Μπορεί σήμερα κάθε συγγραφέας που σέβεται τον εαυτό του να λέει πως ο αγαπημένος του ποιητής είναι ο Καβάφης ή πως επηρεάστηκε από αυτόν, όμως δεν ήταν πάντα έτσι. Σήμερα, αναγνωρίζουμε την αξία του και τον έχουμε τοποθετήσει στο βάθρο που του αξίζει, όμως πώς τον υποδέχτηκαν οι σύγχρονοί του και ειδικότερα το λογοτεχνικό σινάφι του;
Η ζωή του
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1863. Ήταν το ένατο και τελευταίο παιδί του μεγαλέμπορου Πέτρου Καβάφη και της Χαρίκλειας Φωτιάδη, που κατάγονταν κι οι δύο από φαναριώτικες οικογένειες.
Το 1872, η οικογένεια του Κ. Καβάφη μετακινείται στο Λίβερπουλ της Αγγλίας όπου ο ποιητής πραγματοποιεί μεγάλο μέρος των γυμνασιακών σπουδών του.
Το 1885 ο Καβάφης με τη μητέρα του και δύο αδελφούς του επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια. Εργάζεται αρχικά ως δημοσιογράφος και έπειτα ως μεσίτης στο Χρηματιστήριο Βάμβακος. Το 1889 εργάζεται ως άμισθος υπάλληλος της Υπηρεσίας Αρδεύσεων, με Άγγλους προϊσταμένους και το 1892 προσλαμβάνεται ως έκτακτος γραφέας. Από το 1899 ως το 1903, χάνει τη μητέρα του και δύο αδέλφια του. Το 1901, επισκέφθηκε για πρώτη φορά την Αθήνα και το 1903 για δεύτερη. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1910, αρχίζει να γράφει. Το 1922 παραιτήθηκε από την Υπηρεσία Αρδεύσεων για να αφοσιωθεί απερίσπαστος στην ποίηση. Το 1932, πάσχοντας από καρκίνο του λάρυγγα, ήρθε στην Αθήνα όπου υποβλήθηκε σε τραχειοτομία. Παρέμεινε 4 μήνες στη πρωτεύουσα και γνωρίστηκε με πολλούς Έλληνες λογοτέχνες. Πέθανε στην Αλεξάνδρεια στις 29 Απριλίου του 1933.
Το ποιητικό του έργο
Το ποιητικό του έργο, αποτελείται από 270 ποιήματα, που χωρίζονται σε τρεις ενότητες: τα «Αναγνωρισμένα», τα «Αποκηρυγμένα» και τα «Κρυμμένα». Από αυτά μόνο τα 153 εξέδωσε ο ίδιος όσο ζούσε.
Η αντιμετώπιση του Καβάφη από τους λογοτεχνικούς κύκλους
Τα πρώτα του ποιήματα τα τύπωνε ο ίδιος και τα μοίραζε σε μερικούς φίλους του. Αργότερα μερικά από αυτά άρχισαν να δημοσιεύονται σε περιοδικά της εποχής. Έτσι ξεκίνησε να έχει τους πρώτους του θαυμαστές. Τα ποιήματά του έγιναν της… μόδας και διαβάζονταν από τους καταξιωμένους λογοτέχνες.
Ωστόσο, γύρω στο 1923-1924 άρχισαν να εμφανίζονται και πολέμιοι του Καβάφη. Ο Γιάννης Ψυχάρης, ο Φώτος Πολίτης και κυρίως ο Κωστής Παλαμάς, έγραψαν ιδιαίτερα καυστικά και αρνητικά σχόλια για την ποίηση του, ξεπερνώντας κάποιες φορές τα όρια της λογοτεχνικής κριτικής. Έτσι δεν άργησε να διαιρεθεί για άλλη μια φορά ο πνευματικός κόσμος, αυτή τη φορά σε Παλαμιστές και Καβαφιστές.
Ο Γ. Ψυχάρης, χαρακτήρισε τον Καβάφη «καραγκιόζη της δημοτικής» και ο Γ. Θεοτοκάς, έλεγε πως σε δικογραφία διαζυγίου, υπήρχε περισσότερη «ψυχή» απ’ ότι σε ολόκληρο το καβαφικό έργο. Οι καβαφικοί από την άλλη χαρακτήριζαν τον Παλαμά πομπώδη και φλύαρο.
Η μοναδική επίσημη αναγνώριση του Καβάφη
Για το έργο του, ο Καβάφης τιμήθηκε με τον «Φοίνικα» το 1926, από την κυβέρνηση Θ. Πάγκαλου.
Ο Παλαμάς από την άλλη έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και διετέλεσε μάλιστα πρόεδρός της (1930). Ο Καβάφης, ίσως και λόγω του ότι διέμενε στην Αλεξάνδρεια, δεν έγινε ποτέ μέλος του Ανώτατου Πνευματικού Ιδρύματος της χώρας.
Για το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας, δεν προτάθηκε ποτέ από κανέναν ο Καβάφης. Βέβαια, πολλοί λογοτέχνες που επηρεάστηκαν από αυτόν ήταν υποψήφιοι τα επόμενα χρόνια. Αντίθετα ο Παλαμάς, ήταν αρκετές φορές υποψήφιος για το Νόμπελ Λογοτεχνίας μεταξύ 1926 και 1940, ποτέ όμως δεν κατάφερε να το κερδίσει. Ένας από αυτούς που πολέμησαν την υποψηφιότητά του ήταν και ο Ψυχάρης που προσδοκούσε να το πάρει για τον εαυτό του.

