Το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου έφερε στο προσκήνιο την ανάγκη δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού εγχειρήματος το οποίο θα είχε ως στόχο την επίτευξη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης η οποία συνεπώς και θα συνέβαλε στην εδραίωση της δημοκρατίας, της δικαιοσύνης και της ειρηνικής συμφιλίωσης μεταξύ των κρατών της Ένωσης (Henig, 2002). Το ζήτημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης αποτελεί εδώ και πολλά χρόνια ένα σύνθετο και πολυδιάστατο φαινόμενο καθώς η ανάγκη για ενοποίηση δημιουργεί νέες αλλαγές στους θεσμούς. Για αυτόν τον λόγο έχουν σημειωθεί έντονες κρίσεις και δυσκολίες κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της ολοκλήρωσης. Καθοριστικός παράγοντας στη διαδικασία εξέλιξης της ενοποίησης διαδραματίζει η διεύρυνση της Ένωσης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποτελεί η μελέτη της κατάστασης που επικρατεί στα Δυτικά Βαλκάνια όσον αφορά τη διεύρυνση της Ένωσης σε αυτή την περιοχή (Phinnemore, 2003).
Το ζήτημα της διεύρυνσης ξεκινάει από τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς θεωρήθηκε απαραίτητη για την εξέλιξη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η διεύρυνση έχει ως στόχο την εξασφάλιση ενός αξιοπρεπούς βιοτικού επιπέδου για τους πολίτες, τη διατήρηση της οικονομικής σταθερότητας για τα κράτη και την εδραίωση της ειρηνικής συνύπαρξης μεταξύ των κρατών της ευρωπαϊκής ηπείρου. Η διαδικασία της διεύρυνσης προκάλεσε αλλαγές στο πλαίσιο διαμόρφωσης και σχεδιασμού των προγραμμάτων αλλά και στη λειτουργία των θεσμικών οργάνων της Ένωσης (Ιωακειμίδης, 1993). Οι διευρύνσεις που έλαβαν χώρα σε ευρωπαϊκό επίπεδο συνέβαλαν στην επέκταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς εντάχθηκαν νέα κράτη μέλη. Με αυτόν τον τρόπο ενισχύθηκε η συνεργασία μεταξύ των κρατών-μελών και η ενοποίηση τους μέσα σε ένα πρόγραμμα με κοινές οικονομικές και πολιτικές δράσεις. Ο όρος της διεύρυνσης αναφέρεται στην επέκταση της Ένωσης μέσω της προσθήκης νέων κρατών-μελών.
Προκειμένου να ενταχθεί μία χώρα στην Ε.Ε. ακολουθείται μία συγκεκριμένη διαδικασία. Κάθε ευρωπαϊκό κράτος έχει το δικαίωμα να ζητήσει την ένταξη του σαν μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να συμμετάσχει, συνεπώς, στη διαδικασία εξέλιξης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, εάν και εφόσον πληροί ορισμένα κριτήρια. Η χώρα που επιθυμεί να γίνει μέλος στην Ε.Ε. οφείλει να υποβάλλει αίτηση στο Συμβούλιο το οποίο με τη σειρά του παραθέτει την αίτηση στην Επιτροπή. Η Επιτροπή αξιολογεί την αίτηση και ελέγχει αν η αιτούσα χώρα πληροί τις προϋποθέσεις για να ενταχθεί στην Ε.Ε. (Μαραβέγιας, 2016). Η Επιτροπή σε συνεργασία με το Συμβούλιο ξεκινούν τις διαπραγματεύσεις και αποφασίζουν ομόφωνα αν είναι κατάλληλη η χώρα για να ενταχθεί στην Ένωση. Οι υποψήφιες χώρες είναι απαραίτητο να πληρούν τα κριτήρια προσχώρησης τα οποία ονομάζονται και κριτήρια της Κοπεγχάγης. Η ονομασία αυτή οφείλεται στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κοπεγχάγης όπου έλαβε χώρα το Δεκέμβριο του 1993 όπου και ψηφίστηκαν τα κριτήρια προσχώρησης των υποψήφιων χωρών. Τα κριτήρια αυτά μεταξύ άλλων αναφέρουν ότι σε πολιτικό επίπεδο η υποψήφια χώρα οφείλει να σέβεται τους θεσμούς που σχετίζονται με το σεβασμό προς την έννοια της δημοκρατίας, στα ανθρώπινα δικαιώματα, στο κράτος δικαίου και στις μειονότητες. Όσον αφορά το οικονομικό επίπεδο είναι αναγκαία η ύπαρξης μίας λειτουργικής οικονομίας η οποία να ανταποκρίνεται αποτελεσματικά στις ανταγωνιστικές δυνάμεις της αγοράς εντός της Ε.Ε. Τελευταίο αλλά εξίσου σημαντικό είναι το κριτήριο που αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που σχετίζονται με την ιδιότητα του μέλους αλλά και την επιτυχία των οικονομικών, πολιτικών και νομισματικών στόχων της Ένωσης (EUR-Lex., κριτήρια προσχώρησης-κριτήρια της Κοπεγχάγης). Στη συνέχεια η αιτούσα χώρα, εφόσον πληροί τα προαναφερθέντα κριτήρια υποβάλλει στο Συμβούλιο την αίτηση ένταξης και το τελευταίο ζητά τη γνώμη της Επιτροπής, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των Εθνικών Κοινοβουλίων σχετικά με την αίτηση. Εάν υπάρξει ομοφωνία μεταξύ των οργάνων ξεκινούν οι διαδικασίες του σχεδίου της Συνθήκης Προσχώρησης όπου περιλαμβάνουν εσωτερικές διαδικασίες προκειμένου να ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις και εν τέλει να προσαρτηθεί η υποψήφια χώρα (Μαραβέγιας, 2016).
Με τον όρο Δυτικά Βαλκάνια αναφερόμαστε στις χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας, (Σερβία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Μαυροβούνιο, Βόρεια Μακεδονία (Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας) καθώς και την Αλβανία και το Κοσσυφοπέδιο (Reeker, 2012). Ο λόγος που καθιστά την περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων τόσο ξεχωριστή είναι η γεωγραφική της θέση. Τα κοινά σημεία που ενώνουν τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων είναι η πολιτική αστάθεια και η ελλιπής οικονομική ανάπτυξη (Μπέλλου, 2005). Το κοινό προβληματικό παρελθόν, τα εσωτερικά προβλήματα, η κακή οικονομική κατάσταση και οι ελλείψεις σε επίπεδο ανάπτυξης καθιστούν δύσκολο το έργο της ενσωμάτωσης των Δυτικών Βαλκανίων στην Ε.Ε. (Linotte, 2017). Για να ενταχθούν στην ευρύτερη περιοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα Δυτικά Βαλκάνια θα πρέπει να καταβάλλουν πολλές προσπάθειες και να ξεπεράσουν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο έτσι ώστε να θεωρηθούν οι χώρες αυτές κατάλληλες για ένταξη στην Ένωση.
Γίνεται, λοιπόν, σαφές πως το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης έχει αποτελέσει εδώ και δεκαετίες ένα δύσκολο έργο καθώς έχει χαρακτηριστεί από έντονες κρίσεις σε περιφερειακό επίπεδο. Οι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων βρίσκονταν πάντα χαμηλά στις προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξαιτίας της γεωγραφικής τους θέσης. Η οικονομική κρίση που επικρατεί σε ένα μεγάλο κομμάτι της Ευρώπης έχει επηρεάσει αρνητικά τη διαδικασία ένταξης των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων. Η ένταξη των χωρών αυτών στην Ε.Ε. ανέκαθεν αποτελούσε ένα δύσκολο έργο και προχωρά με πολύ αργά βήματα εδώ και πολλά χρόνια. Η προσπάθεια διεύρυνσης έχει ως στόχο τη δημιουργία ενός διευρυμένου πλαισίου συνεργασίας και ειρήνης. Η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα Δυτικά Βαλκάνια αποτελεί μία στρατηγική επιλογή σε μία προσπάθεια να ενισχύσει η Ευρώπη την ευημερία και την ασφάλεια σε αυτή την περιοχή.
Ο χώρος των Βαλκανίων διαχρονικά αποτελεί μια περιοχή μείζονος σημασίας για τα διεθνή πράγματα. Η σημασία των Βαλκανίων δεν περιορίζεται σε εξειδικευμένους τομείς της διεθνούς πολιτικής, αλλά επεκτείνεται σε όλο το φάσμα της. Ο Αίμος είναι κυριολεκτικά μια μικρογραφία της παγκόσμιας πολιτικής, ένα πυκνό εργαστήριο γεωπολιτικής. Μια γεωγραφική περιοχή που, παρότι περιορισμένη, συγκεντρώνει πολλές από τις δυναμικές που χαρακτηρίζουν το σύγχρονο κόσμο. Επομένως κατανοώντας σε βάθος τα Βαλκάνια, σε μεγάλο βαθμό καταλαβαίνουμε και την παγκόσμια γεωπολιτική.
Κοιτάζοντας τον παγκόσμιο χάρτη, η Βαλκανική χερσόνησος βρίσκεται κυριολεκτικά στο σταυροδρόμι Ανατολής και Δύσης, τόσο πολιτισμικά, όσο και με τη σύγχρονη πολιτική έννοια των όρων. Πολυάριθμες συγκρούσεις αυτοκρατοριών έλαβαν χώρα στα εδάφη της περιοχής, αφήνοντας παράλληλα το αποτύπωμά τους. Ιστορικά παρατηρούμε πληθώρα πολιτισμών, διαφορετικά οικονομικά συστήματα και διαφορετικές σφαίρες γεωπολιτικής επιρροής.
Τα Βαλκάνια του Ψυχρού Πολέμου υπήρξαν μια μικρή εκδοχή της παγκόσμιας αντιπαράθεσης. Οι χώρες της Ελλάδας και Τουρκίας ως μέλη του ΝΑΤΟ, της Γιουγκοσλαβίας στο Κίνημα των Αδεσμεύτων και τα κράτη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης στο Σοβιετικό μπλοκ. Σήμερα παρότι άλλαξαν πολλά, βλέπουμε μεγάλες και μεσαίες δυνάμεις, όπως οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η Κίνα, η Τουρκία και κράτη της Ε.Ε. να διεκδικούν μερίδιο επιρροής. Με άλλα λόγια, ό,τι παρατηρούμε στη μεγάλη παγκόσμια σκακιέρα, εδώ το βλέπουμε σε μικρή, αλλά εξαιρετικά πυκνή κλίμακα.
Ένα δεύτερο κρίσιμο συστατικό, είναι η ταυτότητα. Στοιχεία της, όπως η γλώσσα, η ιστορία, η θρησκεία, τα τραύματα του παρελθόντος, παίζουν σημαίνοντα ρόλο στο πώς αντιλαμβάνονται οι κοινωνίες τον εαυτό τους και τους άλλους. Η βαλκανική ιστορία, εν πολλοίς, χτίστηκε πάνω στα θεμέλια της ταυτότητας, και δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που η ταυτότητα αυτή εργαλιοποιήθηκε από διάφορες ελίτ προς εξυπηρέτηση πολιτικών επιδιώξεων. Επομένως, το παρελθόν των Βαλκανίων, εκτός από μνήμη, στα κατάλληλα χέρια συνιστά και πολιτικό όπλο.
Αυτό για το οποίο σήμερα γίνεται λόγος παγκοσμίως ως «identity politics», ως αφηγήματα γύρω από την ταυτότητα ή ως «σύγκρουση πολιτισμών», στα Βαλκάνια λαμβάνει χώρα ήδη από τον 19ο αιώνα, με διαδικασίες εθνογέννεσης και κατασκευής της ταυτότητας στο πλαίσιο τόσο ιστορικών όσο και ανυπόστατων αφηγημάτων. Οι συγκρούσεις, συνεπώς, στον ευρύτερο χώρο υπήρξαν και αποτέλεσμα πολιτικοποίησης των ταυτοτήτων. Οι κοινωνίες οδηγούνταν και οδηγούνται σε ρήξη όχι μόνο για εδαφικές διεκδικήσεις, αλλά και στη βάση του «ποιος είναι ποιος».
Υπό αυτό το φάσμα, τα Βαλκάνια δίκαια έφτασαν να αποκαλούνται στα μάτια της Ευρώπης ως η «μπαρουταποθήκη» της, καθώς πολυάριθμες κρίσεις ξεκίνησαν ή πέρασαν από αυτά. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι στις αρχές του 20ού αιώνα άλλαξαν τον χάρτη της περιοχής. Η δολοφονία του Αρχιδούκα Φερδινάνδου της Αυστρίας και διαδόχου του Αυστρο-Ουγγρικού θρόνου στο Σαράγεβο το 1914 οδήγησε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι πόλεμοι της Γιουγκοσλαβίας τη δεκαετία του ’90 έφεραν την Ευρώπη ξανά αντιμέτωπη με πόλεμο.
Σήμερα, οι εντάσεις στο Κοσσυφοπέδιο και στη Βοσνία μας θυμίζουν ότι πολλά ζητήματα δεν έχουν κλείσει οριστικά. Και, σχεδόν πάντα, πίσω από τις τοπικές κρίσεις, υπάρχουν μεγαλύτερες δυνάμεις που παρακολουθούν, επηρεάζουν και παρεμβαίνουν, προσδίδοντας σε τοπικές κρίσεις διεθνή διάσταση.
Πέρα, όμως, από τις στρατιωτικές συγκρούσεις, μια εξίσου σημαντική αλλά «κρυφή» μάχη δίνεται και για την οικονομική διείσδυση. Στη βαλκανική επικρατεί ένας αέναος αγώνας δρόμου για αγωγούς φυσικού αερίου, λιμάνια, σιδηροδρόμους, υποδομές και επενδύσεις γενικότερα. Τα Βαλκάνια είναι βασικός διάδρομος για τη μεταφορά ενέργειας και εμπορίου από την Ανατολή προς τη Δύση.
Χώρες όπως η Κίνα επενδύουν σε λιμάνια και υποδομές μέσω του Belt and Road Initiative, η Ε.Ε. επιδιώκει να ενισχύσει τη συνδεσιμότητά και την ενεργειακή διαφοροποίησή της, η Ρωσία και η Τουρκία επιδιώκουν οικονομική και πολιτική διείσδυση. Παράλληλα κινούνται μεγαλόπνοα έργα, όπως ο IMEC, ο οικονομικός διάδρομος που θα συνδέει την αγορά της Ινδίας και της Μέσης Ανατολής με την Ε.Ε., όπως επίσης και ο Κάθετος Διάδρομος μεταφοράς Φυσικού Αερίου.
Με την παραδοχή ότι όποιος ελέγχει τις υποδομές, ελέγχει και την πολιτική επιρροή, η περιοχή των Βαλκανίων καθίσταται πεδίο γεωοικονομικού ανταγωνισμού, μια μικρογραφία της παγκόσμιας μάχης για εφοδιαστικές αλυσίδες (supply chains) και ενεργειακή ασφάλεια.
Ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο της θεωρίας είναι πως τα Βαλκάνια αποτελούν ένα μοναδικό κοινωνικοπολιτικό μείγμα πολιτισμών. Επί της ουσίας είναι κοινωνίες οι οποίες βρίσκονται σε μια μόνιμη κατάσταση μετάβασης.
Από τη μία πλευρά συναντάμε φιλελεύθερες δημοκρατικές δομές, εκλογές, θεσμούς, οικονομία της αγοράς και ευρωπαϊκή προοπτική για τα κράτη. Από την άλλη, παρατηρούμε αυταρχικές πρακτικές, κρατικό παρεμβατισμό και παραδοσιακές κοινωνικές δομές. Πρόκειται για κοινωνίες που δοκιμάζουν, συγκρούονται, προσαρμόζονται και συχνά αντικατοπτρίζουν το δίλημμα που αντιμετωπίζει σήμερα μεγάλο μέρος του κόσμου: «προς ποιο μοντέλο, διακυβέρνησης και ανάπτυξης θα κινηθούμε;»
Καταλήγοντας με τη θεωρία, ακολουθεί ίσως η σημαντικότερη παράμετρος της. Παρόλο που τα κράτη των Βαλκανίων είναι μικρά σε μέγεθος, έχουν δυσανάλογα μεγάλη στρατηγική σημασία. Αυτό οφείλεται σε μια πληθώρα λόγων. Λειτουργούν, ως γέφυρα προς τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, ως buffer zones ανάμεσα σε ανταγωνισμούς δυνάμεων, ως κρίσιμος κρίκος για την ασφάλεια και την ενέργεια της Ευρώπης. Οι επιλογές τους στο πεδίο της διπλωματίας, οι εξελίξεις στο εσωτερικό τους και η σταθερότητά τους επηρεάζουν άμεσα τη συνολική ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας. Με έξυπνες διπλωματικές κινήσεις, τα μικρά αυτά κράτη μπορούν να αποκτήσουν δυσανάλογη σημασία στο παγκόσμιο σύστημα.
Συμπερασματικά, τα Βαλκάνια μπορούν να θεωρηθούν ένα μικρό μοντέλο του διεθνούς συστήματος. Ένα πυκνό εργαστήριο μελέτης παγκόσμιων φαινομένων που επηρεάζεται και επηρεάζει τη διεθνή σταθερότητα και τα διεθνή τεκταινόμενα.
Η γνώση αυτή μας αφορά άμεσα, διότι για την Ελλάδα τα Βαλκάνια, εκτός από γειτονιά είναι και στρατηγικός μας χώρος. Η ιστορία, πλέον, δεν χωράει ερμηνειών για το γεγονός ότι τα οποιαδήποτε κενά δημιουργούνται στο χώρο, τυγχάνουν εκμετάλλευσης από τρίτες δυνάμεις. Επομένως, η Ελλάδα δεν έχει την ευχέρεια να είναι απλώς παρατηρητής, αλλά οφείλει να είναι διαμορφωτής των εξελίξεων. Ένας πυλώνας σταθερότητας και δημοκρατίας, που θα κατευθύνει τις εξελίξεις της περιοχής με βάση τη συνεργασία και την ειρηνική συνύπαρξη των λαών της περιοχής.
Βιβλιογραφία:
Huntington, S. P. (1996). The Clash of Civilizations and the Remaking of World Order.
Η διεθνής πολιτική τα τελευταία τριάντα χρόνια χαρακτηρίζεται από μια έντονη αναθεώρηση του ρόλου της θρησκείας στην παγκόσμια γεωπολιτική. Το αφήγημα του εκκοσμικευμένου κόσμου, όπως είχε διαμορφωθεί κυρίως στη Δύση, δεν επιβεβαιώθηκε στην πράξη. Στις περισσότερες περιοχές του πλανήτη, οι θρησκευτικές ταυτότητες όχι μόνο επιβίωσαν, αλλά αναδύθηκαν ως κεντρικοί άξονες κοινωνικής οργάνωσης και πολιτικής νομιμοποίησης. Στο νέο αυτό περιβάλλον, η κατανόηση της θρησκείας δεν αποτελεί πολυτέλεια για τους υπεύθυνους χάραξης διεθνούς πολιτικής. Αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την λήψη ρεαλιστικών και αποτελεσματικών πολιτικών αποφάσεων .
Η υπόθεση ότι το πέρασμα στη νεωτερικότητα θα συνοδευόταν από την υποχώρηση της θρησκείας δεν ισχύει πλέον πέρα από τον ευρωπαϊκό χώρο. Ο Peter Berger, παλαιότερα υπέρμαχος της θεωρίας της εκκοσμίκευσης, παραδέχτηκε ήδη από τη δεκαετία του 1990 ότι ο κόσμος του 21ου αιώνα είναι “εξαιρετικά θρησκευόμενος”, με εξαίρεση ορισμένα τμήματα της Δυτικής Ευρώπης. Η θρησκεία συνεχίζει να λειτουργεί ως συλλογική γλώσσα νοήματος, ως ερμηνευτικό υπόβαθρο για ιστορικά γεγονότα και ως εργαλείο κοινωνικής συνοχής.
Η τρέχουσα γεωπολιτική πραγματικότητα δείχνει ότι οι κοινωνίες δεν αντιλαμβάνονται τη θρησκεία απλώς ως μια ατομική επιλογή πίστης, αλλά ως κεντρικό στοιχείο ταυτότητας. Η ανάδυση της θρησκείας στη δημόσια σφαίρα αποτελεί αντίδραση στις κρίσεις, στην αβεβαιότητα και στις ταχείες πολιτικές και οικονομικές αλλαγές. Ιδιαίτερα στον αραβικό κόσμο, η θρησκεία παραμένει βασικός παράγοντας που καθορίζει συλλογικές συμπεριφορές, κοινωνικές ιεραρχίες και πολιτικούς προσανατολισμούς.
Η Μέση Ανατολή, εν παραδείγματι, αποτελεί το κατ’ εξοχήν πεδίο όπου οι θρησκευτικές δυναμικές διαμορφώνουν την πολιτική πραγματικότητα. Σουνιτικές και Σιιτικές ταυτότητες, Ισλαμιστικά κινήματα, κοσμικά καθεστώτα που χρησιμοποιούν θρησκευτική νομιμοποίηση, θρησκευτικές μειονότητες με ιδιαίτερο ιστορικό βάρος, όλα συγκροτούν ένα σύνθετο μωσαϊκό όπου η θρησκεία δεν μπορεί να απομονωθεί από την πολιτική.
Για τους πληθυσμούς της περιοχής, η θρησκεία αποτελεί τόσο κώδικα αξιών όσο και πλαίσιο κοινωνικής εμπιστοσύνης. Ταυτόχρονα, λειτουργεί ως σημείο αναφοράς σε περιόδους κρατικής αποτυχίας, εμφύλιων συγκρούσεων ή διεθνών παρεμβάσεων. Από τη σιιτική ημισέληνο και την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, έως την επιρροή της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και τον ρόλο Σαλαφιστικών κινημάτων, η θρησκευτική ταυτότητα παραμένει φορέας ισχύος, συσπείρωσης και πολιτικής κινητοποίησης.
Σε αυτό το περιβάλλον, η άγνοια των θρησκευτικών κωδίκων μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένες πολιτικές εκτιμήσεις, όπως συνέβη με πολλές Δυτικές παρεμβάσεις που υποτίμησαν το βάθος του θρησκευτικού παράγοντα στις κοινωνικές δομές.
Η θρησκεία λειτουργεί σήμερα ως μορφή ήπιας ισχύος (soft power), επηρεάζοντας την κοινή γνώμη, την κοινωνική νομιμοποίηση και τις διεθνείς συμμαχίες. Τα θρησκευτικά δίκτυα, οι ιεραποστολικές δράσεις, η προσφορά ανθρωπιστικής βοήθειας και το θρησκευτικό κύρος θεσμών, όπως του Βατικανού, των Εκκλησιαστικών Ορθόδοξων Πατριαρχείων ή των σημαντικών Ισλαμικών κέντρων, διαμορφώνουν ευρέως πολιτικές και κοινωνικές συμπεριφορές.
Στη Μέση και Εγγύς Ανατολή, η Σαουδική Αραβία, το Ιράν και η Τουρκία έχουν υιοθετήσει μοντέλα εξωτερικής πολιτικής που αξιοποιούν θρησκευτικούς κώδικες για να επηρεάσουν κοινότητες εκτός των συνόρων τους. Η Σαουδαραβική προώθηση του Ουαχαμπισμού, η Ιρανική Σιιτική δικτύωση και ο νεοοθωμανικός θρησκευτικός λόγος της Τουρκίας αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Η θρησκεία δεν είναι μόνο εργαλείο των κρατών, αλλά συνιστά ταυτόχρονα μέσο επιρροής και για μη κρατικούς δρώντες. Οργανώσεις όπως η Χεζμπολάχ, οι Χούθι και η Χαμάς, χρησιμοποιούν τη θρησκευτική ταυτότητα ως μέσο πολιτικής νομιμοποίησης, κοινωνικής οργάνωσης και στρατολόγησης, με σκοπό να εδραιωθούν και να προωθήσουν τα δικά τους συμφέροντα.
Η θρησκευτική ταυτότητα εξυπηρετεί έναν διττό ρόλο: αφενός προσδίδει νόημα και σκοπό στις κοινωνίες, αφετέρου δημιουργεί σύνορα ανάμεσα σε «εμάς» και τους «άλλους». Η λειτουργία αυτή είναι ιδιαίτερα εμφανής στη Μέση Ανατολή, όπου οι θρησκευτικές κοινότητες έχουν ιστορικούς δεσμούς, με προεκτάσεις που γίνονται εμφανείς ακόμη και στις μέρες μας.
Η έννοια της «ταυτότητας» στην περιοχή δεν είναι αποκομμένη από τη θρησκεία. Αντιθέτως, η θρησκευτική ταυτότητα λειτουργεί ως η βασική δομή μέσα από την οποία οι πληθυσμοί ερμηνεύουν την πολιτική πραγματικότητα. Εθνοτικές και πολιτικές διαφορές διασταυρώνονται με θρησκευτικές, δημιουργώντας πολλαπλές μορφές συσπείρωσης και αντιπαράθεσης.
Ο Huntington, στη θεωρία του για τις «συγκρούσεις των πολιτισμών», ανέδειξε την πολιτισμική διάσταση των διεθνών σχέσεων, ενώ μελετητές όπως ο Scott Thomas ή ο Jonathan Fox, επικεντρώθηκαν στον ρόλο της θρησκείας ως καθοριστικού παράγοντα των πολιτικών συγκρούσεων. Αν και αυτές οι προσεγγίσεις δεν πρέπει να υιοθετηθούν άκριτα, προσφέρουν χρήσιμα εργαλεία σύγκρισης για την κατανόηση της σύγχρονης πραγματικότητας.
Συχνά η θρησκεία παρουσιάζεται επίσης ως παράγοντας αστάθειας, ιδιαίτερα όταν συνδέεται με εξτρεμιστικές πρακτικές ή ιδεολογίες. Ωστόσο, οι συγκρούσεις που λαμβάνουν θρησκευτική μορφή συχνά έχουν βαθύτερες κοινωνικοοικονομικές και πολιτικές ρίζες. Η θρησκεία λειτουργεί ως «φορέας» μέσα από τον οποίο οι πληθυσμοί εκφράζουν αγανάκτηση για τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες ή ταυτότητες που θεωρούν απειλούμενες.
Παράλληλα, σημαντική είναι και η συμβολή θρησκευτικών θεσμών στην ειρηνοποιό δράση. Πολλά θρησκευτικά δίκτυα λειτουργούν ως φορείς διαλόγου, προσφέροντας δίαυλους επικοινωνίας σε κοινωνίες που δεν εμπιστεύονται τις κρατικές αρχές ή τους διεθνείς θεσμούς. Στη Μέση Ανατολή, θρησκευτικοί ηγέτες έχουν διαμεσολαβήσει σε τοπικές εκεχειρίες, ενώ οργανώσεις με θρησκευτικό υπόβαθρο συμβάλλουν στην κοινωνική ανασυγκρότηση.
Η μελέτη της θρησκείας δεν αφορά μόνο τη θεωρητική κατανόηση, αλλά συνιστά προϋπόθεση για αποτελεσματικές πολιτικές στον Αραβικό κόσμο και ευρύτερα στη Μέση Ανατολή. Χωρίς σε βάθος εξέταση της θρησκευτικής κουλτούρας των πληθυσμών, κάθε είδους παρέμβαση, διπλωματικού είτε στρατηγικού χαρακτήρα, κινδυνεύει να αποτύχει.
Η εμπειρία των Δυτικών πολιτικών στην περιοχή δείχνει ότι η προσπάθεια εφαρμογής εκκοσμικευμένων μοντέλων ή μεταφοράς Δυτικών θεσμών συχνά συγκρούεται με τις κοινωνικές πραγματικότητες. Η θρησκεία δεν είναι εμπόδιο που πρέπει να παρακαμφθεί, αλλά συστατικό στοιχείο των σχέσεων εξουσίας, των κοινωνικών δικτύων και των αντιλήψεων περί νομιμότητας. Αντί για μια προσέγγιση που αγνοεί τις θρησκευτικές ευαισθησίες, απαιτείται μια πολιτική που αναγνωρίζει τον ρόλο τους και προσπαθεί να κατανοήσει τις ανάγκες και τις προσδοκίες των τοπικών κοινωνιών. Μόνο έτσι μπορούν να τεθούν οι βάσεις για ειρηνική συνύπαρξη και πολιτική σταθερότητα.
Ο κόσμος του 21ου αιώνα δεν μπορεί να αναλυθεί με όρους αποκλειστικά οικονομικούς ή στρατιωτικούς. Η θρησκεία αποτελεί δομικό παράγοντα των διεθνών σχέσεων. Για τους φορείς χάραξης πολιτικής, η κατανόηση της θρησκείας δεν είναι απλώς ένα θεωρητικό εργαλείο. Είναι βασική προϋπόθεση για τον σχεδιασμό ρεαλιστικών πολιτικών και την οικοδόμηση σταθερών γεωπολιτικών στρατηγικών.
Η Μέση Ανατολή αποτελεί σήμερα το σημαντικότερο παράδειγμα όπου η θρησκεία και η πολιτική δεν μπορούν να διαχωριστούν. Η κατανόηση, επομένως, των θρησκευτικών δομών των κοινωνιών αυτών είναι αναγκαία για την ερμηνεία του παρόντος και τη διαμόρφωση πολιτικών που ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες ανθρώπων και κρατών.
Ενδεικτική βιβλιογραφία:
Huntington, S. P. (1996). The Clash of Civilizations and the Remaking of World Order.
Mandaville, P. (2023). The Geopolitics of Religious Soft Power. Oxford University Press.
Haynes, J. (2016). Routledge handbook of religion and politics.
Το Κέντρο Διεθνών Στρατηγικών Αναλύσεων-ΚΕΔΙΣΑ διοργάνωσε με μεγάλη επιτυχία την Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025 διαδικτυακή εκδήλωση (webinar) με θέμα: «Ο Γεωπολιτικός Ανταγωνισμός Δύσης-Ανατολής: Προκλήσεις για την Ευρώπη και την Ελλάδα». Ομιλητές ήταν: ο Δρ. Κωνσταντίνος Βέργος (Αναπληρωτής Καθηγητής Χρηματοοικονομικών & Διεθνούς Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Portsmouth), ο Δρ. Γεώργιος Βοσκόπουλος (Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Ασφάλειας και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας) και ο Δρ. Χρήστος Ζιώγας (Επίκουρος Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου). Συντονιστής του webinar ήταν ο Ιδρυτής & Πρόεδρος Δ.Σ. του ΚΕΔΙΣΑΔρ. Ανδρέας Γ. Μπανούτσος.
Στην εισαγωγική του ομιλία ο Ιδρυτής & Πρόεδρος Δ.Σ. του ΚΕΔΙΣΑΔρ. Ανδρέας Γ. Μπανούτσος ανέφερε ότι το 2025 ο παγκόσμιος Γεωπολιτικός Ανταγωνισμός μεταξύ Δύσης και Ανατολής συνεχίστηκε με μεγαλύτερη ένταση στα θερμά μέτωπα της Ουκρανίας και της Μέσης Ανατολής και πως παρά την προσωρινή ανακωχή στη Μέση Ανατολή, δεν μπορεί να αποκλειστεί να έχουμε σύντομα ακόμα μία εστία ανάφλεξης αυτή τη φορά στη Βενεζουέλα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον έντονου γεωπολιτικού ανταγωνισμού είναι σημαντικό ως ανθρωπότητα να μην διολισθήσουμε σε μία νέο-ψυχροπολεμική νοοτροπία με δύο αντίπαλα στρατόπεδα που θα είναι απομονωμένα μεταξύ τους και θα υπονομεύει το ένα το άλλο με τακτικές υβριδικού πολέμου, αλλά να μπορέσουμε να αναθερμάνουμε την διεθνή κατανόηση και συνεργασία καθώς και την ομαλή μετάβαση σε έναν εκκολαπτόμενο πολυπολικό κόσμο. Η πρόσφατη ανακοίνωση του Προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ότι η χώρα του προτίθεται να ξεκινήσει και πάλι τις δοκιμές πυρηνικών όπλων μετά από 33 χρόνια είναι εξόχως ανησυχητική και μπορεί να μας οδηγήσει σε μία νέα κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών όπως αυτή που σημάδεψε την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Ο γεωπολιτικός και γεωοικονομικός ανταγωνισμός των ΗΠΑ και της Κίνας δεν πρέπει να εμπλέξει και να έχει ως θύμα την ΕΕ. Η Ευρώπη έχει να ωφεληθεί από την απρόσκοπτη οικονομική και εμπορική συνεργασία της με την Κίνα. Στην Ελλάδα η μεγάλη Κινεζική επένδυση της COSCO στο λιμάνι του Πειραιά τέθηκε πρόσφατα στο στόχαστρο των ΗΠΑ. Η COSCO όμως ήταν η μόνη ξένη εταιρεία που εκδήλωσε ενδιαφέρον για την αγορά του Λιμένος Πειραιώς όταν η Ελλάδα μαστιζόταν από την οικονομική κρίση την προηγούμενη δεκαετία. Η συνεργασία της Ελλάδος με την Κίνα στον οικονομικό τομέα δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα θα αλλάξει γεωπολιτικό προσανατολισμό και θα υπονομεύσει την στρατηγική της σχέση με τις ΗΠΑ εντός της Δύσης. Ο γεωπολιτικός και γεωοικονομικός ανταγωνισμός Δύσης-Ανατολής με αφορμή τον πόλεμο στην Ουκρανία έχει ως αποτέλεσμα μεταξύ άλλων και έναν αδυσώπητο οικονομικό πόλεμο της ΕΕ κατά της Ρωσίας. Εκτός από τις οικονομικές κυρώσεις εσχάτως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσπαθεί να βρει μία νομική φόρμουλα να κάνει χρήση των παγωμένων Ρωσικών περιουσιακών στοιχείων εντός της ΕΕ για να χρηματοδοτήσει την Ουκρανία. Η αμφιλεγόμενη αυτή πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έχει συναντήσει την σθεναρή αντίσταση της κυβέρνησης του Βελγίου και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας καθώς δικαίως φοβούνται τις νομικές και οικονομικές συνέπειες που θα έχει για την ευρωζώνη μία τέτοια κίνηση καθώς πιθανότατα θα υπονομεύσει την εμπιστοσύνη των διεθνών επενδυτών στην Ευρωπαϊκή οικονομία πέρα από την σοβαρή πιθανότητα να υποστούν η ΕΕ και οι Ευρωπαϊκές επιχειρήσεις σοβαρά οικονομικά αντίποινα από την Ρωσία. Απότοκο του ανταγωνισμού Δύσης-Ανατολής είναι και μία άλλη πρωτοβουλία που έλαβε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία σχετίζεται και με το ζήτημα της κατάσχεσης των Ρωσικών περιουσιακών στοιχείων και αφορά τον τρόπο λήψης αποφάσεων για θέματα που άπτονται της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ. Η πρόταση προβλέπει την λήψη αποφάσεων με ειδική πλειοψηφία των κρατών-μελών της ΕΕ αντί για ομοφωνία και χρήση του δικαιώματος βέτο. Ουσιαστικά η πρόταση αυτή φωτογραφίζει κράτη όπως η Ουγγαρία και η Σλοβακία που αντιτίθενται στην περαιτέρω οικονομική και στρατιωτική ενίσχυση της Ουκρανίας με χρήματα των Ευρωπαίων φορολογουμένων και συντάσσονται με τις πρωτοβουλίες του Αμερικανού Προέδρου Τραμπ για άμεση ειρηνική διευθέτηση και τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία. Αντίθετα όμως με την πρόταση της Κομισιόν είναι αρκετά κράτη-μέλη της ΕΕ μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα για την οποία μία κατάργηση του βέτο θα είχε καταστροφικά αποτελέσματα για τα εθνικά της συμφέροντα για ευνόητους λόγους. Η Ουγγαρία υπό την ηγεσία του πρωθυπουργού Βίκτορ Όρμπαν παρά τα όποια αρνητικά στοιχεία της διακυβέρνησής του είναι ένα κράτος που προτάσσει την υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων, την εθνική κυριαρχία και τον πολιτικό ρεαλισμό. Ο Δρ. Ανδρέας Γ.Μπανούτσος εκτίμησε ότι σε περίπτωση που ηττηθεί ο Όρμπαν στις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές του Απριλίου του 2026 και την πρωθυπουργία της χώρας αναλάβει ο φιλοευρωπαίος ηγέτης της αντιπολίτευσης Πέτερ Μάγιαρ τότε είναι πολύ πιθανό να οδηγηθούμε σε κατάργηση του δικαιώματος βέτο για θέματα εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ, μία εξέλιξη που μπορεί ενδεχομένως να αποτελέσει και τον καταλύτη για μία ευρείας κλίμακας πολεμική σύγκρουση μεταξύ ΕΕ-ΝΑΤΟ και Ρωσίας. Ο Δρ. Ανδρέας Γ.Μπανούτσος κλείνοντας την εισαγωγική του ομιλία εκτίμησε ότι αναφορικά με τον πόλεμο της Ουκρανίας η Ευρώπη θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις διαπραγματεύσεις που διεξάγονται μεταξύ των εμπλεκομένων μερών με μεγαλύτερο πολιτικό ρεαλισμό καθώς αυτό που θεωρούν σήμερα ως κακή συμφωνία για την Ουκρανία και την Ευρώπη μπορεί να αποδειχθεί καλή συμφωνία αν συνεχιστεί ο πόλεμος και σε λίγους μήνες η Ουκρανία στο πολεμικό μέτωπο βρεθεί σε δυσχερέστερη θέση σε σύγκριση με σήμερα. Παράλληλα η συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία συνεπάγεται μία ολοένα και μεγαλύτερη οικονομική αφαίμαξη για τους λαούς της Ευρώπης και αύξηση του κινδύνου κλιμάκωσης και επέκτασης του πολέμου με μία απευθείας σύγκρουση Ευρώπης-Ρωσίας.
Ο Αναπληρωτής Καθηγητής Χρηματοοικονομικών & Διεθνούς Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Portsmouth Δρ. Κωνσταντίνος Βέργος τόνισε ότι παρατηρείται μια μεταβολή δεδομένων στo παγκόσμιο σύστημα περνώντας από μια μονοπολική παγκόσμια κυριαρχία των ΗΠΑ σε ένα πολυπολικό διεθνές σύστημα γεωπολιτικού ανταγωνισμού των ΗΠΑ με την Ρωσία και την Κίνα. Στη νέα αυτή κατάσταση, δεν υπάρχει μια δύναμη που ελέγχει απόλυτα τα πράγματα και συνεπώς η Ελλάδα πρέπει να ακολουθεί μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική συνεργασίας με τις ΗΠΑ αλλά και με τις ανερχόμενες δυνάμεις, Ρωσία και Κίνα. Σε αυτό το νέο διεθνές γεωπολιτικό περιβάλλον, το ισχυρό σημείο της χώρας μας είναι η γεωπολιτική της θέση, τα λιμάνια μας όπου περνούν εμπορεύματα από την Ανατολή προς τη Δύση. Στα επόμενα χρόνια, θα δούμε ένα νέο γεωπολιτικό ανταγωνισμό να αναπτύσσεται, καθώς οι ΗΠΑ προσπαθούν να διατηρήσουν την παγκόσμια ηγεμονία τους ενώ πρόσφατα βλέπουμε να επιδιώκουν να εισβάλουν στη Βενεζουέλα και σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής. Όπως τόνισε ο Δρ. Βέργος, σε αυτή τη σύγκρουση δεν θα έχουμε νικητή, καθώς η Κίνα και η Ρωσία είναι ανερχόμενες δυνάμεις με αξιώσεις στο νέο διεθνές περιβάλλον.
Ο Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Ασφάλειας και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας Δρ. Γεώργιος Βοσκόπουλος ανέφερε αρχικά ότι η γεωγραφία παίζει μεγάλο ρόλο στις σχέσεις ασφαλείας μεταξύ των διεθνών δρώντων. Η Ρωσία καθορίζει τον βαθμό ασφαλείας της Ευρώπης καθώς υπάρχει μετάβαση προς ένα νέο διεθνές πολυπολικό σκηνικό. Μεταπολεμικά, οι ΗΠΑ ήταν ο εγγυητής ασφάλειας της ΕΕ η οποία δεν μπόρεσε να γίνει αυτόνομη στην αντιμετώπιση των προκλήσεων ασφαλείας και ήταν απόλυτα εξαρτημένη από τις ΗΠΑ. Δεν ήταν εφικτό ή επιθυμητό η ΕΕ να έχει τη δικής της αυτόνομη άμυνα. Μεταψυχροπολεμικά, η ΕΕ πάλι δεν μπόρεσε να δημιουργήσει μια αυτόνομη πορεία ασφαλείας. Η Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση δεν σημείωσε επιτυχία. Σήμερα, οδεύουμε προς έναν πολυπολικό κόσμο και η ΕΕ πρέπει να προσαρμοστεί. Η ΕΕ δυστυχώς είναι μια δύναμη χωρίς φωνή καθώς έχει στρατηγική σχέση εξάρτησης με τις ΗΠΑ σε στρατιωτικό, οικονομικό και πολιτικό επίπεδο. Δεν έχουμε κοινή πολιτική ασφάλειας στην ΕΕ. Η θέση της Ελλάδας είναι σε δύσκολη θέση εξαιτίας του μεγέθους και της έντασης της παγκόσμιας αντιπαλότητας. Σε αυτό το διεθνές σύστημα, είναι πολύ δύσκολο η Ελλάδα να ακολουθήσει μια αδέσμευτη και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική. Το λιμάνι που Πειραιά γίνεται σημείο τριβής ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα αλλά την εποχή εκχώρησης του λιμένα στην Κινέζικη COSCO δεν υπήρχε άλλος ενδιαφερόμενος επενδυτής. Η θέση της Ελλάδας είναι λεπτή αυτή την περίοδο καθώς έχει διακόψει σχέσεις με την Ρωσία και πρέπει να μείνει σταθερή με την Δύση, ώστε να εξασφαλίσει γεωπολιτικά οφέλη που απορρέουν από τη γεωπολιτική της θέση.
Ο Επίκουρος Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου Δρ. Χρήστος Ζιώγας ανέφερε ότι το σύγχρονο διεθνές σύστημα συγκροτήθηκε ως ευρωκεντρικό ως προς την κατανομή ισχύος. Μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το διεθνές σύστημα έγινε κρατοκεντρικό και διπολικό ενώ μεταψυχροπολεμικά μετασχηματίστηκε ως δυτικοκεντρικό με βασικό πυλώνα τις ΗΠΑ. Σήμερα βρισκόμαστε κοντά στο τέλος της μεταψυχροπολεμικής διεθνούς τάξης. Στην μεταψυχροπολεμική περίοδο (1990 – 2024), το παγκόσμιο ΑΕΠ έχει σχεδόν τετραπλασιαστεί με τις ανερχόμενες δυνάμεις να καταγράφουν μια εξαιρετική αύξηση στον καταμερισμό πλούτου, ιδιαίτερα η Κίνα, η Ινδία αλλά και η Ρωσία παρά τον πόλεμο που μαίνεται. Σε στρατιωτικό επίπεδο, οι παγκόσμιες αμυντικές δαπάνες τείνουν να τριπλασιαστούν. Ιδιαίτερα η Ρωσία αλλά και η ΕΕ έχουν αυξήσει σημαντικά τις αμυντικές τους δαπάνες λόγω του Ρώσο-Ουκρανικού πολέμου. Ο Ψυχρός Πόλεμος ήταν ένα χαλαρό διπολικό σύστημα το οποίο όμως παρείχε εγγυήσεις ασφάλειας για την ΕΕ. Μετά το 1990, η κυριαρχία των ΗΠΑ ήταν μια σταθερά ασφάλειας ενώ σήμερα υπάρχει αβεβαιότητα λόγω της σταδιακής μετάβασης σε ένα πολυπολικό σύστημα αλλά και λόγω του γεγονότος ότι οι ΗΠΑ δείχνουν απροθυμία να παρέχουν ασφάλεια στην ΕΕ. Παράλληλα, παρατηρείται σύμπραξη μη δημοκρατικών κρατών με καλές σχέσεις μεταξύ τους και οι οποίες παραδοσιακά δεν είχαν πολύ καλές σχέσεις με τις ΗΠΑ και τη Δύση εν γένει. Τα κράτη-μέλη των BRICS δεν έχουν αμιγώς κοινά ιδεολογικά χαρακτηριστικά και η συνεργασία τους είναι κυρίως οικονομικού και εμπορικού χαρακτήρα. Η Δύση και η Ανατολή δεν προσδιορίζονται πλέον με τόση σαφήνεια όπως επί Ψυχρού Πολέμου. Ακόμα και οι ΗΠΑ με την Κίνα έχουν ηγεμονικό ανταγωνισμό αλλά συνεχίζουν να συνεργάζονται. Αυτό κατατείνει ότι το υπάρχον διεθνές σύστημα είναι πιο σύνθετο καθώς υπάρχουν πολυεπίπεδες τάσεις που διαπερνούν το παραδοσιακό μοντέλο Ανατολής – Δύσης. Το μοντέλο που έρχεται δεν είναι ακόμα πολύ σαφές. Υπάρχει ένας ηγεμονικός ανταγωνισμός λόγω του γεγονότος ότι η Κίνα δεν θέλει να μπει σε έναν διακανονισμό με τις ΗΠΑ αυτή τη στιγμή που οι ΗΠΑ ακόμα υπερέχουν και αφήνει την ηγεμονία των ΗΠΑ να φθείρεται σταδιακά. Η Κίνα συνεχίζει να χρησιμοποιεί το αμερικανοκεντρικό οικονομικό σύστημα και περιμένει την φθορά των ΗΠΑ για να προβάλει την ισχύ της στο διεθνές σύστημα. Επίσης, φαίνεται ότι το νεοφιλελεύθερο μοντέλο παγκοσμιοποίησης τελειώνει και κινούμαστε προς ένα κρατοκεντρικό διεθνές σύστημα.
Συμπερασματικά, ο Δρ. Χρήστος Ζιώγας τόνισε ότι σήμερα ενισχύονται οι τάσεις αποκέντρωσης ως προς την κατανομή ισχύος στο διεθνές σύστημα. Τα Δυτικά κράτη, μέσω της παγκοσμιοποίησης, προκάλεσαν μια πρωτοφανή για την ανθρώπινη ιστορία, αναδιανομή παγκόσμιου πλούτου σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Εντός της Δύσης – ως το θεσμικό και συμμαχικό εποικοδόμημα της αμερικανικής ηγεμονίας – ενισχύονται οι αποκλίνουσες τάσεις όπως φαίνεται και στον πόλεμο της Ουκρανίας. Οι αμερικανικές επιλογές αντιπαρατίθενται με τις κυρίαρχες αντιλήψεις σχετικά με τη χάραξη και την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής. Η αμερικανική ηγεμονία, η οποία ξεκίνησε μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, συγκροτήθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και διευρύνθηκε μεταψυχροπολεμικά, δείχνει να έχει εξαντλήσει τη δυναμική της. Το διεθνές σύστημα γίνεται λιγότερο δυτικοκεντρικό αλλά παράλληλα ενισχύεται ο κρατοκεντρισμός στο διεθνές σύστημα. Συνολικά, η νέα παγκόσμια τάξη θα κυριαρχείται από έντονούς γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς και συγκρούσεις καθώς νέες παγκόσμιες δυνάμεις αναδύονται.
Μετά τις ομιλίες, ακολούθησε συζήτηση και ερωτήσεις. Ο Δρ. Ανδρέας Γ. Μπανούτσος έκανε μια ερώτηση για τις προσπάθειες συνεννόησης ΗΠΑ – Ρωσίας και κατά πόσο αποτελεί προσπάθεια του Τραμπ να εφαρμόσει ανάστροφη τριγωνική διπλωματία τύπου Νίξον για να προσεταιριστεί την Ρωσία ώστε να σπάσει την στρατηγική της σχέση με την Κίνα. Επίσης, ρώτησε αν και κατά πόσο οι ΗΠΑ, σε περίπτωση που κλιμακωθεί η σύγκρουση της Ρωσίας με την Ευρώπη, θα αποστασιοποιηθούν ή θα εμπλακούν. Ο Δρ. Κωνσταντίνος Βέργος τόνισε ότι η συνεργασία ΗΠΑ – Ρωσίας θα ενισχυθεί. Η σύγκρουση Ρωσίας και Ευρώπης δεν είναι πιθανή άμεσα αλλά θα ήταν εντελώς παράλογη λόγω του γεγονότος ότι η Ρωσία έχει πυρηνικά όπλα που θα εκμηδένιζαν την Ευρώπη. Οι ΗΠΑ πιθανώς θα αφήσει τους Ευρωπαίους να εμπλακούν σε πόλεμο με την Ρωσία έτσι ώστε να τους πουλάει περισσότερα όπλα όπως κάνει τώρα με τις εξαγωγές ενέργειας προς την Ευρώπη. Ο Δρ. Κωνσταντίνος Βέργος συμπλήρωσε ότι η ενεργειακή πολιτική της ΕΕ είναι παράλογη καθώς έχει οδηγήσει σε αύξηση του ενεργειακού κόστους και σε απώλεια της ανταγωνιστικότητας των Ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και πως η μόνη λύση για την αποκατάσταση της χαμένης ανταγωνιστικότητας θα ήταν η εξομάλυνση των σχέσεων με την Ρωσία καθώς μόνο η Ρωσία είναι σε θέση να παρέχει φθηνή ενέργεια στην Ευρώπη. Ο Δρ. Γεώργιος Βοσκόπουλος τόνισε ότι η σύγκρουση ΕΕ – Ρωσίας θα ήταν καταστροφική. Πρέπει να βρεθεί ένα modusoperandi με τη Ρωσία γιατί η Ευρώπη δεν θα μπορέσει να αντιμετωπίσει έναν τέτοιο πόλεμο που πιθανώς θα περιλαμβάνει και πυρηνικά. Ακόμα και ένα προληπτικό χτύπημα της ΕΕ προς τη Ρωσία θα ήταν εντελώς παράλογο. Σήμερα, οι ΗΠΑ δεν προσφέρουν δωρεάν ασφάλεια πλέον. Την επαύριο ενός ενδεχόμενου πολέμου ΕΕ – Ρωσίας, οι ΗΠΑ πιθανόν να επανέρχονταν ως πάροχος ασφαλείας στην Ευρώπη αλλά με πολλαπλάσιο κόστος για την ΕΕ. Ο Δρ. Χρήστος Ζιώγας είπε ότι στην αρχή του πολέμου επί Μπάιντεν, είχαμε μια ευθυγράμμιση της Δύσης απέναντι στον ρωσικό αναθεωρητισμό, ενώ τώρα ο Τραμπ πιθανώς θα κάνει έναν διακανονισμό με τη Ρωσία ο οποίος θα επιβληθεί στους συμμάχους των ΗΠΑ. Γι’ αυτό και το Ηνωμένο Βασίλειο έχει απομακρυνθεί από τις ΗΠΑ και πλησιάζει τις χώρες της ΕΕ. Η ΕΕ έχει παραμεριστεί από τον Τραμπ, ο οποίος προωθεί τη λύση του Ρώσο-Ουκρανικού πολέμου με απευθείας συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας. Οι ΗΠΑ θέλουν να καμφθεί η βούληση των Ευρωπαίων να πολεμήσουν την Ρωσία. Το γεγονός ότι η Ρωσία έχει πυρηνικά όπλα αποτελεί αποτρεπτικό παράγοντα για έναν πόλεμο με την Ευρώπη.
Σε άλλη ερώτηση για το αν και κατά πόσο θα είναι προς το συμφέρον όλων να τερματιστεί άμεσα ο πόλεμος στην Ουκρανία, ο Δρ. Χρήστος Ζιώγας ανέφερε ότι δεν υπάρχει πολιτική βούληση από την πλευρά των Ευρωπαίων για άμεση εμπλοκή στον πόλεμο της Ουκρανίας και αναστροφής των τετελεσμένων της ισχύος επί του πεδίου. Ο Δρ. Κωνσταντίνος Βέργος είπε ότι πέρα από την απώλεια ζωών, το οικονομικό κόστος του πολέμου είναι τεράστιο και συνεπώς πρέπει να τερματιστεί άμεσα για το καλό όλων των εμπλεκομένων. Ο Δρ. Γεώργιος Βοσκόπουλος ανέφερε ότι όσο συνεχίζεται ο πόλεμος, η Ουκρανία θα χάνει συνεχώς εδάφη καθώς με βάση την θεωρία της ισχύος, ό,τι έχει κερδηθεί με πόλεμο δεν επιστρέφεται. Η επομένη μέρα του τερματισμού του πολέμου θα είναι πολύ δύσκολη για την Ουκρανία και θα πρέπει να υπάρχουν εγγυήσεις ασφαλείας. Η Ρωσία θέλει την Ουκρανία μια ουδέτερη ζώνη. Άρα, η όποια λύση που προωθούν οι ΗΠΑ σε συνεννόηση με την Ρωσία θα αποτελεί μια συνθηκολόγηση της Ουκρανίας.
Από τις 10 έως τις 21 Νοεμβρίου πραγματοποιήθηκε στην πόλη Μπελέμ της Βραζιλίας η 30η ετήσια Σύνοδος του ΟΗΕ για την αντιμετώπιση της Κλιματικής Αλλαγής (COP30). Αυτές οι Σύνοδοι αποτελούν το ανώτατο πεδίο διαπραγμάτευσης και συντονισμού των δράσεων που υιοθετούν τα κράτη, ώστε να αντιμετωπίσουν αφενός τις ήδη υπάρχουσες επιπτώσεις από την υπερθέρμανση του πλανήτη, να θωρακιστούν απέναντι σε μελλοντικές κλιματικές απειλές, αλλά και να σταθεροποιήσουν το κλίμα, συγκρατώντας την αύξηση της παγκόσμιας μέσης θερμοκρασίας ιδανικά σε 1,5 βαθμό Κελσίου πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα ή όσο πιο κοντά γίνεται στον στόχο αυτόν. Η πιο ένδοξη στιγμή των ετήσιων και πολυήμερων αυτών Συνόδων ήταν σίγουρα η Συμφωνία των Παρισίων (τον Δεκέμβριο του 2015 στην COP21) και η υπογραφή της τον Απρίλιο του 2016. Η Συμφωνία των Παρισίων αποτελεί πλέον την «πυξίδα» της παγκόσμιας κλιματικής δράσης.
Οι ετήσιες Σύνοδοι του ΟΗΕ για το κλίμα ή COP (Conference of the Parties) έχουν την αφετηρία τους στη Σύμβαση-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή, η οποία υπογράφηκε το 1992 και είναι το πρώτο διεθνές μέτρο με το οποίο επιδιώχθηκε να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Βάσει αυτής της συνθήκης, τα κράτη που την έχουν υπογράψει συμφωνούν να στέλνουν κάθε χρόνο αντιπροσωπείες για να συζητούν την πρόοδο που έχει επιτευχθεί και τα επόμενα βήματα που πρέπει να γίνουν.
Παραδοσιακά σε αυτές τις Συνόδους οι διαπραγματεύσεις είναι έντονες και υπάρχει συχνά σύγκρουση μεταξύ αφενός των κρατών που πλήττονται περισσότερο από την κλιματική αλλαγή, όπως μικρά νησιωτικά κράτη που αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο αφανισμού, αλλά και όσων υιοθετούν μια φιλόδοξη κλιματική πολιτική, και αφετέρου των πετρελαιοπαραγωγών κρατών, με επικεφαλής τη Σαουδική Αραβία, ή κρατών που εξαρτώνται από τα ορυκτά καύσιμα για την ανάπτυξή τους, όπως η Ινδία για παράδειγμα. Η διαδικασία λήψης αποφάσεων με ομοφωνία στις COP συχνά παραλύει τις προσπάθειες για υιοθέτηση φιλόδοξης δράσης. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός πως, αν και η παραγωγή και καύση ορυκτών καυσίμων αποτελεί την κυριότερη αιτία για την υπερθέρμανση του πλανήτη, πήρε 29 χρόνια μέχρι να διατυπωθεί το 2023 σε επίσημο κείμενο Συνόδου η δέσμευση για σταδιακή απομάκρυνση από αυτά. Αυτό το γεγονός φανερώνει τη δυσκολία λήψης αποφάσεων με ομοφωνία από σχεδόν 200 κράτη που συμμετέχουν στις COP, τα οποία έχουν διαφορετικά συμφέροντα και προτεραιότητες μεταξύ τους.
Η φετινή Σύνοδος COP30 πραγματοποιήθηκε σε ένα δυσμενές διεθνές περιβάλλον, με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, να έχει αποκηρύξει κάθε κλιματική πολιτική από τον Ιανουάριο του 2025 που επανήλθε στην εξουσία, σέρνοντας μάλιστα ξανά τη χώρα του εκτός της Συμφωνίας των Παρισίων. Οι ΗΠΑ αποτελούν ιστορικά τον μεγαλύτερο υπεύθυνο για την κλιματική αλλαγή παγκοσμίως, ενώ αυτή τη στιγμή ο μεγαλύτερος ρυπαντής είναι η Κίνα. Συνεπώς, η στάση των δύο αυτών κρατών επηρεάζει δραματικά τις προσπάθειες αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης. Πρόσφατα, ο Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήρισε την κλιματική αλλαγή «την μεγαλύτερη απάτη που έχει ποτέ επιβληθεί στον κόσμο». Παράλληλα, από την επάνοδό του στην εξουσία έχει κηρύξει σκληρό πόλεμο στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) στη χώρα του, ενώ προωθεί την αύξηση της εγχώριας παραγωγής υδρογονανθράκων και την αύξηση των εξαγωγών τους. Η στάση του Τραμπ, η οποία συνοδεύτηκε από επιθετική εμπορική πολιτική με επιβολή δασμών και εμπορικές διαπραγματεύσεις με δεκάδες χώρες, επηρέασε και αποδυνάμωσε το momentum της διεθνούς κλιματικής δράσης μέσα στο 2025.
Οι ΗΠΑ αποτελούν τον μεγαλύτερο παραγωγό πετρελαίου και φυσικού αερίου παγκοσμίως, καθώς και τον μεγαλύτερο εξαγωγέα υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Ο Τραμπ χρησιμοποιεί το πετρέλαιο και το LNG ως εργαλεία εμπορικής πολιτικής, πιέζοντας τα άλλα κράτη να αγοράσουν όλο και περισσότερη αμερικανική ενέργεια. Η Ευρώπη αποτελεί ένα από τα «θύματα» αυτής της πολιτικής, αφού το καλοκαίρι του 2025 υπέγραψε εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ, με βάση την οποία θα πρέπει να αγοράσει αμερικανική ενέργεια αξίας 750 δισ. δολαρίων σε βάθος τριετίας, με αντάλλαγμα την επιβολή χαμηλότερων δασμών στα προϊόντα της από αυτούς που είχε εξαγγείλει αρχικά ο Τραμπ την άνοιξη.
Οι εξαγωγές πετρελαίου και LNG αποτελούν βασικό γρανάζι της αμερικανικής οικονομίας και έχουν μετατραπεί σε σημαντικό εργαλείο για άσκηση εμπορικής πολιτικής από τον Τραμπ.
Ο ανταγωνισμός ΗΠΑ – Κίνας για ενεργειακή κυριαρχία
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν τα αντικρουόμενα οράματα των δύο υπερδυνάμεων του πλανήτη, των ΗΠΑ και της Κίνας, σχετικά με το ενεργειακό μέλλον του κόσμου. Σε ανάλυσή του το Semafor αναδεικνύει αυτήν την ενεργειακή «τιτανομαχία». Από τη μία βρίσκονται οι ΗΠΑ που, μέσω του Τραμπ, επιθυμούν να εξάγουν όλο και περισσότερο πετρέλαιο και LNG, και πιέζουν τα υπόλοιπα κράτη να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν τα ορυκτά καύσιμα, προκειμένου να υπάρχει αγοραστική ζήτηση για την αμερικανική ενέργεια.
Από την άλλη πλευρά, η Κίνα αποτελεί τον κυρίαρχο κατασκευαστή παγκοσμίως σε τεχνολογίες καθαρής ενέργειας, όπως φωτοβολταϊκά, μπαταρίες αποθήκευσης ενέργειας, ηλεκτρικά οχήματα, ανεμογεννήτριες κ.α. Παράλληλα, είναι κυρίαρχος και στην αλυσίδα αξίας των κρίσιμων ορυκτών πρώτων υλών που απαιτούνται για την κατασκευή τους. Η Κίνα επιδιώκει επιθετικά την αύξηση των εξαγωγών αυτών των τεχνολογιών και την απόκτηση της «πρωτοκαθεδρίας» στις αναδυόμενες αγορές του κόσμου.
Το Semafor σχολιάζει πως, αν και η παγκόσμια ενεργειακή ζήτηση θα αυξηθεί τις επόμενες δεκαετίες, ο κόσμος πιθανότατα δεν χρειάζεται τόση ενέργεια όση προσφέρουν αθροιστικά οι ΗΠΑ και η Κίνα με τις εξαγωγές τους. Συνεπώς, ο ανταγωνισμός μεταξύ τους εντείνεται για να υπερισχύσει το ενεργειακό «όραμα» του καθενός και να αποκομίζουν υπέρογκα οικονομικά οφέλη από τις εξαγωγές.
Οι «δασμοί άνθρακα» της ΕΕ
Στην COP30 το διεθνές εμπόριο έπαιξε σημαντικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις, μια εξέλιξη όχι και τόσο συνηθισμένη για τις κλιματικές Συνόδους του ΟΗΕ. Κράτη όπως η Κίνα και η Ινδία διαμαρτύρονται για τους «δασμούς άνθρακα» (CBAM) τους οποίους σκοπεύει να επιβάλει η Ευρωπαϊκή Ένωση από τις αρχές του 2026. Ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM) είναι ένας ευρωπαϊκός μηχανισμός που στοχεύει να αποτρέψει τη «διαρροή άνθρακα» – δηλαδή τη μεταφορά βιομηχανικής παραγωγής σε χώρες με πιο χαλαρούς περιβαλλοντικούς κανόνες. Με απλά λόγια, η ΕΕ επιβάλλει ένα κόστος άνθρακα στα εισαγόμενα προϊόντα, ανάλογο με αυτό που πληρώνουν οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις μέσω του EU ETS (Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών). Έτσι διασφαλίζεται ότι τα εισαγόμενα στην ΕΕ προϊόντα δεν αποκτούν αθέμιτο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι των αντίστοιχων ευρωπαϊκών προϊόντων λόγω χαμηλότερων απαιτήσεων για μείωση εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Αρχικά, ο CBAM θα εφαρμόζεται σε τομείς με υψηλές εκπομπές, όπως ο σίδηρος, χάλυβας, το τσιμέντο, λιπάσματα, αλουμίνιο, υδρογόνο και ηλεκτρισμός.
Η Κίνα, η οποία κατηγορείται συχνά για παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και πολύ χαλαρούς περιβαλλοντικούς κανονισμούς, αντιδρά έντονα στον «δασμό άνθρακα» που θέλει να θέσει σε ισχύ η ΕΕ. Από την πλευρά της, η ΕΕ βλέπει τα κινεζικά προϊόντα ως απειλή για την οικονομία της. Η Κίνα, λόγω και των παραγόντων που αναφέρθηκαν, έχει τη δυνατότητα να πωλεί τα αγαθά της, όπως για παράδειγμα φωτοβολταϊκά, σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές, ακόμα και κάτω του κόστους, οδηγώντας πολλές ευρωπαϊκές εταιρείες σε χρεοκοπία, καθώς δεν μπορούν να αντέξουν τον ανταγωνισμό. Συνεπώς, η ΕΕ, μέσω του CBAM, προσπαθεί να προστατεύσει τις βιομηχανίες και την ανταγωνιστικότητά της, αλλά και να προωθήσει τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Πέραν της Κίνας, αντιδράσεις έχουν εκφράσει και άλλα κράτη σε αυτό το εμπορικό μέτρο, όπως η Ινδία και κράτη του Κόλπου.
Η Κίνα έθεσε στο πλαίσιο της COP30 το ζήτημα των «μονομερών εμπορικών μέτρων», ωστόσο δεν υπήρξε κάποια συμφωνία και το ζήτημα θα συζητηθεί ξανά σε μελλοντική περίσταση.
Ο απολογισμός της COP30
Όσον αφορά τον απολογισμό της COP30, μπορεί να ειπωθεί πως, παρά τις γεωπολιτικές και εμπορικές εντάσεις, οι διεθνείς διαπραγματεύσεις δεν κατέρρευσαν και υπήρξε ένα τελικό επίσημο κείμενο συμφωνίας, ωστόσο η πρόοδος στην ενίσχυση της κλιματικής δράσης υπήρξε μικρή και σίγουρα μικρότερη από αυτήν που χρειαζόταν.
Ένα αποτέλεσμα της φετινής COP ήταν η συμφωνία των κρατών για τριπλασιασμό της χρηματοδότησης προς ευάλωτα κράτη σε σχέση με την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή. Ο χρηματοδοτικός στόχος ανήλθε σε 120 δισ. δολάρια ετησίως, από το 2035 και μετά. Αυτό ήταν μια μικρή νίκη για τα πιο φτωχά και αναπτυσσόμενα κράτη, αλλά όχι κάτι που τα άφησε πλήρως ικανοποιημένα. Μια άλλη μικρή (ή και όχι τόσο μικρή) νίκη ήταν η συμφωνία για τη θέσπιση ενός Μηχανισμού Δίκαιης Μετάβασης (Just Transition Mechanism), ένα σχέδιο στο οποίο συμφώνησαν όλα τα κράτη ώστε η μετάβαση σε μια πράσινη οικονομία παγκοσμίως να γίνει δίκαια και να προστατεύει τα δικαιώματα όλων των ανθρώπων. Η δημιουργία ενός τέτοιου μηχανισμού ήταν βασικό αίτημα των αναπτυσσόμενων κρατών, το οποίο υποστηρίχθηκε από την Κίνα, ωστόσο δεν συμφωνήθηκε κάποιος συγκεκριμένος χρηματοδοτικός στόχος.
Ένα ακόμα μικρό βήμα προς την ενίσχυση της κλιματικής δράσης ήταν η θέσπιση ενός προγράμματος «επιτάχυνσης» (Accelerator) για την ενδυνάμωση των επικαιροποιημένων εθνικών κλιματικών στόχων των κρατών (NDCs) και τη μείωση του τεράστιου χάσματος μεταξύ υφιστάμενων δεσμεύσεων και των δράσεων που απαιτούνται για να διατηρηθεί στο ελάχιστο η υπέρβαση του στόχου για συγκράτηση της παγκόσμιας μέσης θερμοκρασίας σε 1,5°C πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα, ενός στόχου που πλέον είναι σχεδόν αδύνατο να επιτευχθεί.
Δεν εξέπληξε κανέναν, επίσης, το γεγονός πως η Σαουδική Αραβία και άλλα πετρελαιοπαραγωγά κράτη, όπως η Ρωσία, κατέβαλαν τη μέγιστη δυνατή προσπάθεια για να απαλειφθεί από το τελικό κείμενο της συμφωνίας κάθε αναφορά σε απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα. Οι προσπάθειές τους ήταν επιτυχείς και τα ορυκτά καύσιμα δεν αναφέρονταν στο τελικό κείμενο για ακόμη μία χρονιά. Υπήρξε μόνο μια αδύναμη διατύπωση που έκανε αναφορά στις συμφωνίες της COP28 στα ΗΑΕ, όπου είχε συμφωνηθεί η «σταδιακή απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα», χωρίς ωστόσο να υπάρχει ρητά αυτή η φράση στο φετινό κείμενο.
Μια αισιόδοξη εξέλιξη για την πορεία των διεθνών κλιματικών δράσεων ήταν η εκκίνηση δύο πρωτοβουλιών, που όμως δεν συμπεριλήφθηκαν στο τελικό επίσημο κείμενο, με στόχο τη δημιουργία οδικού χάρτη για την απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα και από την αποψίλωση των δασών. Αυτές οι πρωτοβουλίες είναι εθελοντικές και υποστηρίχθηκαν από 90 κράτη περίπου, με επικεφαλής την Κολομβία, ενώ έλαβαν ρητορική κυρίως στήριξη και από την οικοδέσποινα Βραζιλία. Η τελευταία ξεκίνησε και ένα άλλο εγχείρημα, που αφορά τη δημιουργία ενός Ταμείου για την προστασία των τροπικών δασών (Tropical Forests Forever Facility), το οποίο επίσης δεν συμπεριλήφθηκε στο τελικό επίσημο κείμενο.
Ένα εύστοχο σχόλιο του BBC σε σχέση με την COP30 τόνιζε πως «η φετινή σύνοδος κορυφής ήταν μια πραγματική διαπίστωση του πόσο έχει καταρρεύσει η παγκόσμια συναίνεση – ομοφωνία σχετικά με το τι πρέπει να γίνει για την κλιματική αλλαγή». Πρόσθετε, επιπλέον, πως «η ιδέα της COP εξυπηρέτησε καλά τον κόσμο, οδηγώντας τελικά στη Συμφωνία των Παρισίων για το κλίμα – αλλά αυτό ήταν πριν από μια δεκαετία και πολλοί συμμετέχοντες θεωρούν ότι δεν έχει πλέον έναν σαφή και ισχυρό σκοπό. Πρόκειται για μια διαδικασία συναίνεσης – ομοφωνίας που προέρχεται από μια διαφορετική εποχή. Δεν ζούμε πια σε εκείνο τον κόσμο».
Η υφιστάμενη δομή των COP φαίνεται πως δεν δουλεύει πλέον, αν υποθέσουμε ότι δούλευε ποτέ. Είναι σχεδόν αδύνατο να επιτευχθεί ομοφωνία για κρίσιμα ζητήματα κλιματικής δράσης μεταξύ σχεδόν 200 κρατών με διαφορετικά οικονομικά συμφέροντα. Αρκεί η ύπαρξη ενός παίκτη όπως η Σαουδική Αραβία για να «βραχυκυκλώσει» τις διαπραγματεύσεις. Αρκεί επίσης να σκεφτεί κανείς, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, πως χρειάστηκαν 29 χρόνια και 28 κλιματικές Σύνοδοι (το 2020 είχε αναβληθεί λόγω του Covid) για να υπάρξει μια αναφορά σε τελικό επίσημο κείμενο για «σταδιακή απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα», η παραγωγή και καύση των οποίων είναι η κυριότερη αιτία της κλιματικής κρίσης. Και ακόμα και τώρα, δύο χρόνια μετά από αυτήν την αναφορά, είναι δύσκολο να υπάρξει αυτή η διατύπωση σε τελικό επίσημο κείμενο της COP.
Ίσως θα πρέπει να ακολουθηθεί ένα πιο ευέλικτο σχήμα, διαφόρων ταχυτήτων μεν αλλά πιο ρεαλιστικό, για να συντονίζει την κλιματική δράση. Θα μπορούσε να υπάρχει μια COP όπου τα κράτη θα έχτιζαν μια θετική ατζέντα με ζητήματα κλιματικής δράσης στα οποία συμφωνούν και θα μπορούσαν να υπάρχουν και εθελοντικές πρωτοβουλίες κρατών, όπως υπήρξαν φέτος, για όσα κράτη θέλουν να προχωρήσουν περισσότερο. Θα έπρεπε ίσως δηλαδή να προτιμηθεί η ευελιξία και όχι το δυσκίνητο, και συχνά παραλυμένο, σχήμα που υπάρχει εδώ και τόσα χρόνια.
Ένα σχόλιο για την Ελλάδα
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί η απουσία εκπροσώπησης ή ίσως επαρκούς εκπροσώπησης της Ελλάδας στη φετινή Διάσκεψη του ΟΗΕ για το κλίμα. Μάλιστα, οι ημέρες πριν την έναρξη της COP30 έβρισκαν την Ελλάδα να υπογράφει μακροχρόνιες συμφωνίες με αμερικανικές εταιρείες για προμήθεια LNG και έρευνες υδρογονανθράκων. Το timing των συμφωνιών με τη σχεδόν ταυτόχρονη απουσία από την COP30 δεν θα μπορούσε να δείξει με πιο έντονο τρόπο την απότομη στροφή στις προτεραιότητες του Υπουργείου Περιβάλλοντος & Ενέργειας, αλλά και της χώρας συνολικά. Ιδιαίτερα αν θυμηθεί κανείς πως η παρουσία της Ελλάδας στις COP28 και COP29 ήταν έντονη και είχε διαφημιστεί αρκετά, ενώ υπήρχε εκθεσιακό περίπτερο από τη χώρα μας στις συγκεκριμένες Συνόδους και σημαντική διπλωματική παρουσία. Ας μην ξεχνάμε πως η Ελλάδα αποτελεί πλέον καθαρό εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας, με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας να έχουν συμβάλει τα μέγιστα σε αυτήν την εξέλιξη. Το 2025, ωστόσο, τα αυξανόμενα κόστη της πράσινης μετάβασης, η ανάγκη για πιο ρεαλιστικές κλιματικές πολιτικές εντός Ευρώπης, η έλευση του Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ, αλλά και η αλλαγή της ηγεσίας του υπουργείου, έφεραν απότομη αλλαγή στις ελληνικές ενεργειακές προτεραιότητες, κάτι που εκφράστηκε έντονα και με την ανεπαίσθητη –ή και ανύπαρκτη– παρουσία της χώρας στην COP30.
Η COP31, που θα λάβει χώρα τον Νοέμβριο του 2026, θα φιλοξενηθεί από την Τουρκία και συγκεκριμένα την πόλη Αττάλεια. Στη συγκεκριμένη Σύνοδο, η Τουρκία πιθανότατα θα προσπαθήσει να προβάλει τον εαυτό της ως μια χώρα που προωθεί την κλιματική δράση και επιδιώκει ενεργό ρόλο στη διπλωματία που αφορά το κλίμα και την πράσινη μετάβαση. Έχοντας αυτά σαν δεδομένα, είναι αρκετά πιθανό η Ελλάδα να αποφασίσει να έχει μεγαλύτερη παρουσία σε εκείνη τη Σύνοδο συγκριτικά με τη φετινή.
Το Κέντρο Διεθνών Στρατηγικών Αναλύσεων (ΚΕΔΙΣΑ), το Ελληνικό Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών (ΕΛΙΣΜΕ) και το Maritime Corporate Diplomacy (MARDIPLO) συνδιοργανώνουν webinar με θέμα: «Θαλάσσια Διπλωματία και Γεωπολιτικές προκλήσεις» σήμερα, την Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2025 (18.00-20.00).
Στους φοιτητές θα χορηγηθεί βεβαίωση παρακολούθησης (Οι φοιτητές που θα παρακολουθήσουν το webinar και ενδιαφέρονται να λάβουν βεβαίωση παρακολούθησης να στείλουν αίτημα στο info@kedisa.gr μετά το πέρας του webinar)
Μπορείτε να συμμετάσχετε δωρεάν στο Webinar στον παρακάτω σύνδεσμο στην πλατφόρμα Zoom χωρίς προεγγραφή
Ο συνεχιζόμενος πόλεμος στην Ουκρανία έχει αλλάξει τα γεωπολιτικά δεδομένα στην Ευρώπη. Η ΕΕ βρέθηκε αντιμέτωπη με την Ρωσία και έπρεπε να αλλάξει το στρατηγικό της μοντέλο ασφαλείας. Σε αυτό το πλαίσιο, η στήριξη της Ουκρανίας αποτελεί πλέον στρατηγικό στόχο για την ΕΕ ώστε να τη βοηθήσει να ανταπεξέλθει στον πόλεμο με την Ρωσία. Η Ουκρανία έχει λάβει τεράστια ποσά για την άμυνα της μέχρι σήμερα. Η ΕΕ έδωσε στην Ουκρανία το καθεστώς υποψήφιας χώρας για ένταξη στην ΕΕ για να συμβολίσει την αρωγή της και την προοπτική της Ουκρανίας μέσα στην Ευρωπαική οικογένεια.
Πέρα από την οικονομική αρωγή στην Ουκρανία, η ΕΕ έχει αρχίσει να επεκτείνεται και στην κοινωνική στήριξη. Σε αυτό το πλαίσιο, τον περασμένο Ιούλιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να εντάξει την Ουκρανία στο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (European Social Fund Plus). Οι ουκρανικές ΜΚΟ, οι δημόσιες αρχές και οι εταιρείες μπορούν πλέον να υποβάλουν αίτηση για χρηματοδότηση από το ESF+ για κοινωνικά έργα, όπως η βελτίωση της συμμετοχής στην αγορά εργασίας και την καταπολέμηση της φτώχειας και της έλλειψης στέγης. Η συμφωνία υπογράφηκε στη Ρώμη από την Εκτελεστική Αντιπρόεδρο για τα Κοινωνικά Δικαιώματα και τις Δεξιότητες, τις Ποιοτικές Θέσεις Εργασίας και την Ετοιμότητα, Ροξάνα Μινζάτου και την Αντιπρόεδρο της Ουκρανίας, Γιούλια Σβιριντένκο. Κατά τη διάρκεια της Διάσκεψης για την Ανάκαμψη της Ουκρανίας στις 10 και 11 Ιουλίου 2025, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε επίσης τη δέσμευσή της να συνδέσει την Ουκρανία με το πρόγραμμα Erasmus, επεκτείνοντας τις ευκαιρίες εκπαίδευσης και κινητικότητας για τους Ουκρανούς φοιτητές και εκπαιδευτικούς. Επιπλέον, το Erasmus θα υποστηρίξει τη διανομή 2 εκατομμυρίων νέων σχολικών βιβλίων σε Ουκρανούς μαθητές κατά το σχολικό έτος 2025-2026. Επίσης, υπεγράφη μνημόνιο μεταξύ του Υπουργείου Οικονομικών της Ουκρανίας και των Ουκρανών κοινωνικών εταίρων, το οποίο στοχεύει στην ενίσχυση του κοινωνικού διαλόγου, στον εκσυγχρονισμό της εργατικής νομοθεσίας, στην ενίσχυση της κοινωνικής προστασίας και στην προώθηση της ισότητας των φύλων στην εργασία στην Ουκρανία. Η Εκτελεστική Αντιπρόεδρος Ροξάνα Μινζάτου δήλωσε: «Αυτή ήταν μια σημαντική εβδομάδα για το μέλλον της Ουκρανίας, και τα κοινωνικά δικαιώματα και η εκπαίδευση βρίσκονται στο επίκεντρο αυτού του μέλλοντος. Επαινώ την Ουκρανία για τα μέτρα που έλαβε για την εμβάθυνση της συνεργασίας με την ΕΕ στον τομέα της κοινωνικής ένταξης, της απασχόλησης και της εκπαίδευσης. Με την ένταξή της στο σκέλος Απασχόλησης και Κοινωνικής Καινοτομίας του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου, η Ουκρανία μπορεί να σημειώσει πραγματική πρόοδο στην κοινωνική καινοτομία και να υποστηρίξει καλύτερα τα ευάλωτα άτομα. Το μνημόνιο με τους κοινωνικούς εταίρους αποτελεί επίσης μια θετική κίνηση προς την ευθυγράμμιση με τα πρότυπα και τις αξίες της ΕΕ σχετικά με τον κοινωνικό διάλογο και την εργατική νομοθεσία. Τέλος, προσβλέπω στην ένταξη της Ουκρανίας στο πρόγραμμα Erasmus, η οποία θα διευρύνει την πρόσβαση των Ουκρανών μαθητών και εκπαιδευτικών στις ευκαιρίες εκπαίδευσης και κινητικότητας που προσφέρει το Erasmus.»
Παρέχοντας στην Ουκρανία πρόσβαση στον μηχανισμό του ESF+ της ΕΕ για την προώθηση της απασχόλησης, της κοινωνικής ένταξης και της μείωσης της φτώχειας, η ΕΕ επεκτείνει όχι μόνο την οικονομική και στρατιωτική αλληλεγγύη στην Ουκρανία αλλά και στο ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος ώστε η Ουκρανία να μπορέσει να ορθοποδήσει και να έρθει πιο κοντά στο Ενωσιακό κεκτημένο. Ωστόσο, αυτή η επέκταση έχει βαθιές επιπτώσεις για το μέλλον της κοινωνικής πρόνοιας εντός της ΕΕ. Το ερώτημα είναι αν η ΕΕ μπορεί να υποστηρίξει τις τεράστιες κοινωνικές ανάγκες της Ουκρανίας χωρίς να υπονομεύσει το δικό της κοινωνικό κράτος. Το ESF+ αποτελεί το μεγαλύτερο εργαλείο κοινωνικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με προϋπολογισμό σχεδόν 100 δις ευρώ για την περίοδο 2021-2027. Ο κύριος στόχος του είναι η ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής μεταξύ των κρατών μελών χρηματοδοτώντας έργα που προωθούν την απασχόληση, την εκπαίδευση, τις ίσες ευκαιρίες και την κοινωνική προστασία για τους πιο ευάλωτους. Μέχρι πρόσφατα, οι δικαιούχοι του περιορίζονταν στα κράτη-μέλη της ΕΕ. Η ένταξη της Ουκρανίας στο ESF+ αντιπροσωπεύει μια θεμελιώδη μετατόπιση της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης σε υποψήφια κράτη μέλη. Η κίνηση αυτή είναι πολιτικά ισχυρή αλλά εισάγει επίσης μια αναδιανεμητική πρόκληση που θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις στα συστήματα κοινωνικού κράτους της Ευρώπης για τα επόμενα χρόνια. Από οικονομικής άποψης, η επέκταση της υποστήριξης του ESF+ στην Ουκρανία έρχεται σε μια εποχή που οι κοινωνικοί προϋπολογισμοί σε όλη την Ευρώπη είναι ήδη πιεσμένοι από τον πληθωρισμό και το υψηλό κόστος ενέργειας. Η απεξάρτηση από την ρωσική ενέργεια έφερε οικονομικές δυσκολίες στην ΕΕ η οποία τώρα θα πρέπει αγοράζει ακριβό LNG από τις ΗΠΑ για να καλύψει τις ενεργειακές της ανάγκες. Συνεπώς, οι ευρωπαϊκές οικονομίες θα πιεστούν και ταυτόχρονα θα πρέπει να στηρίξουν την Ουκρανία σε έναν πόλεμο που δεν φαίνεται να τελειώνει σύντομα.
Αν η Ουκρανία αρχίσει να αντλεί από το ίδιο σύνολο κεφαλαίων που στηρίζει σήμερα τις πιο ευάλωτες περιοχές της ΕΕ, ιδιαίτερα στο Νότια και Ανατολική Ευρώπη υπάρχει κίνδυνος να μειωθεί η κοινωνική συνοχή εντός της ίδιας της Ένωσης. Σε αυτή τη περίπτωση, τα κράτη μέλη με υψηλή ανεργία και φτώχεια ενδέχεται να βρεθούν να ανταγωνίζονται την Ουκρανία για πόρους που σχεδιάστηκαν αρχικά για την αντιμετώπιση των ενδοευρωπαϊκών ανισοτήτων. Αυτό το γεγονός δημιουργεί πολιτικές τριβές μεταξύ των κρατών μελών για την διανομή των κονδυλίων. Περαιτέρω, η ενσωμάτωση της Ουκρανίας στο ESF+ υπό συνθήκες πολέμου θέτει σημαντικές προκλήσεις λογοδοσίας και διαφάνειας. Η Ουκρανική κυβέρνηση έχει σημειώσει πρόοδο στον εκσυγχρονισμό των θεσμών της, ωστόσο οι κίνδυνοι διαφθοράς παραμένουν και η διοικητική υποδομή για τη διαχείριση κοινωνικών έργων σε επίπεδο ΕΕ εξακολουθεί να αναπτύσσεται. Αν η Ουκρανική κυβέρνηση και οι σχετικοί φορείς δεν διαχειριστούν χρηστά τα Ευρωπαϊκά κοινωνικά κονδύλια, αυτό θα μπορούσε να διαβρώσει την εμπιστοσύνη του κοινού όχι μόνο στις μεταρρυθμίσεις της Ουκρανίας αλλά και στην ακεραιότητα των μηχανισμών κοινωνικής χρηματοδότησης της ΕΕ. Για να διατηρηθεί η κοινωνική συνοχή στην ΕΕ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να αποδείξει ότι κάθε ευρώ που δαπανάται στην Ουκρανία συμβάλλει όχι μόνο στην ανάκαμψη της χώρας αλλά και στην κοινωνική σταθερότητα της ίδιας της Ευρώπης – αποτρέποντας τη μαζική φτώχεια, μετριάζοντας τις μεταναστευτικές πιέσεις και ενισχύοντας τη μακροπρόθεσμη περιφερειακή ασφάλεια.
Η επέκταση του ESF+ στην Ουκρανία εγείρει επίσης ευαίσθητα ερωτήματα σχετικά με τις προτεραιότητες της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Για δεκαετίες, το κοινωνικό μοντέλο της ΕΕ έχει οριστεί από την αρχή της εσωτερικής συνοχής που σημαίνει τα πλουσιότερα κράτη μέλη υποστηρίζουν τα πιο αδύναμα για να διασφαλίσουν την κοινωνική και οικονομική συνοχή εντός της Ένωσης. Η επέκταση αυτής της αρχής σε μια χώρα μη μέλος υπογραμμίζει την ηθική δέσμευση της Ευρώπης στην Ουκρανία, αλλά θολώνει επίσης τα όρια μεταξύ εσωτερικής και εξωτερικής αλληλεγγύης. Πολλοί αναλυτές στα κράτη-μέλη ήδη θεωρούν αυτήν την πολιτική ως εκτροπή πόρων από τις εγχώριες ανάγκες, προειδοποιώντας ότι οι Ευρωπαίοι πολίτες που παλεύουν με τη φτώχεια ή την ανεργία ενδέχεται τώρα να χρειαστεί να μοιράζονται τα λιγοστά κονδύλια κοινωνικής πρόνοιας με μια χώρα που βρίσκεται ακόμη εκτός ΕΕ. Η δυναμική της αγοράς εργασίας προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο πολυπλοκότητας. Καθώς η ανοικοδόμηση της Ουκρανίας επιταχύνεται, εκατομμύρια εκτοπισμένοι Ουκρανοί θα επιδιώξουν την επανένταξή τους στο εργατικό δυναμικό. Ενώ το ESF+ θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει πρωτοβουλίες κατάρτισης δεξιοτήτων, εύρεσης εργασίας και κοινωνικής ένταξης για τους Ουκρανούς, θα μπορούσε επίσης να εντείνει τον ανταγωνισμό σε τομείς με χαμηλούς μισθούς εντός της Ένωσης. Τέτοιες εξελίξεις θα μπορούσαν να μειώσουν τους μισθούς και να επιδεινώσουν τις ανισότητες εντός της ΕΕ, αμφισβητώντας τη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητα της Ευρώπης.
Σε διαρθρωτικό επίπεδο, η ενσωμάτωση της Ουκρανίας στο πλαίσιο του ESF+ ουσιαστικά μετατρέπει ένα ταμείο που είχε αρχικά σχεδιαστεί για να διορθώσει τις εσωτερικές ανισότητες σε εργαλείο εξωτερικής πολιτικής και γεωπολιτικής προβολής. Αυτό έχει κινδύνους αλλά και ευκαιρίες. Αφενός, μπορεί να επεκτείνει τις δεσμεύσεις της Ευρώπης για την κοινωνική πρόνοια πέρα από τα προβλεπόμενα όριά τους, οδηγώντας σε εσωτερικό κατακερματισμό. Αφετέρου, η επέκταση του ESF+ θα μπορούσε να αποτελέσει ευκαιρία για την ΕΕ να προβάλει και την πολιτική και κοινωνική της ταυτότητα πέρα από την οικονομική.
Σε κάθε περίπτωση, οι μακροπρόθεσμες συνέπειες αυτής της απόφασης θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο χρηματοδότησης και διαχείρισης της πρωτοβουλίας. Αν η ένταξη της Ουκρανίας οδηγήσει στη δημιουργία ενός ξεχωριστού, πρόσθετου χρηματοδοτικού κονδυλίου εντός του ESF+, η πίεση στα κράτη μέλη θα μπορούσε να μετριαστεί. Τελικά, η απόφαση επέκτασης του ESF+ στην Ουκρανία εμπεριέχει ένα ευρύτερο δίλημμα: πώς μπορεί η ΕΕ να δράσει ως παγκόσμια δύναμη χωρίς να υποσκάπτεται η αλληλεγγύη στο εσωτερικό της. Η ΕΕ δεν μπορεί να προωθήσει αξιόπιστα ένα κοινωνικό μοντέλο πέρα από τα σύνορά της εάν αυτό το μοντέλο φαίνεται αποδυναμωμένο στο εσωτερικό της λόγω οικονομικών προβλημάτων. Ακόμα και τα συστήματα πρόνοιας των κρατών-μελών δεν θα παραμείνουν βιώσιμα αν ένα τεράστιο ποσό των προϋπολογισμών τους πηγαίνει στην Ουκρανία. Μην ξεχνάμε ότι στον Ευρωπαϊκό προϋπολογισμό συνεισφέρουν τα κράτη-μέλη της ΕΕ.
Συμπερασματικά, η ένταξη της Ουκρανίας στο ESF+ είναι ένα στοίχημα για την ΕΕ ότι η κοινωνική ασφάλεια και συνοχή της Ευρώπης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ανοικοδόμηση του ανατολικού γείτονά της. Υπό αυτή την έννοια, η επέκταση του ESF+ αποτελεί μια πρόκληση. Προσφέρει όμως επίσης μια ευκαιρία για ανανέωση του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους, για να επιβεβαιώσουμε ότι η κοινωνική πολιτική δεν είναι απλώς μια εσωτερική υπόθεση αλλά μέρος της ταυτότητας της Ευρώπης. Άλλωστε η Ουκρανία πρέπει να πετύχει σύγκλιση με την ΕΕ για να μπορέσει να ενταχθεί και ένας τρόπος είναι η διάχυση κοινωνικών πόρων προς την Ουκρανία. Αν βέβαια αυτή η πολιτική τελικά ενδυναμώσει ή επιβαρύνει το ευρωπαϊκό κράτος πρόνοιας και τον Ευρωπαϊκό προϋπολογισμό θα εξαρτηθεί από τον τρόπο εφαρμογής της. Πρέπει να υπάρξει μια προσπάθεια να αντληθούν κεφάλαια για το κοινωνικό κράτος της ΕΕ για να μπορέσουν να εξισορροπηθούν τα κοινωνικά κονδύλια του ESF+ προς την δοκιμαζόμενη Ουκρανία. Ωστόσο υπό τις παρούσες συνθήκες οικονομικής δυσπραγίας και υψηλού πληθωρισμού στην ΕΕ είναι αμφίβολο αν αυτό το εγχείρημα θα επιτύχει χωρίς να υπονομεύσει την κοινωνική συνοχή των υφιστάμενων κρατών-μελών της ΕΕ.
Το Κέντρο Διεθνών Στρατηγικών Αναλύσεων (ΚΕΔΙΣΑ) συνδιοργανώνει με το Universal Philosophical Community-The White Tower διαδικτυακή παρουσίαση του βιβλίου του συγγραφέα Δρ. Δημητρίου Γκίκα με τίτλο: «Η Ελλάδα στον Β’Παγκόσμιο Πόλεμο: Ο ρόλος των Συμμάχων και των Δυνάμεων του Άξονα» από τις Εκδόσεις ΚΟΥΡΟΣ την Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2025 και ώρα 19.00-21.00 στην πλατφόρμα Zoom.
Μπορείτε να συμμετάσχετε δωρεάν στο Webinar στον παρακάτω σύνδεσμο στην πλατφόρμα Zoom χωρίς προεγγραφή
Με μεγάλη επιτυχία πραγματοποιήθηκε η παρουσίαση του ιστορικού βιβλίου του Δρ. Δημητρίου Γκίκα, με τίτλο: «Η Ελλάδα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο: Ο ρόλος των Συμμάχων και των Δυνάμεων του Άξονα», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις ΚΟΥΡΟΣ, με την ευγενική υποστήριξη του ΚΕΔΙΣΑ. Η εκδήλωση διεξήχθη στο Amalia Hotel, την Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2025. Ομιλητές ήταν: ο Σπυρίδων Κονιδάρης, (Αντιναύαρχος ε.α.), ο Δρ Κωνσταντίνος Γρίβας (Καθηγητής Γεωπολιτικής και Σύγχρονων Στρατιωτικών Τεχνολογιών στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων), ο Δρ Διονύσιος Τσιριγώτης (Αναπληρωτής Καθηγητής Νεότερης & Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς) και ο Συγγραφέας Δρ Δημήτριος Γκίκας. Συντονιστής της εκδήλωσης ήταν ο κ.Δημήτρης Τζιβελέκης, (Δημοσιογράφος και Διευθυντής Ενημέρωσης του Ρ/Σ ΑΘΗΝΑ 9.84).
Η ΥφυπουργόςΤουρισμού και Βουλευτής Ν.Δ. Νοτίου Τομέα Αθηνών, κ. Άννα Καραμανλή, η οποία έχει προλογίσει το βιβλίο απεύθυνε τον χαιρετισμό της τονίζοντας την σημαντική συμβολή του έργου του Δρ. Γκίκα στην διαφύλαξη της ιστορικής μνήμης. Επίσης, τόνισε τη μεγάλη σημασία της ιστορικής γνώσης η οποία μπορεί να μας ενώσει και να μας καθοδηγήσει για το μέλλον.
Η Συγγραφέας και Υπεύθυνη Δημοσίων Σχέσεων των Εκδόσεων ΚΟΥΡΟΣ, κ.Σταυρούλα Βενιέρη στον χαιρετισμό της μίλησε για το έργο και την προσφορά του Δρ Γκίκα, τονίζοντας την ιστορική του ακρίβεια, το βάθος της έρευνάς του και τον τρόπο με τον οποίο ζωντανεύει μέσα από τις σελίδες του τα γεγονότα, κάνοντάς τα προσιτά στον αναγνώστη.
Στον χαιρετισμό του, ο Ιδρυτής και Πρόεδρος Δ.Σ. του Κέντρου Διεθνών Στρατηγικών Αναλύσεων – ΚΕΔΙΣΑ,Δρ. Ανδρέας Μπανούτσος μίλησε για τον Δρ Δημήτριο Γκίκα και το σημαντικό του έργο. Στην ομιλία του ανέδειξε την συμβολή του συγγραφέα στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης και της εθνικής αυτογνωσίας. Ανέφερε επίσης ότι το έργο του συγγραφέα είναι επετειακό καθώς συμπίπτει με τα 80 χρόνια από την λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και με τα 85 χρόνια από την είσοδο της Ελλάδος στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ τόνισε ότι το ΚΕΔΙΣΑ υποστήριξε την συγγραφή και την έκδοση του βιβλίου με στόχο την ανάδειξη της συμβολής της Ελλάδας στη Νίκη των Συμμάχων κατά του Ναζισμού και του Φασισμού.
Η παρουσίαση ξεκίνησε με τον Αντιναύαρχο ε.α. Σπυρίδωνα Κονιδάρη, ο οποίος τόνισε ότι το βιβλίο του Δρ. Δημήτρη Γκίκα είναι πολύ σημαντικό καθώς ξαναθυμίζει την συμβολή της Ελλάδας στη νίκη των Συμμαχικών Δυνάμεων κατά του ολοκληρωτισμού, του ρατσισμού και του σκότους. Το βιβλίο ανέφερε καταπιάνεται με μεγάλη αντικειμενικότητα τόσο αναφορικά με τις Δυνάμεις του Άξονα αλλά και με τον ρόλο των Συμμάχων μας πριν, κατά και μετά τον πόλεμο. Αναλύει τις ενέργειες διπλωματικών υπηρεσιών και την δράση των μυστικών υπηρεσιών των Μεγάλων Δυνάμεων, φίλων και εχθρών. Περιγράφει την ηρωική άμυνα κατά της Ιταλικής και της Γερμανικής εισβολής και την δοξασμένη Εθνική Αντίσταση στην κατοχή αλλά και τον αιματηρό εμφύλιο. Υπενθυμίζει το ΟΧΙ του δικτάτορα αλλά πατριώτη Μεταξά, ο οποίος δεν πήγε με τους ομοϊδεάτες του δικτάτορες αλλά με το συμφέρον της πατρίδας του.
Όπως τόνισε ο κ. Κονιδάρης, το βιβλίο καλύπτει αντικειμενικά τα αίτια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμεου, την αδυναμία της Κοινωνία των Εθνών, την παθητική στάση της Γαλλίας πριν τον πόλεμο και τις αναστολές της λόγω των όσων βίωσε η χώρα στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο συγγραφέας αναφέρεται στην στάση της Βρετανίας έναντι της Σοβιετικής Ένωσης που οδήγησε στην οριστικοποίηση της προσέγγισης Γερμανίας – Σοβιετικής Ένωσης με το Σύμφωνο Ρίμπεντροφ – Μολότωφ, με την Γερμανία να εισβάλει στην Πολωνία 8 μέρες αργότερα και τη Σοβιετική Ρωσία να έχει 22 μήνες να προετοιμαστεί μέχρι την Γερμανική εισβολή τον Ιούνιο 1941.
Για τον πόλεμο του 1940, ο συγγραφέας παραθέτει τις επιφυλάξεις των Ιταλών Στρατηγών για την επίθεση, λόγω ανεπαρκών δυνάμεων (είχαν 8, ζητούσαν 20 μεραρχίες) για την ορεινή Ήπειρο και μάλιστα χειμώνα. Όμως ο Ντούτσε άκουγε τους “σφουγκοκωλάριους” του. Αυτό όμως ουδόλως μετριάζει την δόξα που αρμόζει στο “ΌΧΙ” και τον Ελληνικό Στρατό που πολέμησε και νίκησε απέναντι στην τεράστια στρατιωτική ισχύ της Ιταλίας. Επίσης, δεν πρέπει να μας διαφεύγει η μεγάλη συνεισφορά του Ναυτικού, Πολεμικού και Εμπορικού με την μεταφορά στην Ήπειρο και την Μακεδονία των περισσοτέρων επιστράτων, εφεδρειών και εφοδίων και τον ανεφοδιασμό των νησιών του Αιγαίου όταν στα Δωδεκάνησα οι Ιταλοί είχαν πλοία, υποβρύχια και αεροπορία. Επίσης, αξιοσημείωτος ήταν ο αγώνας της μικρής Ελληνικής Αεροπορίας στην υποστήριξη του μαχόμενου Στρατού Ξηράς.
Η Γραμμή Μεταξά, αν και υποστελεχωμένη, άντεξε και έγραψε σελίδες δόξας. Αξίζει κανείς να ανατρέξει πως τα οχυρά έγιναν με επιστασία των στρατιωτικών διοικητών με μηδενική ανοχή στην διασπάθιση δημοσίου χρήματος με τα σχέδια τους να παραμένουν απόρρητα. Μεγάλη τιμή αξίζει και σε όλα τα στελέχη του Σ.Ξ., του Π.Ν. και της Π.Α. που με μεγάλο κίνδυνο της ζωής τους διέφυγαν στην Μ. Ανατολή και στελέχωσαν τις Ελληνικές Ε.Δ. που συνέχισαν τον Πόλεμο για την τελική νίκη και την απελευθέρωση της Πατρίδας, αφήνοντας πίσω τις οικογένειες και τις περιουσίες τους.
Η Γερμανική επίθεση κατά της Ελλάδος ήταν αναπόφευκτη λόγω της σχεδιαζόμενης Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Ο Χίτλερ δεν μπορούσε να αφήσει την Βαλκανική ή έστω την άκρη της, την Ελλάδα, υπό Βρετανική επιρροή και πρόσβαση, ανοιχτή στα πλευρά του. Οι Βρετανοί αρχικά πίεσαν την Ελλάδα για μη αντίδραση κατά των Ιταλών. Μετά την Ιταλική επίθεση, οι Βρετανοί έδωσαν μικρή βοήθεια στην Ελλάδα με ένα αδύναμο εκστρατευτικό σώμα δίνοντας έτσι άλλοθι στους Γερμανούς ότι η Ελλάδα δεν τήρησε την ουδετερότητα. Οι Βρετανοί υποσχέθηκαν αργότερα (1943-44) στην Τουρκία τα Ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα εάν έβγαιναν τελικά στον πόλεμο με τους συμμάχους. Περίεργη ήταν η συμπεριφορά τους στην υπόθεση του Ελληνικού χρυσού λέγοντας πως πλήρωναν για την εξόριστη Ελληνική Κυβέρνηση στο Κάιρο και τους Έλληνες Αντάρτες. Όπως γράφει στο βιβλίο ο συγγραφέας, από τους 870.000 Έλληνες στην περιοχή Κομοτηνή – Χαλκιδική έως ανατολικά Θες/νίκης 200.000 πέθαναν, εκτοπίστηκαν ή εξαφανίστηκαν, με 30.000 εκτελεσμένους από τη δράση Βουλγάρων εισβολέων.
Στο βιβλίο περιγράφεται με αντικειμενικότητα η Εθνική Αντίσταση κατά των Γερμανών αλλά και οι αιτίες, οι αφορμές και ο ρόλος των ξένων δυνάμεων που οδήγησαν στην ρήξη και στον αλληλοσπαραγμό. Στο βιβλίο επίσης περιέχεται ακριβής καταγραφή των σφαγών και των θηριωδιών των Γερμανών. Αναλύονται τα θέματα των πολεμικών αποζημιώσεων που μας οφείλονται και των φαιδρών δικαιολογιών της Γερμανίας στις Ελληνικές διεκδικήσεις.
Συνολικά, το βιβλίο του Δρ. Δημήτρη Γκίκα είναι ένα πλήρες και συνάμα διδακτικό πόνημα και ελπίζω το Υπουργείο Παιδείας να δώσει την δέουσα προσοχή και να το εντάξει στα βιβλία που διδάσκονται στην Μέση εκπαίδευση. Προκειμένου οι Έλληνες μαθητές να είναι υπερήφανοι για τους προγόνους μας και να το συνδυάσουν με το Σπαρτιατικό «Άμμες δε γ΄ εσσόμεθα πολλώ κάρρονες».
Στη συνέχεια, ο Καθηγητής Γεωπολιτικής και Σύγχρονων Στρατιωτικών Τεχνολογιών στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, Δρ. Κωνσταντίνος Γρίβας ξεκίνησε την ομιλία του λέγοντας ότι το βιβλίο του Δρ. Γκίκα παρέχει μια συμπυκνωμένη ιστορική γνώση με μεγάλη συμβολή στην σύγχρονη ιστοριογραφία. Το βιβλίο είναι αντικειμενικό και δεν χαρίζεται σε κανέναν, εσωτερικό ή εξωτερικό παράγοντα. Το βιβλίο λέει τα πράγματα όπως είναι και περιγράφει τα τρομακτικά δεινά που υπέστη η Ελλάδα κατά την τριπλή κατοχή. Ο Δρ. Γρίβας τόνισε ότι είναι πολύ σημαντικό ότι ο συγγραφέας πιστεύει ότι οι Έλληνες είναι πολεμικός λαός και όχι πολεμοχαρής ή πολεμοκάπηλος. Το ΟΧΙ δεν το είπε μόνο ο Μεταξάς αλλά μαζί του ο λαός και ο στρατός. Ο Μεταξάς εναρμονίστηκε με το λαϊκό αίσθημα. Η πολεμική ετοιμότητα του Ελληνικού λαού και η αντίσταση του σε κάθε ξένη επιβουλή, μας ενώνει με το ιστορικό μας παρελθόν και το μέλλον. Οι Έλληνες είναι ιστορικός λαός με σημαντικό γεωπολιτικό αποτύπωμα λόγω στρατηγικής θέσης. Ο λόγος που αμφισβητείται η ιστορική συνέχεια του Ελληνικού λαού είναι ακριβώς επειδή οι Μεγάλες Δυνάμεις θέλουν να μας απαξιώνουν. Ο Ελληνικός ηρωισμός βγάζει πάντα τη συγγένεια με το παρελθόν. Το 1940 όταν ξεκίνησε η αντίσταση οι άνθρωποι πίστευαν ότι ξεκινά ένα νέο 1821. Σήμερα υπάρχει μια τάση στην ιστοριογραφία ότι κακώς μπήκαμε στον πόλεμο το 1940 και ότι θα έπρεπε να μην υποστούμε τις συνέπειες της κατοχής και να περιμένουμε το τέλος του Χίτλερ. Αυτή η στάση θα ήταν μία άρνηση της ιστορικής πορείας του Ελληνισμού που χαρακτηρίζεται από ηρωισμό. Σύμφωνα με τον Δρ. Γρίβα, η μεγάλη συνεισφορά του βιβλίου συνίσταται στο ότι τοποθετεί το ΟΧΙ μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι του Ελληνισμού. Το 1940 δεν είναι μόνο ιστορία αλλά είναι ζωντανό κομμάτι της Ελληνικής γεωπολιτικής ταυτότητας. Το ΟΧΙ στη Ιταλική εισβολή μαζί με την μετέπειτα αντίσταση κατά των Γερμανών συνιστούν κομβικό κομμάτι της Ελληνικής ιστορίας το οποίο δεν είναι ξεκομμένο από την ιστορική πορεία της Ελλάδας ανά τους αιώνες. Το βιβλίο του Δρ. Γκίκα συμπυκνώνει την ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού και αναλύει το πώς η Ελλάδα συνέβαλε καθοριστικά στην νίκη κατά του Ναζισμού.
O Αναπληρωτής Καθηγητής Νεότερης & Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Πειραιώς Δρ. Διονύσης Τσιριγώτης τόνισε ότι το έργο του Δρ. Δημητρίου Γκίκα αποτελεί μια συστηματική, τεκμηριωμένη και στοχαστική προσέγγιση της εμπειρίας του πολέμου από την ελληνική σκοπιά. Ο συγγραφέας υπερβαίνει την απλή καταγραφή γεγονότων, εντάσσοντας την ελληνική πραγματικότητα στο ευρύτερο στρατηγικό και πολιτικό πλαίσιο της εποχής, αναδεικνύοντας την αλληλεξάρτηση ανάμεσα στις τοπικές εξελίξεις και τις διεθνείς ισορροπίες. Κεντρικό σημείο του έργου είναι η διαπίστωση ότι η Ελλάδα δεν υπήρξε απλώς «πεδίο μάχης» ή «θύμα» των Μεγάλων Δυνάμεων, αλλά ενεργός παράγων που επηρέασε καθοριστικά την πορεία του πολέμου. Η συμβολή αυτή αναλύεται με επιστημονική αυστηρότητα, εστιάζοντας στη σημασία της εθνικής αντοχής, του φρονήματος και της στρατηγικής αντίστασης απέναντι στις υπέρτερες δυνάμεις του Άξονα.
Το πρώτο μέρος του βιβλίου αναλύει τα αίτια του πολέμου, την άνοδο των ολοκληρωτικών καθεστώτων, την πολιτική του κατευνασμού και τις στρατηγικές των Μεγάλων Δυνάμεων. Προσφέρει στον αναγνώστη μια συνολική θεώρηση των διεθνών σχέσεων της εξεταζόμενης ιστορικής περιόδου, με ιδιαίτερη αναφορά στο Σύμφωνο Μολότοφ – Ρίμπεντροπ, στην εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών και στη σταδιακή εμπλοκή τους μετά το Περλ Χάρμπορ.
Το δεύτερο μέρος εξετάζει την ελληνική εξωτερική πολιτική πριν το 1940, την ιταλική επίθεση και την ελληνική αντεπίθεση, τη γερμανική εισβολή και τις καθοριστικές μάχες των Οχυρών και της Κρήτης. Ο συγγραφέας αναδεικνύει τη διπλωματική απομόνωση της χώρας και την αμφίθυμη στάση των Συμμάχων. Συνδυάζοντας τη στρατιωτική αφήγηση με την πολιτική ανάλυση, φωτίζει τις στρατηγικές επιλογές της ελληνικής ηγεσίας και τις στρατηγικές προτεραιότητες των Μεγάλων Δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο. Το τρίτο μέρος αναλύει τις ζώνες κατοχής, τις οικονομικές και κοινωνικές καταστροφές, την ανάπτυξη της Αντίστασης και την εμφύλια σύγκρουση. Η αφήγηση εμπλουτίζεται με αναφορές στις διεθνείς συνδιασκέψεις της Γιάλτας και του Πότσδαμ, καθώς και στις ελληνικές διεκδικήσεις για το κατοχικό δάνειο και τις πολεμικές αποζημιώσεις. Ο επίλογος του βιβλίου είναι στοχαστικός, επισημαίνοντας τη σημασία της ιστορικής μνήμης και της αυτογνωσίας για τη σύγχρονη πολιτική κουλτούρα. Το έργο συνοδεύεται από πλούσιο φωτογραφικό υλικό, αρχειακά τεκμήρια και χάρτες, προσφέροντας στον αναγνώστη αίσθηση ιστορικής αμεσότητας.
Η βασική θεωρητική υπόθεση εργασίας που διατρέχει το έργο είναι ότι η Ελλάδα του 1940-1944 υπήρξε ένα «μικρό κράτος» σε έναν κόσμο που καθοριζόταν από τις συγκρούσεις των Μεγάλων Δυνάμεων – μια θέση που η διεθνής θεωρία, όπως διατυπώνεται από τους Kenneth Waltz, Stephen Walt και Randall Schweller, θα περιέγραφε ως εκείνη ενός secondaryactor σε περιβάλλον αναρχίας. Ο συγγραφέας, χωρίς να καταφεύγει σε αφηρημένη θεωρητικολογία, υποδηλώνει ότι οι ελληνικές επιλογές εκείνης της περιόδου εντάσσονται σε ένα υπόδειγμα «επιβίωσης δια της συμμαχίας» (survivalthroughalignment), το οποίο καθόρισε τόσο τη διπλωματική στάση του καθεστώτος Μεταξά όσο και τις μεταγενέστερες κινήσεις της εξόριστης κυβέρνησης. Η φιλοβρετανική κατεύθυνση, όπως τονίζει, δεν υπήρξε προϊόν ιδεολογικής ταύτισης, αλλά στρατηγικής αναγκαιότητας
Η ελληνική εμπειρία του 1940 – 1944 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της θέσης ενός μικρού κράτους σε ένα άναρχο διεθνές σύστημα. Ο Δρ. Γκίκας, εντάσσοντας την Ελλάδα στο θεωρητικό πλαίσιο του δομικού ρεαλισμού, υποστηρίζει ότι η επιβίωση ενός μικρού κράτους καθορίζεται από την ικανότητά του να αξιοποιεί τις συμμαχίες και να προβλέπει τις στρατηγικές κινήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων. Η φιλοβρετανική πολιτική του καθεστώτος Μεταξά, παρά την διακηρυγμένη ουδετερότητα, δεν ήταν προϊόν ιδεολογικής προδιάθεσης, αλλά αποτέλεσμα στρατηγικού υπολογισμού που στηριζόταν στην αναγνώριση των περιορισμών και των ευκαιριών που δημιουργούσε η γεωγραφική θέση της Ελλάδας.
Στο θεωρητικό επίπεδο, η Ελλάδα αναγνωρίζεται ως «δευτερεύων δρών» (secondaryactor) σε ένα σύστημα όπου η ισχύς κατανέμεται άνισα. Η ελληνική στρατηγική, όπως αναλύεται από τον Δρ. Γκίκα, προέκυψε μέσα από το πρίσμα της «αναγκαστικής σύμπλευσης» (forcedalignment), μια στρατηγική λογική που επέβαλλε την προσωρινή εξάρτηση από τις Μεγάλες Δυνάμεις για να διατηρηθεί η εθνική αυτονομία και η δυνατότητα ελιγμών στο μέλλον.
Ο συγγραφέας εξετάζει διεξοδικά την ιδεολογία του καθεστώτος Μεταξά, τονίζοντας τον ρόλο του εθνικισμού, του αντικομμουνισμού και της ελεγχόμενης κοινωνικής συνοχής ως καθοριστικούς παράγοντες για την εσωτερική και εξωτερική πολιτική. Το ιδεολόγημα του Μεταξισμού επιδιώκοντας την αναγέννηση του ελληνικού έθνους και την καθιέρωση μιας σύγχρονης πολιτισμικά ομοιογενούς Ελλάδας και η θεωρία του «Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού» ενσωματώθηκαν στη στρατηγική πολιτική ως μηχανισμοί εθνικής αυτοπροστασίας, συνδυάζοντας στοιχεία αυταρχικής διακυβέρνησης με την επιδίωξη κοινωνικής ομοιογένειας.
Η στρατηγική θέση της Ελλάδας ερμηνεύεται επίσης μέσα από την ανασύνθεση της εθνικής ταυτότητας. Το ΟΧΙ της 28ης Οκτωβρίου 1940 δεν θεωρείται μόνο στρατιωτική αντίσταση, αλλά και πράξη συλλογικής αυτογνωσίας, που ενίσχυσε την ενότητα του έθνους και θεμελίωσε μια αφήγηση ηρωισμού και συλλογικής αξιοπρέπειας. Ο συγγραφέας συνδέει αυτή την εμπειρία με θεωρητικές προσεγγίσεις όπως εκείνες του Benedict Anderson περί «φαντασιακών κοινοτήτων», δείχνοντας πώς η ιστορική αφήγηση του πολέμου συνέβαλε στη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης και στη νομιμοποίηση της αυταρχικής κυβέρνησης του Μεταξά.
Η στρατηγική ανάλυση του Δρ. Γκίκα εκτείνεται στην ευρύτερη γεωπολιτική διάσταση του πολέμου. Η Γερμανία, η Ιταλία και η Ιαπωνία, ως Δυνάμεις του Άξονα, επιδίωξαν την κυριαρχία μέσω επεκτατισμού, ενώ η Βρετανία και η Γαλλία, και αργότερα οι Ηνωμένες Πολιτείες, προσπαθούσαν να διατηρήσουν τη στρατηγική ισορροπία και να επιβραδύνουν την προέλαση των Δυνάμεων του Άξονα. Η Ελλάδα, αν και μικρό κράτος, έπαιξε κρίσιμο ρόλο ως «προμαχώνας» της Δύσης στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο Δρ. Γκίκας αναλύει τη βρετανική στρατηγική υπό το πρίσμα της θεωρίας των θαλασσίων δυνάμεων του Mahan: ο έλεγχος του Αιγαίου και της Κρήτης ήταν ουσιαστικός για τη διατήρηση της γραμμής επικοινωνίας προς τη Διώρυγα του Σουέζ και την αυτοκρατορική επικράτεια της Βρετανίας. Η Βρετανία χρησιμοποίησε την Ελλάδα ως εργαλείο επιβράδυνσης της γερμανικής προέλασης, χωρίς να παρέχει πλήρη ανεξαρτησία στην ελληνική στρατηγική, γεγονός που εξηγεί την αμφίδρομη εξάρτηση και ταυτόχρονα την αδυναμία πλήρους αυτοπροστασίας της χώρας.
Η σοβιετική στρατηγική αποτέλεσε επίσης καθοριστικό παράγοντα. Αρχικά δεσμευμένη από το Σύμφωνο Μολότοφ – Ρίμπεντροπ, η Σοβιετική Ένωση απέφευγε κάθε άμεση ανάμειξη στα Βαλκάνια, ενώ μετά την εισβολή των Γερμανών στην επικράτειά της ανέπτυξε σχέδιο έμμεσης ενίσχυσης κομμουνιστικών οργανώσεων στην Ελλάδα, προετοιμάζοντας τη μεταπολεμική διαμόρφωση ζωνών επιρροής. Ο συγγραφέας συνδέει τη σοβιετική στάση με την αμφιθυμία ανάμεσα στην άσκηση πίεσης και τη διατήρηση διπλωματικών ισορροπιών, υπογραμμίζοντας τη στρατηγική πολυπλοκότητα που αντιμετώπισε η Ελλάδα.
Η ανάλυση των ελληνικών στρατιωτικών επιχειρήσεων επικεντρώνεται στη Μάχη της Ηπείρου, τη Μάχη των Οχυρών και τη Μάχη της Κρήτης. Ο Δρ. Γκίκας υποστηρίζει ότι η Ελλάδα, παρά την περιορισμένη στρατιωτική ισχύ, προκάλεσε σημαντική καθυστέρηση στην προέλαση των Δυνάμεων του Άξονα, επιβεβαιώνοντας τη θεωρία του «αδυνάτου που επηρεάζει δυσανάλογα το διεθνές σύστημα». Οι στρατιωτικές νίκες απέδειξαν την ικανότητα ενός μικρού κράτους να επηρεάζει στρατηγικά γεγονότα παγκόσμιας κλίμακας, ενισχύοντας το ηθικό των Συμμάχων και ενισχύοντας την ελληνική εθνική ταυτότητα.
Η κατοχή, με τις ζώνες ελέγχου από Γερμανία, Ιταλία και Βουλγαρία, επέφερε κοινωνική ανασύνθεση, πείνα και καταστροφή των θεσμών. Ο συγγραφέας τονίζει ότι η Αντίσταση δεν ήταν μόνο στρατιωτική πράξη, αλλά και διαδικασία κοινωνικής και πολιτικής μεταμόρφωσης, κατά την οποία αναδείχθηκαν νέες μορφές πολιτικής οργάνωσης και συλλογικής ταυτότητας. Η έμφαση δίνεται στη δομή της αντίστασης και στη σημασία της για τη διαμόρφωση μεταπολεμικών πολιτικών υποκειμένων, στοιχείο που συνδέεται με τη θεωρία των «πολεμικών κοινωνιών» του Eric Hobsbawm.
Στο τελευταίο μέρος του βιβλίου, ο συγγραφέας αναδεικνύει τη μεταπολεμική στρατηγική συνέχεια. Η εμπειρία του πολέμου και της Κατοχής διαμόρφωσε τη μεταπολεμική ελληνική στρατηγική κουλτούρα, που οδήγησε στη σταδιακή πρόσδεση στο Δυτικό στρατόπεδο και στη νομιμοποίηση του δόγματος «ανήκομεν εις την Δύσιν». Η συλλογική μνήμη του πολέμου λειτούργησε ως καταλύτης για την υιοθέτηση της φιλοδυτικής πολιτικής γραμμής, ενισχύοντας τη θέση της Ελλάδας ως ενεργού δρώντος στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και εντός του ΝΑΤΟ.
Η συνθετική προσέγγιση του Δρ. Γκίκα, που ενσωματώνει στρατηγική ανάλυση, ιδεολογική διάσταση και διεθνή ιστοριογραφία, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα υπήρξε ένα μικρό κράτος με περιορισμένη ισχύ, αλλά με σημαντική επιρροή λόγω της στρατηγικής ευφυΐας, της κοινωνικής συνοχής και της ιδεολογικής συγκρότησης. Το βιβλίο, εντός του πλαισίου της ελληνόγλωσσης και ξενόγλωσσης βιβλιογραφίας, αποτελεί υπόδειγμα διεπιστημονικής σύνθεσης, όπου η ιστορική αφήγηση υπηρετεί την κατανόηση της στρατηγικής και της πολιτικής συνέχειας, και ταυτόχρονα φωτίζει την εθνική μνήμη και τη μεταπολεμική ελληνική στρατηγική ταυτότητα.
Ο Δρ. Γκίκας αφιερώνει εκτενές τμήμα στη λεπτομερή ανάλυση των ελληνικών στρατιωτικών επιχειρήσεων. Η Μάχη της Ηπείρου και η αντεπίθεση κατά των Ιταλών αποδεικνύουν την ικανότητα των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων να εφαρμόζουν αποτελεσματικά τακτικές περιορισμένων δυνατοτήτων. Η μάχη των Οχυρών, αν και μικρής κλίμακας, έδειξε την αποφασιστικότητα και την πειθαρχία του ελληνικού στρατού, ενώ η Μάχη της Κρήτης ανέδειξε τη στρατηγική αξία της αεροπορικής και ναυτικής αντίστασης, καθώς και τη σημασία της συνεργασίας με τις Συμμαχικές Δυνάμεις.
Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι η ελληνική εμπειρία παρουσιάζει χαρακτηριστικά «αντίστασης μικρής δύναμης με παγκόσμιο αντίκτυπο», σύμφωνα με τη θεωρία της στρατηγικής επιρροής μικρών κρατών. Παρά τη στρατιωτική υπεροχή του Άξονα, η καθυστέρηση της γερμανικής προέλασης επέτρεψε στους Συμμάχους να αναδιοργανώσουν τα μέτωπα και να επηρεάσουν τη διεθνή στρατηγική ισορροπία.
Η κατοχή δημιούργησε συνθήκες βαθιάς κοινωνικής και οικονομικής κρίσης. Ο Δρ. Γκίκας εξετάζει την επιβολή της φορολογίας αίματος, την καταστροφή υποδομών και τη δραματική πτώση του βιοτικού επιπέδου. Παράλληλα, η Αντίσταση, που οργανώθηκε τόσο σε εθνικό όσο και σε τοπικό επίπεδο, δεν υπήρξε απλώς στρατιωτική, αλλά και πολιτική και ιδεολογική διαδικασία. Ο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, ο ΕΔΕΣ και άλλες οργανώσεις δημιούργησαν νέες μορφές κοινωνικής οργάνωσης, ενισχύοντας την πολιτική συμμετοχή και την εθνική συνοχή.
Συμπερασματικά, ανέφερε ο Δρ. Τσιριγώτης, το έργο του Δρ. Γκίκα συνθέτει στρατηγική ανάλυση, ιστορική αφήγηση και ιδεολογική ερμηνεία σε ένα συνεκτικό πλαίσιο. Η Ελλάδα αναδεικνύεται ως μικρό κράτος με περιορισμένη στρατιωτική ισχύ αλλά με αποφασιστική επιρροή μέσω της στρατηγικής ευφυΐας, της συλλογικής ταυτότητας και της ικανότητας ελιγμών στο διεθνές σύστημα. Το βιβλίο συνδέει τις ελληνικές εμπειρίες με θεωρητικές προσεγγίσεις περί μικρών κρατών, αυταρχισμού και εθνικισμού, προσφέροντας πλήρη ανάλυση για τους φοιτητές, ερευνητές και κάθε αναγνώστη ενδιαφερόμενο για την ελληνική και διεθνή στρατηγική σκηνή του Βʹ Παγκοσμίου Πολέμου. Η συνθετική αυτή παρουσίαση, υπερβαίνοντας τη στρατιωτική αφήγηση, φωτίζει τις σχέσεις Ελλάδας – Συμμάχων και Ελλάδας – Άξονα, αναδεικνύει τις κοινωνικές και ιδεολογικές δυναμικές της Κατοχής και της Αντίστασης, και συνδέει την εμπειρία με τη μεταπολεμική στρατηγική κουλτούρα, καθιστώντας το έργο πολύτιμο εργαλείο για την κατανόηση του ελληνικού ιστορικού γίγνεσθαι.
Η εκδήλωση συνεχίστηκε με την ομιλία του συγγραφέα, Δρ. Δημητρίου Γκίκα, ο οποίος παρουσίασε το έργο του και το όραμά του για τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης. Μάλιστα, ανέφερε ότι πρέπει να είμαστε πάντα έτοιμοι για πόλεμο ανά πάσα στιγμή καθώς οι διεθνείς εξελίξεις είναι απρόβλεπτες. Πρέπει να είμαστε πρόθυμοι να πολεμήσουμε για τα ιδανικά μας και τις αξίες μας. Όπως τόνισε, ο ελληνικός λαός δεν είναι πολεμοχαρής αλλά είναι πολεμικός λαός με την έννοια ότι, όποτε χρειάστηκε, πολέμησε με σθένος για την άμυνα της πατρίδας του.
Ο υιός του συγγραφέα Ευστάθιος Γκίκας, πραγματοποίησε μία σύντομη παρέμβαση μετά την ολοκλήρωση των ομιλιών. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Ευστάθιος Γκίκας συνέβαλε στην εκπόνηση της σημαντικής αυτής ιστορικής μελέτης μέσω της έρευνας και της ταξινόμησης των πηγών. Το κοινό καταχειροκρότησε τον συγγραφέα και τους ομιλητές σε κλίμα συγκίνησης και εθνικής υπερηφάνειας. Μετά την ολοκλήρωση της βιβλιοπαρουσίασης ακολούθησε μία μικρή δεξίωση για τον εορτασμό των 10 χρόνων από την ίδρυση του ΚΕΔΙΣΑ (2015-2025) που υποστήριξε την συγγραφή και την έκδοση του ιστορικού αυτού πονήματος του συγγραφέα Δρ Δημητρίου Γκίκα.
Το Κέντρο Διεθνών Στρατηγικών Αναλύσεων (ΚΕΔΙΣΑ) σε συνεργασία με τα Τμήματα HJ-10 «Περικλής», HJ-51 «Πιττακός» και HJ-54 «Ιπποκράτης» της ΑΗΕΡΑ HELLAS συνδιοργανώνουν εκδήλωση με θέμα: «Ελληνοτουρκικές σχέσεις υπό τη νέα προεδρία Τραμπ: Σταθερότητα ή νέα περίοδος κρίσης;» η οποία θα διεξαχθεί στο Μέγαρο της Παλαιάς Βουλής (Πλατεία Κολοκοτρώνη, Σταδίου 13-Αθήνα) την Τετάρτη 28 Μαΐου 2025 και ώρα 19.00.
Η είσοδος είναι ελεύθερη και η ώρα προσέλευσης στις 18.30.
Η εκδήλωση τελεί υπό την αιγίδα της ΑΗΕΡΑ HELLAS, με την υποστήριξη της GDM Assets
Στους φοιτητές θα χορηγηθεί βεβαίωση παρακολούθησης. Όσοι ενδιαφέρονται να λάβουν βεβαίωση παρακολούθησης να δηλώσουν το ονοματεπώνυμό τους στην Γραμματεία της Εκδήλωσης και μετά το πέρας της Εκδήλωσης να στείλουν ηλεκτρονικό αίτημα στο ahepa.kedisa@gmail.com
Πρόγραμμα Εκδήλωσης
Χαιρετισμοί του Κυβερνήτη της AHEPA HELLAS, των Επικεφαλής Τμημάτων της AHEPA HELLAS & του Ιδρυτή & Προέδρου Δ.Σ. ΚΕΔΙΣΑ
Συντονίστρια Εκδήλωσης: Μαρία Ντάμπου (Πολιτικός Επιστήμονας, Διεθνολόγος, Επιστημονικός Συνεργάτης στην Βουλή των Ελλήνων, Μέλος Δ.Σ. ΚΕΔΙΣΑ)