Υπάρχουν ημερομηνίες που δεν χωράνε σε στεφάνια και αγήματα. Η 17η Νοεμβρίου είναι από αυτές. Όχι επειδή οι ιστορίες είναι βαριές, αλλά γιατί οι σκιές τους απλώνονται ως εδώ, στο τώρα, σαν να θέλουν να μας θυμίσουν ότι τίποτα από εκείνον τον φόβο δεν χάθηκε στ’ αλήθεια. Απλώς άλλαξε δωμάτιο μέσα μας.
Δεν γράφω για να ανακυκλώσω μνήμη. Γράφω γιατί το Πολυτεχνείο δεν τελείωσε.
Ζει στη δυσπιστία μας, στη σιωπηλή μας επιφύλαξη, στην έτοιμη φράση “μη μπλέξεις”. Ζει σε μια κοινωνία που έμαθε να επιβιώνει χαμηλόφωνα, ακόμη κι όταν θέλει να φωνάξει.
Η ψυχολογία της σιωπής – όταν ο φόβος ριζώνει πιο βαθιά κι από την ιστορία
Η χούντα δεν ήταν μόνο μια πολιτική εκτροπή. Ήταν μια καθημερινή εκπαίδευση στο “να μην μιλάς”.
Και ό,τι επαναλαμβάνεται αρκετά γίνεται συνήθεια, κι ό,τι γίνεται συνήθεια γίνεται χαρακτήρας.
Έτσι φτάσαμε, δεκαετίες μετά, να ζούμε σε μια χώρα όπου η δυσπιστία δεν είναι ιδιοτροπία· είναι κληρονομιά.
Στις μετα-αυταρχικές κοινωνίες (Spreizer, 2017), οι πολίτες συχνά εμφανίζουν τρία σταθερά μοτίβα:
– δυσπιστία προς θεσμούς,
– αποχή από πολιτικές διαδικασίες,
– εσωτερίκευση του “μη μιλάς για πολιτικά”.
Αυτά δεν είναι αφηρημένες έννοιες. Είναι παρατηρήσιμες στην Ελλάδα:
Στοιχείο: Σύμφωνα με το European Social Survey (2002–2022), η Ελλάδα καταγράφει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά εμπιστοσύνης σε θεσμούς της Ευρώπης. Οι νέοι 18–29 ετών συμμετέχουν λιγότερο σε συλλογικές δράσεις σε σχέση με αντίστοιχες ηλικίες χωρών χωρίς αυταρχικό παρελθόν.
Η δικτατορία έφυγε· ο φόβος της έμεινε σαν υπόκωφος μηχανισμός. Σαν μια σκιά που δεν ξέρεις από πού ανάβει το φως για να τη διώξεις.
Μια κοινωνία που έμαθε να ζει χαμηλά για να μην την πατήσουν
Μετά το ’74, όλοι μιλούσαν για “επιστροφή στη δημοκρατία”.
Κανείς δεν μίλησε για την άλλη δουλειά που έπρεπε να γίνει: την εξάλειψη της νοοτροπίας της επιβίωσης.
Ολόκληρες γενιές μεγάλωσαν με συμβουλές που έμοιαζαν απλές, αλλά ήταν φορτωμένες ιστορία:
“Μην προκαλείς”,
“Μην εκτίθεσαι”,
“Μην παίρνεις θέση”.
Μελέτη Παντείου (2021):
– 68% των συμμετεχόντων συνδέει την πολιτική με “σύγκρουση, ρίσκο, διχασμό”.
– Μόνο 14% τη συνδέει με “προσωπική ευθύνη”.
Το οικονομικό παραμύθι – όταν η νοσταλγία καμουφλάρει τη βία
Μια άλλη σκιά της επταετίας είναι το αφήγημα της “οικονομικής ευημερίας”.
Είναι η μισή αλήθεια που γίνεται ολόκληρο ψέμα. Γιατί η νοσταλγία λειτουργεί σαν θαμπό τζάμι: βλέπεις όσα θέλεις να δεις.
Κι όμως, τα στοιχεία είναι αδιάφορα για τα συναισθήματα:
– Το δημόσιο χρέος από 34 δισ. δραχμές (1967) εκτινάχθηκε στα 115 δισ. (1974) — αύξηση άνω του 240%.
– Ο πληθωρισμός από 2% σκαρφάλωσε σε διψήφιο.
– Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών βούλιαξε.
Η μεταδοτική μνήμη – πώς το τότε μπαίνει στο τώρα χωρίς να το καταλάβουμε
- Στην οικογένεια, η παλιά φράση “πρόσεχε τι λες” μοιάζει με αναχρονιστικό αστείο, αλλά κάποτε ήταν επιβίωση.
- Στα σχολεία, η απονευρωμένη πολιτική σκέψη είναι το μετέωρο υπόλοιπο μιας εποχής όπου η άποψη είχε κόστος.
- Στην κοινωνική συμμετοχή, ο φόβος της “ταμπέλας” μοιάζει με νεανική αδιαφορία, αλλά είναι προϊόν συλλογικής μνήμης.
- Στην πολιτική πόλωση, η δυσκολία να εμπιστευτούμε “τον απέναντι” έχει ρίζες σε δεκαετίες καταστολής.
Γραφήματα που υποστηρίζουν την αφήγηση:
– Αύξηση δημόσιου χρέους 1967–1974
– Πτώση εμπιστοσύνης σε θεσμούς (ESS)
– Συμμετοχή νέων σε συλλογικές δράσεις σε σύγκριση με ΕΕ
Γιατί έχει νόημα το Πολυτεχνείο σήμερα;
Η 17η Νοεμβρίου είναι ο καθρέφτης που δεν θέλουμε να κοιτάξουμε πολύ ώρα.
Δείχνει τι φοβόμαστε, τι αποφύγαμε να θεραπεύσουμε, τι ξεχάσαμε πως χρειάζεται θάρρος.
Όχι το θάρρος των οδοφραγμάτων – το άλλο: το καθημερινό, εκείνο που σε σπρώχνει να ανοίξεις το στόμα σου σε μια κοινωνία που για δεκαετίες το κρατούσε κλειστό.
Το Πολυτεχνείο δεν ζητά να το τιμήσουμε.
Μας ζητά να το καταλάβουμε.
