Tag: Μισογυνισμός

  • Όταν η γυναικεία υποτίμηση γίνεται ανδρική συνοχή

    Όταν η γυναικεία υποτίμηση γίνεται ανδρική συνοχή

    Μισογυνισμός. Μια ακόμη από τις λέξεις-καραμέλες της politically correct κουλτούρας που έχει εδραιωθεί τα τελευταία χρόνια στο διαδίκτυο. Και όχι, αυτό το άρθρο δεν πρόκειται να προσπαθήσει να σας πείσει ότι κακώς ‘βαφτίζουμε’ το κάθε τι ως μισογυνιστικό, σεξιστικό κ.ο.κ, για τον πολύ απλό λόγο ότι το κάθε μικρό, αδιάφορο μήνυμα από τα χιλιάδες που μας βομβαρδίζουν σε καθημερινή, ολοήμερη βάση, είναι μισογυνιστικό και σεξιστικό. Από τα χιλιάδες ελληνικά (και όχι μόνο) μιμίδια (memes) που κυκλοφορούν σε κάθε γωνιά του διαδικτύου με πρωταγωνιστές-θύματα ερωτικές συντρόφους ανδρών, μέχρι το σχόλιο της αγαπημένης εκείνης θείας στο οικογενειακό τραπέζι, για την οποία ‘καλά είναι τα πτυχία, αλλά γυναίκα είσαι, άντρα και παιδιά χρειάζεσαι, όχι χαρτιά’, ο μισογυνισμός αποτελεί ένα από τα πιο επίμονα και διαβρωτικά ‘μικρόβια’ του ανθρώπινου μυαλού, που αποδεικνύονται ολοένα και ανθεκτικότερα στις ‘αντιβιώσεις’ της κριτικής σκέψης και της ανθρωπιστικής εκείνης ηθικής που μάταια μοχθούν ουκ ολίγοι φορείς να ‘χορηγήσουν’.

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/apokleistiki-synenteyxi-toy-giani-varoyfaki-sto-verite-kai-ton-irakli-migdo/

    Τι συμβαίνει όμως όταν ο μισογυνισμός παύει να αποτελεί μία ακόμη έκφανση της ανθρώπινης κακίας, που όπως και η ανθρώπινη βλακεία, είναι πιθάρια δίχως πάτο; Στα κοινωνικά δίκτυα, στα φόρουμ αλλά και στην καθημερινή ζωή, ένας συνεχώς αυξανόμενος αριθμός ανδρών αναπαράγει λόγο που εκφράζει ως επί το πλείστον θυμό, απογοήτευση, μέχρι και αφιλτράριστο, ‘αμόλυντο’ μίσος προς τις γυναίκες. Για αυτούς τους άνδρες – που σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν κάποια αμελητέα μειοψηφία- ο μισογυνισμός είναι κάτι πολύ βαθύτερο. Είναι ένα μέσο κοινωνικοποίησης. Ειδικά οι νεαρότεροι άντρες, όντας επηρεασμένοι από την περιάζουσα ατμόσφαιρα εντός και εκτός οθόνης, μαθαίνουν να επιβεβαιώνουν και να βασίζουν την ταυτότητά τους μέσα από την ευρύτερη απαξίωση των γυναικών. Με άλλα λόγια, ο μισογυνισμός για αυτούς αποτελεί μέσο ένταξης σε ένα κοινωνικό σύνολο για το οποίο η απαξίωση αυτή αποτελεί το ‘νορμάλ’, τη φόρμα συμπεριφοράς ώστε να λάβουν την αναγκαία για εκείνους αποδοχή από τους υπόλοιπους άνδρες.

    Το ερώτημα λοιπόν που γεννάται είναι γιατί; Γιατί είναι ο μισογυνισμός το κυρίως αποδεκτό μέσο κοινωνικοποίησης για τους άνδρες από την νηπιακή κιόλας ηλικία; Ας φέρουμε στο νου μας εικόνες ή και μνήμες από τα σχολικά μας χρόνια: όλη η τάξη παίζει έξω στην αυλή, την ώρα του διαλείμματος. Ξαφνικά, ένα αγοράκι σκοντάφτει και αρχίζει να κλαίει. Η σχεδόν συλλογική αντίδραση συμμαθητών και καθηγητών είναι να πουν στο παιδάκι να ‘μην κλαίει σαν κορίτσι’. Όσο το αγόρι μεγαλώνει και εξελίσσεται, τόσο το κάθε τι ‘κοριτσίστικο’ θεωρείται στην καλύτερη ντροπιαστικό και στη χειρότερη αηδιαστικό. Μέχρι που κάπου εκεί στην εφηβεία, όπου το αγόρι παύει να μοιάζει με παιδί και αρχίζει να φέρνει περισσότερο σε νέο άνδρα, αρχίζει να συνειδητοποιεί πως αυτό που κάποτε θεωρούσε αηδιαστικό και ντροπιαστικό, ένα κορίτσι, τώρα τον ελκύει και νιώθει την ανάγκη να βρίσκεται κοντά του, να το αγγίξει, να το γνωρίσει – έστω και μόνο σαρκικά.
    Πώς όμως είναι δυνατόν να ξεπεράσει κανείς μια σχεδόν ολόκληρη ζωή εμπειριών όπου η αγάπη – και όχι απλά η σωματική επιθυμιά – αποτελεί προνόμιο ανδρικό; Ας αναλογιστούμε και για μια στιγμή τι σημαίνει αγάπη: ο αμοιβαίος σεβασμός, η αποδοχή και προσφορά στήριξης, η έννοια του ανήκειν, ίσα ίσα για να θέσουμε ένα συμπεριληπτικό πλαίσιο του όρου. Όταν λοιπόν σαν κοινωνικό σύνολο διδάσκουμε στα αγόρια μας να ‘δέχονται’ αγάπη από άλλους άνδρες και όχι από τις γυναίκες στη ζωή τους – με μια μικρή εξαίρεση ίσως για τις μητέρες – πως περιμένουμε να ορίσουμε την αγάπη μεταξύ ερωτικών συντρόφων ή ακόμη και συζύγων με όρους πέρα από την επιθυμία για ερωτική συνεύρεση με μη-άνδρα, δηλ. γυναίκα;

    Δεν διδάσκουμε στα αγόρια πως να αγαπούν. Τα διδάσκουμε μονάχα πως να επιθυμούν, πώς να ποθούν και μάταια πασχίζουμε να βαφτίσουμε τον πόθο Αγάπη. Θεωρητικές ακαδημαϊκοί συγγραφείς του ριζοσπαστικού φεμινισμού όπως η Andrea Dworkin (Intercourse, 1987) και αργότερα η Eve Kosofsky Sedgwick, θέτουν αυτή τη συνθήκη ως ομοκοινωνική επιθυμία ή ομοκοινωνική έλξη. Αυτοί οι όροι περιγράφουν με μεγάλη ακρίβεια τη σημερινή κοινωνικοποίηση των νεαρών ανδρών και την ωφελιμιστική προσέγγιση τους τόσο ως προς τις σχέσεις τους με τις γυναίκες όσο και στο να βρουν και να εδραιώσουν την θέση τους ως άντρες στην μεταξύ τους κυριαρχία. Πολύ λιγότερο συχνά, ειδικότερα στις νεότερες γενιές, θα δούμε ερωτικές σχέσεις μεταξύ ατόμων του αντίθετου φύλου να έχουν την φόρτιση, τον ανταγωνισμό, την αντίληψη ως ‘ομοίου’, τον θαυμασμό και τη συναισθηματική εγγύτητα που διαθέτουν οι σχέσεις των ανδρών μεταξύ τους.

    Και επειδή ακριβώς ως κοινωνία δεν διδάξαμε ποτέ στα αγόρια μας πως να μεταφράζουν την αγάπη προς μια κοπέλα σε κάτι που δεν αρχίζει και τελειώνει με τη συνουσία, το καθήκον αυτό το ανέλαβαν οι influencers και οι κατ’ ιδία ομολογία dating coaches, οι οποίοι όχι απλά δεν βελτιώνουν την κατάσταση αλλά προς άγραν ακολούθων και likes, αναπαράγουν μισογυνιστικές ιδέες, τάσεις και τρόπους ζωής. Αυτό από μόνο του, σε μια πρώτη ανάγνωση, καταδεικνύει τον άμεσο κίνδυνο για τον ίδιο τον εκάστοτε νέο, για τον οποίο αυτή η ‘γνώση’ μπορεί ήδη να έχει κοστίσει χρηματικά (πολλοί από τους εν λόγω coaches προωθούν προγράμματα εκμάθησης flirting και τεχνικών προσέγγισης επί χρηματικού αντιτίμου) και ίσως και ψυχικά, χωρίς ο ίδιος να έχει απαραίτητα επίγνωση της έκτασης της ζημιάς που ενδέχεται να έχει ήδη προξενηθεί. Σε μια όμως δεύτερη, ίσως πιο φιλοσοφική ανάγνωση, ο κίνδυνος για την συνοχή του κοινωνικού ιστού είναι κάτι παραπάνω από υπαρκτός.

    Οι ίδιες οι γυναίκες, αξίζει να τονίσουμε, πως δεν άμοιρες ευθυνών ή αέναα θύματα της ομοκοινωνικής έλξης που κατά ορισμένους θεωρητικούς αποτελεί τη βάση της κοινωνίας των ανδρών. Αντίστοιχοι influencers και dating coaches έχουν αναδυθεί από την ‘αντίπερα όχθη’ του ίντερνετ, προωθώντας παρόμοια ρητορική και στόχους με τους αρσενικούς συναδέλφους τους. Ο κοινός παρονομαστής είναι ένας: οι νέοι άνθρωποι – και όχι μόνο- λειτουργούν ανταγωνιστικά μεταξύ τους, αναπαράγοντας στερεότυπα τα οποία εφαρμόζουν στην δική τους καθημερινότητα, πολλές φορές χωρίς να συνειδητοποιούν επαρκώς τις συνέπειες αυτών των ρητορικών για την ποιότητα ζωής των ίδιων όσο και για την κοινωνία στην οποία θα κληθούν να ανταποκριθούν και να προσαρμοστούν. Η διάβρωση του κοινωνικού ιστού, επομένως, αποτελεί την πιο επιζήμια και εν δυνάμει αυτοκαταστροφική απόρροια μιας τέτοιας μορφής κοινωνικοποίησης, βασισμένη στην πόλωση και το άκριτο μίσος προς τον έτερο – όποια μορφή και αν αυτός έχει.

    Κι όμως, η ολική (αυτο)καταστροφή των διαπροσωπικών σχέσεων και κατά συνέπεια της κοινωνίας, δεν είναι μονόδρομος. Και δεν χρειάζεται να είναι. Τα τελευταία χρόνια δε, με τις ολοένα και αυξανόμενες επιμορφώσεις σε διάφορες υποδομές του εκάστοτε κράτους και όχι μόνο, τα κορίτσια είναι λίγο-πολύ επαρκώς ενημερωμένα για πολλές εκφάνσεις του μισογυνισμού, ακόμη και για τις λιγότερο εμφανείς ‘με γυμνό μάτι’. Για να αποτραπεί όμως αυτή η εισροή νέων αγοριών προς τον εκάστοτε ιντερνετικό γκουρού των σχέσεων και του έρωτα, αυτές οι ίδιες υποδομές, παρά τα εμφανή μειονεκτήματα που μπορεί να τις ταλανίζουν και να αποτελούν το αντικείμενο δικαιολογημένων ή μη κριτικών, οφείλουν να επεκταθούν προς εκείνα. Προγράμματα, επιμορφώσεις, ειδικά διαμορφωμένα εκπαιδευτικά συστήματα και τακτικές, τόσο στο σχολείο όσο και στην οικογένεια, είναι λίγα μόνο από τα βήματα που αργά αλλά σταθερά μπορούν να διαπλάσουν σωστά την ευαίσθητη ψυχοσύνθεση του νέου χωρίς να δημιουργούν τόσο βαθιά συναισθηματικά κενά που οδηγούν το νεαρό αγόρι να τα καλύψει με τον λόγο του καλοθελητή αγνώστου – dating coach του διαδικτύου.

    Τελευταίο και ίσως σημαντικότερο βήμα είναι το παράδειγμα. Τα παιδιά, ανεξάρτητου φύλου, μαθαίνουν να αντιλαμβάνονται τον κόσμο και την θέση τους μέσα σε αυτόν όχι από τα λόγια του γονιου από τις πράξεις του. Ας τελειώνουμε επιτέλους με το ‘τα αγόρια δεν κλαίνε’ ή ‘μόνο τα κορίτσια φοβούνται’. Εάν οι πατέρες του σήμερα δεν γίνουν οι ίδιοι πρότυπα υγιούς αρρενοπώτητας, αν δεν κάνουν εκείνοι το πρώτο βήμα να αναγνωρίσουν την εγγενή τοξικότητα της μισογυνιστικής απόχρωσης πιθανών βιωμάτων τους και δεν υιοθετήσουν οι ίδιοι, μέσα από τη στάση τους, αυτή την απίστευτα εξωφρενική ιδέα ότι οι γυναίκες δεν είναι ξέχωρο ‘είδος, ένας παράλληλος κόσμος που ουδεμία σχέση μπορεί να έχει με την δική τους ύπαρξη, τότε όση δουλειά και να γίνει από το κράτος, την εκπαίδευση και τον ακτιβισμό των υπερμάχων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αυτή θα αναιρεθεί τη στιγμή που το παιδί θα βρεθεί ξανά μέσα στην οικογένεια.

    Γιατί, αν υπάρχει κάτι πραγματικά ντροπιαστικό, δεν είναι – και δεν ήταν ποτέ πραγματικά – το να μοιάζει κανείς ‘σαν κορίτσι’. Η αληθινή ντροπή βρίσκεται στο να νομίζει κάποιος πως η αξία του εξαρτάται από ένα τυχαίο χαρακτηριστικό της γέννησής του, μια ψευδαίσθηση που δεν αποκαλύπτει καμία ουσιαστική αρσενική υπεροχή, αλλά μόνο το εύρος της άγνοιας που τη στηρίζει.