Tag: Γιάννης Χρήστου

  • Περπατώντας μέσα σε μια μεγάλη παρτιτούρα: Η «Εναντιοδρομία» του Γιάννη Χρήστου στο ΕΜΣΤ

    Περπατώντας μέσα σε μια μεγάλη παρτιτούρα: Η «Εναντιοδρομία» του Γιάννη Χρήστου στο ΕΜΣΤ

    Υπάρχουν κάποιες απουσίες που καταλαμβάνουν πολύ περισσότερο χώρο από οποιαδήποτε φυσική παρουσία. Είναι εκείνες οι σιωπές που αντηχούν εκκωφαντικά. Όταν, τα ξημερώματα των γενεθλίων του το 1970, το νήμα της ζωής του πρωτοπόρου συνθέτη Γιάννη Χρήστου κόπηκε βίαια σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, δεν σίγησε απλώς ένας σπουδαίος δημιουργός στην απόλυτη ακμή του. Έμεινε μετέωρο ένα ολόκληρο, αχαρτογράφητο σύμπαν, όπου η μουσική, η φιλοσοφία, η ψυχανάλυση και ο μυστικισμός ενώνονταν σε κάτι σχεδόν τρομακτικά οικείο.

    ​Για δεκαετίες, το έργο του έμοιαζε σαν μια από εκείνες τις συλλογικές αναμνήσεις που τις κουβαλάμε δίχως να το σκεφτόμαστε, σαν ένας μύθος που ψιθυρίζεται στους κύκλους της αβανγκάρντ. Μέχρι που ξαφνικά, ο μύθος αποκτά σώμα, απλώνεται στον χώρο και μας καλεί να τον περπατήσουμε.

    ​Αυτήν ακριβώς την αίσθηση του ετεροχρονισμένου σοκ και της βαθιάς εσωτερικής αποκάλυψης βιώνει κανείς στην έκθεση «Εναντιοδρομία», που φιλοξενείται στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ), σε μια ιστορική και σπάνια σύμπραξη με το Ωδείο Αθηνών.

    ​Ο τίτλος της έκθεσης δεν είναι τυχαίος. Δανείζεται το όνομά της από το ομώνυμο εμβληματικό μουσικό έργο του Χρήστου (γραμμένο το 1968), το οποίο με τη σειρά του αντλεί την ουσία του από την ηρακλείτεια έννοια της σύγκρουσης των αντιθέτων. Στην εναντιοδρομία, κάθε δύναμη που φτάνει στο απόγειό της μετατρέπεται αναπόφευκτα στο αντίθετό της. Το φως γίνεται σκοτάδι, η γέννηση φέρει τη φθορά, η τάξη γεννά το χάος. Και ο Χρήστου, ίσως περισσότερο από κάθε άλλον, συνέλαβε αυτή την κοσμική τραγωδία και την έκανε ήχο.

    ​Περνώντας την πόρτα του Project Room 2, συνειδητοποιείς αμέσως πως δεν πρόκειται για μια στεγνή μουσειακή αρχειοθέτηση. Δεν καλείσαι απλώς να διαβάσεις την ιστορία ενός ανθρώπου πίσω από προστατευτικά τζάμια, αλλά να εισέλθεις κυριολεκτικά μέσα στις διακλαδώσεις του νου του.

    ​Ο εξαιρετικός εκθεσιακός σχεδιασμός της αρχιτέκτονος Θάλειας Μέλισσα έχει καταφέρει το ακατόρθωτο: μετατρέπει τον ίδιο τον χώρο σε μια τεράστια, ανοιχτή παρτιτούρα. Είναι σαν ο χρόνος να έχει παγώσει και εσύ, ως επισκέπτης, να γίνεσαι η νότα που κινείται, διστάζει και επιταχύνει ανάμεσα στις γραμμές. Η διαδρομή δεν είναι γραμμική, γιατί ούτε η σκέψη του Χρήστου υπήρξε ποτέ τέτοια. Λειτουργεί ως ένα αμφίδρομο χρονολόγιο, όπου οπτικά γραφήματα, χειρόγραφες σημειώσεις και σελίδες με σύμβολα που θυμίζουν καρδιογραφήματα της ψυχής, αιωρούνται γύρω σου.

    ​Ο μουσικολόγος και επιμελητής της έκθεσης, Κωστής Ζουλιάτης, έχοντας στα χέρια του τον θησαυρό του Αρχείου Γιάννη Χρήστου (που διασώζεται στο Κέντρο Ερευνών και Τεκμηρίωσης του Ωδείου Αθηνών), έστησε με ευλάβεια μια αφήγηση από θραύσματα. Σπάνιες φωτογραφίες, πρωτότυπες -σχεδόν εικαστικές- παρτιτούρες, προσωπική αλληλογραφία, βιβλία και φιλοσοφικά δοκίμια μαρτυρούν τον συνεχή, αγωνιώδη αγώνα του δημιουργού να ξεπεράσει τα όρια της ίδιας της τέχνης. «Φιλοσοφώ και το αποτέλεσμα γίνεται μουσική», έλεγε ο ίδιος, και εδώ, τα λόγια του γίνονται απτή πραγματικότητα.

    ​Όμως, το πραγματικό επίτευγμα της έκθεσης δεν είναι τα αντικείμενα αυτά καθαυτά, αλλά η σκιά που ρίχνουν μέσα μας. Ο χώρος ανασαίνει μέσα από ένα υποβλητικό ηχητικό περιβάλλον. Η φαινομενική σιωπή του αρχειακού υλικού «σπάει» από οπτικοακουστικά αποσπάσματα και ακροάσεις ολόκληρων έργων του. Ακούς τον ήχο να γεννιέται από το τίποτα, να γιγαντώνεται, να γίνεται κραυγή και έπειτα να επιστρέφει στο κενό.

    ​Για όσους από εμάς γοητευόμαστε από τις ρωγμές της ανθρώπινης εμπειρίας, η «Εναντιοδρομία» δεν είναι απλώς μια σπουδαία εικαστική και μουσική πρόταση. Είναι μια ενδοσκόπηση. Σε έναν κόσμο εφήμερο, η τέχνη του Γιάννη Χρήστου απαιτεί την απόλυτη παρουσία μας. Μας θυμίζει πως τίποτα δεν είναι μόνιμο, αλλά και πως η δημιουργία έχει τον τρόπο να νικά τη φθορά του χρόνου, αφήνοντας πίσω της ένα ίχνος που αρνείται πεισματικά να σβήσει.

    ​Ίσως, τελικά, όπως έλεγε και ο Ηράκλειτος, ο ανήφορος και ο κατήφορος να είναι όντως ο ίδιος δρόμος. Το μόνο που αλλάζει είναι η δική μας θέση μέσα στον χώρο, καθώς στεκόμαστε σιωπηλοί μπροστά στο μεγαλείο ενός ανθρώπου που έκανε το άπειρο, μουσική.