Tag: Δημήτρης Καταλειφός

  • Ο Δημήτρης Καταλειφός στο Vérité και τον Κωνσταντίνο Μούσσα

    Ο Δημήτρης Καταλειφός στο Vérité και τον Κωνσταντίνο Μούσσα

    Έχοντας υπόψη την ευρύτητα και το βάθος της παιδείας του Δημήτρη Καταλειφού αλλά και μετά την τυχαία γνωριμία μας με αφορμή ένα σύντομο κριτικό σημείωμά μου για την πρώτη του ποιητική συλλογή, θέλησα να του ζητήσω να διαβάσει και κατόπιν να ηχογραφήσουμε μερικά αποσπάσματα από το περίφημο Collectanea του Ζήσιμου Λορεντζάτου. Είχαν προηγηθεί αρκετές συζητήσεις σχετικά με το βιβλίο μου «Δυο Ψίθυροι μέσα στη Θύελλα», το οποίο μόλις είχε κυκλοφορήσει και αφορούσε έναν πρωτότυπο διάλογο ανάμεσα στον Ρένο Αποστολίδη και τον Ζήσιμο Λορεντζάτο. Θα ήθελα να παραθέσω λοιπόν για τους αναγνώστες του Verite κάποια από τα σημαντικότερα σημεία αυτών των συζητήσεων τα οποία αποκαλύπτουν μια μοναδική προσωπικότητα των τεχνών και των γραμμάτων. Θα παρακαλούσα μόνο τον αναγνώστη να «ακούσει» προσεκτικά μέσα του την «ανθρώπινη φωνή» του σπουδαίου Δημήτρη Καταλειφού και τον δικό του «ήχο του μυστικού θιάσου» και να αναζητήσει τους δημιουργούς που αναφέρονται εδώ. Το ζητούμενο δεν είναι ο άχρηστος θόρυβος, αλλά η δημιουργική ησυχία. Τέλος αφού τον ευχαριστήσω για την εμπιστοσύνη, την άψογη συνεργασία και  την υπομονή: να αναφέρω εδώ χαρακτηριστικά ότι κατά την ηχογράφηση των αποσπασμάτων από τα Collectanea του Λορεντζάτου, με ρωτούσε συνεχώς προς μεγάλη μου έκπληξη αν ήταν σωστή η ανάγνωση ή αν έπρεπε να την επαναλάβει! Αυτό σημαίνει απαράμιλλο ήθος και επαγγελματισμός που σπανίζει πλέον στον καλλιτεχνικό κύκλο.

    Κ. Μούσσας: Διάβασα και συγκινήθηκα ιδιαίτερα-ίσως πλέον γιατί συνάντησα τον εαυτό μου- με έναν στίχο σας: «Σήμερα το πρωί που ξύπνησα, σκέφτηκα πως στη ζωή μου τα ήθελα όλα. Και πως τώρα πρέπει να αρκεστώ στο «σχεδόν τίποτα»1. Όμως μήπως από αυτό το «σχεδόν τίποτα» προκύπτουν οι ιδέες, αυτό το κάτι, που τελικά είναι βασική προϋπόθεση της ποίησης; Με άλλα λόγια μήπως «οι ιδέες μαστόρεψαν όλες τις εκδοχές του Τίποτα σαν Κάτι»2

    Δ. Καταλειφός: Το «σχεδόν τίποτα» μου το έφερε ο Χρόνος. Το φέρω βαρέως που γερνάω. Ήταν μια μεγάλη τομή όταν το συνειδητοποίησα. Υπήρχε η πριν ζωή, όπου μπορούσα να τα περιμένω ακόμη όλα και η μετά ζωή, όπου κυριαρχεί το σχεδόν τίποτα: περιορισμένες δυνατότητες, περιορισμένες επιλογές. Άλλοτε- όσο έχω ακόμη την υγεία μου- τις δέχομαι με συνετή ευγνωμοσύνη, άλλοτε -στις πιο άσχημες στιγμές μου- ακόμη κι αυτές οι λίγες δυνατότητες δεν καταφέρνουν να με παρηγορήσουν. Πάντως από αυτό το «σχεδόν τίποτα», όπως σωστά λέτε, άρχισα να γράφω ποιήματα. Έγινε το σημείο εκκίνησης, η αφετηρία για ένα ταξίδι που εδώ και τέσσερα χρόνια με πηγαίνει. Ούτε ξέρω ποια θα είναι η κατάληξη. Όταν γράφω κάτι που μου αρέσει, το «σχεδόν τίποτα», έστω και για λίγο, μεταμορφώνεται σε «κάτι σημαντικό», τουλάχιστον για μένα. Γενικότερα πιστεύω, για την τέχνη, η στέρηση, αποτελεί ένα πανίσχυρο κίνητρο. Το σχεδόν τίποτα ή και το απολύτως τίποτα, πολύ συχνά, έχουν συνεισφέρει σε πολλά θαυμαστά έργα τέχνης.

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/i-apomythopoiisi-toy-daskaloy-o-elefantas-sto-domatio/

    Κ. Μούσσας: Ας συνεχίσω κατά κάποιον τρόπο την προηγούμενη ερώτηση, στην ποιητική συλλογή σας «Πίσω από τζάμια θολά» διαβάζω:

    «Στο πατρικό μας/ ζει πια ο αδερφός μου./ Θέλω να ξαναπηγαίνω/ τις μέρες της μεγάλης θλίψης./ Να μυρίσω λίγο μαμά και μπαμπά. Φυσικά υπερτερεί/ μόνο άοσμη ορφάνια./ Τις μέρες όμως της μεγάλης θλίψης/ εγώ θα συνεχίσω να πηγαίνω./Και το τίποτα είναι κάτι»3

    Αναφέρεστε συχνά στα ποιήματά σας στους γονείς σας. Σας λείπουν. Περισσότερο προσδιόρισε την ψυχοσύνθεση σας η παρουσία ή η απουσία τους; Αληθεύει ότι η μόνη φορά που από τον πατέρα σας ακούσατε «μπράβο από καρδιάς»4 ήταν όταν στα δεκαεφτά σας κάνετε με λεωφορείο τη διαδρομή Πειραιάς- Κηφισιά; 

    Δ. Καταλειφός: Το 2017 έχασα και τη μητέρα μου. Τότε ήμουν 63 ετών. Άρχισα να πενθώ και να γερνώ ταυτόχρονα. Επειδή δούλευα τότε στο θέατρο, κατά κάποιο τρόπο η ζωή με παρέσυρε σε ενέργεια και δράση. Στην καραντίνα του 2020, όπου έκλεισαν τα θέατρα και βρέθηκα μόνος μου στο σπίτι, άρχισα να επιστρέφω ασυνείδητα όλο και συχνότερα στην παιδική ηλικία, τους γονείς και την απώλειά τους. Ξαφνικά είχα χρόνο να επιστρέφω. Έτσι άρχισα για πρώτη ουσιαστικά φορά, να γράφω ποιήματα. Ούτε μου περνούσε από το μυαλό η ιδέα ότι θα εκδοθούν κάποτε. Τα έγραφα μάλιστα στο κινητό και τα έστελνα σε μια φίλη, την κυρία Θάλεια Μελλή Χωλ που έχει στενή σχέση με την ποίηση και τη μετάφραση. Εκείνη με ενθάρρυνε να συνεχίσω. Φαίνεται πως είχα ανάγκη μιας αποτίμησης της έως τότε ζωής μου. Σε μια τέτοια αποτίμηση είναι αδύνατον να απουσιάζουν οι γονείς σου, είτε ως παρουσία είτε ως απουσία. Οι γονείς μου είναι συνδεδεμένοι με αυτή την περίοδο, για την οποία έγραφα και παραπάνω, την περίοδο δηλαδή που τα περιμένεις όλα από τη ζωή. Επομένως συνδέονται και με πολλές ευτυχισμένες στιγμές. Με την ορφάνια και το γέρασμα ξεκίνησε και το «σχεδόν τίποτα» που λέγαμε. Ο πατέρας μου που ήταν ένας πολύ γλυκός άνθρωπος και με χιούμορ, μου είπε αρκετές φορές μπράβο, όμως πιστεύω πως το πιο αυθεντικό του μπράβο ήταν αυτό που μου είχε πει τότε, γιατί αφορούσε μια επιθυμία του για μένα, εφ’ όλης της ύλης: να πιάσω δηλαδή τη ζωή από τα κέρατα, να γίνω μαχητικός, να διεκδικήσω τη ζωή. Νομίζω πως εντέλει έπεσε έξω, αλλά τι να κάνουμε;

    Κ. Μούσσας: «Η ποίηση καθυστερεί τη μεταμόρφωση/ κάνει πιο δύσκολη την καθημερινή μας πράξη»5, γράφει ο Ασλάνογου, ο Νίκος Καρούζος λέει ότι η «ποίηση είναι ασκητεία με το λόγο»6 ενώ ο Μανόλης Αναγνωστάκης πως η «ποίηση δεν είναι τρόπος να μιλήσουμε/ αλλά ο καλύτερος τρόπος να κρύψουμε το πρόσωπό μας»7. Συμφωνείτε με κάποιον από τους τρεις «ορισμούς»; Θα ήθελα τη δική σας άποψη.

    Δ. Καταλειφός: Και οι τρεις ποιητές που αναφέρετε ανήκουν στους πολύ αγαπημένους μου. Περισσότερο ωστόσο μου ταιριάζει ο στίχος του Αναγνωστάκη. Νομίζω πως κι εγώ με έναν τρόπο έγραψα ποιήματα για να κρύψω το πρόσωπό μου και ταυτόχρονα να το αποκαλύψω. Πολλά από τα ποιήματά μου είναι γραμμένα στο τρίτο πρόσωπο. Πηγαινοέρχομαι ανάμεσα στο εγώ και στο αυτός. Κατά ένα περίεργο τρόπο αυτό μοιάζει και με την ηθοποιία. Ο ρόλος καταλήγει ένα πρόσχημα για να αναδύεται – συχνά ερήμην σου- ο πραγματικός εαυτός σου. Το να γράψω σε πρώτο ή σε τρίτο πρόσωπο είναι σχεδόν πάντοτε ενστικτώδες. Σπανίως το έχω μετατρέψει σε άλλο πρόσωπο από αυτό με το οποίο πρωτοξεκίνησα το ποίημα.

    Κ. Μούσσας: Ο Peter Brook στο περίφημο βιβλίο του ο «Άδειος Χώρος» διακρίνει το θέατρο σε 4 κατηγορίες Νεκρό (όπερα), Ιερό (τραγωδία), Τραχύ (λαϊκό), Άμεσο (σύγχρονο). Εσείς πώς θα ορίζατε το θέατρο ως τέχνη αλλά και κοινωνική δραστηριότητα; Στο ίδιο βιβλίο αναφέρει: «Πρέπει να παραδεχτούμε την τρομακτική δυσκολία που έχει το να κάνεις θέατρο: είναι ή, θα ήταν, αν το κάναμε σωστά, ίσως το δυσκολότερο εκφραστικό μέσο απ’ όλα: είναι ανελέητο, δεν υπάρχει περιθώριο για λάθη, ούτε για περιττά πράγματα. Ένα μυθιστόρημα μπορεί να επιβιώσει. Να κρατήσει τον αναγνώστη που πηδάει σελίδες ή ολόκληρα κεφάλαια. Το κοινό όμως μπορεί να κατρακυλήσει από την απόλαυση στην πλήξη σε μια στιγμή και η επαφή να χαθεί ανεπιστρεπτί». Είναι πράγματι έτσι; Μετά από δεκαετίες θεατρικής παρουσίας τι είναι τελικά για εσάς η «σκηνή», η «αυλαία», η «πρόβα» και πως αντιδράτε όταν νιώσετε ότι «χάσατε» το κοινό σας κατά τη διάρκεια μιας παράστασης; Παραθέτω σχετικά ένα στίχο σας, από ποίημα που μάλιστα αφιερώνετε στον Τεννεσσί Ουίλιαμς: «Στον έρωτα ελλοχεύει η καταχνιά/ και τελικά επικρατεί το γκρίζο./ Στο θέατρο πάλι, βασιλεύει κόκκινο. /Ένα βαθύ κόκκινο»8.

    Δ. Καταλειφός: Το κόκκινο είναι το χρώμα του πάθους που απαιτεί αυτή η τέχνη. Δεν γίνεται να συνεχίσεις δίχως αυτό. Η σκηνή είναι και ιερή και τραχιά. Απαιτεί τα πάντα από τον ηθοποιό. Να είναι μαχητικός, τολμηρός, γενναίος, άφοβος, αληθινός, να πείθει, να συγκινεί, να ενδιαφέρει και ένα σωρό άλλα πράγματα δύσκολο να διατυπωθούν. Αν δεν τα πετύχει, κατά κάποιο τρόπο καταποντίζεται. Το αποτέλεσμα επίσης μιας παράστασης δεν είναι ατομικό. Το θέατρο πάνω από όλα είναι μια συλλογική τέχνη. Αυτό το κάνει συγκινητικό και πολύ δύσκολο ταυτόχρονα. Γιατί οι άνθρωποι στο θέατρο μπορούν να συνεννοηθούν πολύ δύσκολα. Είναι μια ριψοκίνδυνη τέχνη. Μια ακροβασία. Και το κοινό είναι διαφορετικό κάθε βράδυ. Υπάρχει καλό και κακό κοινό, και δίχως να το ξέρει συμμετέχει και καθορίζει την ποιότητα μιας παράστασης. Με τα κινητά τηλέφωνα, είτε χτυπήσουν είτε με τον φόβο ότι θα χτυπήσουν, έχει χαθεί ένα μεγάλο μέρος από τη μαγεία του θεάτρου. Οι άνθρωποι όλο και περισσότερο δυσκολεύονται να συγκεντρωθούν για πολλή ώρα. Τα περισσότερα έργα κόβονται για να μην ξεπεράσουν τις δύο ώρες το πολύ. Σήμερα είναι πολύ πιο δύσκολο να κρατήσεις συγκεντρωμένο ένα κοινό που συνηθίζει όλο και περισσότερο στη γρήγορη αλληλουχία εικόνων. Ο λόγος ενός κειμένου κινδυνεύει να υποβιβαστεί μπροστά στην εικόνα. Ή τη δυνατή μουσική. Δεν είναι τυχαίο που οι περισσότερες σκηνοθεσίες χρησιμοποιούν πλέον την κάμερα μετατρέποντας τη θεατρική πράξη περισσότερο σε κινηματογραφικές εικόνες.

    Κ. Μούσσας: Επανέρχομαι στον Αναγνωστάκη. «Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους»9. Τι είναι αγάπη για τον Δημήτρη και τι για τον Καταλειφό; Διαβάζω: «Η αγάπη όσο πάει λιγοστεύει»10. Θα περίμενε κανείς το αντίθετο… Αυτός είναι και ο λόγος που το αφιερώνεται στους «θλιμμένους»;

    Δ. Καταλειφός: Κατ’ αρχάς είναι δύσκολο να δώσουμε έναν ορισμό για την αγάπη. Τι είναι τελικά αυτή η περίφημη αγάπη που όλοι αναζητούμε και ελάχιστοι την βρίσκουμε; Στο πέρασμα της ζωής μου με απογοήτευσαν και υποθέτω ότι απογοήτευσα πολλούς ανθρώπους. Όταν γράφω ότι η αγάπη όσο πάει και λιγοστεύει, κυριολεκτώ. Έχουν απομείνει πολύ λίγοι άνθρωποι που θα μπορούσα να πω ότι τους αγαπώ ή ότι με αγαπούν. Υπάρχει φυσικά ένας ευρύτερος κύκλος ανθρώπων που συμπαθώ και ελπίζω ότι με συμπαθούν, αλλά αυτό που θα λέγαμε αγάπη είναι δυστυχώς κάτι σπάνιο ή ίσως και ανύπαρκτο. Ωστόσο συνεχίζει κανείς τη ζωή του και με τη λίγη ή την καθόλου αγάπη που διαθέτει. Ίσως από εκεί να προέρχεται ουσιαστικά η θλίψη μου: είχα μεγάλη ανάγκη την αγάπη αλλά τελικά προσπαθώ να τα βγάζω πέρα και δίχως αυτήν.

    Κ. Μούσσας: Είστε ένας «τεχνίτης» της σιωπής, «επιλέγω ψίθυρο αντί φωνή»11, διαβάζω στο «Επί κλίνης κρεμάμενος», δεν εκτίθεστε παρότι η δουλειά σας καμιά φορά το απαιτεί, άρα θα συμφωνούσατε με τον Καμύ: «Προς τι όλος αυτός ο θόρυβος… όταν η γαλήνη θα ήταν να αγαπάς και να δημιουργείς σιωπηλά! Χρειάζεται όμως να ξέρεις να υπομένεις»12 και προφανώς εσείς ξέρετε να υπομένετε. Πώς διδαχθήκατε την «τέχνη της υπομονής», την αισθητική του μέτρου και της σιωπηλής δημιουργίας; Ήταν αποτέλεσμα βιωματικό, εμπειρίας, επιρροών ή έμφυτης ροπής προς την ουσιαστική μοναχικότητα; Ας δούμε όμως πριν απαντήσετε, ένα ακόμα ποίημα σας ακέραιο και όχι αποσπάσματα που κι αυτά βέβαια έχουν την ερμηνευτική τους βαρύτητά:

    «Σηκώθηκε μοναξιά/ σαν αέρας από τις Κυκλάδες/δεν μπορείς να σταθείς πουθενά./Χτυπάει τα μάτια σαν άμμος/και τσούζουν./ Νομίζεις πως θα κλάψεις,/μα ούτε κι αυτό δεν μπορείς/ ούτε κι αυτό δεν μπορείς»13.

    Δ. Καταλειφός: Η εποχή μας έχει πολύ θόρυβο. Ίσως γι’ αυτό και να δυσφορώ. Τα ποιήματά μου είναι σαν μικρά ερημονήσια από τα οποία κάθε τόσο εκπέμπω εκκλήσεις βοηθείας. Αγαπώ τους ανθρώπους αλλά ταυτόχρονα δεν τους αντέχω. Στην ηλικία που έχω φτάσει είναι δύσκολο έως αδύνατο να ξεγελώ τον εαυτό μου. Η μοίρα του ανθρώπου είναι να καταλήγει μόνος του. Είναι ένα θλιβερό συμπέρασμα αλλά για μένα αληθινό. Αυτό που σίγουρα μπορούμε να κάνουμε είναι να είμαστε ευγενικοί. Όμως οι περισσότεροι ούτε καν αυτό δεν μπορούμε να πετύχουμε. Οι περισσότεροι άνθρωποι περνούν τον καιρό τους προκαλώντας, λέγοντας ή γράφοντας κακίες για τους άλλους. Πώς να φυτρώσει αγάπη μέσα σε ένα τόσο άγονο τοπίο;

    Κ. Μούσσας: Κάποτε σας πρόδωσαν, πετάξατε τα πάντα, «σε μια στιγμή παραφοράς/ και αλλοφροσύνης, όταν ξεχείλισε/ το άδικο και η οργή […]ούτε μια κοινή φωτογραφία/ ούτε ένα σημείωμα/ κάποιο αντικείμενο έστω»14. Τι γίνεται όμως με όλα όσα έχετε χαρίσει, όσα σας πήραν, όσα για πάντα ανήκουν αλλού;

    Δ. Καταλειφός: Το παίρνεις απόφαση. Η ζωή είναι κάποιες συναντήσεις. Κάποιες από αυτές αποδεικνύονται μοιραίες. Είτε γιατί προδόθηκες, είτε γιατί πρόδωσες, είτε γιατί αδικήθηκες είτε γιατί αδίκησες. Στο ενδιάμεσο ανταλλάσσεις πράγματα, συναισθήματα, αισθάνεσαι ίσως και την περίφημη αγάπη που λέγαμε, χαίρεσαι, ζεις, δημιουργείς, συνδημιουργείς. Εν ολίγοις έρχεσαι σε επαφή. Νομίζω πως αυτό είναι το πιο σημαντικό, για το οποίο θα μπορούσαμε να μιλάμε. Η επαφή. Αυτές οι ευλογημένες στιγμές που η τύχη, η συγκυρία, η διάθεση ή δεν ξέρω τι άλλο, βοηθούν και συνεργάζονται ώστε να σπάσει αυτό το καταραμένο εγώ μας και να συναντήσει για λίγο γνήσια την ψυχή ενός άλλου ανθρώπου. Αυτές οι στιγμιαίες ενώσεις, αυτές οι στιγμιαίες συναντήσεις, αυτές οι στιγμιαίες προσδοκίες για αγάπη. Μετά έρχεται το τέλος, η οργή, η απογοήτευση, η απομυθοποίηση, η προδοσία πολλές φορές, αλλά τουλάχιστον έζησες -για όσο έζησες- την ευλογία της επαφής. Την ευλογία της ψευδαίσθησης της επαφής.

    Κ. Μούσσας: Επιτρέψτε μου τώρα να σας κάνω την επόμενη ερώτηση με έναν στίχο από κάποιο ποίημα μου: «Ζωντανός ναυαγός ή πεθαμένος ήρωας;».

    Δ. Καταλειφός: Ωραίος ο στίχος σας. Εγώ πηγαινοέρχομαι ανάμεσα στα δύο. Πότε παλεύω μέσα στα κύματα, πότε παραιτούμαι ηρωικά. Θεωρώ πως είναι η μοίρα του ανθρώπου όταν φτάνει στην ηλικία που έχω φτάσει. Πικροί απολογισμοί, περιορισμένες επιλογές, χρόνος που αμείλικτα τρέχει και ακυρώνει τη μια ψευδαίσθηση μετά την άλλη οδηγώντας στις βασικές αλήθειες της ζωής. Κάποιες μικρές εκπλήξεις της καθημερινότητας ωστόσο αποτελούν μια καλοδεχούμενη ανάσα.

    Κ. Μούσσας: «Βλέπω τη ζωή που έζησα/κάτω από το σημάδι μιας αλήθειας άγνωστης
    έτσι, που όλη χάνεται/ κι όλη πάνω μου θα ξαναπέσει[…] Κι είναι ανέγγιχτη ακόμα η ζωή μου. /Ακόμα την ονειρεύομαι, τη χάνω. Ήρθα αγνός στη ζωή.
    Όσο περισσότερο αμάρτησα, τόσο πιο άδολος/κι άφοβος έπαιξα την παρτίδα./Χαμένη ή κερδισμένη, άλλο τόσο επιμένω». 

    Επιτρέψτε μου να σας αφιερώσω αυτό το ποίημα του Πιερ Πάολο Παζολίνι, τον πρωτοποριακό σκηνοθέτη και ποιητή της μεγάλης ιταλικής κινηματογραφικής «σχολής», για να περάσω από το θέατρο στον κινηματογράφο όπου ήδη από το 1978, συμμετέχετε σε διάφορες παραγωγές: «Ανατολική περιφέρεια», «Ρεπό», «Πέτρινα χρόνια» η εμβληματική ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Θεόφιλος», «Καβάφης», ως το «Έτερος εγώ» και πιο πρόσφατα το 2020 στο αφιέρωμα «Νίκος Καρούζος: Ο δρόμος για το έαρ». Ποιο χαρακτηριστικό βρίσκετε στον κινηματογράφο το οποίο δεν υπάρχει στο θέατρο; Και μια και αναφέρθηκα στο ιταλικό σινεμά, ποια κινηματογραφική «σχολή» ξεχωρίζετε;

    Δ. Καταλειφός: Ευχαριστώ για την αφιέρωση του μεγάλου Παζολίνι. Η κινηματογραφική σχολή που ξεχωρίζω είναι ο ιταλικός νεορεαλισμός. Όλες αυτές οι ταινίες των Ιταλών σκηνοθετών αποτελούν σπουδαία έργα τέχνης. Ο κλέφτης των ποδηλάτων, ας πούμε, ή το Ακατόνε ή το Μάμα Ρόμα ή το Μπελίσιμα του Βισκόντι είναι από τα πιο συγκινητικά αριστουργήματα του παγκόσμιου κινηματογράφου. Εγώ αν και έχω εργαστεί ως επί το πλείστον στο θέατρο, ως θεατής προτιμώ τον κινηματογράφο. Είναι η μεγάλη μου αγάπη. Ως ηθοποιός όμως προτιμώ να παίζω στο θέατρο γιατί μου αρέσει η ροή και η συνέχεια που διαθέτει το θεατρικό παίξιμο. Ο κινηματογράφος έχει φυσικά το πλεονέκτημα να διατηρεί ακέραια την ερμηνεία ενός ηθοποιού ενώ η υποκριτική στο θέατρο είναι εφήμερη. Δεν μένει απολύτως τίποτα. Τώρα βέβαια με τις παντός είδους μαγνητοσκοπήσεις ακόμη και μια παράσταση μπορεί να διατηρηθεί στον χρόνο. Αλλά κακά τα ψέματα, η ατμόσφαιρα μιας θεατρικής παράστασης είναι αυτή η ζωντανή συνύπαρξη ηθοποιού και θεατών και η διαφορετική ατμόσφαιρα που δημιουργείται μέσα στην αίθουσα μεταξύ τους, κάθε βράδυ.

    Κ. Μούσσας: Στο «Περί θανάτου και άλλων μυστηρίων» ο Φερνάντο Πεσσόα αναφέρει ίσως οπωσδήποτε επηρεασμένος από τον Ηράκλειτο: «Ο κόσμος είναι ένα όνειρο, όχι όμως λόγω υπερβολής αλλά λόγω ελλείψεως. Ο κόσμος είναι μη πραγματικός, γιατί στην πραγματικότητα βλέπουμε μέρος αυτού που στ’ αλήθεια είναι ο κόσμος»15. Ζούμε λοιπόν ένα όνειρο. Κι ο θάνατος; «Ο θάνατος δεν είναι συμβάν της ζωής, υποστηρίζει ο Βίτγκενσταϊν16, ενώ ο Tagore -ποιητής γαρ- διαφωνεί, λέγοντας ότι «ο θάνατος ανήκει στη ζωή σαν τη γέννα»17. Παραθέτω άλλο ένα ολόκληρο ποίημα σας, σχετικό με το θέμα:

    «Μια ζωή, ένας αγώνας μάταιος/ να μοιάσεις στους άλλους/ για να ζήσεις ήσυχος/και να πεθάνεις/ νεκρός»18. Μιλήστε μας για το βασικότερο όλων: πώς ζει κανείς συμφιλιωμένος με τον θάνατο ειδικά στην εποχή τόσων πολέμων; Γάζα, Ουκρανία και τώρα Ιράν.

    Δ. Καταλειφός: Δεν συμφιλιώνεται. Εγώ τουλάχιστον δεν έχω συμφιλιωθεί. Βέβαια εκτός από τον Ένα και Μοναδικό Μεγάλο θάνατο που κανείς μας δεν μπορεί να τον αποφύγει, υπάρχουν και ένα σωρό άλλοι θάνατοι που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της ζωής μας και μας καθορίζουν. Ο θάνατος αγαπημένων προσώπων, ας πούμε. Ή ένας χωρισμός που ισοδυναμεί με θάνατο. Ή ο θάνατος μιας ιδέας ή μιας ιδεολογίας που έδινε νόημα στη ζωή μας. Ή η απόσυρση από μια δουλειά ή μια τέχνη. Και με αυτούς τους θανάτους άλλοτε συμφιλιωνόμαστε και άλλοτε όχι. Το τέλος μιας κατάστασης σχεδόν πάντοτε εμπεριέχει θλίψη. Πόσο μάλλον το Τέλος με τ κεφαλαίο. Η πορεία προς αυτόν με τρομάζει. Αυτό κυρίως. Σχετικά με όσα φριχτά ζούμε τα τελευταία χρόνια, Κώστα, είναι μια παράνοια άνευ προηγουμένου, ένας εφιάλτης δίχως τέλος.

    Κ. Μούσσας: Ο πιο πιστός δουλευτής του θανάτου είναι ο χρόνος. «Ο χρόνος, ο μακρός και αναρίθμητος/ φανερώνει όλα όσα δεν φανερώθηκαν και αφού φανερωθούν τα κρύβει», 19 διαβάζουμε στον «Αίαντα» του Σοφοκλή. Αυτός είναι ο λόγος που γράφετε ότι «ο χρόνος κυλάει κι εγώ κατρακυλάω», «προς το υπόγειο/ που είναι η ζωή/ […] «ξένος Έλληνας σε κάθοδο»;20

    Δ. Καταλειφός: Ναι ο πιο πιστός δουλευτής του θανάτου είναι ο χρόνος. Και της τέχνης επίσης. Κάθε μορφής τέχνης. Ο χρόνος που περνάει, που πέρασε, ο χρόνος που θα έρθει, ο χρόνος που τελείωσε, ο χαμένος ή ο ξανακερδισμένος χρόνος. Τρία από τα πιο αγαπημένα μου έργα τέχνης διαπραγματεύονται τον χρόνο με απόλυτα συγκλονιστικό τρόπο: Ο έρωτας στα χιόνια του Παπαδιαμάντη, το ποίημα του Καβάφη Απ’ τες εννιά, και η Τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ, του Μπέκετ. Σύντομα κείμενα που αναδεικνύουν τον χρόνο και το πέρασμά του ως το μεγαλύτερο μαράζι της ανθρώπινης ψυχής.

    Κ. Μούσσας: Φτάνοντας στο τέλος αυτής της συζήτησης και αφού αναφέρθηκα σε διάφορους ποιητές, θα ήθελα στον κατά τη γνώμη μου κορυφαίο να αναφερθείτε εσείς, επιλέγοντας έναν στίχο του: τον Κ. Π .Καβάφη. Να σημειώσω κλείνοντας -και αφού σας ευχαριστήσω ξανά για την εμπιστοσύνη- ότι σε πολλά ποιήματά σας συνάντησα στίχους του.

    Δ. Καταλειφός: Ο Καβάφης είναι ο μεγαλύτερος ποιητής που έχω διαβάσει. Φυσικά δεν λέω τίποτα πρωτότυπο. Για τους περισσότερους είναι ο αγαπημένος ποιητής. «Που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα», αυτόν τον στίχο θα διάλεγα. Γιατί είμαι ακριβώς σε αυτή τη φάση. Μιας σκληρής αυτοκριτικής και μιας βαθιάς απογοήτευσης. Και η πόλις με ακολουθεί, όπως λέει αυτό το θαυμάσιο ποίημα. Δεν μπορείς να ξεφύγεις από τα ερείπια, τα σφάλματα, τις πληγές της ζωής σου. Σε καθορίζουν. Εμένα έφτασε να με κάνουν να γράψω. Φαίνεται πως η υποκριτική δεν ήταν αρκετή. Πως ήθελα να μιλήσω με τα δικά μου λόγια και όχι μόνο με τα λόγια των θεατρικών συγγραφέων που έπαιξα. Ήθελα και εξακολουθώ να θέλω να βρω την πιο αυθεντική φωνή μου. Την έπνιξα πολλές φορές μέσα στα χρόνια και στα ερείπια της ζωής. Θα ήθελα να μου δοθεί χρόνος ώστε να ψάξω κι άλλο τη δική μου φωνή και να την αποκαλύψω. Δεν είναι εύκολο. Πέραν των άλλων, γιατί υπηρετώ δύο πολύ απαιτητικές τέχνες ταυτόχρονα. Η μία, το θέατρο, επί μισό ακριβώς αιώνα. Η άλλη, η ποίηση, για δυο- τρία χρόνια, με το θράσος της άγνοιας και την ορμή τού νεοφώτιστου. Αναρωτιέμαι συχνά: θα μπορέσω άραγε να ξαναγράψω; Ή θα μπορέσω άραγε να ξαναπαίξω; Θα τελειώσω τη συνομιλία μας με κάποιους από τους σπουδαίους στίχους του ποιήματος του Καβάφη, Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου, ποιητού εν Κομμαγηνή 595 μ.Χ :

    Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου

    είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι. 

    Τα φάρμακά σου φέρε τέχνη της Ποιήσεως,

    που κάμνουνε-για λίγο- να μη νοιώθεται η πληγή. 

    Κάπως έτσι εύχομαι κι εγώ για τον εαυτό μου και την μελαγχολία του, να έχω τη δύναμη και τη διαύγεια ώστε να προστρέχω- για λίγο ακόμη -σε αυτές τις δυο σπουδαίες τέχνες.

    Υποσημειώσεις:

    1 «Κέφι», σελ.90, , ποιητική συλλογή «Επί κλίνης κρεμάμενος», Δημήτρης Καταλειφός. Εκδ. Πατάκη, 2023.

    2 «Στον κυνηγημένο καιρό», σελ. 80, Ρ.Αποστολίδης. Εκδ. Τα Νέα Ελληνικά, 2023.

    3 «Ορφάνια», σελ.22, ποιητική συλλογή «Πίσω από τζάμια θολά». Εκδ. Πατάκη 2021.

    4 Αναφορά στο ποίημα «Πειραιάς-Κηφισιά», σελ.30, ποιητική συλλογή «Επί κλίνης κρεμάμενος», Δημήτρης Καταλειφός. Εκδ. Πατάκη, 2023.

    5 «Η ποίηση δεν μας αλλάζει», σελ. 105, ποιητική συλλογή: «Ο δύσκολος θάνατος», Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου. Εκδ. Νεφέλη, 1985.

    6 «Η ποιητική τέχνη», σελ.23, ποιητική συλλογή: «Οιδίπους τυραννούμενος και άλλα ποιήματα», Νίκος Καρούζος. Εκδ. Ίκαρος, 2014.

    7 «Εκεί», σελ.118-199, «Τα ποιήματα 1941-1971», Μανόλης Αναγνωστάκης. Εκδ. Νεφέλη, 2000.

    8 «Κόκκινο», σελ. 55, ποιητική συλλογή «Πίσω από τζάμια θολά». Εκδ. Πατάκη 2021.

    9 «Η αγάπη είναι ο φόβος…», ποιητική συλλογή «Εποχές 3», ιδ. Έκδοση, Θεσσαλονίκη 1951.

    10 «Προς το παρόν», σελ. 37, ποιητική συλλογή «Επί κλίνης κρεμάμενος», Δημήτρης Καταλειφός. Εκδ. Πατάκη, 2023.

    11 Έκθεση», σελ.57-58, ποιητική συλλογή «Επί κλίνης κρεμάμενος», Δημήτρης Καταλειφός. Εκδ. Πατάκη, 2023.

    12 «Το καλοκαίρι», σελ.96, Albert Camus. Μτφρ. Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ, Μαρία Κασαμπαλόγλου- Ρομπλέν, εκδ. Πατάκη, 2021.

    13 «Άμμος», σελ.36, ποιητική συλλογή «Επί κλίνης κρεμάμενος», Δημήτρης Καταλειφός. Εκδ. Πατάκη, 2023.

    14 «Άνοιγμα», σελ.60-61, ποιητική συλλογή «Επί κλίνης κρεμάμενος», Δημήτρης Καταλειφός. Εκδ. Πατάκη, 2023.

    15 Περί θανάτου και άλλων μυστηρίων», σελ.84, Fernando Pessoa. Μτφρ. Μαρία Παπαδήμα, εκδ. Gutenberg, 2020.

    16 «Tractatus Logico Philosophicus» σρ.6.4311, σελ.129, L. Wittgenstein. Εισαγωγή Bertrand Russell, μτφρ. Θανάσης Κιτσόπουλος, παρουσίαση Ζήσιμος Λορεντζάτος, εκδ. Παπαζήση, 1978.

    17 «Ποιήματα, ενότητα: «Παρασυρμένα πουλιά», σελ.184, αρ.268, Rabîndranâth Tagore. Απόδοση Δώρα Στυλιανίδου, εκδ. Εκάτη, 2010.

    18 «Επιτύμβιο», σελ. 28, ποιητική συλλογή «Επί κλίνης κρεμάμενος», Δημήτρης Καταλειφός. Εκδ. Πατάκη, 2023.

    19 «Τραγωδία «Αίας», στχ.646-647, (ἅπανθ᾽ ὁ μακρὸς κἀναρίθμητος χρόνος
    φύει τ᾽ ἄδηλα καὶ φανέντα κρύπτεται), Σοφοκλής.

    20 «Παράδοση», σελ. 80 και «Κάθοδος», σελ. 44-46,«ποιητική συλλογή «Επί κλίνης κρεμάμενος», Δημήτρης Καταλειφός. Εκδ. Πατάκη, 2023.