Ύστερα από την ολιγόμηνη παραμονή στην εξουσία του πιο δεξιού κυβερνητικού συνασπισμού στην ιστορία της Ολλανδίας, οι πρόωρες βουλευτικές εκλογές που διεξήχθησαν τον Οκτώβρη, ανέδειξαν ως νικητή -με λίγες χιλιάδες ψήφους διαφορά από το ακροδεξιό PVV- το κεντρώο σοσιαλ-φιλελεύθερο κόμμα “Δημοκράτες” 66 (D66) με αρχηγό τον Rob Jetten.
Ο 38χρονος Jetten, πρώην υπουργός Κλίματος της κυβέρνησης Ρούτε, κατάφερε να αναδειχτεί ως το κεντρικό πρόσωπο της προεκλογικής περιόδου και να επισκιάσει τον παλαίμαχο ακροδεξιό πολιτικό και νικητή των προηγούμενων εκλογών, Γκέρτ Βίλντερς. Η φιλόδοξη προεκλογική ατζέντα, η καλή τηλεοπτική παρουσία σε συνδυασμό με την παρατεταμένη κόπωση των Ολλανδών ψηφοφόρων από την διχαστική ρητορική και την αδυναμία της ακροδεξιάς να δώσει λύσεις στα πραγματικά προβλήματα της καθημερινότητας, ήταν αρκετά για να κάνει στροφή η πέμπτη μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ προς την μετριοπάθεια.
Η θετική ατζέντα του D66 που εκφράστηκε κυρίως μέσω του συνθήματος Het kan wel (Ναι, μπορούμε) και του εξασφάλισε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης με 26 έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων, αποτελείται από υποσχέσεις για επενδύσεις στην εκπαίδευση, την πράσινη ενέργεια και τον φιλόδοξο στόχο για δημιουργία νέων δέκα πόλεων για την αντιμετώπιση του οξύτατου προβλήματος της στεγαστικής κρίσης. Ενώ, όσον αφορά το διχαστικό ζήτημα της μετανάστευσης, ο Jetten μίλησε για μηδενική ανοχή σε όσους διαπράττουν εγκλήματα και ότι θα δίνεται προτεραιότητα σε πρόσφυγες που προέρχονται από εμπόλεμες χώρες και είναι σε θέση να μάθουν την ολλανδική γλώσσα.
Στο πολυκερματισμένο κοινοβούλιο της Ολλανδίας όπου οι κυβερνητικοί συνασπισμοί αποτελούνται συνήθως από τέσσερα κόμματα, το επόμενο στοίχημα του Jetten είναι να καταφέρει να βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στα κόμματα της κεντροδεξιάς και της κεντροαριστεράς και να σχηματίσει ένα βιώσιμο υπουργικό συμβούλιο που θα επαναφέρει τη χώρα στην καρδία της λήψης των ευρωπαϊκών αποφάσεων.
