Κ. Μούσσας: Στην πιο πρόσφατη δουλειά σου “The Spaces in Between”, η οποία παρουσιάζεται στην Alma Gallery, δίνεις χώρο σε κάτι που μοιάζει μεταβατικό, αβέβαιο. Μυστικισμός, ανιμισμός και φυσικά έντονος συμβολισμός. Θα ήθελα τη δική σου ματιά για το έργο σου.

Μ. Κιούσης: Το “The Spaces in Between” γεννήθηκε από μια ανάγκη να σταθώ σε αυτό που δεν είναι πλήρως ορατό ή ορισμένο. Με ενδιαφέρει πολύ αυτή η ενδιάμεση κατάσταση, εκεί όπου το γνώριμο αρχίζει να χάνει τη σταθερότητά του και ανοίγεται σε κάτι πιο διαισθητικό. Ο μυστικισμός και ο ανιμισμός δεν εμφανίζονται ως αναφορές με την κλασική έννοια, αλλά περισσότερο σαν τρόποι αντίληψης του κόσμου σαν μια αίσθηση ότι τα πράγματα έχουν παρουσία πέρα από αυτό που φαίνεται.Είναι στοιχεία που μπήκαν στη δουλειά μου κυρίως μέσα από εμπειρίες και όχι απαραίτητα ως θεωρητικές αναφορές. Ο συμβολισμός προκύπτει σχεδόν αυθόρμητα, σαν ανάγκη να δοθεί μορφή σε κάτι που είναι πιο βιωματικό παρά αφηγηματικό, σαν μια προσπάθεια να δοθεί μορφή σε κάτι που δύσκολα λέγεται με λέξεις.
Κ. Μούσσας: Οι φιγούρες σου μοιάζουν «ενδιάμεσες», σαν να μην ανήκουν απόλυτα κάπου – άλλοτε υπονοούνται και άλλοτε μοιάζουν ενδεχόμενες. Είναι ένα συναίσθημα που σε αφορά και προσωπικά;
Μ. Κιούσης: Ναι, είναι κάτι που με αφορά βαθιά. Νομίζω ότι όλοι, σε κάποιο επίπεδο, βιώνουμε αυτή την αίσθηση του ‘’μη ανήκειν’’ απόλυτα. Οι φιγούρες λειτουργούν σαν φορείς αυτής της εμπειρίας , δεν είναι ποτέ σταθερές, αλλά σε μια διαρκή μετατόπιση. .Έχοντας ζήσει και δουλέψει σε διαφορετικά περιβάλλοντα, ένιωσα αρκετές φορές αυτή τη μη σταθερή ταυτότητα, να είσαι ταυτόχρονα μέσα και έξω από ένα πλαίσιο. Με ενδιαφέρει αυτή η ρευστότητα της ταυτότητας, το πώς κάτι μπορεί να είναι ταυτόχρονα παρόν και απόν, οικείο και ξένο.

Κ. Μούσσας: Η περίοδος που πέρασες στην Αφρική (Σενεγάλη, Μοζαμβίκη, κλπ), αλλά και στη Ρεϊνιόν δείχνει να σε έχει σημαδέψει. Υπάρχει κάτι πολύ συγκεκριμένο από εκεί που κουβαλάς ακόμα μέσα σου όταν δουλεύεις;
Μ. Κιούσης: Δεν ξέρω αν είναι κάτι συγκεκριμένο με τη μορφή ανάμνησης ή εικόνας. Περισσότερο είναι μια αίσθηση που έχει μείνει μέσα μου. Στη Ρεϊνιόν , αλλά και όπου ταξίδεψα και πέρασα χρόνο στην Αφρική ένιωσα έναν διαφορετικό τρόπο να βιώνεται ο χρόνος και η καθημερινότητα, λιγότερο γραμμικό, πιο παρόν. Υπήρχε μια εγγύτητα με το φυσικό περιβάλλον, αλλά και μια σχέση με το άυλο που δεν δηλωνόταν, απλώς υπήρχε. Αυτό που κουβαλάω στη δουλειά μου είναι κυρίως αυτή η αίσθηση, ότι τα πράγματα έχουν μια εσωτερική ζωή, ακόμη κι όταν δεν φαίνεται. Ότι ο χώρος δεν είναι ποτέ άδειος και ότι η σιωπή έχει βάρος. Ίσως αυτό περνάει στα έργα μου όχι τόσο θεματικά, αλλά στον τρόπο που στήνονται, στις παύσεις, στον ρυθμό, στις σχέσεις των μορφών με τον χώρο, σε αυτή την αίσθηση ότι κάτι υπάρχει, ακόμα κι αν δεν μπορείς να το ορίσεις ακριβώς.
Κ. Μούσσας: Νιώθεις ότι εκεί άλλαξες περισσότερο ως καλλιτέχνης ή ως άνθρωπος – ή τελικά αυτά τα δύο δεν ξεχωρίζονται;
Μ. Κιούσης: Δεν νομίζω ότι μπορώ να τα διαχωρίσω. Ό,τι αλλάζει μέσα μου ως άνθρωπος, επηρεάζει άμεσα τον τρόπο που βλέπω και δουλεύω. Και αντίστροφα, η ίδια η καλλιτεχνική διαδικασία λειτουργεί σαν ένας μηχανισμός κατανόησης του εαυτού. Είναι μια συνεχής ανταλλαγή.
Κ. Μούσσας: Υπάρχει μια στιγμή μέσα στη διαδικασία της δημιουργίας που νιώθεις πιο εκτεθειμένος; Που το έργο «μπορεί να σε πάει οπουδήποτε»;
Μ. Κιούσης: Νομίζω πως η στιγμή που νιώθω πιο εκτεθειμένος είναι εκείνη όπου βρίσκομαι αντιμέτωπος με το κενό χαρτί ή τον καμβά, η αρχή της αναμέτρησης με την επιφάνεια.Είναι μια στιγμή που δεν ξέρεις αν αυτό που κάνεις θα σταθεί ή θα καταρρεύσει, αλλά είναι και η πιο ειλικρινής. Έπειτα υπάρχουν οι στιγμές μέσα στη δημιουργική διαδικασία που μπορούν να σε οδηγήσουν οπουδήποτε από την αρχική ιδέα. Θεωρώ πως εκείνη η στιγμή των αποφάσεων και των ‘’δρόμων’’ που καλείσαι να πάρεις ως δημιουργός είναι και οι πιο σημαντικές καθώς καλείσαι να βρεις λύσεις. Τα πράγματα άλλωστε συνεχώς αλλάζουν μέσω της δημιουργικής διαδικασίας και πρακτικής και μόνο μέσα από αυτά μπορείς να ανακαλύψεις περισσότερα.
Κ. Μούσσας: Τι είναι αυτό που νιώθεις ότι κυνηγάς ακόμα στη ζωγραφική και δεν το έχεις βρει; Και θα ήθελα δυο λόγια για τη σχέση σου και με τις άλλες τέχνες: λογοτεχνία, μουσική, θέατρο κλπ.
Μ. Κιούσης: Αυτό που συνεχίζω να κυνηγάω είναι η απόλυτη ελευθερία στη ζωγραφική, να αφήνω τον εαυτό μου να πειραματίζεται, να εξερευνά τη φαντασία και να δημιουργεί χωρίς περιορισμούς. Θέλω να μπορώ να ξεκινάω από το βιωμένο αλλά να φτάνω σε εικόνες που δεν υπήρχαν πριν μέσα μου.
Η σχέση μου με άλλες τέχνες είναι πολύ ζωντανή και άμεση. Η λογοτεχνία με βοηθά να σκέφτομαι αφηγήσεις και κενά, να οργανώνω τον χρόνο και τη ροή μέσα στο έργο. Η μουσική είναι για μένα κάτι ακόμα πιο προσωπικό: μελετώ αφρικανικά κρουστά εδώ και πολλά χρόνια, παίζω ενεργά και συνοδεύω μαθήματα χορού, οπότε τη βιώνω και την ενσωματώνω συνεχώς στη ζωή μου. Αυτή η πρακτική εμπειρία επηρεάζει τον ρυθμό, την ένταση και τη διάθεση των έργων μου. Επίσης καταναλώνω πολύ μουσική καθημερινά καθώς πάντοτε ακούω κάτι στο εργαστήριο μου. Πολλές φορές εμπνέομαι και από κομμάτια και αποτελούν έναυσμα δημιουργίας ενός έργου. Το θέατρο και ο χορός με διδάσκουν την κίνηση, τη σωματικότητα και την παρουσία στο χώρο ,στοιχεία που μεταφέρονται στις φιγούρες και στον τρόπο που οργανώνω τους καμβάδες μου.

Κ. Μούσσας: Επιστρέφω και πάλι στα εικαστικά: Σου έχει τύχει ποτέ κάποιος να δει κάτι στο έργο σου που εσύ δεν είχες συνειδητοποιήσει;
Μ. Κιούσης: Βεβαίως είναι κάτι που συμβαίνει συνέχεια, και το βρίσκω από τα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια! Κάποιος μπορεί να δει κάτι που δεν είχα συνειδητά σκεφτεί, αλλά που παρ’ όλα αυτά υπάρχει στο έργο. Νομίζω ότι εκεί φαίνεται πως το έργο ξεφεύγει από τον δημιουργό του και αρχίζει να ζει μια δική του ζωή. Η στιγμή της έκθεσης είναι για μένα η πλέον κατάλληλη για να ειπωθούν όλες αυτές οι παρατηρήσεις, είτε θετικές είτε αρνητικές, οι οποίες είναι πάντα καλοδεχούμενες και συχνά με οδηγούν σε νέες κατευθύνσεις.
Κ. Μούσσας: Υπάρχει κάτι που σε «φοβίζει» στη διάρκεια της δημιουργίας;
Μ. Κιούσης: Θα έλεγα πως υπάρχει κυρίως ο φόβος της επανάληψης. Να μείνω σε κάτι που ήδη γνωρίζω. Αλλά προσπαθώ να τον χρησιμοποιώ σαν ένδειξη ότι πρέπει να προχωρήσω πιο βαθιά, όχι να κάνω πίσω.
Κ. Μούσσας: Δυο λόγια για την καλλιτεχνική πραγματικότητα στην Αθήνα. Μουσεία, Εθνική Πινακοθήκη, ΕΜΣΤ και δεκάδες γκαλερί. Υπάρχει μια απίστευτη ποσότητα πληροφορίας. Πιστεύεις όλος αυτός ο όγκος μηνυμάτων αφομοιώνεται, γίνεται αντιληπτός από το κοινό κάθε τέχνης;
Μ. Κιούσης: Η Αθήνα έχει μια έντονη και ζωντανή καλλιτεχνική ενέργεια. Υπάρχει πράγματι μια υπερπληθώρα ερεθισμάτων, που δεν είναι πάντα εύκολο να αφομοιωθούν. Ίσως όμως αυτό δεν είναι απαραίτητα αρνητικό, ο καθένας βρίσκει τελικά τις δικές του διαδρομές μέσα σε αυτό το τοπίο. Το ζητούμενο δεν είναι να καταναλωθούν όλα, αλλά να υπάρξει μια ουσιαστική σχέση με ό,τι μας αγγίζει.

Κ. Μούσσας: Ολοκληρώνοντας αυτή την κουβέντα μας θα ήθελα μια μικρή αναφορά στην επικαιρότητα. Ζούμε σε μια περίοδο έντονης γεωπολιτικής αστάθειας, με συγκρούσεις όπως ο πόλεμος ανάμεσα σε Ιράν και Ισραήλ-ΗΠΑ να κυριαρχούν στην επικαιρότητα με απρόβλεπτες συνέπειες. Πιστεύεις ότι η ζωγραφική μπορεί να «συνομιλήσει» με τέτοιες πραγματικότητες ή παραμένει ένας χώρος εσωτερικής αναζήτησης; Υπάρχει ευθύνη ή υποχρέωση του καλλιτέχνη να τοποθετείται σε τέτοιες συγκυρίες ή η σιωπή είναι κι αυτή μια στάση;
Μ. Κιούσης: Η γεωπολιτική αστάθεια που βιώνουμε, ιδιαίτερα εν καιρώ πολέμου, μας επηρεάζει όλους άμεσα ως πολίτες, προκαλώντας πολιτική αβεβαιότητα και οικονομική πίεση. Σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές, η ζωγραφική μπορεί και οφείλει να συνομιλήσει με την πραγματικότητα, όπως ακριβώς έκανε διαχρονικά καταγράφοντας την τραγωδία του πολέμου. Άλλωστε από το παρελθόν μέχρι το σήμερα, η τέχνη υπήρξε ο διαχρονικός μάρτυρας τέτοιων κρίσεων, καταγράφοντας τη φρίκη και την τραγωδία του πολέμου άλλοτε ως φωνή του αγωνιστή και άλλοτε ως μέσο προπαγάνδας.
Ταυτόχρονα όμως, η τέχνη παραμένει ένας βαθύς δρόμος εσωτερικής αναζήτησης. Μέσα από αυτήν, η συλλογική αγωνία μετατρέπεται σε προσωπικό στοχασμό, δίνοντας στον δημιουργό τη δυνατότητα να πάρει θέση με τον δικό του τρόπο.
Ο καλλιτέχνης είναι εδώ για να δει και να πει αυτό που οι υπόλοιποι δεν βλέπουν. Η παρέμβαση του δεν χρειάζεται να είναι άμεσα πολιτική ή εικονογραφική για να έχει σημασία. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει μία ενιαία στρατευμένη υποχρέωση. Κάθε δημιουργός βρίσκει τον δικό του τρόπο να τοποθετηθεί, είτε μέσα από τη φωνή είτε μέσα από τη σιωπή. Και η σιωπή μπορεί να είναι στάση, αρκεί να είναι συνειδητή και όχι αποφυγή.
