Ανησυχητική εικόνα για την κατάσταση της υγείας στην Ελλάδα καταγράφει η νέα έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ, καθώς το 24% του πληθυσμού δηλώνει ότι αντιμετωπίζει χρόνιο πρόβλημα υγείας. Την ίδια ώρα, το 7% των ατόμων ηλικίας 16 ετών και άνω περιγράφει την υγεία του ως πολύ κακή ή κακή, το 14,5% ως μέτρια και το 78,5% ως πολύ καλή ή καλή. Η έρευνα δείχνει επίσης ότι τα χρόνια προβλήματα εμφανίζονται συχνότερα στις γυναίκες, καθώς το ποσοστό φτάνει στο 26,5%, έναντι 21,4% στους άνδρες.
Υπέρβαροι και παχύσαρκοι σχεδόν οι μισοί ενήλικες
Ιδιαίτερο βάρος έχουν τα στοιχεία για το σωματικό βάρος, καθώς το 42,1% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω είναι υπέρβαρο και το 12,9% παχύσαρκο. Μόλις το 43,1% βρίσκεται σε φυσιολογικό βάρος, ενώ το 1,9% είναι ελλιποβαρές. Ακόμη πιο έντονη είναι η εικόνα στους άνδρες, αφού σχεδόν 1 στους 2 (48,5%) είναι υπέρβαρος, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στις γυναίκες διαμορφώνεται στο 36%.
Οι δυσκολίες πρόσβασης στην υγεία έχουν και οικονομικό αποτύπωμα
Η έρευνα αναδεικνύει και τις πιέσεις που δέχονται τα νοικοκυριά στην πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας. Περίπου 6 στους 10 (57,6%) χρειάστηκαν ιατρική εξέταση ή θεραπεία μέσα στους τελευταίους 12 μήνες, όμως το 21,5% από αυτούς δεν την έλαβε κάθε φορά που τη χρειαζόταν. Αντίστοιχα, σχεδόν 1 στους 2 (47,4%) χρειάστηκε οδοντιατρική ή στοματολογική φροντίδα, με το 30,5% να μην τη λαμβάνει κάθε φορά που την είχε ανάγκη. Στους περισσότερους, ο βασικός λόγος ήταν οικονομικός, ενώ το 10,5% του πληθυσμού δήλωσε ότι επιβαρύνθηκε πάρα πολύ από δαπάνες για αγορά φαρμάκων ή βιταμινών.
Υψηλά παραμένουν καπνιστικές συνήθειες και καθημερινές ανισορροπίες
Στα ίδια στοιχεία αποτυπώνεται ότι το 22,6% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω καπνίζει καθημερινά, με το ποσοστό να ανεβαίνει στο 29,6% στους άνδρες και να διαμορφώνεται στο 15,9% στις γυναίκες. Παράλληλα, περίπου 6 στους 10 καταναλώνουν καθημερινά λαχανικά ή σαλάτες και 56,9% φρούτα, ενώ σε επίπεδο καθημερινής απασχόλησης περίπου 3 στους 10 εργαζόμενους (31,8%) δηλώνουν ότι κυρίως κάθονται στη δουλειά τους. Η εικόνα αυτή ενισχύει το συμπέρασμα ότι οι δείκτες υγείας επηρεάζονται όχι μόνο από την περίθαλψη, αλλά και από συνήθειες ζωής που παραμένουν επιβαρυντικές.

