριστικές λύσεις, επιδιώκει μικροδιορθώσεις και σταδιακές βελτιώσεις, μοιάζει συχνά να υπερασπίζεται απλώς το status quo. Οι ιδέες της πλέον φαίνεται ότι δεν εμπνέουν, δεν κινητοποιούν. Ο φασισμός, ο λαϊκισμός υπόσχονται ριζικές ανατροπές, και γι’ αυτό εισπράττουν, σ’ έναν βαθμό, αυτή τη λαϊκή οργή. Γι’ αυτό και η εκλογική άνοδος της Ακροδεξιάς σε Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες.

    Η ιστορία διδάσκει, αλλά, όπως φαίνεται, ο κόσμος δεν έχει μνήμη. Άλλοι, πάλι, κουρασμένοι και αποπροσανατολισμένοι, αδιαφορούν για ό,τι συμβαίνει γύρω τους. Βυθίζονται στη σιωπή της φρίκης. Ως άλλος Μιθριδάτης, εθίζονται στη βία, τη βαρβαρότητα, τα εγκλήματα πολέμου. Η εποχή των τεράτων χαρακτηρίζεται από κυνισμό, απάθεια, απανθρωπιά και προπαγάνδα.

    Μεγάλο μέρος της ευθύνης φέρουν τα διεθνή ΜΜΕ, οι διεθνείς ειδησεογραφικοί οργανισμοί, οι οποίοι, παρότι από τη δεκαετία του ’90 έχουν υιοθετήσει guidelines για να καλύπτουν ένοπλες συγκρούσεις με τρόπο αμερόληπτο και σφαιρικό, αυτό που διαπιστώνεται είναι ότι εξακολουθούν να μεροληπτούν, να επαναλαμβάνουν την προπαγάνδα της «ημέτερης πλευράς». Λίγες είναι οι εξαιρέσεις. Δεν είναι καθόλου τυχαίες οι παραιτήσεις δημοσιογράφων από το Reuters, αλλά και οι δολοφονίες δημοσιογράφων στη Γάζα. Οι αρχιτέκτονες της αποσταθεροποίησης δεν θέλουν να ακούγεται η αλήθεια. Και δεν διστάζουν να συκοφαντούν, να διώκουν, ακόμη και να δολοφονούν όσους εναντιώνονται στα σχέδιά τους. Όσους δεν προτάσσουν γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα και υπερασπίζονται πανανθρώπινες αξίες.

    Τα «τέρατα», ωστόσο, δεν είναι ανίκητα: αποτελούν συμπτώματα μιας μεταβατικής εποχής. Το στοίχημα είναι αν θα υπάρξει μια νέα παγκόσμια ηγεσία με βάση την ειρήνη, τη δημοκρατία και την αλληλεγγύη. Ο ρόλος της κοινωνίας των πολιτών, των κινημάτων και της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας είναι καθοριστικός. Η μάχη δεν είναι μόνο πολιτική ή στρατιωτική, αλλά πρωτίστως ηθική, στο βαθμό που αφορά την ίδια την έννοια του πολιτισμού.

    Η εποχή των τεράτων είναι σκοτεινή. Η πιο ύπουλη ήττα θα είναι να συνηθίσουμε τη βαρβαρότητα. Είναι όμως στο χέρι μας, εναπόκειται στην κοινωνία των πολιτών κάτι καινούριο να γεννηθεί.