Από τον ευρωπαϊκό Νότο μέχρι τον Βορρά, το χριστουγεννιάτικο τραπέζι του 2025 περνά φέτος από crash test τιμών. Ο επίμονος πληθωρισμός, οι αναταράξεις στην προσφορά και οι αυξήσεις σε τρόφιμα και πρώτες ύλες ανεβάζουν τον λογαριασμό, μετατρέποντας ένα «παραδοσιακό δεδομένο» σε άσκηση προϋπολογισμού για εκατομμύρια νοικοκυριά.
Η εικόνα, βέβαια, δεν είναι ίδια παντού. Σε ορισμένες χώρες καταγράφονται μικρές ανάσες, αλλού όμως οι γιορτές έρχονται με νέα ρεκόρ. Κοινός παρονομαστής παραμένει ότι το φετινό μενού κοστίζει περισσότερο, σε μια περίοδο που η αντοχή των οικογενειακών ταμείων δοκιμάζεται.
Ελλάδα: 16%–20% πάνω, περίπου 187 ευρώ για τέσσερις
Στην Ελλάδα, το κόστος του χριστουγεννιάτικου τραπεζιού εμφανίζεται αυξημένο κατά 16%–20% σε σχέση με πέρυσι. Με βάση στοιχεία του ΙΝΚΑ, για τέσσερα άτομα ο λογαριασμός διαμορφώνεται περίπου στα 186,85 ευρώ, έναντι 156,02 ευρώ το 2024.
Το κρέας σηκώνει μεγάλο μέρος της πίεσης: μοσχάρι, αρνί και κατσίκι αναφέρονται με ανατιμήσεις έως 18%. Σταθερός «πονοκέφαλος» παραμένει το ελαιόλαδο, με αυξήσεις που φτάνουν έως 60%, καθώς η παραγωγή εμφανίζεται μειωμένη. Την ίδια ώρα, ο πληθωρισμός στα τρόφιμα αποτυπώνεται ότι κινείται πιο ψηλά από τον γενικό δείκτη.
Ισπανία: Γιορτές ακριβές, με πίεση σε κρέας και θαλασσινά
Στην Ισπανία, το παραδοσιακό τραπέζι υπολογίζεται κατά μέσο όρο στα 44 ευρώ ανά άτομο, ενώ η συνολική επιβάρυνση της εορταστικής περιόδου ανά νοικοκυριό εκτιμάται κοντά στα 800 ευρώ. Τα προϊόντα που «τραβούν» το κόστος προς τα πάνω είναι κυρίως το γκάμον, το μοσχάρι και τα θαλασσινά, ενώ αναφέρονται και κίνδυνοι ελλείψεων που μπορούν να «σπρώξουν» τις τιμές ιδιαίτερα τις τελευταίες ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα.
Πορτογαλία: Μικρή άνοδος συνολικά, αλλά η σοκολάτα απογειώνεται
Στην Πορτογαλία, το χριστουγεννιάτικο καλάθι εμφανίζει οριακή αύξηση (+2,8%), όμως η εικόνα είναι ανομοιόμορφη: η σοκολάτα κινείται σχεδόν σε διπλάσια επίπεδα, τα αυγά ακριβαίνουν, ενώ το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο καταγράφει πτώση που ξεπερνά το 30%. Το τελικό κόστος βασικών επιλογών ξεπερνά τα 54 ευρώ, πλήττοντας περισσότερο όσους στηρίζονται στα σπιτικά γλυκά.
Ιταλία: +9% στο συνολικό «πακέτο» των γιορτών
Στην Ιταλία, οι δαπάνες για το εορταστικό τραπέζι υπολογίζονται περίπου στα 3,1 δισ. ευρώ, με έντονη ανοδική πίεση σε κακάο, καφέ και σοκολάτα. Συνολικά, οι γιορτές εκτιμάται ότι κοστίζουν περίπου 9% περισσότερο σε σχέση με πέρυσι, ενώ παρατηρείται υποχώρηση σε δώρα όπως τα κοσμήματα, σε φόντο υψηλών τιμών στον χρυσό.
Γαλλία: Μικρή αποκλιμάκωση, αλλά οι τιμές μένουν «ψηλά» σε βάθος χρόνου
Στη Γαλλία αναφέρεται δεύτερη συνεχόμενη χρονιά με μικρή μείωση του χριστουγεννιάτικου καλαθιού, χωρίς όμως να επιστρέφει η αγορά στα επίπεδα της προ πανδημίας περιόδου. Η σοκολάτα εμφανίζεται αυξημένη πάνω από 20% σε ετήσια βάση, ενώ προϊόντα-σήμα κατατεθέν, όπως το φουά γκρα και η γαλοπούλα, παραμένουν ακριβότερα σε σύγκριση με την τριετία που προηγήθηκε.
Γερμανία: «Σφιχτά» έξοδα γενικά, αλλά όχι στο γιορτινό δείπνο
Παρότι οι Γερμανοί δηλώνουν πιο προσεκτικοί στις αγορές τους, το εορταστικό τραπέζι μοιάζει να εξαιρείται: μόνο ένα μικρό ποσοστό (περίπου 5%) εμφανίζεται διατεθειμένο να μειώσει τις σχετικές δαπάνες. Η παραδοσιακή χήνα καταγράφεται ότι φτάνει έως 22 ευρώ το κιλό, δείχνοντας ότι για πολλά νοικοκυριά το δείπνο παραμένει «αδιαπραγμάτευτο».
Πολωνία: Η σπάνια περίπτωση ελαφριάς μείωσης
Στην Πολωνία, το «καλάθι των Χριστουγέννων» αποτυπώνεται με μείωση 1%, κυρίως λόγω φθηνότερων καυσίμων και χαμηλότερων εξόδων μετακίνησης. Παρότι το κρέας ακριβαίνει, η συνολική εικόνα δείχνει πιο ήπια σε σχέση με το 2024.
Ουγγαρία – Τουρκία: Πλαφόν και πληθωριστικές πιέσεις
Η Ουγγαρία επιχειρεί να συγκρατήσει το κόστος με κυβερνητικά πλαφόν σε βασικά τρόφιμα. Στην Τουρκία, από την άλλη, το απόλυτο κόστος μπορεί να είναι χαμηλότερο, ωστόσο η αναλογία με τους μισθούς διατηρεί το γιορτινό τραπέζι ιδιαίτερα βαρύ για τα νοικοκυριά.
Το αποτέλεσμα είναι ότι οι Ευρωπαίοι δεν εγκαταλείπουν τις γιορτές, αλλά τις προσεγγίζουν διαφορετικά: λιγότερος αυθορμητισμός, περισσότερος υπολογισμός, και μια σταθερή αίσθηση ότι η παράδοση παραμένει ίδια – μόνο που κοστίζει περισσότερο.
Πηγή: Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών










