Το βράδυ της 3ης Ιουλίου 1964, ένα ασυνήθιστο περιστατικό αναστάτωσε το ελληνικό Κοινοβούλιο. Περίπου πενήντα άτομα, κυρίως νεαροί άντρες, διέσπασαν τον αστυνομικό φραγμό έξω από το κτίριο της Βουλής και μπήκαν στο εσωτερικό, κατά τη διάρκεια μιας κρίσιμης συνεδρίασης που αφορούσε το Κυπριακό. Η εισβολή δεν έφτασε μέχρι την αίθουσα συνεδριάσεων, αλλά προκάλεσε πανικό, τραυματισμούς και διακοπή της κοινοβουλευτικής διαδικασίας. Ήταν ένα γεγονός πρωτοφανές για τα ελληνικά δεδομένα, και παραμένει μέχρι σήμερα σχεδόν ξεχασμένο από τη δημόσια μνήμη.
Ανάμεσα στους εισβολείς βρισκόταν και ο Ρένος Αποστολίδης, συγγραφέας, φιλόλογος και πολιτικά ενεργός, πάντα αιχμηρός και προκλητικός απέναντι σε κάθε είδους εξουσία. Δεν έκρυψε ποτέ τη συμμετοχή του — το αντίθετο. Υπερασπίστηκε την πράξη του, καταγγέλλοντας το Κοινοβούλιο ως ένα υποκριτικό θέατρο πολιτικού καιροσκοπισμού. Συνελήφθη επιτόπου, μαζί με άλλα τριάντα δύο άτομα. Οι περισσότεροι καταδικάστηκαν βάσει του περίφημου νόμου «4000» για τεντιμποϊσμό. Ο Αποστολίδης καταδικάστηκε σε δυόμισι χρόνια φυλάκιση, ποινή που εξαγοράστηκε, και εξέτισε τελικά τρεις μήνες.
Το 1965, έναν χρόνο μετά, εξέδωσε ένα βιβλίο που σήμερα μοιάζει σχεδόν θρυλικό: το Κατηγορώ. Ήταν ένα πολιτικό δοκίμιο, μια προσωπική απολογία, αλλά και μια συνολική επίθεση κατά του πολιτικού κατεστημένου της εποχής. Μέσα σε αυτό, ο Αποστολίδης εξαπολύει δριμεία κριτική στον Γεώργιο Παπανδρέου, στον τρόπο λειτουργίας του Κοινοβουλίου, στον ρόλο των παρακρατικών μηχανισμών, στη σχέση του λαού με την εξουσία. Το ύφος του ήταν έντονο, σχεδόν προφητικό. Δεν ζητούσε κατανόηση ούτε συγχώρεση. Ζητούσε ταραχή.

Όσοι τον διάβασαν τότε, διχάστηκαν. Άλλοι είδαν έναν προβοκάτορα που ντύθηκε ήρωας. Άλλοι διέκριναν έναν σπάνιο διανοούμενο που είχε το θάρρος να φωνάξει όταν όλοι σιωπούσαν. Το σίγουρο είναι πως δεν πέρασε απαρατήρητος.
Η εισβολή στη Βουλή του 1964, όσο φαινομενικά γραφική κι αν μοιάζει σήμερα, ήταν σύμπτωμα μιας βαθιάς πολιτικής κρίσης. Η Ελλάδα εκείνη τη χρονιά βρισκόταν στο μεταίχμιο: μια νέα κεντροαριστερή κυβέρνηση προσπαθούσε να αναμορφώσει το κράτος, ενώ τα απομεινάρια του μετεμφυλιακού παρακράτους παρέμεναν ενεργά. Η κοινωνία διχασμένη, οι θεσμοί εύθραυστοι, και ο δημόσιος διάλογος βουτηγμένος στην πόλωση. Δεν είναι τυχαίο ότι μόλις τρία χρόνια αργότερα ήρθε η Χούντα.
Ο Ρένος Αποστολίδης δεν ήταν επαναστάτης με τη συμβατική έννοια. Ήταν περισσότερο ένας μοναχικός διανοούμενος, πεισματάρης, δύστροπος, αλλά βαθιά ειλικρινής. Με το Κατηγορώ δεν προσπάθησε να καθαγιάσει την πράξη του· προσπάθησε να αναδείξει την υποκρισία εκείνων που έκριναν. Και αυτό, για κάποιους, ίσως έχει μεγαλύτερη αξία από την ίδια την εισβολή.
Σήμερα, το περιστατικό αυτό παραμένει ένα ιστορικό παράδοξο. Δεν είναι αρκετά τραγικό για να αποκτήσει μυθολογία, ούτε αρκετά γελοίο για να ξεχαστεί. Είναι όμως ένα αληθινό επεισόδιο, ένα πολιτικό μήνυμα μετεμφυλιακής Ελλάδας, που αξίζει να το ξαναδιαβάσουμε – χωρίς εξιδανίκευση και χωρίς φτηνή καταδίκη.
