Μιλώντας στην «Κοινωνία Ώρα MEGA», ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου Θάνος Πλεύρης διαχώρισε τη συζήτηση για τα αιτήματα των αγροτών από το ζήτημα των μπλόκων. Υποστήριξε ότι, μετά και τις πρόσφατες τοποθετήσεις του πρωθυπουργού, η κυβέρνηση άκουσε τα αιτήματα και έδωσε λύσεις σε σειρά θεμάτων, «και στο κομμάτι των πληρωμών και στο κομμάτι του ρεύματος και στο κομμάτι του πετρελαίου», σημειώνοντας πως «σε μεγάλο βαθμό ικανοποιεί αιτήματα», χωρίς να ισχυρίζεται ότι οι λύσεις είναι υποχρεωτικά πλήρως αποδεκτές από όλους.
Στο σκέλος των κινητοποιήσεων, τόνισε ότι, κατά την εκτίμησή του, «η κυβέρνηση έχει εξαντλήσει την ανοχή της» και ότι «δεν μπορεί να διαταράσσεται η κοινωνική και η οικονομική ζωή του τόπου». Παράλληλα, άσκησε κριτική σε όσους δεν προσέρχονται στον διάλογο, λέγοντας ευθέως ότι «καθοδηγούνται ουσιαστικά από την κομματική τους ταυτότητα και όχι από τα συμφέροντα των αγροτών», κάνοντας λόγο για «επαναστατική γυμναστική» και υποστηρίζοντας ότι υπάρχουν πρόσωπα που «θέλουν να εξυπηρετήσουν την κομματική τους ταυτότητα και όχι τα συμφέροντα των αγροτών». Ανέφερε ακόμη ότι πρόκειται «προφανώς» για άτομα από συγκεκριμένους πολιτικούς χώρους, κατονομάζοντας και το ΚΚΕ, διευκρινίζοντας ταυτόχρονα πως «το να έχεις κομματική ταυτότητα είναι απολύτως σεβαστό».
Ο υπουργός υποστήριξε ότι η επιμονή σε πλήρη ικανοποίηση των αιτημάτων ως προϋπόθεση για διάλογο ισοδυναμεί με πίεση προς την κοινωνία: «Αυτός που έρχεται και λέει “εγώ θα κρατάω τη χώρα κλειστή και δεν δέχομαι και κανέναν διάλογο αν δεν ικανοποιηθούν 100% τα αιτήματά μας”, αυτό ουσιαστικά είναι απειλή στην κοινωνία». Στο ίδιο πλαίσιο, ανέφερε ότι «μετά και από αυτή την συνάντηση, πλέον θα μπούμε στην εφαρμογή του νόμου», ξεκαθαρίζοντας ότι «η εφαρμογή του νόμου δεν είναι απειλή», αλλά «μια πραγματικότητα», καθώς «απαγορεύεται να κλείνουν οι δρόμοι» και προβλέπονται ποινικές ή διοικητικές συνέπειες.
Για Καρυστιανού: «Θα κριθεί με πολιτικούς όρους όταν υπάρχει πλατφόρμα»
Αναφερόμενος στην προοπτική πολιτικής κίνησης από τη Μαρία Καρυστιανού, ο Θάνος Πλεύρης είπε πως «έχει κάθε δικαίωμα, όπως κάθε πολίτης, να συμμετέχει στην πολιτική ζωή». Υπογράμμισε όμως ότι, εφόσον υπάρξει κόμμα, η αξιολόγηση θα γίνεται με όρους πολιτικής πρότασης: «Θα την κρίνουμε μόνο με πολιτικούς όρους, όταν παρουσιάσει συγκεκριμένη πολιτική πλατφόρμα».
Στο ίδιο σημείο, ανέφερε ότι παρατηρεί πως κόμματα τα οποία –όπως είπε– «ποντάρισαν» πάνω στην παρουσία της και «εργαλειοποιούσαν την τραγωδία των Τεμπών», φαίνεται τώρα να παίρνουν αποστάσεις. Ειδικότερα, έκανε λόγο για «αποστάσεις» που διακρίνει από την Πλεύση Ελευθερίας και την Ελληνική Λύση, λέγοντας ότι ορισμένοι επιδίωξαν «κομματικό όφελος» και πλέον δείχνουν «πιο ενοχλημένοι».
Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι ο ίδιος δεν σκοπεύει να την κρίνει στο επίπεδο του προσωπικού της ρόλου: «Δεν θα κρίνω την κυρία Καρυστιανού στο επίπεδο το πώς λειτουργεί ως μητέρα θύματος… έχει κάθε δικαίωμα». Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι και οι υπόλοιποι συγγενείς έχουν δικαίωμα να αξιολογήσουν το πλαίσιο λειτουργίας και να εκφράσουν άποψη για το αν θα έπρεπε να βρίσκεται σε θέση ηγεσίας ή να προχωρήσει σε πολιτικό φορέα.
Νομοσχέδιο για νόμιμη μετανάστευση
Στο μέρος της συνέντευξης που αφορούσε τη μετανάστευση, ο υπουργός ανέφερε ότι το νομοσχέδιο για τη νόμιμη μετανάστευση βρίσκεται σε διαβούλευση, ενώ για το πλαίσιο της παράνομης μετανάστευσης σημείωσε ότι ψηφίστηκε το καλοκαίρι και, όπως είπε, υπάρχουν «πρώτα αποτελέσματα των απελάσεων».
Για τη νόμιμη μετανάστευση περιέγραψε τρεις βασικούς άξονες. Ο πρώτος αφορά όσους βρίσκονται ήδη νόμιμα στη χώρα: έκανε λόγο για 793.000 νόμιμους μετανάστες, επισημαίνοντας ότι περίπου 293.000 εξ αυτών βρίσκονται σε «γκρίζα ζώνη» λόγω καθυστερήσεων ή μη ανανέωσης εγγράφων, με καθυστερήσεις που – όπως είπε – μπορεί να φτάνουν «μέχρι και τα δύο χρόνια». Στόχος, κατά τον ίδιο, είναι να απλοποιηθούν οι διαδικασίες ώστε όποιος είναι νόμιμα στη χώρα να παίρνει «πολύ γρήγορα» ανανεώσεις και χαρτιά, μειώνοντας το «backlog» που περιέγραψε ως «ένα τρίτο» του συνολικού αριθμού.
Ο δεύτερος άξονας αφορά τη διευκόλυνση των μετακλήσεων, με αναφορά σε ανάγκες όπως ο πρωτογενής τομέας και η φροντίδα ηλικιωμένων. Ανέφερε ότι η αρχική άδεια είναι τριετής, αλλά στην πράξη «κατά βάση τις άδειες τις παίρνει ο κόσμος ή ληγμένες ή στο 6μηνο», περιγράφοντας την πρόθεση για απλοποίηση και ταχύτερη νόμιμη διαδικασία, μέσα και από περισσότερες διακρατικές συμφωνίες.
Δικαιούχοι ασύλου και σύνδεση με εργασία
Ο τρίτος άξονας, όπως τον περιέγραψε, αφορά άτομα με προσφυγικό προφίλ που θεωρείται πιθανό να λάβουν άσυλο. Ο υπουργός είπε ότι έως τώρα έπαιρναν άσυλο «και δεν τους παρακολουθούσαμε», ενώ τώρα στόχος είναι να γίνεται χαρτογράφηση δεξιοτήτων και σύνδεση με ανάγκες της αγοράς εργασίας. Έφερε ως παράδειγμα το Κουτσόχερο στη Λάρισα, όπου – όπως είπε – μεταφέρονται άτομα που δηλώνουν αγρότες, με τη λογική ότι «δεν έχουν κάτι να κάνουν» σε γειτονιές του κέντρου της Αθήνας. Περιέγραψε ένα πρόγραμμα με βασικά ελληνικά και πρακτική σε καλλιέργειες και ανέφερε ότι το επόμενο βήμα είναι η διασύνδεση με συνεταιρισμούς και δουλειές, όπως για τη συγκομιδή μήλων, όταν θα χρειαστεί εργατικό δυναμικό.
Ανέφερε ότι το πρώτο πρόγραμμα αφορά 3.600 άτομα, ενώ συνολικά στις δομές βρίσκονται περίπου 23.000 άτομα, εκτιμώντας ότι περίπου το 50% έχει προσφυγικό προφίλ, άρα μιλάμε για «12.000–13.000». Πρόσθεσε ότι η χώρα κάνει δεκτές περίπου 18.000 αιτήσεις ασύλου τον χρόνο, παρουσιάζοντας το μέτρο ως προσπάθεια να δοθεί επιλογή σε όσους μείνουν στην Ελλάδα να στραφούν στην εργασία «και όχι στα επιδόματα», με κατευθύνσεις σε τομείς όπως αγροτικές εργασίες, βιομηχανία, κατασκευές και τουρισμός, ανάλογα με το προφίλ.
Τέλος, έκανε σαφή διάκριση για όσους δεν δικαιούνται άσυλο, λέγοντας ότι θα υπάρξει «διοικητική κράτηση» και ότι «η μόνη διαδρομή θα είναι η επιστροφή», ώστε αυτό «να το γνωρίζει από την πρώτη στιγμή». Για την απόδοση του πιλοτικού προγράμματος στο Κουτσόχερο ανέφερε ότι, παρότι ξεκίνησε τον Οκτώβριο και σε περίοδο χωρίς αγροτικές εργασίες, περίπου «το 50%» ολοκλήρωσε το πρόγραμμα και, όπως είπε, «ένα μεγάλο ποσοστό αρχίζει να απορροφάται». Σημείωσε επίσης ότι υπάρχουν 33 δομές και ότι το μοντέλο επιδιώκεται να εφαρμοστεί σε περιοχές με ανάγκες, ενισχύοντας την αποκέντρωση και αποτρέποντας τη συγκέντρωση πληθυσμών με περιορισμένες δυνατότητες ένταξης στα μεγάλα αστικά κέντρα.









