*Του Νεκτάριου Ντ. Χορμοβίτη
Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε κάτι πρωτόγνωρο να συμβαίνει στην Ελλάδα. Η χώρα που μέχρι χθες θεωρούταν απλώς «περαστικός σταθμός» στην ψηφιακή σκακιέρα, ξαφνικά αναβαθμίζεται σε παίκτη-κλειδί. Σπάτα, Παιανία, Θεσσαλονίκη, Κρήτη· χάρτες που μέχρι πρόσφατα έγραφαν μόνο «παραθεριστικά θέρετρα» και «αγροτική γη» αποκτούν τώρα νέες επιγραφές όπως οι Microsoft, Google, Dromeus, DAMAC, DATA4. Όλοι θέλουν να βάλουν την «ταμπέλα» τους. Τα έργα είναι εντυπωσιακά, εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, δεκάδες megawatts ισχύος, εκτάσεις που μετατρέπονται σε ψηφιακά φρούρια. Η Microsoft δημιουργεί cluster στην Ανατολική Αττική, η Google υπόσχεται ελληνικό cloud region με 2,2 δισ. όφελος μέχρι το 2030, η DATA4 στήνει τρία τεράστια data centers στην Παιανία. Κι ανάμεσά τους, η Lancom, ο μικρός, αμιγώς ελληνικός παίκτης να παλεύει να βάλει τη Θεσσαλονίκη και την Κρήτη στον ψηφιακό χάρτη των Βαλκανίων.
Διαβάστε επίσης:
Όμως όσο η αφήγηση μοιάζει θριαμβευτική, άλλο τόσο σηκώνει ερωτηματικά. Γιατί πίσω από τα φώτα των «στρατηγικών επενδύσεων» κρύβεται μια οσμή αδιαφάνειας. Ποιος αποφασίζει, με ποια κριτήρια και με ποιες δεσμεύσεις υπογράφονται αυτές οι συμφωνίες; Και, κυρίως, ποιος πληρώνει το τίμημα;
Τα data centers δεν είναι ουδέτερες κατασκευές, αλλά ενεργοβόρα μεγαθήρια που απορροφούν τεράστιες ποσότητες ενέργειας, πιέζοντας ακόμη περισσότερο ένα δίκτυο που ήδη στηρίζεται, όταν το πράγμα «ζορίσει» σε ορυκτά καύσιμα. Και όσο αυξάνεται η κατανάλωση, τόσο αυξάνονται και οι εκπομπές. Παράλληλα, για να ψυχθούν οι αίθουσες δεδομένων απαιτούνται τεράστιες ποσότητες νερού σε μια χώρα που γνωρίζει ήδη την πίεση της λειψυδρίας.
Οι περιοχές γύρω από τις εγκαταστάσεις δεν μένουν ανεπηρέαστες από τον θόρυβο την κυκλοφοριακή επιβάρυνση, θερμικό φορτίο. Όσο για τις μόνιμες θέσεις εργασίας, η πραγματικότητα είναι πιο «φτωχή» απ’ ό,τι υπόσχονται τα δελτία τύπου οι περισσότερες δουλειές είναι κατά την κατασκευή, ενώ στη λειτουργία το προσωπικό είναι περιορισμένο. Παρ’ όλα αυτά, οι εταιρείες απολαμβάνουν γενναιόδωρες φοροαπαλλαγές, με το κοινωνικό όφελος να παραμένει αμφίβολο.
Κι όταν κάτι πάει στραβά; Εκεί μπαίνουν σε λειτουργία οι εφεδρικές γεννήτριες ντίζελ, που γεμίζουν τον αέρα με ρύπους. Αυτό δεν είναι στρατηγική ψηφιακή πολιτική, είναι βιτρίνα που θάβει τα πραγματικά κόστη – κοινωνικά, περιβαλλοντικά, ενεργειακά.
Η Ελλάδα, λοιπόν, βρίσκεται σε άλλο ένα τεχνολογικό σταυροδρόμι, καθώς από τη μια, έχει μια μοναδική ευκαιρία να αποκτήσει ρόλο-κλειδί στον ψηφιακό μετασχηματισμό της Ευρώπης. Από την άλλη, υπάρχει ο κίνδυνος να καταλήξει «ψηφιακή αποικία» με υψηλό περιβαλλοντικό και κοινωνικό φορτίο, χωρίς πραγματική απόδοση στην κοινωνία. Το ερώτημα παραμένει: θα χτίσουμε ψηφιακή κυριαρχία ή θα αρκεστούμε σε λαμπερές πινακίδες που καλύπτουν άλλο ένα ομιχλώδες παρασκήνιο;
