Με τη φράση «Αν εντοπίσουμε φυσικό αέριο, όλα ανατρέπονται» ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπογράμμισε, στο συνέδριο του ΒΗΜΑΤΟΣ, τη στρατηγική σημασία των ελληνικών ενεργειακών πρωτοβουλιών. Τόνισε ότι οι έρευνες σε βάθος χρόνου μπορούν να μεταβάλουν ριζικά τα δεδομένα για την ελληνική οικονομία και τη γεωπολιτική θέση της χώρας, επισημαίνοντας πως μέσα στα επόμενα δύο χρόνια θα υπάρχει σαφέστερη εικόνα για τα αποτελέσματα.
Παράλληλα έκανε ειδική αναφορά στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις, τις οποίες χαρακτήρισε «εξαιρετικές». Σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, δεν έχει σημασία τόσο η ακριβής χρονική στιγμή της επίσκεψης στην Ουάσινγκτον, ενόψει της συνάντησης με τον Ντόναλντ Τραμπ, όσο «το συνολικό πλαίσιο της στρατηγικής συνεργασίας». Όπως σημείωσε, η διμερής σχέση Ελλάδας – ΗΠΑ παραμένει «σταθερή και ισχυρή», ανεξάρτητα από πολιτικές συγκυρίες ή εκλογικά χρονοδιαγράμματα.
Ελληνοτουρκικές σχέσεις, SAFE και Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας
Απαντώντας σε ερωτήσεις για τα ελληνοτουρκικά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέφερε ότι «το έδαφος είναι ώριμο» για να συγκληθεί το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας Ελλάδας – Τουρκίας στο πρώτο εξάμηνο του 2026, επαναλαμβάνοντας στη συνέχεια ότι στόχος είναι αυτό να γίνει μέσα στο πρώτο τρίμηνο του ίδιου έτους. Διευκρίνισε ότι η συνεδρίαση θα πραγματοποιηθεί στην Άγκυρα, «καθώς είναι η σειρά της Τουρκίας».
Ο πρωθυπουργός υπενθύμισε ότι πριν από τη Διακήρυξη των Αθηνών το κλίμα στις σχέσεις Αθήνας – Άγκυρας ήταν «ανησυχητικά τεταμένο». Το κείμενο αυτό, όπως είπε, απέδειξε ότι οι δύο χώρες μπορούν να διατηρούν μια λειτουργική σχέση, κάτι που αποτυπώνεται και στη συνεργασία στο Μεταναστευτικό, όπου «καταγράφεται απτό θετικό αποτέλεσμα».
Έκανε ιδιαίτερη αναφορά στο πρόγραμμα βίζας για τα ελληνικά νησιά, επισημαίνοντας τη συμβολή του στον τουρισμό. Την ίδια στιγμή, τόνισε ότι η Ελλάδα έθεσε «σαφή όρια όπου κρίθηκε απαραίτητο», κυρίως σε ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα, θέλοντας να δείξει ότι η αποκλιμάκωση δεν σημαίνει υποχώρηση αρχών. Ήταν ξεκάθαρος ότι η Τουρκία «δεν μπορεί να μπει στο SAFE» όσο παραμένει σε ισχύ το casus belli, υπογραμμίζοντας πως η ελληνική στρατηγική συνδυάζει τη μείωση της έντασης με την εδραίωση των εθνικών θέσεων.
Όπως σημείωσε, η Ελλάδα επιδιώκει μια πιο λειτουργική διμερή σχέση μέσω της τακτικής επικοινωνίας σε πολλαπλά επίπεδα, αλλά με την προϋπόθεση ότι η Αθήνα θα παραμένει «ξεκάθαρη στις θέσεις της» και ότι οι ανοιχτοί δίαυλοι θα λειτουργούν ως εργαλείο άμεσης διαχείρισης απρόβλεπτων κρίσεων.
Τρίτη τετραετία, πολιτική σταθερότητα και δημοσκοπήσεις
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ξεκαθάρισε ότι η τρίτη τετραετία βρίσκεται ήδη στον κυβερνητικό σχεδιασμό. Υπογράμμισε πως μια νέα εκλογική επικράτηση της Νέας Δημοκρατίας θα αποτελούσε «πρωτόγνωρο γεγονός» για την ελληνική πολιτική σκηνή και τόνισε ότι το 2030, έτος–ορόσημο για τα 200 χρόνια από την ίδρυση του ελληνικού κράτους με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, πρέπει να λειτουργήσει ως σημείο αναφοράς για έναν συνολικό μετασχηματισμό της χώρας.
Παραδέχθηκε ότι η κυβέρνηση υφίσταται τη «φυσιολογική φθορά» του χρόνου, επιμένοντας όμως στην ανάγκη διαρκούς ανανέωσης του κυβερνητικού έργου. Σε ό,τι αφορά την πολιτική σταθερότητα, δήλωσε πως δεν ανησυχεί ενόψει εκλογών, τονίζοντας ότι «η ΝΔ έχει άνετη πλειοψηφία σε όλες τις δημοσκοπήσεις» και διατηρεί καθαρό προβάδισμα. Υποστήριξε ότι η μονοκομματική διακυβέρνηση επιτρέπει ταχύτερη προώθηση των μεταρρυθμίσεων και ότι η Ελλάδα λειτουργεί ως «άγκυρα σταθερότητας» στην Ευρώπη, σε αντίθεση με χώρες όπου οι εύθραυστοι κυβερνητικοί συνασπισμοί δυσκολεύονται να υλοποιήσουν πολιτικές αλλαγές.
Λιβύη, Μεταναστευτικό, Παλαιστίνη και σχέση με Ισραήλ
Αναφερόμενος στη Λιβύη, ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε την κατάσταση «περίπλοκη», επισημαίνοντας ότι η ελληνική διπλωματία διατηρεί επαφές και με τις δύο πλευρές της λιβυκής πραγματικότητας. Για το Μεταναστευτικό υπογράμμισε ότι η εικόνα είναι «καλύτερη σε σύγκριση με τους προηγούμενους έξι μήνες», κάτι που αποδίδει και στη συνεργασία με γειτονικές χώρες και στους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς.
Στο μέτωπο της Μέσης Ανατολής, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε ότι η αναγνώριση της Παλαιστίνης «κάποια στιγμή θα γίνει», χωρίς όμως να δώσει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Τόνισε ότι η στρατηγική σχέση με το Ισραήλ έχει πλέον «βαθιές ρίζες και πραγματικό περιεχόμενο», κάνοντας αναφορά στο σχήμα 3+1.
Υπενθύμισε ότι η Ελλάδα «υπερασπίστηκε το δικαίωμα του Ισραήλ να αμυνθεί» μετά την επίθεση της Χαμάς, προσθέτοντας όμως πως το Ισραήλ «πολλές φορές ξεπέρασε τα όρια» στην απάντησή του. Με αυτόν τον τρόπο επιχείρησε να ισορροπήσει ανάμεσα στη διατήρηση των στρατηγικών συμμαχιών και στην ανάγκη σεβασμού του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου.