Στις 6 και 7 Σεπτεμβρίου του 1955, η Κωνσταντινούπολη έγινε μάρτυρας μιας οργανωμένης καταστροφής που έμεινε γνωστή ως Σεπτεμβριανά. Δεν ήταν ένα τυχαίο ξέσπασμα λαϊκής οργής, αλλά μια ενορχηστρωμένη επιχείρηση. Ξεκίνησε με την προβοκάτσια της δήθεν βομβιστικής επίθεσης στο σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη και κατέληξε σε βία άνευ προηγουμένου εναντίον της ελληνικής μειονότητας. Καταστήματα λεηλατήθηκαν, εκκλησίες βεβηλώθηκαν, γυναίκες βιάστηκαν, ηλικιωμένοι ξυλοκοπήθηκαν μέχρι θανάτου. Ο ελληνισμός της Πόλης, που είχε επιβιώσει επί αιώνες υπό Οθωμανούς σουλτάνους και Βυζαντινούς αυτοκράτορες, γνώρισε εκείνες τις μέρες ένα πλήγμα από το οποίο δεν ανέκαμψε ποτέ.
Το τραγικότερο δεν είναι μόνο η βία αυτή καθαυτή, αλλά η σιωπή που την περιέβαλε. Η Τουρκία, τρία μόλις χρόνια μέλος του ΝΑΤΟ, ήξερε ότι μπορούσε να δράσει σχεδόν ατιμώρητη. Η γεωπολιτική της αξία στον Ψυχρό Πόλεμο, η στρατηγική της θέση στα Στενά, η εγγύτητα στη Σοβιετική Ένωση, όλα αυτά λειτούργησαν ως ασπίδα. Οι σύμμαχοι έκαναν ότι δεν βλέπουν. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Βρετανία, ακόμα και η Ελλάδα, εγκλωβισμένη στις ίδιες συμμαχικές δεσμεύσεις, περιορίστηκαν σε χλιαρές διαμαρτυρίες. Οι ζωές χιλιάδων ανθρώπων αποδείχθηκαν ασήμαντες μπροστά στην ισορροπία ισχύος του Ψυχρού Πολέμου.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η επικαιρότητα των Σεπτεμβριανών. Γιατί η ιστορία τους δεν είναι απλώς ένα θλιβερό κεφάλαιο μνήμης, αλλά ζωντανή υπενθύμιση του πώς λειτουργούν οι διεθνείς σχέσεις. Οι διεθνείς θεσμοί, οι μεγάλες δυνάμεις, οι διακηρύξεις περί δικαιωμάτων και αξιών, όλα υποχωρούν όταν συγκρούονται με το συμφέρον και την ισχύ. Το 1955 η ελληνική μειονότητα στην Κωνσταντινούπολη ήταν το “παράπλευρο θύμα” της ανάγκης της Δύσης να κρατήσει την Τουρκία στο δυτικό στρατόπεδο. Κι αν κάτι διδάσκει η μνήμη, είναι ότι τέτοιες λογικές επαναλαμβάνονται.
Αρκεί να κοιτάξουμε το σήμερα. Η Τουρκία συνεχίζει να αξιοποιεί τη γεωπολιτική της θέση με τον ίδιο κυνισμό. Στη Συρία, στη Λιβύη, στον Νότιο Καύκασο, στη Μαύρη Θάλασσα, ακόμα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση με την εργαλειοποίηση των προσφύγων, ακολουθεί την ίδια στρατηγική: δημιουργεί τετελεσμένα, γνωρίζοντας ότι η Δύση δεν μπορεί να την απομονώσει χωρίς να ζημιώσει τον εαυτό της. Οι παραβιάσεις στο Αιγαίο, η κατοχή στην Κύπρο, οι αναθεωρητικές της δηλώσεις αντιμετωπίζονται με δηλώσεις ανησυχίας αλλά όχι με ουσιαστικές κυρώσεις. Είναι η ίδια “συμμαχική σιωπή” του 1955, προσαρμοσμένη στις ανάγκες του 21ου αιώνα.
Η μνήμη των Σεπτεμβριανών, λοιπόν, δεν είναι μια απλή καταγραφή αδικίας. Είναι μάθημα για το πώς οι μικρές κοινότητες και οι μικρές χώρες αντιμετωπίζονται στον διεθνή στίβο: ως αναλώσιμες. Οι Έλληνες της Πόλης έγιναν θύματα γιατί το κόστος να τους προστατεύσει κανείς ήταν μεγαλύτερο από το κόστος να τους αφήσει να χαθούν. Αν το δούμε ψυχρά, αυτό είναι το ίδιο επιχείρημα που χρησιμοποιείται σήμερα κάθε φορά που η Τουρκία παραβιάζει κανόνες του διεθνούς δικαίου: “δεν μας συμφέρει να συγκρουστούμε μαζί της”.
Αυτό το σκληρό μάθημα έχει άμεση σημασία για την Ελλάδα. Δεν μπορούμε να στηρίζουμε την ασφάλειά μας σε “αρχές” που οι ισχυροί επικαλούνται μόνο όταν τους βολεύουν. Οι διεθνείς σχέσεις δεν είναι πεδίο δικαιοσύνης, αλλά πεδίο ισχύος. Αυτό δεν σημαίνει μοιρολατρία· σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να φροντίζει να μην είναι ποτέ στη θέση της ελληνικής μειονότητας της Πόλης: μόνη, αδύναμη και εκτεθειμένη. Σημαίνει να διαμορφώνουμε στρατηγικές συμμαχίες που μας καθιστούν αναγκαίους, όχι εύκολα παρακάμψιμους. Σημαίνει να συνειδητοποιούμε ότι το διεθνές δίκαιο είναι εργαλείο, όχι ασπίδα.
Η λήθη, τέλος, είναι κι αυτή πολιτική. Η Τουρκία προσπαθεί συστηματικά να θάψει το επεισόδιο, να το παρουσιάσει ως “παρεξήγηση”, να το αποσυνδέσει από τη δική της κρατική ευθύνη. Η Δύση δεν επιμένει στη μνήμη, γιατί η ανάμνηση θα θύμιζε τις δικές της ενοχές. Γι’ αυτό η ευθύνη της διατήρησης της μνήμης πέφτει σε εμάς. Όχι για να εγκλωβιστούμε σε μια μνησικακία, αλλά για να αντλήσουμε από την Ιστορία το πιο ρεαλιστικό συμπέρασμα: όποιος δεν μετράει σε ισχύ, δεν μετράει καθόλου.
Τα Σεπτεμβριανά δεν είναι απλώς μια μαύρη σελίδα στην ιστορία του ελληνισμού· είναι η πιο ωμή υπενθύμιση του πώς λειτουργεί η διεθνής πολιτική. Και όσο κι αν οι καιροί αλλάζουν, η λογική παραμένει η ίδια. Εκεί όπου τα συμφέροντα υπερισχύουν, η δικαιοσύνη σωπαίνει. Κι αν θέλουμε να τιμήσουμε πραγματικά τη μνήμη των θυμάτων, δεν αρκεί να καταθέτουμε στεφάνια· χρειάζεται να οικοδομήσουμε μια στρατηγική που θα διασφαλίζει ότι κανείς στο μέλλον δεν θα μπορεί να μας αγνοήσει με την ίδια ευκολία που αγνόησαν τότε την ελληνική μειονότητα της Κωνσταντινούπολης.
