Σαφές μήνυμα ότι η κυβέρνηση δεν πρόκειται να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές επειδή το ζητά η αντιπολίτευση έστειλε ο Μάκης Βορίδης, μιλώντας στον ΣΚΑΪ. Ο βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας απέρριψε το ενδεχόμενο πρόωρης προσφυγής στις κάλπες λόγω των αντιδράσεων του Νίκου Ανδρουλάκη, τονίζοντας ότι οι εκλογές δεν αποφασίζονται με βάση την ένταση της πολιτικής συγκυρίας.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «Δεν θα πάμε σε εκλογές επειδή έχει θυμώσει ο κ. Ανδρουλάκης, ούτε θα πάμε σε εκλογές επειδή τώρα κάποιοι είναι αγχωμένοι». Με τη φράση αυτή επιχείρησε να αποσυνδέσει το κυβερνητικό χρονοδιάγραμμα από τις πιέσεις που διαμορφώνονται στο πολιτικό σκηνικό.
Η νευρικότητα του τελευταίου χρόνου
Ο κ. Βορίδης αναγνώρισε, πάντως, ότι η χώρα εισέρχεται στον τελευταίο χρόνο της κυβερνητικής θητείας πριν από την προεκλογική περίοδο. Όπως σημείωσε, «πάντα το ξέρετε ότι ο τελευταίος χρόνος έχει μία αυξημένη νευρικότητα και ένταση», περιγράφοντας το κλίμα που διαμορφώνεται όσο πλησιάζει ο εκλογικός κύκλος.
Η αναφορά αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο της αυξημένης πολιτικής αντιπαράθεσης, με την κυβέρνηση να επιχειρεί να δείξει ότι διατηρεί τον έλεγχο του χρόνου των πολιτικών εξελίξεων και ότι δεν επηρεάζεται από αιτήματα για άμεσες εκλογές.
Η στάση της κυβέρνησης για τον ΟΠΕΚΕΠΕ
Ο Μάκης Βορίδης τοποθετήθηκε και για τις ποινικές δικογραφίες που αφορούν τον ΟΠΕΚΕΠΕ και έχουν διαβιβαστεί από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Όπως υποστήριξε, η κυβέρνηση έχει από την αρχή μια ενιαία και ξεκάθαρη στάση, η οποία δεν αντιμετωπίζει όλες τις υποθέσεις με τον ίδιο τρόπο, αλλά αξιολογεί κάθε δικογραφία χωριστά.
Σύμφωνα με τον ίδιο, «εκείνο το οποίο πρέπει να γίνεται είναι αξιολόγηση της κάθε ποινικής δικογραφίας ξεχωριστά», καθώς μια ενιαία πολιτική αντιμετώπιση όλων των περιπτώσεων θα ήταν, όπως είπε, «απολύτως παράλογη».
Η αξιολόγηση των ποινικών δικογραφιών
Ο βουλευτής της ΝΔ επέμεινε ότι η ουσία βρίσκεται στο αν τα πραγματικά περιστατικά κάθε υπόθεσης συγκροτούν αξιόποινη πράξη. Αναφερόμενος στις σχετικές περιπτώσεις, σημείωσε ότι «για τους 13» τα υποτιθέμενα πραγματικά περιστατικά «δεν συγκροτούν κάτι αξιόποινο», αφήνοντας να εννοηθεί ότι δεν μπορεί να υπάρξει οριζόντια πολιτική ή ποινική αξιολόγηση χωρίς εξέταση των επιμέρους δεδομένων.









