Tag: Καναδάς

  • Τραμπ αποσύρει την πρόσκληση προς τον Καναδό πρωθυπουργό για το «Συμβούλιο Ειρήνης»

    Τραμπ αποσύρει την πρόσκληση προς τον Καναδό πρωθυπουργό για το «Συμβούλιο Ειρήνης»

    Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε χθες, Πέμπτη, ότι ανακαλεί την πρόσκληση που είχε απευθύνει στον πρωθυπουργό του Καναδά, Μαρκ Κάρνι, για να συμμετάσχει στο λεγόμενο «Συμβούλιο Ειρήνης».

    «Παρακαλώ να θεωρήσετε την παρούσα επιστολή ως επίσημη ειδοποίηση ότι το Συμβούλιο Ειρήνης αποσύρει την πρόσκλησή του προς εσάς να ενταχθείτε σε αυτό που θα αποτελούσε το πιο περίβλεπτο Συμβούλιο Ηγετών στην ιστορία», ανέφερε ο ρεπουμπλικάνος μεγιστάνας σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social.

    Νωρίτερα την ίδια ημέρα, ο κ. Κάρνι, απαντώντας σε δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου, είχε τονίσει ότι ο Καναδάς «δεν υπάρχει χάρη στις Ηνωμένες Πολιτείες».

  • Τραμπ στο Νταβός: Διαπραγματεύσεις με στόχο την «απόκτηση» της Γροιλανδίας

    Τραμπ στο Νταβός: Διαπραγματεύσεις με στόχο την «απόκτηση» της Γροιλανδίας

    Η ομιλία του Ντόναλντ Τραμπ στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός λειτούργησε ως πολλαπλός πολιτικός μοχλός πίεσης προς παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ, με τη Γροιλανδία να αναδεικνύεται σε κεντρικό γεωστρατηγικό “τεστ” για τις σχέσεις Ουάσινγκτον–Ευρώπης και, ταυτόχρονα, ως πεδίο εσωτερικής κατανάλωσης της αμερικανικής ισχύος.

    Στο επίκεντρο βρέθηκε η επαναφορά της πρόθεσης για άμεσες διαπραγματεύσεις με στόχο την “απόκτηση” της Γροιλανδίας, με τον Τραμπ να συνδέει το νησί με την ασφάλεια του δυτικού ημισφαιρίου και με την αμερικανική αρχιτεκτονική άμυνας. Σε αυτό το πλαίσιο, η Γροιλανδία παρουσιάστηκε ως κρίσιμος κρίκος ενός ευρύτερου σχεδιασμού αντιπυραυλικής άμυνας – του λεγόμενου “Golden Dome” – στοιχείο που ανεβάζει το διακύβευμα από διπλωματικό παζάρι σε στρατηγικό “δόγμα” αποτροπής.

    Παράλληλα, η ρητορική αυτή επιβαρύνει τη συνοχή του ΝΑΤΟ και προκαλεί τριβές με τις Βρυξέλλες, διότι αγγίζει ευθέως την εδαφική ακεραιότητα κράτους-μέλους της ΕΕ μέσω του Βασιλείου της Δανίας. Η δανική πλευρά, σύμφωνα με τις πρώτες αντιδράσεις που καταγράφονται διεθνώς, αντιμετωπίζει το θέμα ως ανοιχτή πρόκληση που δεν “κλείνει” μόνο με διαβεβαιώσεις περί μη χρήσης βίας, εφόσον ο πολιτικός στόχος παραμένει ενεργός.

    Στη σκιά της Γροιλανδίας, ο Τραμπ άνοιξε δεύτερο μέτωπο προς τον βορρά, στοχοποιώντας τον Καναδά με διατυπώσεις που υπονοούν σχέση εξάρτησης και “δωρεάν ωφελημάτων” από την αμερικανική πλευρά. Η αναφορά ότι ο Καναδάς θα έπρεπε να είναι “ευγνώμων”, σε συνδυασμό με τη συζήτηση περί συμμετοχής/κάλυψης μέσω του “Golden Dome”, μετατρέπει την άμυνα σε εργαλείο πολιτικής επιβολής, όχι απλώς σε συμμαχική υποχρέωση.

    Το μήνυμα προς την Ευρώπη διαβάζεται σε δύο επίπεδα. Πρώτον, ως προειδοποίηση ότι οι ΗΠΑ μπορούν να επανακαθορίσουν μονομερώς “κόκκινες γραμμές” εκεί όπου παραδοσιακά κυριαρχούσε η συλλογική δυτική διαχείριση. Δεύτερον, ως πίεση για αναδιάταξη ρόλων: από σύστημα αμοιβαίων δεσμεύσεων σε σύστημα συναλλαγών, όπου η ασφάλεια, οι αγορές και οι γεωπολιτικές “εγγυήσεις” συνδέονται με ανταλλάγματα.

    Το συμπέρασμα που προκύπτει από το Νταβός δεν χρειάζεται δραματοποιήσεις, αλλά καθαρή ανάγνωση: η Γροιλανδία λειτουργεί ως σύμβολο του νέου τρόπου με τον οποίο η Ουάσινγκτον επιχειρεί να ορίσει ισχύ και σφαίρες επιρροής, ενώ ο Καναδάς και η ΕΕ χρησιμοποιούνται ως παραδείγματα του πώς η “συμμαχία” μπορεί να μετατραπεί σε “συμβόλαιο” με πολιτικό κόστος για όποιον αρνείται τους όρους.

  • «Τα κορίτσια δεν κάνουν ωτοστόπ στον Δρόμο των Δακρύων»

    «Τα κορίτσια δεν κάνουν ωτοστόπ στον Δρόμο των Δακρύων»

    Στις 14 Οκτωβρίου 1971, η 18χρονη Τζίνι Σάμπαρε περπατούσε μόνη της κοντά στο χωριό της, το απομονωμένο Γκιτσεγκούκλα στον Βόρειο Καναδά. Είχε φύγει βιαστικά απ΄το σπίτι της, συγχυσμένη μετά από μια συζήτηση με τη μητέρα της.

    Λίγη ώρα αργότερα, ο ξάδερφός της, Άλβιν, την εντόπισε όσο περνούσε από τον αυτοκινητόδρόμο με το ποδήλατό του. Προσφέρθηκε να τη συνοδέυσει, αφού θα έκανε μια μικρή στάση από το σπίτι του για να πάρει το μπουφάν του. Γυρνώντας, ο Άλβιν, άκουσε την πόρτα ενός αγροτικού αυτοκινήτου να κλείνει με δύναμη. Αλλά η ξαδέρφη του δεν ήταν πουθενά. Η Τζίνι εξαφανίστηκε για πάντα εκείνο το βράδυ, πάνω στον Αυτοκινητόδρομο 16, γνωστό και ως «Δρόμο των Δακρύων», ο οποίος έχει στερήσει τη ζωή σε πάνω από 80 γυναίκες από το 1970 μέχρι σήμερα.

    Η ιστορία πίσω απ’ τον δρόμο

    Ο «Δρόμος των Δακρύων» είναι ένα απομονωμένο τμήμα του Αυτοκινητόδρομου 16 στη βορειοδυτική επαρχία της Βρετανικής Κολομβίας στον Καναδά. Διασχίζει περίπου 719–725 χιλιόμετρα ανάμεσα στις πόλεις Prince George και Prince Rupert, διατρέχοντας δάση, μικρές κοινότητες , πολλές από αυτές με ιθαγενή πληθυσμό, και απομακρυσμένες περιοχές χωρίς υποδομές.

    Το όνομα «Highway of Tears» (Δρόμος των Δακρύων) πήρε τη μορφή του το 1998, κατά τη διάρκεια μιας εκδήλωσης μνήμης για τις γυναίκες που εξαφανίστηκαν ή δολοφονήθηκαν σε αυτό το δρόμο, ως συμβολική αναφορά στον πόνο και τη θλίψη των οικογενειών.

    Η σύνδεση με το ιστορικό «Μονοπάτι των Δακρύων» (Trail of Tears) είναι εμφανέστατη. Το «Μονοπάτι» ήταν ο βίαιος εκτοπισμός των Τσερόκι και άλλων ιθαγενών φυλών τον 19ο αιώνα, στο οποίο χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν από κακουχίες. Και τα δύο μοιράζονται ένα μεγάλο κοινο: την περιθωριοποίηση, την αδιαφορία του κράτους και την απώλεια ασφάλειας για τους ιθαγενείς πληθυσμούς της Βόρειας Αμερικής. Χαρακτηριστικό είναι ότι η συντριπτική πλειοψηφία των θυμάτων εκτιμάται πως υπήρξαν ιθαγενείς γυναίκες από τις τοπικές κοινότητες.

    Μία από αυτές ήταν και η Τζίνι.

    «Δεν υπάρχει κανείς γύρω για μίλια»

    Η απομόνωση της περιοχής, η έλλειψη σταθερής δημόσιας συγκοινωνίας και η ανεπαρκής τηλεφωνική κάλυψη μέχρι και το 2024, καθιστούν τις γυναίκες ιδιαίτερα ευάλωτες σε εγκληματικές ενέργειες.

    Σε δημόσιες έρευνες/εκθέσεις (π.χ. της επιτροπής που εξέτασε το θέμα των εξαφανισμένων γυναικών), επισημαίνεται ότι «δεν υπάρχει κανείς γύρω για μίλια κατά μήκος του αυτοκινητόδρομου», και ότι «δεν υπάρχει κυριολεκτικά κανένα μέσο συγκοινωνίας μεταξύ κοινοτήτων» , κάτι που μεγαλώνει την ανάγκη για ωτοστόπ και κατ’ επέκταση την έκθεση σε κίνδυνο.

    Πολλές φορές, κατά συρροή δολοφόνοι, όπως οι Bobby Jack Fowler και Edward Dennis Isaac, εκμεταλλεύτηκαν αυτήν την απομόνωση για να δρουν ανενόχλητοι, γνωρίζοντας ότι τα κορίτσια που κάνουν ωτοστόπ είναι εύκολα θύματα.

    Μέχρι πρόσφατα, πολλά τμήματα του δρόμου δεν είχαν συνεχή κάλυψη κινητής τηλεφωνίας, γεγονός που σήμαινε ότι άτομα που βρίσκονταν σε κίνδυνο δεν μπορούσαν να καλέσουν βοήθεια ή να ειδοποιήσουν αν υπήρχε ανάγκη.

    Μόλις τα τελευταία χρόνια (2021–2024) έχουν γίνει προσπάθειες να καλυφθούν τα «κενά» στη συνδεσιμότητα: έχει ανακοινωθεί η εγκατάσταση νέων κεραιών κατά μήκος του αυτοκινητόδρομου, με στόχο να υπάρξει συνεχής κάλυψη κινητής τηλεφωνίας 5G για όλο το μήκος του, ώστε να μπορούν τα άτομα να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης

    Ο συστημικός ρατσισμός ενάντια στους ιθαγενείς

    Ταυτόχρονα, οι υποθέσεις εξαφανίσεων και δολοφονιών στον «Δρόμο των Δακρύων», συνδέονται άμεσα με τον συστημικό ρατσισμό εναντίον των ιθαγενών κοινοτήτων, έχοντας τις ρίζες τους στο αποικιοκρατικό παρελθόν του Καναδά.

    Πολλοί από τους κατοίκους του σήμερα, καθώς και τα θύματα και τους θύτες του χτες, υπήρξαν παιδιά των «residential schools», ενός από τους σκοτεινότερους θεσμούς πολιτιστικής γενοκτονίας του Καναδά. Τα «residential schools» ήταν ένα δίκτυο σχολείων που δημιουργήθηκε από την κυβέρνηση του Καναδά σε συνεργασία με χριστιανικές εκκλησίες με σκοπό την την «αστικοποίηση» και τη βίαιη αφομοίωση των παιδιών των ιθαγενών πληθυσμών (First Nations, Métis, Inuit).

    Η διάσπαση των οικογενειών από τα residential schools και η κοινωνική περιθωριοποίηση, που προκλήθηκαν από το αποικιοκρατικό παρελθόν, έχουν αφήσει τις ιθαγενείς κοινότητες ευάλωτες σε φτώχεια, χρήση ουσιών, βία και κοινωνική απομόνωση. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Statistics Canada, οι ιθαγενείς ομάδες είναι μεταξύ των πλέον ευάλωτων όσον αφορά το εισόδημα και το χαμηλό εισόδημα, δηλαδή, για μεγάλο ποσοστό, τα εισοδήματα είναι κάτω από το όριο που θεωρείται «θεμελειώδες για μια αξιοπρεπή διαβίωση».

    Χαρακτηριστικό είναι πως, σύμφωνα με έρευνα της Statistics Canada (Γενική Κοινωνική Έρευνα 2019), το ποσοστό βίαιων εγκλημάτων (σωματική βία, σεξουαλική, κλοπές κ.λπ.) για ιθαγενείς (First Nations, Métis, Inuit) είναι 177 ανά 1.000 άτομα, ενώ για μη-ιθαγενείς είναι 80 ανά 1.000.

    Παράλληλα, οι ιθαγενείς γυναίκες βιώνουν πιο συχνά σωματική ή σεξουαλική βία. Σε δεδομένο δείγμα, το 63 % των ιθαγενών γυναικών ανέφεραν ότι έχουν υποστεί τέτοια βία κάποια στιγμή στη ζωή τους, έναντι περίπου 45 % για τις μη-ιθαγενείς.

    «Ριψοκίνδυνη συμπεριφορά» ή ολιγωρία του κράτους;

    Αν και οι ιθαγενείς οργανώσεις κάνουν λόγο για τουλάχιστον 80 θύματα, στο επίσημο μητρώο εξαφανίσεων και δολοφονιών στον Highway of Tears (E-pana), καταγράφονται μόλις 18 περιστατικά. Τα κριτήρια ένταξης σε αυτό το μητρώο περιλαμβάνουν συχνά την «ριψοκίνδυνη συμπεριφορά». Πέρα από το ότι, ορισμένα θύματα αποκλείονται από το μητρώο λόγω έλλειψης της εν λόγω συμπεριφοράς, αυτη η προσέγγιση κινδυνεύει να οδηγήσει σε victim blaming.

    Πολλές νεαρές γυναίκες οι οποίες αντιμετώπιζαν συνθήκες, όπως η πορνεία, η εργασία μακριά από το σπίτι για να στηρίξουν τις οικογένειές τους, η προσπάθεια για απόδραση από την κακοποίηση, δεν ήταν υπεύθυνες για την ευαλωτότητά τους. Αντιθέτως, η πραγματική ευθύνη βαραίνει το κράτος, το οποίο δεν έχει παράσχει την απαραίτητη προστασία και υποστήριξη στους κατοίκους αυτών των περιοχών.

    Οι αναφορές δείχνουν ότι οι εξαφανίσεις ιθαγενών γυναικών δεν ερευνώνται με τον ίδιο ζήλο όπως για μη‑ιθαγενείς. Οι αρχές πολλές φορές θεωρούν τα θύματα «προβληματικά», π.χ. επειδή κάνουν ωτοστόπ, συμμετέχουν σε σεξεργασία, χρησιμοποιούν ουσίες ή ζουν σε φτωχές συνθήκες, με αποτέλεσμα να υπάρχει καθυστερημένη ή ελλιπής διερεύνηση.

    Οι αναφορές της Inter-American Commission on Human Rights (2014) και της Εθνικής Έκθεσης για τις Εξαφανισμένες και Δολοφονημένες Ιθαγενείς Γυναίκες (MMIWG) τονίζουν ότι η έλλειψη εμπιστοσύνης προς την αστυνομία, η περιθωριοποίηση και οι προκαταλήψεις οδηγούν σε υπο-αναφορά, καθυστερήσεις και χαμηλά ποσοστά εξιχνίασης.

    Η επόμενη μέρα

    Οι υποθέσεις που συνδέονται με τον «Δρόμο των Δακρύων» δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται απλώς ως μια ακόμα ιστορία true crime, όπου εστιάζουμε μόνο στην αστυνομική πτυχή, τη δραματική πλοκή το προφίλ των θυμάτων και των δραστών. Αντίθετα, οφείλουμε να τις βλέπουμε ως κομμάτια μιας συνεχιζόμενης τραγωδίας, μιας αλυσίδας από θύματα που θα μπορούσαν να είναι ακόμα ανάμεσά μας, εάν η κρατική αδιαφορία και η αποικιοκρατική κληρονομιά δεν είχαν δημιουργήσει αυτές τις βαθιές ρωγμές.

    Αν ο Καναδάς είχε λάβει ουσιαστικά μέτρα για την κάλυψη των αναγκών των ιθαγενών κοινοτήτων, αν είχε αναγνωρίσει και διορθώσει τις ιστορικές αδικίες, τότε πολλά από αυτά τα θύματα θα είχαν αποφευχθεί. Η συνεχής αδιαφορία και η έλλειψη υποστήριξης έχουν αφήσει βαθιές πληγές, και η αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας είναι το πρώτο βήμα προς τη δικαιοσύνη και την πραγματική αλλαγή.

  • Τραμπ για Καναδά: «Όλες οι διαπραγματεύσεις για το εμπόριο με τον Καναδά διά της παρούσης τερματίζονται»

    Τραμπ για Καναδά: «Όλες οι διαπραγματεύσεις για το εμπόριο με τον Καναδά διά της παρούσης τερματίζονται»

    Ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ αποφάσισε χθες, Πέμπτη(23/10), την λήξη των διαπραγματεύσεις των ΗΠΑ με τον Καναδά για το εμπόριο, κατηγορώντας τις καναδικές αρχές για διαστρέβλωση δηλώσεων του προκατόχου του, του ρεπουμπλικάνου Ρόναλντ Ρέιγκαν, στο πλαίσιο διαφημιστικής εκστρατείας εναντίον της αύξησης των τελωνειακών δασμών εκατέρωθεν.

    «Εξαιτίας της σκανδαλώδους συμπεριφοράς τους, όλες οι διαπραγματεύσεις για το εμπόριο με τον Καναδά διά της παρούσης τερματίζονται», διεμήνυσε ο ρεπουμπλικάνος μέσω Truth Social, πληκτρολογώντας αυτή την τελευταία πρόταση με όλα τα γράμματα κεφαλαία, όπως συνηθίζει.

    «Το Ίδρυμα Ρόναλντ Ρέιγκαν μόλις ανακοίνωσε ότι ο Καναδάς χρησιμοποιεί με παραπλανητικό τρόπο διαφήμιση, που είναι ψευδής, στην οποία ο Ρόναλντ Ρέιγκαν εκφράζεται αρνητικά για τους τελωνειακούς δασμούς», τόνισε αρχικά ο Τραμπ.

    Αναφερόταν σε εκστρατεία χρηματοδοτούμενη από την καναδική επαρχία Οντάριο, οποία κατέβαλε κάπου 75 εκατομμύρια, για να επηρεαστούν οι Αμερικανοί ψηφοφόροι των ρεπουμπλικάνων, σύμφωνα με ΜΜΕ.

    Όμως ο Ντόναλντ Τραμπ κατηγόρησε τις καναδικές αρχές πως προχώρησαν στην πρωτοβουλία «για να επηρεάσουν την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ και άλλων δικαστηρίων» και να αμφισβητηθεί η νομιμότητα των εκτελεστικών διαταγμάτων του με τα οποία τέθηκαν σε εφαρμογή οι δασμοί.

    Το Ίδρυμα Ρόναλντ Ρέιγκαν ανέφερε μέσω X ότι η διαφημιστική εκστρατεία χρησιμοποιεί «κατά τρόπο επιλεκτικό ηχητικά αποσπάσματα και βίντεο» ομιλίας του εκλιπόντα ρεπουμπλικάνου τότε προέδρου, τον Απρίλιο του 1987.

    Σύμφωνα με την ίδια πηγή, η διαφήμιση «διαστρεβλώνει» όσα είχε πει ο Ρόναλντ Ρέιγκαν (1981-1989) σε εκείνη την ομιλία. Το Ίδρυμα «εξετάζει νομικές επιλογές για την υπόθεση αυτή», σύμφωνα με την ανακοίνωσή του.