Author: Δέσποινα Καρπούζη

  • Το Σύνδρομο του «Ιδανικού Θύματος»: Πόσο εύκολα σπάμε τα είδωλα που εμείς φτιάξαμε;

    Το Σύνδρομο του «Ιδανικού Θύματος»: Πόσο εύκολα σπάμε τα είδωλα που εμείς φτιάξαμε;

    Υπάρχει μια παράξενη ηδονή στον τρόπο που η ελληνική κοινωνία διαχειρίζεται τους ανθρώπους που ξεχωρίζουν μέσα από μια τραγωδία. Στην αρχή, τους αγκαλιάζουμε. Τους υψώνουμε πάνω από το κεφάλι μας, τους κάνουμε σημαία. Τους υποβάλλουμε, ουσιαστικά, σε μια διαδικασία Αντικειμενοποίησης (Objectification): παύουν να είναι άνθρωποι και γίνονται σύμβολα.
    Και κάπου εκεί ξεκινάει το πρόβλημα. Γιατί τα σύμβολα, εξ ορισμού, είναι ακίνητα και σιωπηλά. Τι συμβαίνει όμως όταν το σύμβολο αποκτήσει φωνή, κάνει λάθη ή εκφράσει απόψεις που μας ξενίζουν;
    Η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού και η «θύελλα» που ξέσπασε τις τελευταίες ημέρες στα social media –με αφορμή δηλώσεις, διευκρινίσεις και πολιτικές ερμηνείες– είναι το χρονικό μιας προαναγγελθείσας σύγκρουσης. Μιας σύγκρουσης που εξηγείται απόλυτα αν κοιτάξουμε πίσω από την κουρτίνα της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

    Η παγίδα του «Ιδανικού Θύματος»

    Αν παρατηρήσει κανείς ψύχραιμα το χρονικό της υπόθεσης, θα δει ότι η κοινωνία πρόβαλε πάνω στην Καρυστιανού το αρχέτυπο του «Ιδανικού Θύματος» (Ideal Victim), όπως το ορίζει η εγκληματολογία. Το «Ιδανικό Θύμα» πρέπει να είναι αδύναμο, ηθικά άμεμπτο και, κυρίως, μη απειλητικό για το status quo.
    Όσο εκείνη υπηρετούσε αυτή την εικόνα του πενθούντος γονέα, η αποδοχή ήταν καθολική. Τη στιγμή όμως που η προσωπικότητά της ξεδιπλώθηκε –με πολιτικές τοποθετήσεις ή αμφιλεγόμενες διατυπώσεις– το κοινό βίωσε αυτό που στην ψυχολογία ονομάζουμε Γνωστική Ασυμφωνία (Cognitive Dissonance). Η εικόνα της «ιερής μορφής» συγκρούστηκε βίαια με την εικόνα του «πολιτικού υποκειμένου». Αυτή η εσωτερική σύγκρουση προκάλεσε δυσφορία στο πλήθος, και ο μηχανισμός άμυνας για να λυθεί η δυσφορία ήταν η επίθεση.

    Η Διχοτόμηση και η Τιμωρία

    Ζούμε σε μια εποχή που ενισχύει τον μηχανισμό της Διχοτόμησης (Splitting). Αδυνατούμε να διαχειριστούμε τις «γκρίζες ζώνες» της ανθρώπινης φύσης. Θέλουμε τους ανθρώπους ή «Αγγέλους» ή «Δαίμονες».
    Αντί να αποδεχτούμε την πολυπλοκότητα –ότι δηλαδή ένας άνθρωπος μπορεί να αγωνίζεται για το δίκαιο και ταυτόχρονα να κάνει επικοινωνιακά λάθη ή να έχει απόψεις που δεν μας αρέσουν– αντιδρούμε με απόλυτη απόρριψη. Αυτή η μετάβαση από την εξιδανίκευση στην απαξίωση είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα των Παρακοινωνικών Σχέσεων (Parasocial Relationships): νομίζουμε ότι «μας ανήκει» το δημόσιο πρόσωπο, και όταν δεν ικανοποιεί τις προσδοκίες μας, νιώθουμε μια φαντασιακή προδοσία.

    Όταν ο καθρέφτης ραγίζει

    Ίσως τελικά, η σφοδρότητα της επίθεσης να μην αφορά την ίδια την Καρυστιανού, αλλά να αποτελεί μια μαζική Προβολή (Projection).
    Επενδύσαμε πάνω της την ανάγκη μας για έναν Μεσσία. Την φορτώσαμε με υπεράνθρωπες προσδοκίες τελειότητας. Μόλις είδαμε ότι είναι τρωτή και θνητή, τρομάξαμε. Γιατί αν η Καρυστιανού είναι απλώς ένας άνθρωπος με ατέλειες, τότε η ευθύνη για την αλλαγή επιστρέφει πάλι σε εμάς. Και αυτό είναι ένα βάρος που δεν θέλουμε να σηκώσουμε.
    Είναι, λοιπόν, πιο εύκολο να λιθοβολήσουμε το είδωλο που ράγισε, παρά να αναμετρηθούμε με τη δική μας έλλειψη Ενσυναίσθησης.

    Η Μαρία Καρυστιανού θα συνεχίσει τον αγώνα της, με τα λάθη και τα σωστά της, όπως κάθε άνθρωπος που βιώνει τραύμα και παλεύει με την εξουσία. Το ερώτημα είναι αν εμείς, ως κοινωνία, έχουμε την ωριμότητα να της επιτρέψουμε να είναι άνθρωπος, ή αν θα συνεχίσουμε να κανιβαλίζουμε όποιον δεν χωράει ακριβώς στο ψυχολογικό καλούπι που του φτιάξαμε.

  • Ο εικαστικός Στέλιος Ταντούρης στο Vérité και τη Δέσποινα Καρπούζη

    Ο εικαστικός Στέλιος Ταντούρης στο Vérité και τη Δέσποινα Καρπούζη

    Υπάρχει μια παράξενη γοητεία στα πράγματα που ο χρόνος και οι άνθρωποι αποφάσισαν να προσπεράσουν. Σκουριασμένα μέταλλα, γρανάζια που σταμάτησαν να γυρίζουν, βίδες που έχασαν τον προορισμό τους. Για τους περισσότερους, αυτά είναι το τέλος μιας διαδρομής. Για τον Στέλιο Ταντούρη, είναι η αφετηρία μιας νέας ύπαρξης.

    Ο διακεκριμένος εικαστικός και ακτιβιστής, με το project REGENESIS και τη δράση του στην UNESCO, δεν ανακυκλώνει απλώς υλικά· ανακυκλώνει την έννοια της αξίας. Από την τραχιά Ελευσίνα των ναυπηγείων μέχρι τις διεθνείς καλλιτεχνικές σκηνές, ο Ταντούρης παλεύει με το ατσάλι για να μας αποδείξει ότι η ομορφιά δεν είναι πάντα λαμπερή και καινούργια. Συχνά, είναι τραχιά, οξειδωμένη και κουβαλάει πάνω της το βάρος μιας προηγούμενης ζωής. Στη συζήτηση που ακολουθεί, επιχειρούμε να χαρτογραφήσουμε τη διαδρομή ενός καλλιτέχνη που επέλεξε να δώσει φωνή σε όσα ο πολιτισμός μας επέλεξε να σωπάσει.

    Δέσποινα Καρπούζη: Κύριε Ταντούρη, ξεκινήσατε από έναν τόπο όπου η βιομηχανική σκουριά είναι το κυρίαρχο τοπίο. Αναρωτιέμαι, στην αρχή της πορείας σας, το μέταλλο ήταν για εσάς ένας εχθρός που έπρεπε να δαμάσετε ή ένας παλιός φίλος που σας ψιθύριζε τις ιστορίες του;

    Ταντούρης Στέλιος: Είναι αλήθεια ότι η Ελευσίνα, ο τόπος της καταγωγής μου, για τον οποίο είμαι υπερήφανος, έχει πολλά σημεία όπου το μέταλλο και η βιομηχανική σκουριά είναι άκρως αισθητή. Στην αρχή της πορείας μου δεν το είδα ούτε ως εχθρό ούτε ως φίλο. Το μέταλλο ήταν απλώς παρόν.

    Μεγαλώνοντας και δημιουργώντας  κατάλαβα ότι το μόνο που χρειάζεται είναι να το κατανοήσεις. Να κάτσεις δίπλα του και να ακούσεις τις ιστορίες που έχει να σου πει. Ιστορίες φθοράς αλλά και αντοχής ανθρώπων του μόχθου. Κανένα υλικό από αυτά που δουλεύω δεν το θεωρώ άψυχο. Τα αντιμετωπίζω όλα ως σώματα που έχουν ζήσει, που έχουν εκπληρώσει τον πρωτεύοντα ρόλο δημιουργίας τους έχοντας την ανάγκη να αποκτήσουν έναν άλλο ρόλο. Όταν δεν έχεις την διάθεση να συγκρουστείς μαζί τους και να τα δαμάσεις αλλά να τα κατανοήσεις τότε όλα γίνονται πιο εύκολα όσον αφορά την έμπνευση. Μέσα από αυτή την κατανόηση και τον διάλογο θεωρώ ότι  γεννήθηκε και διαμορφώθηκε και η περιβαλλοντική μου συνείδηση. Γιατί όταν δίνεις δεύτερη ζωή σε κάτι που θεωρείται σκουπίδι, δεν κάνεις μόνο Τέχνη, κάνεις την δική σου μορφή αντίστασης απέναντι στη λογική της υπερκατανάλωσης. Το μέταλλο, δεν ήταν φίλος μου από την αρχή.  Έγινε όμως φίλος μου όταν έμαθα να το ακούω και να το σέβομαι.

    Δέσποινα Καρπούζη: Το project σας «REGENESIS» έχει ταξιδέψει σε σχολεία, μουσεία και πλατείες. Ποια ήταν η στιγμή εκείνη στην πορεία σας που συνειδητοποιήσατε ότι η Trash Art δεν είναι απλώς ένα καλλιτεχνικό στυλ, αλλά μια επείγουσα ανάγκη για τον πλανήτη;

    Ταντούρης Στέλιος: Δεν υπήρξε μόνο μια στιγμή και είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος για αυτό. Όταν βλέπεις σε εκθέσεις του “REGENESIS” τον ενθουσιασμό και το ενδιαφέρον των επισκεπτών, ιδίως παιδιών μικρής ηλικίας, που θέλουν να αγγίξουν και να αισθανθούν τα υλικά του έργου, που ρωτάνε το πως έγινε, που βρέθηκαν τα υλικά , τότε καταλαβαίνεις πως η Τέχνη με απορρίμματα σε συνδυασμό με την δέουσα περιβαλλοντική ενημέρωση έχει την δύναμη να μιλήσει ειλικρινά και να αγγίξει την κοινωνία. Εκεί είναι που συνειδητοποιείς ότι η Τέχνη γίνεται εργαλείο εκπαίδευσης και διαμόρφωσης περιβαλλοντικού ήθους και ηθικής. Η Trash Art δεν γεννήθηκε ως αισθητική πρόταση για να το πω απλά, γεννήθηκε από την  ανάγκη να επαναδιαπραγματευτούμε την σχέση μας με την ύλη και με την ευθύνη μας απέναντι στην φύση. Όταν εκθέτουμε ένα έργο, δεν περιμένουμε να μας πουν πόσο όμορφο είναι. Περιμένουμε όμως τα ερωτήματα που θέτει στους επισκέπτες, περιμένουμε να ξυπνήσει συνειδήσεις , ακόμα και να γίνει η αφετηρία για μικρές αλλαγές στον τρόπο ζωής τους με θετικό πρόσημο προς το περιβάλλον.

    Το σίγουρο είναι ότι όχι μόνο η Trash Art αλλά οτιδήποτε μπορεί να στρέψει την κοινωνία σε πιο φιλικές περιβαλλοντικές  πρακτικές είναι μείζονος σημασίας για τις ανάγκες και την κατάσταση του πλανήτη μας.

    Δέσποινα Καρπούζη: Υπάρχει μια τρομερή ένταση τη στιγμή που η φλόγα ενώνει δύο διαφορετικά κομμάτια μέταλλο. Καλλιτεχνικά, νιώθετε περισσότερο ως «γλύπτης» Που αφαιρεί ύλη ή ως «συγγραφέας» που συνθέτει μια νέα ιστορία από σκόρπιες λέξεις-εξαρτήματα;

    Ταντούρης Στέλιος: Όντως η στιγμή που ενώνεις δύο διαφορετικά κομμάτια μετάλλου έχει αρκετή ένταση. Προσωπικά την θεωρώ κρίσιμη γιατί δεν έχεις και πολλά περιθώρια λάθους. Όπως αναφέρατε και εσείς ο γλύπτης αφαιρεί περιττή ύλη ώστε να διαμορφώσει το έργο του σύμφωνα με την έμπνευση του. Στην δική μου περίπτωση προσθέτω ύλη, δεν σμιλεύω για να αποκαλύψω το έργο, συνθέτω διαφορετικά κομμάτια ύλης δίνοντας ένα νέο νόημα. Κάθε εξάρτημα όπως προανέφερα κουβαλά την δική του ιστορία χρήσης, φθοράς και εγκατάλειψης, οπότε αισθάνομαι πιο πολύ ως συγγραφέας που προσπαθεί να ενώσει όλα αυτά σε μια πρόταση με νόημα. Όπως και στην γραφή όμως θεωρώ σημαντικό κομμάτι ότι πρέπει να γνωρίζεις πότε θα πρέπει να αφαιρέσεις υλικό ώστε το έργο να μπορεί να σταθεί όχι σαν κάποια εικαστική υπερπαραγωγή αλλά ως έργο που εστιάζει στην ουσία αυτού που θέλεις να πεις.

    Δέσποινα Καρπούζη: Διατελείτε Διευθυντής Περιβάλλοντος στην UNESCO Πειραιώς και Νήσων. Πώς μεταφράζεται η αισθητική ενός εικαστικού σε θεσμικό λόγο; Μπορεί η τέχνη να γίνει η «Διπλωματία» που θα πείσει εκεί που τα στατιστικά στοιχεία αποτυγχάνουν;

    Ταντούρης Στέλιος: Δυστυχώς, συνήθως ο θεσμικός λόγος φοβάται το συναίσθημα, ενώ η Τέχνη ξεκινάει ακριβώς απ’ αυτό. Ως εικαστικός έχω μάθει να μιλάω με εικόνες. Στον θεσμικό χώρο, αυτό μεταφράζεται σε αφηγήσεις που συνδέουν τον άνθρωπο με το περιβάλλον και σίγουρα όχι ως δεδομένο ή ως αριθμό κάποιας στατιστικής. Πιστεύω ακράδαντα ότι ένα έργο Τέχνης μπορεί να λειτουργήσει ως κοινή γλώσσα ανάμεσα σε διαφορετικές κουλτούρες. Η Τέχνη μπορεί να γίνει μια μορφή διπλωματίας, και όταν λέω διπλωματία δεν εννοώ αυτή  που διαπραγματεύεται συμφέροντα, αλλά αυτή που μπορεί να αφυπνίσει συνειδήσεις.  Τα στατιστικά στοιχεία πείθουν το μυαλό μας,  η Τέχνη όμως είναι αυτή που αγγίζει την ψυχή μας.

    Στην συγκεκριμένη περίπτωση μιας και  μιλάμε για το περιβάλλον χρειαζόμαστε και τα δύο, αλλά αν πρέπει να εστιάσουμε  κάπου, θα πρότεινα να  ξεκινήσουμε από αυτό που μας κάνει να αισθανθούμε και να κατανοήσουμε ότι ο πλανήτης μας  δεν είναι αριθμοί και στατιστικά στοιχεία, αλλά το  κοινό μας σπίτι.

    Δέσποινα Καρπούζη: Η παρουσία σας στο Πράσινο Κίνημα δείχνει μια διάθεση για έμπρακτη παρέμβαση. Φοβηθήκατε ποτέ μήπως η πολιτική σας ταυτότητα επισκιάσει την καλλιτεχνική σας καθαρότητα ή θεωρείτε ότι ο καλλιτέχνης σήμερα οφείλει να είναι «πολιτικό»;

    Ταντούρης Στέλιος: Χαίρομαι ιδιαίτερα για αυτή την ερώτηση. Ο φόβος υπάρχει μόνο όταν κάποιος αντιλαμβάνεται την Τέχνη ως κάτι αποστειρωμένο ή κάτι ως  αποκομμένο από την καθημερινότητα και την  πραγματικότητα. Προσωπικά ποτέ δεν τη βίωσα έτσι.  Η Τέχνη γεννήθηκε μέσα στον κόσμο και όχι έξω από αυτόν. Όπως γνωρίζουμε ο κόσμος μας  είναι πολιτικός, είτε το θέλουμε είτε όχι.

    Πιστεύω στην καθαρότητα της πρόθεσης, αν η πρόθεση είναι ειλικρινής και χωρίς προσωπικά συμφέροντα ή οφέλη τότε η πολιτική στάση δεν επισκιάζει την Τέχνη. Η συμμετοχή μου στο Πράσινο Κίνημα δεν προέκυψε ούτε ξαφνικά ούτε ως ταμπέλα. Ήταν η φυσική συνέχεια της ίδιας αγωνίας που με οδηγεί να μαζεύω απορρίμματα, να  δουλεύω με αυτά, αλλά και με ότι ο πολιτισμός μας θεωρεί αναλώσιμο και άχρηστο. Ο καλλιτέχνης – και  όχι μόνο σήμερα – δεν οφείλει να είναι πολιτικός με την κομματική έννοια όπως την εννοούμε σήμερα. Οφείλει όμως να είναι παρών στα θέματα που αφορούν την κοινωνία, να παίρνει θέση απέναντι στην αλλοτρίωση, στην αδικία, στις ανισότητες, στην περιβαλλοντική κατάρρευση και σε τόσα άλλα σημαντικά θέματα. Η σιωπή, στις μέρες μας, καλώς ή κακώς δεν είναι ουδετερότητα. Εγώ έχω επιλέξει να μιλώ  με τα έργα μου και με τη δημόσια παρουσία μου. Αν αυτό είναι πολιτικό, τότε το αποδέχομαι. 

    Δέσποινα Καρπούζη: Πολλοί δημιουργοί αναζητούν την τελειότητα του μάρμαρου ή την καθαρότητα του λευκού καμβά. Εσείς επιλέγετε το οξειδωμένο, το καμένο, το τσαλακωμένο.Τι βρίσκετε εικαστικά σε μια σκουριασμένη επιφάνεια που δεν μπορεί να σας το δώσει κανένα «καινούργιο» υλικό;

    Ταντούρης Στέλιος: Το καινούργιο δεν έχει ζήσει, δεν έχει να αφηγηθεί απολύτως τίποτα πέρα από την αισθητική που θα  του δώσει ο δημιουργός του.Το οξειδωμένο, το καμένο και το τσαλακωμένο έχει ζήσει, φέρουν πάνω τους τα σημάδια του χρόνου και της ύπαρξης τους,φέρουν μνήμη. Με ενδιαφέρουν ακριβώς αυτά τα υλικά,αυτά που έχουν κάτι να αφηγηθούν με την μη εξωραϊσμένη παρουσία τους. Αυτά έχουν μια ωμή ειλικρίνεια που μιλάει για την ιστορία τους.

    Σκοπός μου μέσα από τα έργα μου δεν είναι η κάλυψη και η  ωραιοποίηση αυτής της ιστορίας αλλά η ανάδειξη της. Ο κόσμος μας αποζητά εμμονικά  θα έλεγα το αψεγάδιαστο, εγώ επιλέγω το  τσαλακωμένο γιατί εκεί βρίσκεται το ανθρώπινο και η ουσιαστική ομορφιά. Δεν με ενδιαφέρει η τελειότητα του έργου όσο το τι έχει να πει στον επισκέπτη που θα το δει και τι συναισθήματα θα του προκαλέσει. Προσπαθώ όσο μπορώ να κρατήσω εμφανές αυτό που κρύβουμε συνήθως σήμερα στην κοινωνία μας κάτω από πολλές στρώσεις βαφής …

    Δέσποινα Καρπούζη: Έχετε δουλέψει πολύ με νέους ανθρώπους. Ποιο είναι το πιο «ακραίο»; μάθημα που πήρατε εσείς από ένα παιδί την ώρα που προσπαθούσε να δώσει μορφή σε ένα σκουπίδι;

    Ταντούρης Στέλιος: Θα μου επιτρέψετε να σας πω ότι το πιο “ακραίο” μάθημα το πήρα από πολλά παιδιά κατά την διάρκεια μια συν έκθεσης που πραγματοποίησα σε ένα Κέντρο Διημέρευσης και Ημερήσιας Φροντίδας ΑμεΑ.Ήταν κάτι πρωτοποριακό, ωφελούμενοι του Κέντρου και εικαστικοί του REGENESIS ισότιμα σε μια εικαστική έκθεση με Ανακυκλώσιμα Υλικά χωρίς κανένα διαχωρισμό και χωρίς καμία προκατάλειψη.Κάθε έργο είχε την δική του αξία και συνέβαλε στο τελικό εικαστικό αποτέλεσμα της έκθεσης. Από εκεί έμαθα πως η δημιουργία δεν είναι προνόμιο για λίγους. Κατανόησα σε βάθος την ανάγκη να εκφραστούμε, να αφήσουμε το δικό μας αποτύπωμα και να συνδεθούμε με τους άλλους. Έμαθα, όπως έμαθαν και οι υπόλοιποι συμμετέχοντες εικαστικοί του REGENESIS  ότι  η συμπερίληψη δεν είναι μόνο ηθική υποχρέωση. Τα παιδιά και οι άνθρωποι του Κέντρου μου θύμισαν ότι η Τέχνη γίνεται πραγματικά ζωντανή όταν καταργεί τις διακρίσεις, όταν ακούει και ενσωματώνει κάθε φωνή όσο διαφορετική και αν είναι. Αυτό το μάθημα το κουβαλώ σε κάθε έργο μου. Εκεί εμπέδωσα πραγματικά ότι η Τέχνη μπορεί να γίνει πράξη κοινωνικής σύνδεσης, και σεβασμού προς τον άνθρωπο.

    Δέσποινα Καρπούζη: Παρατηρώ ότι στο έργο σας υπάρχει μια έντονη «μεταφορά» για την ανθρώπινη ικανότητα να ανακάμπτει. Πιστεύετε ότι η διαδικασία του να παίρνετε κάτι σπασμένο και να το κάνετε έργο τέχνης, λειτουργεί ως μια υπόσχεση ότι και οι δικές μας εσωτερικές «ρωγμές» μπορούν να μεταμορφωθούν σε κάτι πολύτιμο;

    Ταντούρης Στέλιος: Κατ’ αρχάς  να σας πω ότι με τιμάει αυτή σας η παρατήρηση. Όταν συλλέγω από το αστικό περιβάλλον ένα κομμάτι μέταλλο ή ένα φθαρμένο αντικείμενο και το διαμορφώνω  ή το κάνω μέρος ενός εικαστικού έργου, δεν έχω ως στόχο να  δημιουργήσω  μόνο μια  οπτική σύνθεση, προσπαθώ  να αφηγηθώ με τον δικό μου τρόπο και με την δική μου εικαστική ματιά μια ιστορία επιβίωσης, μεταμόρφωσης και αναγέννησης. Οι δικές μας εσωτερικές ρωγμές, οι πληγές που κουβαλάμε, μπορούν να γίνουν κάλλιστα πηγή ομορφιάς.

    Πέρα από την εικαστική μου ιδιότητα, σε φιλοσοφικό επίπεδο θα ήθελα να το συνδέσω με την τεχνική του Κιντσούγκι στην Ιαπωνία, όπου τα σπασμένα κεραμικά ενώνονται με χρυσό, υπογραμμίζοντας τις ρωγμές αντί να τις κρύβουν.  Η αξία τους δεν αφορά την αψεγάδιαστη μορφή τους  αλλά τις γραμμές της φθοράς. Το κάθε σπάσιμο  είναι και μια μαρτυρία για το πέρασμα του χρόνου, για την ευθραυστότητα και για την  ικανότητα να ξαναγεννηθείς. Τώρα αν μεταφέρουμε όλο αυτό το σκεπτικό στον άνθρωπο, η πληγή, η ατέλεια και η αδυναμία δεν σημαίνει απόλυτα και την καταστροφή του ή την αποτυχία του. Εγώ το βλέπω  ως δυνατότητα και ευκαιρία επανάκαμψης και μεταμόρφωσης σε κάτι πιο δυνατό και με περισσότερη αξία. Κατά την άποψη μου το σπασμένο και το ελαττωματικό δεν είναι απαραίτητα και άχρηστο. Μπορεί να γίνει πολύτιμο. Αν δούμε λίγο διαφορετικά τις καταστάσεις, ίσως αυτό που κάποτε θεωρούσαμε ως ατέλεια να είναι αυτό που μπορεί να γίνει η πιο βαθιά μας ομορφιά!

    Δέσποινα Καρπούζη: Η κοινωνία μας συχνά «παροπλίζει» ό,τι δεν θεωρείται πια παραγωγικό. Εσείς, επιλέγοντας να δουλέψετε με «άχρηστα» υλικά, νιώθετε ότι επιτελείτε μια πράξη δικαιοσύνης; Είναι η τέχνη σας ένας τρόπος να αποδείξετε ότι η αξία δεν βρίσκεται στην τελειότητα, αλλά στην ιστορία που κουβαλάει πάνω της μια φθορά;

    Ταντούρης Στέλιος: Το βιώνω όντως ως μια πράξη δικαιοσύνης,αλλά όχι με την ηθικολογικη έννοια που προσδίδουμε στην δικαιοσύνη. Θα έλεγα πως πρόκειται περισσότερο για μια  πράξη σιωπηλής αποκατάστασης αν μπορώ να δώσω αυτόν τον χαρακτηρισμό. Τα υλικά που επιλέγω δεν  είναι άχρηστα, έχουμε  απλώς αποσύρει το βλέμμα μας και το ενδιαφέρον από πάνω τους. Τα έχουμε κρίνει, όπως  ακριβώς κρίνει και η κοινωνία μας ανθρώπους. Συχνά τους αποβάλει, όπως αποβάλλει και αυτά τα υλικά όταν σταματήσουν πια να  εξυπηρετούν έναν σκοπό. Στην κοινωνία που ζούμε έχουμε μάθει να ταυτίζουμε γενικά  την αξία με την υψηλή απόδοση και την τελειότητα.

    Η δική μου Τέχνη κινείται ακριβώς στον αντίποδα αυτής της λογικής. Υπενθυμίζω ότι η αξία δεν βρίσκεται στο άθικτο αλλά σ’ αυτό που υπήρξε, που άντεξε στην αμείλικτη πάροδο του χρόνου και εξακολουθεί να υπάρχει. Έτσι ακριβώς είμαστε και οι άνθρωποι. Δεν θεωρώ την φθορά ως  αποτυχία αλλά ως απόδειξη ύπαρξης, δύναμης και αντοχής. Ευτυχώς ο χώρος της Τέχνης λειτουργεί ως ένας χώρος όπου αυτά τα σημάδια φθοράς δεν χρειάζεται να κρυφτούν.

    Δέσποινα Καρπούζη: Αν η ανθρωπότητα ήταν σήμερα ένα δικό σας έργο, ένα γλυπτό Trash Art φτιαγμένο από όλα όσα έχουμε απορρίψει – υλικά και ηθικά – τι μορφή θα της δίνατε; Θα ήταν ένα πλάσμα που πασχίζει να πετάξει με σπασμένα φτερά ή ένας γίγαντας που μαθαίνει να περπατά ξανά, στηριζόμενος στις ίδιες του τις σκουριές;

    Ταντούρης Στέλιος: Για να πω την αλήθεια όταν διάβασα την ερώτηση, στο μυαλό μου έγινε εικόνα ένας συνδυασμός αυτών των δύο. Ένας γίγαντας όπως αρμόζει στην παρομοίωση της ανθρωπότητας με ένα σώμα γεμάτο ρωγμές αλλά και με φτερά που έχουν σπάσει και αποτυγχάνει να πετάξει. Αυτό όχι λόγω των σπασμένων φτερών αλλά από το βάρος που κουβαλάει και το εστιάζω πιο πολύ αυτό το βάρος στο ηθικό επίπεδο. Το φαντάζομαι πιο πολύ ως ένα έργο μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Ένα πλάσμα που ξαφνικά καταλαβαίνει, ίσως για πρώτη φορά ότι το βάρος του δεν είναι μόνο από τα υλικά  αλλά  τις επιλογές που το διαμόρφωσαν.  Στα  λάθη που έγιναν και δεν διορθώθηκαν, στις ευθύνες που δεν αναλήφθηκαν, αλλά μετατέθηκαν και στις αξίες που εγκαταλείφθηκαν όταν έπαψαν να εξυπηρετούν γεγονότα και καταστάσεις. Δεν γνωρίζω ειλικρινά αν θα καταφέρει ποτέ να πετάξει ή να περπατήσει, αυτό που πιστεύω ότι είναι σίγουρο, αν δεν επανεξετάσει και δεν αναπροσαρμόσει την στάση του, δεν πρόκειται να πάει πουθενά.

    Ακόμα και μέσα από την απόσταση μιας οθόνης ή ενός γραπτού λόγου, η δύναμη της φιλοσοφίας του Στέλιου Ταντούρη παραμένει αιχμηρή. Δεν χρειάζεται να αγγίξεις τα μέταλλά του για να νιώσεις τη θερμότητα της προσπάθειάς του, αρκεί να κοιτάξεις τον κόσμο γύρω σου με το δικό του βλέμμα.

    Στο Vérité, αναζητούμε την αλήθεια που κρύβεται στις λεπτομέρειες. Και η αλήθεια του Στέλιου είναι μια υπενθύμιση ότι η «πτώση» ή η «οξείδωση» δεν είναι το τέλος. Η ανθρωπότητα, όπως και τα γλυπτά του, είναι ένα έργο σε εξέλιξη. Φτιαγμένο από θραύσματα, λάθη και σπασμένα κομμάτια που περιμένουν τη δική τους αναγέννηση. Ίσως τελικά, η μεγαλύτερη τέχνη να μην είναι η δημιουργία του τέλειου, αλλά η αποδοχή και η μεταμόρφωση του φθαρμένου.

  • Ματωμένα χωράφια, άδειες τσέπες

    Ματωμένα χωράφια, άδειες τσέπες

    Η εικόνα ενός αγρότη που ξυπνά πριν από τον ήλιο, με τα χέρια βουτηγμένα στη γη, δεν είναι απλώς μια εικόνα παράδοσης. Είναι μια καθημερινή πραγματικότητα που καθορίζει την τροφή μας, τη ζωή των χωριών και την ίδια την οικονομική και κοινωνική σταθερότητα της χώρας. Ταυτόχρονα, είναι μια εικόνα που φέτος έχει βαρύνει με νέες δυσκολίες, που δοκιμάζουν την αντοχή της ελληνικής υπαίθρου περισσότερο από ποτέ.

    Η φετινή χρονιά έχει φέρει έναν καταιγισμό προκλήσεων. Από τις καθυστερήσεις στις επιδοτήσεις, που αφήνουν τους αγρότες χωρίς τη ρευστότητα που χρειάζονται για να συνεχίσουν τη δουλειά τους, μέχρι τις φυσικές καταστροφές, όπως οι πλημμύρες στον θεσσαλικό κάμπο, οι απώλειες είναι πολλαπλές. Καλλιέργειες που έμειναν στο νερό και στα λασπωμένα χωράφια δεν αντιπροσωπεύουν μόνο οικονομικό κόστος· αντιπροσωπεύουν τον κόπο μηνών, τη ζωή που δαπανήθηκε για να ανθίσει η γη.

    Η κτηνοτροφία, από την άλλη, πλήττεται από σοβαρές ασθένειες. Η επιδημία ευλογιάς των αιγοπροβάτων που σάρωσε πολλές περιοχές της χώρας προκάλεσε την μαζική απώλεια κοπαδιών, μια τραγωδία που ξεπερνά τα νούμερα: κάθε ζώο που αφαιρείται είναι ένα κεφάλαιο ζωής, ένα κομμάτι της οικογένειας του παραγωγού, ένα κομμάτι της ταυτότητας μιας κοινότητας. Η εικόνα άδειων στάβλων και κοινοτήτων που βλέπουν τις ζωές τους να χάνονται μπροστά στα μάτια τους προκαλεί μια αίσθηση κενού που δεν αποτυπώνεται στους πίνακες οικονομικών στοιχείων.
    Αλλά οι αγρότες δεν πλήττονται μόνο από φυσικά φαινόμενα ή επιδημίες. Το κόστος παραγωγής έχει εκτοξευθεί: λιπάσματα, καύσιμα, φάρμακα για τα ζώα, εξοπλισμός, όλα έχουν γίνει βαρύ φορτίο που δυσχεραίνει την καθημερινή διαχείριση της εκμετάλλευσης. Οι τιμές πώλησης των προϊόντων, συχνά, δεν ανταποκρίνονται ούτε καν στο κόστος παραγωγής, αφήνοντας τους παραγωγούς σε συνεχή οικονομική πίεση.

    Ταυτόχρονα, η διάκριση μεταξύ μικρών και μεγάλων εκμεταλλεύσεων γίνεται όλο και πιο εμφανής. Τα μικρά αγροκτήματα, που για γενιές αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής υπαίθρου, μειώνονται συνεχώς, ενώ οι μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις καρπώνονται τα οφέλη των επιδοτήσεων και της πρόσβασης σε αγορές. Αυτό δεν είναι μόνο οικονομικό φαινόμενο· είναι πολιτισμικό και κοινωνικό. Οι κοινότητες βλέπουν τους παραδοσιακούς τρόπους ζωής να εξαφανίζονται, ενώ η γνώση που περνά από γενιά σε γενιά κινδυνεύει να χαθεί.

    Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, που ολοένα και λιγότεροι άνθρωποι πλέον δεν προτιμούν να εργαστούν στον πρωτογενή τομέα. Το φαινόμενο της αστικοποίησης δεν έχει μείνει παγωμένο τη δεκαετία του 1960· συνεχίζει να εξελίσσεται, οδηγώντας νέες γενιές στα αστικά κέντρα, απομακρύνοντάς τες από τη γη και τα χωριά τους. Τα εμπόδια, οι απώλειες και η αβεβαιότητα κάνουν το επάγγελμα δυσπρόσιτο, και η κοινωνία βλέπει την ύπαιθρο να στερείται νέων γενιών που θα την κρατήσουν ζωντανή.
    Μέσα σε αυτή τη συνεχή δοκιμασία, οι αγρότες παλεύουν με αξιοπρέπεια. Οι κινητοποιήσεις που συχνά γίνονται αντιληπτές μόνο ως μπλόκα στους δρόμους είναι, στην ουσία, η φωνή μιας ολόκληρης κοινωνίας που ζητά αναγνώριση και στήριξη. Δεν πρόκειται για μια επιθυμία υπερβολής ή για πολιτικό παιχνίδι· είναι μια κραυγή επιβίωσης, η ανάγκη να παραμείνουν οι άνθρωποι αυτοί που τρέφουν τη χώρα και συντηρούν την ίδια την ύπαιθρο.

    Η ελληνική ύπαιθρος διδάσκει κάτι σημαντικό: αντέχει. Αντέχει μέσα από τη συνεχή προσπάθεια, μέσα από τη σιωπηλή αντοχή των ανθρώπων της, μέσα από τις μικρές νίκες και τις μεγάλες απώλειες. Αλλά χρειάζεται να μην την αφήνουμε μόνη. Όσο αντέχει ο αγρότης, αντέχει η κοινωνία· και όσο αγωνίζεται να μείνει όρθιος, κρατά ζωντανή την ελπίδα ότι η γη που μας θρέφει μπορεί να συνεχίσει να ανθίζει, παρά τις δυσκολίες.

    Η ιστορία των αγροτών της Ελλάδας δεν είναι απλώς μια σειρά από αριθμούς, ζημιές και απώλειες. Είναι μια ιστορία ανθρώπων που εργάζονται με πάθος και πίστη, που αγαπούν τη γη τους και που, ακόμη και μέσα στον πόνο, προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανό αυτό που τους συνδέει με τη ζωή, την κοινωνία και την ίδια τη χώρα.

  • «Εδώ μιλάνε για λατρεία»: Ο Βύρωνας Κριτζάς αφηγείται την ιστορία των Κόρε. Ύδρο. πίσω από την κάμερα

    «Εδώ μιλάνε για λατρεία»: Ο Βύρωνας Κριτζάς αφηγείται την ιστορία των Κόρε. Ύδρο. πίσω από την κάμερα

    Οι Κόρε. Ύδρο. δεν ήταν ποτέ μια συνηθισμένη περίπτωση στην ελληνική μουσική σκηνή. Για κάποιους ήταν απλώς μια μπάντα από την Κέρκυρα, για άλλους –όπως και για εμένα– ήταν μια «θρησκεία» με φανατικούς πιστούς και ορκισμένους πολέμιους. Αυτή ακριβώς την ένταση, το πάθος και την ιδιαίτερη καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία του Παντελή Δημητριάδη και του Αλέξανδρου Μακρή, ήρθε να αποτυπώσει το ντοκιμαντέρ «Εδώ μιλάνε για λατρεία».

    ​Στην καρέκλα του σκηνοθέτη συναντάμε τον Βύρωνα Κριτζά. Γνωστός μας ως μουσικός δημοσιογράφος, ο Βύρωνας τόλμησε να περάσει στην αντίπερα όχθη: από αυτόν που κρίνει και καταγράφει, σε αυτόν που δημιουργεί και εκτίθεται. Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία βαθιά συναισθηματική, ειλικρινής και –κυρίως– «χειροποίητη».

    ​Με αφορμή την κυκλοφορία του ντοκιμαντέρ, και την επερχόμενη προβολή, μιλήσαμε μαζί του για τη μετάβαση από την πένα στην κάμερα, τη δύσκολη ισορροπία μεταξύ φιλίας και σκηνοθεσίας, αλλά και για το τι τελικά σημαίνει «λατρεία» στην τέχνη.

    Δέσποινα Καρπούζη: Βύρωνα, σε γνωρίζουμε χρόνια μέσα από την πένα σου ως μουσικό συντάκτη. Πόσο «τρομακτική» ή απελευθερωτική ήταν η στιγμή που άφησες το στυλό και έπιασες την κάμερα; Υπήρξε φόβος μήπως κριθείς αυστηρά από τον χώρο μας;

    Βύρωνας Κριτζάς: Δεν έπιασα ποτέ κάμερα, άλλοι την κρατούσαν! Επίσης πρέπει να σου πω ότι ο μπούσουλας, καθ’ όλη τη διάρκεια, ήταν τα κείμενα που έγραφα σε word: Ένα πειστικό treatment για να βρούμε λεφτά, οι ερωτήσεις προς τους ομιλητές, το πλάνο γυρισμάτων, το σενάριο-οδηγός για το μοντάζ. Πολύ γράψιμο! Η σκηνοθεσία δε με τρόμαξε. Είχα και ανθρώπους οι οποίοι ήξεραν καλά το τεχνικό κομμάτι, όπως π.χ. ο Γιάννης Κολόζης, που ανέλαβε τη Διεύθυνση Φωτογραφίας, και βέβαια η Μαρίνα Δανέζη, που ήταν η παραγωγός μας και με ενθάρρυνε από την αρχή. Ήξερα καλά το θέμα μου, ήμουν οργανωτικός, είχα πολύτιμους συνεργάτες, όλα αυτά με έκαναν να νιώθω ασφαλής.

    Δέσποινα Καρπούζη: Τώρα που βρέθηκες στην «αρένα» του δημιουργού και εκτίθεσαι στο κοινό, άλλαξε καθόλου ο τρόπος που θα γράφεις κριτική ή συνεντεύξεις από εδώ και πέρα; Έγινες, ίσως, πιο επιεικής με τους καλλιτέχνες τώρα που είδες τον κόπο από την άλλη πλευρά;

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/o-pantelis-dimitriadis-apoklistika-sto-verite-kai-ti-despina-karpouzi/

    Βύρωνας Κριτζάς: Εμένα ο «θεός» μου είναι ο αναγνώστης πάντα. Για αυτόν γράφω. Βέβαια και ο καλλιτέχνης δε μου είναι αδιάφορος… Πώς μπορείς να είσαι ειλικρινής και αληθινός, χωρίς να πληγώσεις; Πόσο πιθανό είναι να αλλάξεις κάποιον, να τον βοηθήσεις ουσιαστικά, τονίζοντας τα αδύναμα σημεία του; Αυτά είναι ερωτήματα που με έχουν απασχολήσει πολλές φορές, ακόμα και στα προσωπικά μου… Νομίζω με τα χρόνια γίνομαι πιο επιεικής. Και μάλιστα η τέχνη πολλές φορές βοηθάει. Μας κάνει πιο μαλακούς, πιο ανοιχτόκαρδους. Είδες την ταινία του Οικονομίδη; Ο πρωταγωνιστής είναι ένα αντιπαθητικό λαμόγιο, αλλά τον συμπονάμε. Μόνο η τέχνη μπορεί να το πετύχει αυτό.

    Δέσποινα Καρπούζη: Γνωρίζουμε ότι με τον Παντελή Δημητριάδη είστε φίλοι. Αυτό ήταν το μεγάλο σου όπλο, αλλά φαντάζομαι και η παγίδα. Υπήρξε κάποια στιγμή στα γυρίσματα ή στο μοντάζ που δυσκολεύτηκες να διαχωρίσεις τον ρόλο του «φίλου που προστατεύει» από αυτόν του «σκηνοθέτη που οφείλει να δείξει την αλήθεια»;

    Βύρωνας Κριτζάς: Δε νομίζω ότι υπάρχει μία αλήθεια. Αν έκανες εσύ το ντοκιμαντέρ, πιθανόν να έπιανες τον Παντελή από άλλη σκοπιά. Να εστίαζες π.χ. στις οικονομικές του δυσκολίες, στις ερωτικές του σχέσεις, στο πώς γράφει τραγούδια… Εγώ εστίασα αλλού. Νομίζω αυτό που κυριαρχεί είναι ένα αγαπητικό βλέμμα, το οποίο όμως αφήνει ανοιχτή την πόρτα στην αίσθηση αμηχανίας που ο ίδιος προκαλεί ως πρόσωπο. Αναρωτιέσαι αν είναι «ρόλος», όπως και όταν τον βλέπεις στη σκηνή, ή όταν τον γνωρίζεις από κοντά. Νομίζω και ο ίδιος αναρωτιέται.

    Δέσποινα Καρπούζη: Ο Παντελής είναι ένας καλλιτέχνης με πολύ συγκεκριμένη αισθητική και άποψη. Όταν ήρθε η ώρα να δει τον εαυτό του μέσα από τη δική σου σκηνοθετική ματιά, υπήρξαν σημεία που τον ξένισαν ή που είδε διαφορετικά απ’ ό,τι εσύ; Πώς γεφυρώσατε τυχόν διαφορετικές οπτικές πάνω στο τελικό αποτέλεσμα;

    Βύρωνας Κριτζάς: Ο Παντελής δεν είχε λόγο στο τελικό αποτέλεσμα. Είδε την ταινία στην αίθουσα. Στα γυρίσματα υπήρξαν στιγμές που αισθάνθηκε αμήχανα, όπως η σκηνή που τρώει φακές με τους γονείς του, ή η σκηνή που χορεύει και ξεγυμνώνεται μέσα στο δάσος. Εκεί λειτούργησε ως ηθοποιός που άκουγε τις οδηγίες του σκηνοθέτη. Πάντως ούτε ο Αλέξανδρος Μακρής χρειάστηκε να εγκρίνει τις σκηνές του, ούτε κανένας άλλος, μας εμπιστεύτηκαν όλοι. Ευτυχώς.

    Δέσποινα Καρπούζη: Στο ντοκιμαντέρ βλέπουμε την έντονη ταύτιση του κοινού με τον πόνο, την αποτυχία και την απόρριψη που συχνά τραγουδάει ο Δημητριάδης. Τελικά, πιστεύεις ότι η «λατρεία» του τίτλου πηγάζει από τον μουσικό θαυμασμό ή από την βαθύτερη ανάγκη μας να βρούμε κάποιον που να έχει πονέσει όσο εμείς;

    Βύρωνας Κριτζάς: Λατρεύουμε τους Κόρε. Ύδρο. όχι επειδή έχουν πονέσει όσο εμείς, αλλά επειδή μπόρεσαν να εκφράσουν αυτό τον πόνο και να τον εξυψώσουν με τέτοιο τρόπο, ώστε να καταλάβουμε τη σημασία του. Η ευαισθησία είναι προνόμιο – αυτό μας είπαν οι Κόρε. Ύδρο. Δεν είναι αδυναμία, όπως κάποιοι νομίζουν.

    Δέσποινα Καρπούζη: Φαντάζομαι πως είχες ώρες υλικού στη διάθεσή σου. Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη σκηνή, μια ατάκα ή ένα πλάνο που «πέθανε» στο μοντάζ, την αφαίρεσες με βαριά καρδιά για λόγους χρόνου, αλλά ακόμα και σήμερα σκέφτεσαι ότι ίσως έπρεπε να είχε μείνει μέσα;

    Βύρωνας Κριτζάς: Είχα πάρα πολύ υλικό, θα μπορούσε να γίνει και σειρά στο NETFLIX. Αλλά νομίζω ότι τα 88 λεπτά διάρκειας είναι αρκετά για ένα μουσικό ντοκιμαντέρ. Έχουμε και δουλειές…

    Δέσποινα Καρπούζη: Ζώντας από κοντά τη δυναμική μεταξύ του Παντελή και του Αλέξανδρου σήμερα, ένιωσες ότι ο κύκλος των Κόρε. Ύδρο. έχει κλείσει αμετάκλητα; Ή μήπως διέκρινες, έστω και αμυδρά, κάποια ‘χαραμάδα’ επικοινωνίας που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κάτι μελλοντικό;

    Βύρωνας Κριτζάς: Όταν ξεκινούσαμε να σχεδιάζουμε το ντοκιμαντέρ, η σχέση τους ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Σήμερα παραμένει τυπική, αλλά επικοινωνούν πολύ συχνότερα. Για να καταλάβεις, είναι περίπου σαν ένα χωρισμένο ζευγάρι, που κάθε τόσο πρέπει να συνεννοηθεί για τη φροντίδα των «παιδιών» (των τραγουδιών). Αυτό που εγώ έχω εκλάβει είναι ότι αρνούνται να επανενωθούν όχι επειδή δε χωνεύουν ο ένας τον άλλον, αλλά επειδή αγαπάνε τους Κόρε. Ύδρο., τους σέβονται, τους έχουν στην καρδιά τους ως κάτι πολύτιμο, που κάποια στιγμή τελείωσε.

    Δέσποινα Καρπούζη: Κλείνοντας, μια υπόθεση εργασίας: Το ντοκιμαντέρ λέγεται «Εδώ μιλάνε για λατρεία». Αν έπρεπε να γυρίσεις ένα sequel σε 10 χρόνια από τώρα, με τους ίδιους πρωταγωνιστές αλλά σε άλλη φάση ζωής, τι τίτλο πιστεύεις –ή θα ήθελες– να είχε;

    Βύρωνας Κριτζάς: Αυτή ήταν η ροζ ταινία και τώρα ετοιμάζουμε την κίτρινη ταινία, «Εδώ μιλάνε για αλήθεια», με όλα τα κουτσομπολιά και τις ίντριγκες.

    Ευχαριστούμε τον Βύρωνα Κριτζά για την παραχώρηση της συνέντευξης. Το ντοκιμαντέρ «Εδώ μιλάνε για λατρεία» συνεχίζει το ταξίδι του στις αίθουσες και στα φεστιβάλ, θυμίζοντάς μας πως, μερικές φορές, η μουσική είναι κάτι παραπάνω από νότες: είναι καταφύγιο.

    Το «Εδώ μιλάνε για λατρεία» θα προβληθεί στο σινεμά Μικρόκοσμος της Αθήνας, την Παρασκευή 19/12, στις 22:30.

  • Πολυτεχνείο: Η μνήμη που επιμένει και η κοινωνία που ακόμη ψάχνει τη φωνή της

    Πολυτεχνείο: Η μνήμη που επιμένει και η κοινωνία που ακόμη ψάχνει τη φωνή της

    Υπάρχουν ημερομηνίες που δεν χωράνε σε στεφάνια και αγήματα. Η 17η Νοεμβρίου είναι από αυτές. Όχι επειδή οι ιστορίες είναι βαριές, αλλά γιατί οι σκιές τους απλώνονται ως εδώ, στο τώρα, σαν να θέλουν να μας θυμίσουν ότι τίποτα από εκείνον τον φόβο δεν χάθηκε στ’ αλήθεια. Απλώς άλλαξε δωμάτιο μέσα μας.

    Δεν γράφω για να ανακυκλώσω μνήμη. Γράφω γιατί το Πολυτεχνείο δεν τελείωσε.
    Ζει στη δυσπιστία μας, στη σιωπηλή μας επιφύλαξη, στην έτοιμη φράση “μη μπλέξεις”. Ζει σε μια κοινωνία που έμαθε να επιβιώνει χαμηλόφωνα, ακόμη κι όταν θέλει να φωνάξει.

    Η ψυχολογία της σιωπής – όταν ο φόβος ριζώνει πιο βαθιά κι από την ιστορία

    Η χούντα δεν ήταν μόνο μια πολιτική εκτροπή. Ήταν μια καθημερινή εκπαίδευση στο “να μην μιλάς”.
    Και ό,τι επαναλαμβάνεται αρκετά γίνεται συνήθεια, κι ό,τι γίνεται συνήθεια γίνεται χαρακτήρας.
    Έτσι φτάσαμε, δεκαετίες μετά, να ζούμε σε μια χώρα όπου η δυσπιστία δεν είναι ιδιοτροπία· είναι κληρονομιά.

    Στις μετα-αυταρχικές κοινωνίες (Spreizer, 2017), οι πολίτες συχνά εμφανίζουν τρία σταθερά μοτίβα:
    δυσπιστία προς θεσμούς,
    αποχή από πολιτικές διαδικασίες,
    εσωτερίκευση του “μη μιλάς για πολιτικά”.

    Αυτά δεν είναι αφηρημένες έννοιες. Είναι παρατηρήσιμες στην Ελλάδα:

    Στοιχείο: Σύμφωνα με το European Social Survey (2002–2022), η Ελλάδα καταγράφει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά εμπιστοσύνης σε θεσμούς της Ευρώπης. Οι νέοι 18–29 ετών συμμετέχουν λιγότερο σε συλλογικές δράσεις σε σχέση με αντίστοιχες ηλικίες χωρών χωρίς αυταρχικό παρελθόν.

    Η δικτατορία έφυγε· ο φόβος της έμεινε σαν υπόκωφος μηχανισμός. Σαν μια σκιά που δεν ξέρεις από πού ανάβει το φως για να τη διώξεις.

    Μια κοινωνία που έμαθε να ζει χαμηλά για να μην την πατήσουν

    Μετά το ’74, όλοι μιλούσαν για “επιστροφή στη δημοκρατία”.
    Κανείς δεν μίλησε για την άλλη δουλειά που έπρεπε να γίνει: την εξάλειψη της νοοτροπίας της επιβίωσης.

    Ολόκληρες γενιές μεγάλωσαν με συμβουλές που έμοιαζαν απλές, αλλά ήταν φορτωμένες ιστορία:
    “Μην προκαλείς”,
    “Μην εκτίθεσαι”,
    “Μην παίρνεις θέση”.

    Μελέτη Παντείου (2021):
    – 68% των συμμετεχόντων συνδέει την πολιτική με “σύγκρουση, ρίσκο, διχασμό”.
    – Μόνο 14% τη συνδέει με “προσωπική ευθύνη”.

    Το οικονομικό παραμύθι – όταν η νοσταλγία καμουφλάρει τη βία

    Μια άλλη σκιά της επταετίας είναι το αφήγημα της “οικονομικής ευημερίας”.
    Είναι η μισή αλήθεια που γίνεται ολόκληρο ψέμα. Γιατί η νοσταλγία λειτουργεί σαν θαμπό τζάμι: βλέπεις όσα θέλεις να δεις.

    Κι όμως, τα στοιχεία είναι αδιάφορα για τα συναισθήματα:

    – Το δημόσιο χρέος από 34 δισ. δραχμές (1967) εκτινάχθηκε στα 115 δισ. (1974) — αύξηση άνω του 240%.
    – Ο πληθωρισμός από 2% σκαρφάλωσε σε διψήφιο.
    – Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών βούλιαξε.

    Η μεταδοτική μνήμη – πώς το τότε μπαίνει στο τώρα χωρίς να το καταλάβουμε

    1. Στην οικογένεια, η παλιά φράση “πρόσεχε τι λες” μοιάζει με αναχρονιστικό αστείο, αλλά κάποτε ήταν επιβίωση.
    2. Στα σχολεία, η απονευρωμένη πολιτική σκέψη είναι το μετέωρο υπόλοιπο μιας εποχής όπου η άποψη είχε κόστος.
    3. Στην κοινωνική συμμετοχή, ο φόβος της “ταμπέλας” μοιάζει με νεανική αδιαφορία, αλλά είναι προϊόν συλλογικής μνήμης.
    4. Στην πολιτική πόλωση, η δυσκολία να εμπιστευτούμε “τον απέναντι” έχει ρίζες σε δεκαετίες καταστολής.

    Γραφήματα που υποστηρίζουν την αφήγηση:
    – Αύξηση δημόσιου χρέους 1967–1974
    – Πτώση εμπιστοσύνης σε θεσμούς (ESS)
    – Συμμετοχή νέων σε συλλογικές δράσεις σε σύγκριση με ΕΕ

    Γιατί έχει νόημα το Πολυτεχνείο σήμερα;

    Η 17η Νοεμβρίου είναι ο καθρέφτης που δεν θέλουμε να κοιτάξουμε πολύ ώρα.
    Δείχνει τι φοβόμαστε, τι αποφύγαμε να θεραπεύσουμε, τι ξεχάσαμε πως χρειάζεται θάρρος.

    Όχι το θάρρος των οδοφραγμάτων – το άλλο: το καθημερινό, εκείνο που σε σπρώχνει να ανοίξεις το στόμα σου σε μια κοινωνία που για δεκαετίες το κρατούσε κλειστό.

    Το Πολυτεχνείο δεν ζητά να το τιμήσουμε.
    Μας ζητά να το καταλάβουμε.

  • Η σιωπή της βεντέτας: Όταν η τιμή γίνεται φόβος

    Η σιωπή της βεντέτας: Όταν η τιμή γίνεται φόβος

    Η πρόσφατη επίθεση στην Κρήτη, όπου ένας 69χρονος κτηνοτρόφος βασανίστηκε και ακρωτηριάστηκε, δεν είναι απλώς άλλο ένα περιστατικό βίας. Είναι μια υπενθύμιση πως πίσω από τα γραφικά τοπία, τις μαντινάδες και τη φιλοξενία, επιβιώνουν ακόμη βαθιά ριζωμένοι κοινωνικοί μηχανισμοί που καθορίζουν την τιμή, τη δύναμη και τη σιωπή.

    Η πράξη αυτή – να κόψεις τη γλώσσα κάποιου – δεν είναι μόνο εγκληματική. Είναι συμβολική.
    Είναι μια ωμή δήλωση εξουσίας: «Σου αφαιρώ τη φωνή». Μια χειρονομία που κουβαλά μαζί της δεκαετίες άγραφων νόμων, εσωτερικευμένων κανόνων και φόβων που περνούν από γενιά σε γενιά.

    Η παράδοση της βίας και η κοινωνική σιωπή

    Η Κρήτη έχει ζήσει για αιώνες με τον κώδικα της τιμής και της ανταπόδοσης.
    Η βεντέτα, όσο κι αν μοιάζει ξεπερασμένη, δεν είναι απλώς «μια παλιά συνήθεια».
    Είναι κοινωνικό σύστημα, τρόπος ρύθμισης σχέσεων όταν η εμπιστοσύνη στους θεσμούς έχει διαβρωθεί. Σε μικρές κοινωνίες, όπου όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους, η δημόσια εικόνα έχει σχεδόν υπαρξιακή βαρύτητα. Η προσβολή δεν βιώνεται ως προσωπική, είναι συλλογική, αγγίζει την οικογένεια, το όνομα, τη γενιά. Έτσι, η εκδίκηση μετατρέπεται σε κοινωνική υποχρέωση, όχι σε επιλογή.

    Και όμως, πίσω από αυτό το φαινομενικά «ανδρικό» καθήκον, κρύβεται ένας βαθύς φόβος: ο φόβος της απώλειας ελέγχου, της έκθεσης, της αδυναμίας. Η βία γίνεται το μέσο για να αποτραπεί η ντροπή.
    Και η σιωπή, αυτή που επιβάλλεται με τη γλώσσα κομμένη, είναι το τίμημα που πληρώνει μια ολόκληρη κοινότητα.

    Η κοινωνία της ανεκτικότητας στη βία

    Η ελληνική κοινωνία, σε πολλές εκφάνσεις της, εξακολουθεί να δείχνει μια παράξενη ανοχή απέναντι στη βία όταν αυτή ντύνεται με τον μανδύα της παράδοσης. Λέμε συχνά «έτσι είναι εκεί κάτω», σαν να μιλάμε για φυσικό φαινόμενο, και όχι για επιλογές ανθρώπων που διαμορφώνονται μέσα σε κοινωνικά πλαίσια.

    Αυτός ο τρόπος σκέψης είναι επικίνδυνος, γιατί επιτρέπει την αναπαραγωγή του φαινομένου.
    Όταν το αίμα θεωρείται αποδεκτή μορφή αποκατάστασης, τότε το τραύμα δεν επουλώνεται ποτέ, απλώς αλλάζει πρόσωπα.

    Από τη σιωπή στη φωνή

    Η λύση δεν βρίσκεται στην καταδίκη της Κρήτης ή της παράδοσης, αλλά στην κατανόηση του γιατί αυτές οι συμπεριφορές αντέχουν. Χρειάζεται εκπαίδευση, θεσμική εμπιστοσύνη, και πάνω απ’ όλα, δημόσιος λόγος που να μην φοβάται να μιλήσει για τη βία, το φύλο, τη δύναμη, και τη ντροπή.

    Η κοινωνία θεραπεύεται όταν αρχίζει να μιλά, όχι όταν σωπαίνει. Και ίσως το πιο δύσκολο αλλά και πιο αναγκαίο βήμα είναι ακριβώς αυτό: να ξαναδώσουμε φωνή εκεί που για χρόνια κόβεται.

  • Η περσινή υποψήφια για Νόμπελ Ειρήνης, Ε. Πετροπούλου στο Vérité και τη Δ. Καρπούζη

    Η περσινή υποψήφια για Νόμπελ Ειρήνης, Ε. Πετροπούλου στο Vérité και τη Δ. Καρπούζη

    Ξεκινήσατε από τη δημοσιογραφία στη Γαλλία και βρεθήκατε να γράφετε παραμύθια που κυνηγούν το όνειρο. Πώς έγινε αυτή η μετατόπιση; Τι κρατήσατε από τη δημοσιογραφία και τι αφήσατε πίσω;

    Αγαπητή κα Καρπούζη σας ευχαριστώ πολύ για το βήμα, για τη δυνατότητα που μου δίνετε να μιλήσω στον Έλληνα αναγνώστη, γιατί παρόλο που μένω κι εργάζομαι στην Ελλάδα από το 2009 , σπάνια μου ζητούν συνεντεύξεις. Αντιθέτως στο εξωτερικό δίνω πολύ συχνά…

    Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από την αρχή πρώτου κύκλου της ζωής μου, γιατί για εμένα όλα είναι κύκλος και πάντα αρχίζουν και τελειώνουν, όταν μια νέα αποστολή μου φανερώνεται στο δρόμο μου. Η Γαλλία ήρθε λοιπόν στη ζωή μου, ενώ είχα ολοκληρώσει τις σπουδές μου στη σχολή Δημοσιογραφίας του Αnt1, είχα δουλέψει και στο εξωτερικό δελτίο, είχα συνεργαστεί και με την εκπομπή της Φωτεινής Πιπιλή, το Αυτά και άλλα, και αναζητούσα μια εργασία στα έντυπα. Ένας υπέροχος άνθρωπος, ο αδερφός της μαμάς μου, μου προτείνει να πάω στη Γαλλία, όπου ξεκινούσε ο φίλος του, την εφημερίδα, ” “Le libre journal” μια συνδρομητική εφημερίδα που φιλοδοξούσε να παρουσιάσει όλο το πολιτικό οικονομικό κομμάτι της Γαλλίας αλλά και το τομέα του πολιτισμού. Στα περίπου δέκα χρόνια που έμεινα στη Γαλλία και ήρθα σε επαφή με ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπων της ενημέρωσης και της λογοτεχνίας, άρχισε να ανθίζει στην καρδιά μου το σποράκι της γραφής. Ο Διευθυντής της εφημερίδας, και μέντορας μου τότε, μου είχε πει : θα γράφεις με την καρδιά σου και να διαβάζεις βιβλία σε περισσότερες από μία γλώσσες “.

    Αυτά τα κράτησα σαν θησαυρό στο μυαλό μου και ξεκίνησα να γράφω το πρώτο μου παραμύθι στα γαλλικά, τη Ζεραλντίν και το ξωτικό της λίμνης, το ολοκλήρωσα το 1998. Το εξέδωσα το 2006 στη Νίκαια. Το παρουσίασαν στη Γαλλία το 2007.

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/o-aygoystos-korto-sto-verite-kai-ton-konstantino-moyssa/

    Η δουλειά ως δημοσιογράφος ήταν το έναυσμα για να έρθω πιο κοντά στη λογοτεχνία, που πιστεύω αυτός ήταν ο τελικός στόχος μου. Ήταν μια συμπόρευση αφού τα γραφόμενα μου ήταν πάντα πάνω σε θέματα πολιτισμού, μιας κι έκανα παρουσίαση θεάτρου και βιβλίων ή καλυπτα πολιτιστικές εκδηλώσεις του διαμερίσματος όπου ήταν η εφημερίδα μας. Ως συγγραφέας δεν μπορώ να πω ότι έγινε μετατόπιση λοιπόν, αλλά έγινε μια προέκταση της γραφής και του αντικειμένου που άρχισα να ασχολούμαι. Κι αυτό ήταν η παιδική λογοτεχνία.

    Οι ηρωίδες σας, από τη Ζεραλντίν μέχρι την Κόρη της Σελήνης, κουβαλούν φως αλλά και δοκιμασίες. Τις βλέπετε σαν κομμάτια δικά σας ή σαν καθρέφτες των παιδιών που συναντάτε σε Ελλάδα και εξωτερικό;

    Οι ήρωες και οι ηρωίδες μου είναι, ήταν και θα είναι άνθρωποι που συνάντησα στη ζωή μου, οι οποίοι μου έκαναν εντύπωση ή απλά μου κινούσαν την περιέργεια. Όπως μπορείτε να φανταστείτε για ένα κορίτσι 18 χρόνων, το 1994, που δούλευε και έμενε στο εξωτερικό, όλα έμοιαζαν διαφορετικά αλλά και υπέροχα. Οπότε οι περισσότερες εμπειρίες ήταν προσωπικές από διάφορα ταξίδια στο εσωτερικό της χώρας, όπως η επίσκεψη μου στο Mont Saint Michel, στο Μοναστήρι του Αγίου Μιχαήλ το οποίο είναι γνωστό για το πανέμορφο Μοναστήρι αφιέρωμα στον Αρχάγγελο Μιχαήλ, που είναι χτισμένο στο βράχο κι αγκαλιάζει πραγματικά όλο το νησί με τα υπέροχα μεσαιωνικά κτίρια αλλά και τα δρομάκια του. Εκεί λοιπόν έχτισα για αρκετές μέρες, διάφορες μορφές και συμπεριφορές ηρώων, που τους χρησιμοποίησα στις ιστορίες μου, ” οι περιπέτειες του Σαμουράι Νογκασικα Σαν” και ” Ο άντρας που… φοβόταν την Αγάπη” οι οποίες γράφτηκαν πολύ αργότερα και έχουν εκδοθεί και μεταφραστεί στα αγγλικά και ισπανικά.

    Στην παιδική λογοτεχνία, ο συγγραφέας οφείλει να δώσει ένα πολύ ξεκάθαρο μήνυμα για το τι πρόκειται να παρουσιασεί στο βιβλίο του. Να μιλήσει ανοιχτά για τους χαρακτήρες τών ηρώων του και φυσικά να δώσει ένα παράδειγμα , μια μικρή λεπτομέρεια, ώστε να είναι εύκολο να ταυτιστεί το παιδί με αυτό που ακούει ή με αυτό που το ίδιο θα διαβάσει.

    Έτσι, χρησιμοποιούνται συγκεκριμένα εργαλεία στην παιδική λογοτεχνία, που είναι πολύ σημαντικά για να υπάρξουν οι εναλλαγές, η περιπέτεια, οι δεύτεροι ρόλοι,τα μαγικά στοιχεία και τα αντικείμενα που παίρνουν ανθρώπινη μορφή και μιλούν και τραγουδούν αλλά όπως στη ζωή μας έτσι και στις ιστορίες χρειάζονται οι δοκιμασίες και οι μεταμορφώσεις για να φτάσουμε στο επιθυμητό, την ευτυχία, την πραγματοποίηση των στόχων μας και την ολοκλήρωση των ονείρων μας.

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/%cf%81%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%82-%cf%87%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%bb%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%af%ce%b4%ce%b7%cf%82-%cf%88%ce%ac%cf%87%ce%bd%ce%b5-%cf%84%ce%bf%ce%bd-%ce%b5%ce%b1%cf%85%cf%84%cf%8c-%cf%83%ce%bf/

    Αυτό είναι το φως… που στο τέλος θα λάμψει αλλά υπάρχει και το σκοτάδι, οι δοκιμασίες που βιώνουν τα μικρά παιδιά και τα κρατούν μυστικά στην καρδιά τους και μεγαλώνουν με αυτά τα σκοτάδια, τις σκιές και δύσκολα μιλούν για αυτά.

    Τις ιστορίες μου λοιπόν τις γράφω για αυτά τα παιδιά, που πέρασαν από μεγάλες δοκιμασίες και τα κατάφεραν. Οι ιστορίες μου έχουν θεραπευτικές ιδιότητες και τα παιδιά διαβάζοντας, έχουν πάρει μεγάλη δύναμη και κουράγιο, για να συνεχίσουν να ονειρεύονται, κι αυτή είναι μια ακόμη μαρτυρία μιας μητέρας που το παιδί της φοβόταν το σκοτάδι και τις ντουλάπες που έμεναν ανοιχτές…

    Όταν η μητέρα του παιδιού αγόρασε το βιβλίο μου, “Ζεραλντίν και το ξωτικό της λίμνης” και του διάβαζε το παραμύθι μου κάθε βράδυ, σταδιακά το παιδί της ύστερα από μερικούς μήνες , έκλεινε το φως και τις ντουλάπες μόνο του και κοιμόταν ήσυχο… με το βιβλίο μου κάτω από το μαξιλάρι του.

    Στο βιβλίο για τη Μυρτώ αγγίξατε ένα πραγματικό τραύμα. Πώς βρήκατε τη δύναμη να γράψετε γι’ αυτό και πώς ανταποκρίθηκαν τα παιδιά;

    Η Μυρτώ, το βιβλίο η “Νεραιδομαζόνα η Μυρτιά” ήταν από τις πιο συγκινητικές στιγμές της ζωής μου. Γνώρισα την οικογένεια της Μυρτούς, ύστερα από την προτροπή και σύσταση της αγαπημένης πλέον φίλης, Διευθύντρια του κέντρου Ελληνικού Πολιτισμού με έδρα τη Μόσχα, Δρ. Δώρα Γιαννίτση, την οποία τη γνώρισα αρκετά χρόνια πριν, αφού είχα κάνει δωρεά ελληνικών βιβλίων, για τη βιβλιοθήκη του Κ.Ε.Π.

    Μου έστειλε λοιπόν ένα μήνυμα και με προέτρεψε να έρθω σε επαφή με την οικογένειά της Μυρτούς, γνωρίζοντας τις ευαισθησίες μου αλλά και την προσωπικότητα μου, πάντα προσφέρω χωρίς ποτέ να το αναφέρω. Έτσι έγινε η πρώτη επαφή. Γνώρισα τη Μυρτώ. Είχαμε μια πολύ όμορφη χημεία και ξεκίνησα να γράφω την ιστορία της Νεραιδομαζόνας, ακολουθώντας και τις επιθυμίες της.

    Η Μυρτώ επικοινωνούσε με τα βλέφαρα της και η μαμά της , η καλύτερη μεταφράστρια, για να μου εξηγεί. Το βιβλίο εξεδόθη από ιδιώτη. Ήμουν εθελόντρια σε όλη αυτή την πρωτοβουλία.Το βιβλίο το αφιέρωσα στην Μυρτώ και προχώρησα και στη δωρεά στην οικογένεια, ώστε με κάθε πώληση, τα έσοδα από την πώληση να πηγαίνουν στη οικογένεια  Μπορείτε να στείλετε μήνυμα στη Μαρία Κοτρώτσου, για οποιοδήποτε ενδιαφέρεται να αγοράσει το βιβλίο.

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/o-bas%ce%afles-l%ce%adkkas-sto-verite-kai-ton-konstant%ce%afno-mo%cf%8dssa/

    Η ιστορία, “η Νεραιδομαζόνα η Μυρτιά” είναι μια ιστορία καλοσύνης, αγάπης προς τη φύση και τη θάλασσα αλλά φέρνει ένα μήνυμα ειρήνης και ελπίδας. Κάναμε αρκετές παρουσιάσεις από το 2019 και τα παιδιά ανταποκρίθηκαν με πολύ αγάπη και έντονα συναισθήματα. Τα παιδιά έχουν έμφυτη την εν συναίσθηση και γνωρίζουν να διακρίνουν το καλό και το κακό. Σε κάθε παρουσίαση τού βιβλίου της Μυρτούς, υπήρχε ένα κύμα συμπαράστασης και αλληλεγγύης και πολύ αγάπη…

    Τα βιβλία σας έχουν εγκριθεί από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου και διδάσκονται σε μαθητικές βιβλιοθήκες. Νιώθετε ότι οι Έλληνες αναγνώστες σάς καταλαβαίνουν διαφορετικά από τους ξένους;

    Η Κύπρος είναι αρκετά μπροστά σε όλους τους τομείς. Έχει ένα ιδιαίτερα πετυχημένο πρόγραμμα για να βοηθήσει τους δημιουργούς.

    Έτσι, ψάχνοντας για διάφορα πρότζεκτ, πάνω στη λογοτεχνία, βρήκα το σάιτ, όπου ενημέρωνε για το τρόπο που θα μπορούσε να εγκριθεί το βιβλίο ενός συγγραφέα. Έστειλα όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά και μετά από ένα μήνα περίπου, μου απάντησαν. Έχουν εγκριθεί  τα περισσότερα βιβλία μου, “Η Ζεραλντίν και το ξωτικό της λίμνης “,  “Ο ήρωας Με τα φτερωτά σανδάλια και το μαγικό μολύβι ” και “οι περιπέτειες του Σαμουράι Νογκασίκα Σαν “.

    Είμαι πολύ χαρούμενη και όπως κάνω πολύ συχνά στη ζωή μου.. άνοιξα το δρόμο και για άλλους συγγραφείς. Στη χώρα μας υπάρχουν περισσότεροι συγγραφείς από ότι αναγνώστες . Είναι κρίμα, ότι ελάχιστοι διαβάζουν ή ασχολούνται πραγματικά με τη λογοτεχνία.Όλα έχουν εμπορευματοποιηθεί και δυστυχώς η προσκόλληση των νέων παιδιών αλλά και των ενηλίκων με τα κινητά δεν νομίζω ότι θα αλλάξει κάτι στο μέλλον.

    Στο εξωτερικό οι άνθρωποι διαβάζουν κι υπάρχει και η διαφορετική νοοτροπία, όσο αφορά τα βιβλία, όσο Περισσότερες κατά μεγάλες βιβλιοθήκες υπάρχουν στο σπίτι κάποιου ,  δείχνει σημαντικός ανάμεσα στην παρέα. Αυτό γνώρισα στην Γαλλία και σε αρκετές παρέες, που συναναστρεφόμουν και περνούσαμε ώρες διαβάζοντας και καταστρώνοντας παιχνίδια μυστηρίου βασισμένα σε βιβλία που διαβάζαμε. Μερικές φορές αναρωτιέμαι κι εγώ ή ίδια, πως θα μπορέσω να φτάσω στα παιδιά, που πλέον είναι χαμένα στην οθόνη ενός υπολογιστή… Χρειάζεται πολύ δουλειά από την πολιτεία, το σχολείο και την οικογένειά.

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/o-pantelis-dimitriadis-apoklistika-sto-verite-kai-ti-despina-karpouzi/

    Ως πρόεδρος του Mother Theresa International Foundation Greece, πρέσβειρα ειρήνης και υποψήφια για το Νόμπελ Ειρήνης, συνδέετε λογοτεχνία και ανθρωπισμό. Πιστεύετε ότι η τέχνη έχει καθήκον να δρα κοινωνικά ή είναι επιλογή του δημιουργού;

    Φυσικά, ο δημιουργός οφείλει και πρέπει να δρα κοινωνικά. Ειδάλλως μιλάμε για τέχνη χωρίς περιεχόμενο ή για στρατευμένη τέχνη. Η λογοτεχνία είναι βασισμένη στην ανθρώπινη ύπαρξη και ο άνθρωπος μέσω της γραφής προσπαθεί να ξεφύγει από τους δικούς του φόβους και εμπόδια και να αγγίξει το θείο. Δεν μπορούμε μόνο να γράφουμε για να πάρουμε κάποιο βραβείο ή ένα οικονομικό αντάλλαγμα. Ο Δημιουργός γράφει, δημιουργεί για να εμπνεύσει, να στηρίξει τη δικαιοσύνη, την ακεραιότητα και την ανάγκη για να ζήσουμε όλοι σε έναν ειρηνικό κόσμο.

    Μιλώντας για ειρηνικό κόσμο, ήμουν υποψήφια για το Νόμπελ Ειρήνης το 2024 από τρεις μεγάλους οργανισμούς αναγνωρισμένους από τα Ηνωμένα Έθνη. Οι οργανισμοί αυτοί που είναι από τρεις διαφορετικές χώρες Μεξικό, Ινδία, Αργεντινή είδαν σε μένα, μια γυναίκα με όραμα και πάθος για την λογοτεχνία και δη την ποίηση, που μέσω του λογοτεχνικού διαδικτυακού εγχειρήματος, Poetry Unites people, τα τελευταία 11 χρόνια έχω καταφέρει να ενώσω πάνω από 200 χώρες και τουλάχιστον 1.680 ποιητές από όλες τις χώρες.

    Το όραμα μου να επικοινωνήσω το μήνυμα της ειρήνης μέσω των στίχων και των λέξεων, έχει εμπνεύσει χιλιάδες ποιητές σε όλο τον κόσμο και πολλοί έχουν δημιουργήσει παράλληλα τους δικούς τους συλλόγους ακολουθώντας τη δική μου ιδέα. Συνεχίζω να δημιουργώ γέφυρες πολιτισμού και ποίησης και να προωθώ τα ποιήματα ανθρώπων, που βρίσκονται σε δεινή θέση όπως τον Παλαιστίνιο ποιητή, κάτοικο Γα σας Ahmed Miqdad, αλλά και τη Ρωσίδα ποιήτρια Όλγα Λεβαδναγια και τον Ισραηλινό ποιητή Κοέν αλλά και Κορεάτες και Βιετναμέζους ποιητές καθώς και τη Νεπαλέζα συγγραφέα til Kumari Sharma. Για μένα ο άνθρωπος σημαίνει δημιουργία. Η ποίηση που προέρχεται από το συντηρημένο ρήμα ποιεω.. ποιώ σημαίνει δημιουργώ.. πράττω  Οπότε θα υπηρετώ και τα δύο μέχρι τέλους.

    Έχετε πει ότι είστε “παραμυθού για πάντα”. Πότε το καταλάβατε πρώτη φορά; Υπήρξε κάποια παιδική σας εμπειρία που σας το αποκάλυψε;

    Η παιδική λογοτεχνία δεν είναι κάτι που επιλέγεις.. αλλά σε επιλέγει. Από πολύ μικρή ηλικία θυμάμαι τον εαυτό μου, με ένα βιβλίο στα χέρια. Τα αγαπημένα μου βιβλία, οι μύθοι του Αισώπου. Θεωρώ ότι δεν θα βρεθεί συγγραφέας που κατάφερε τόσο έξυπνα, να παρουσιάσει τη ζωή του ανθρώπου ή μιας κοινωνίας, έχοντας ως ήρωες, μόνο ζώα. Είναι τόσο όμορφα και έξυπνα γραμμένες που διαβάζονται με ευχαρίστηση αλλά περνούν και πολύ σωστά μηνύματα.

    Το δεύτερο βιβλίο είναι ” Ομήρου Οδύσσεια” θεωρώ ότι ο Όμηρος ήταν ο μεγαλύτερος”παραμυθάς” και δεν πρόκειται να τον φτάσουμε, ούτε στη τέχνη της αφήγησης, του λυρισμού, της περιγραφής και της γλαφυρότητας. Ελπίζω να μην παρεξηγηθώ, λέγοντας “παραμυθάς “, αναφέρομαι στη τεχνική της παρουσίασης του έργου του αφού ως γνωστόν η λέξη παραμύθι, προέρχεται από το  ρήμα παραμυθέω – παραμυθώ, που σημαίνει παρηγοριά. Οπότε σύμφωνα με τη σημασία της λέξης, θα είμαι για πάντα η” παρηγοριά ” τού παιδιού και τού ανθρώπου γενικότερα.

    Μιλάτε συχνά για το “φως της Ελλάδας”. Αν έπρεπε να το περιγράψετε σε ένα παιδί από άλλη χώρα, τι θα του λέγατε ότι είναι αυτό το φως;

    Αναφέρομαι στο ήθος, στις παραδόσεις, στο φιλότιμο, στην ελληνική ψυχή. Όλα αυτά είναι το Φως της Ελλάδας, που κατά την άποψη μου τείνει να σβήσει. Χρειαζόμαστε ανθρώπους φωτεινούς  Χρειαζόμαστε ειρηνοποιόυς. Χρειάζεται να κλείσει η οθόνη του υπολογιστή…. Ένα παιδί θα μπορούσε να διαβάσει το ποίημα μου, το φως, ή απλώς να τα πάω μια βόλτα στον Εθνικό κήπο και να τους διαβάσω το μύθο του Ηρακλή με τον Κέρβερο.

    Ήσασταν υποψήφια για το Νόμπελ Ειρήνης 2024. Σε έναν κόσμο που ματώνει – από την Παλαιστίνη μέχρι την Ουκρανία – ποιος είναι ο ρόλος του συγγραφέα; Μπορεί ένα παιδικό βιβλίο να μιλήσει για τον πόνο του πολέμου και να γίνει γέφυρα για την ειρήνη;

    Ένα ποίημα ή μία ιστορία μπορεί να γίνει μια νανοκάψουλα, να την επιλέξουν ανάμεσα σε 200 δημιουργούς και να  ταξιδέψει στη Σελήνη. Ένα ποίημα μπορεί να γίνει κινούμενο σχέδιο καί νά δείξει σε ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπων, ότι η ειρήνη είναι ο μόνος δρόμος για να μπορέσει να υπάρξει ανάπτυξη και πρόοδος. Ήταν μεγάλη τιμή η υποψηφιότητα μου για το Νόμπελ Ειρήνης το 2024.Θα είμαι μια γέφυρο-ποιήτρια, αφανής για την Ελλάδα, αλλά μια μεγάλη προσωπικότητα, παγκόσμια πρέσβειρα της Ειρήνης για όλο τον κόσμο.

    Το επόμενο βήμα. Υπάρχει μια ιστορία που φυλάτε στο συρτάρι σας για χρόνια, περιμένοντας τη σωστή στιγμή;

    Οι κύκλοι θα ανοίγουν και θα κλείνουν στη ζωή μου. Ξεκίνησα μια μεγάλη συνεργασία που έχει ως στόχο, να γίνει στην Ελλάδα,στην  Κόρινθο μια μεγάλη κοιτίδα πολιτισμού όπου καλλιτέχνες, γλύπτες, ζωγράφοι από Ελλάδα και το εξωτερικό θα μπορούν να έρχονται, για να εκθέσουν τα έργα τους. Είμαι ευγνώμων στην αγαπημένη φίλη, πολύ γνωστή συγγραφέα και ζωγράφο, ιδιοκτήτρια της γκαλερί τέχνης Μπεχράκη, Παυλίνα Μπεχράκη, για την εμπιστοσύνη και τη μεγάλη της καρδιά.

    Κλείνοντας, αν σας ζητούσα να φτιάξετε τίτλο παραμυθιού για την Ελλάδα του σήμερα, ποιος θα ήταν? 

    “Είμαστε μικροί αλλά έχουμε ψυχή γίγαντα”

  • Το παιδί που χάθηκε σιωπηλά: Η σκοτεινή όψη της τεκνοκτονίας και η ψυχική υγεία των μητέρων

    Το παιδί που χάθηκε σιωπηλά: Η σκοτεινή όψη της τεκνοκτονίας και η ψυχική υγεία των μητέρων

    Η υπόθεση της 32χρονης Αλγερινής μητέρας που συνελήφθη στην Αθήνα για τον
    θάνατο της τρίχρονης κόρης της έχει συγκλονίσει. Αρχικά, η ίδια ισχυρίστηκε ότι το
    παιδί υπέστη ατύχημα, όμως η ιατροδικαστική εξέταση αποκάλυψε ότι η μικρή
    πέθανε από ασφυξία και κακοποίηση.
    Παρότι η τεκνοκτονία – η δολοφονία δηλαδή του ίδιου του παιδιού από τη μητέρα –
    είναι σπάνιο φαινόμενο, αντιστοιχεί περίπου στο 2-4% των συνολικών
    ανθρωποκτονιών διεθνώς. Παρ’ όλα αυτά, κάθε περιστατικό κρύβει πολύπλοκες
    ψυχικές και κοινωνικές διαστάσεις.
    Οι μητέρες που φτάνουν σε τέτοιες ακραίες πράξεις συνήθως ζουν υπό ασφυκτικές
    συνθήκες: φτώχεια, απομόνωση, έλλειψη κοινωνικής υποστήριξης και, συχνά,
    ψυχικές δυσκολίες
    που μένουν αδιάγνωστες ή χωρίς φροντίδα. Ειδικά όταν πρόκειται
    για γυναίκες με μεταναστευτικό υπόβαθρο, όπως στην περίπτωση αυτή, η πίεση είναι
    ακόμα μεγαλύτερη.
    Η κοινωνία και το σύστημα στήριξης δεν φαίνεται να ανταποκρίνονται επαρκώς στις
    ανάγκες αυτών των μητέρων. Η γλωσσική και πολιτισμική απόσταση, οι δυσκολίες
    πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας και το στίγμα που περιβάλλει την ψυχική ασθένεια,
    δημιουργούν ένα περιβάλλον που οδηγεί στην απόγνωση.
    Η υπόθεση αυτή, πέρα από το νομικό πλαίσιο, φωτίζει τις σκοτεινές γωνιές της
    μητρότητας και αναδεικνύει τα πολλαπλά επίπεδα των δυσκολιών που κρύβονται
    πίσω από μια τέτοια τραγωδία.
    Αυτή η ιστορία μάς υπενθυμίζει πως πίσω από κάθε είδηση υπάρχει μια πολύπλοκη
    ανθρώπινη πραγματικότητα, γεμάτη από μοναξιά, φόβο και απελπισία.

  • Πέτρος Φιλιππίδης: Ο «ανέγγιχτος» που τελικά άγγιξε λάθος ανθρώπους

    Πέτρος Φιλιππίδης: Ο «ανέγγιχτος» που τελικά άγγιξε λάθος ανθρώπους

    Ο Πέτρος Φιλιππίδης δεν είναι πια ο «αγαπημένος κωμικός». Είναι ο άνθρωπος που καταδικάστηκε ομόφωνα για δύο απόπειρες βιασμού, σε μια υπόθεση που κουβάλησε όλο το βάρος δεκαετιών σιωπής.

    Η απόφαση ήρθε από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο: ένοχος. Καμία αμφιβολία. Καμία δικαιολογία. Η ποινή; Τρία χρόνια φυλάκιση με αναστολή. Στα χαρτιά, φυλακή. Στην πράξη, σπίτι του.

    Για τους ίδιους τους καταγγέλλοντες, ίσως το πιο σημαντικό δεν ήταν η ποινή, αλλά το ότι το «δεν θα σε πιστέψει κανείς» κατέρρευσε σε δημόσια θέα. Γιατί τόσα χρόνια αυτό κρατούσε στόματα κλειστά: η εξουσία ενός ανθρώπου που μπορούσε να σου κλείσει στόματα, καριέρες, μικρόφωνα.

    Το θέατρο — μικρό σύμπαν με δικούς του άγραφους κανόνες — ήξερε. Κάποιοι μιλούσαν ψιθυριστά. Κάποιοι έκαναν πλάτες. Κάποιοι κοίταζαν αλλού. Η δίκη αυτή ξεγύμνωσε και τον κλάδο και το κοινό του: όλοι ήξεραν κάτι, κανείς δεν ήθελε να ξέρει περισσότερα.

    Η άρνηση είναι η πιο αναμενόμενη γραμμή άμυνας. Ο ίδιος δηλώνει «αθώος», οι δικηγόροι δηλώνουν «σκευωρία», οι τίτλοι μιλούν για «νίκη του #MeToo». Η αλήθεια είναι πάντα πιο θολή. Η κοινωνία κρατά τα ελάχιστα καθαρά κομμάτια: ένοχος για απόπειρες βιασμού, χωρίς ελαφρυντικά. Αυτό μένει.

    Η υπόθεση Φιλιππίδη δεν είναι μοναδική. Είναι απλώς η πιο θορυβώδης. Είναι υπενθύμιση ότι το «σιώπα, μη μπλέκεις» δεν σώζει κανέναν. Και ότι, έστω και αργά, κάποιοι λογαριασμοί ανοίγουν, ακόμα κι αν κλείνουν με αναστολή.


  • Όταν το να είσαι ο εαυτός σου γίνεται επανάσταση

    Όταν το να είσαι ο εαυτός σου γίνεται επανάσταση

    Κάθε Ιούνιο, ο κόσμος γεμίζει ουράνια τόξα, παρελάσεις και γιορτές — και αυτή η εικόνα έχει γίνει σχεδόν συνώνυμο του Pride Month. Αλλά πίσω από τα φώτα και τα χαμόγελα, υπάρχει μια πολύ πιο σύνθετη, πολύ πιο αληθινή πραγματικότητα.

    Φαντάσου πως μεγάλωσες σε έναν κόσμο που σου λέει καθημερινά, με τρόπους μικρούς και μεγάλους, ότι αυτό που είσαι δεν είναι αποδεκτό. Ίσως να μην έχεις ακούσει ποτέ κανείς να σου λέει «είσαι λάθος» ευθέως, αλλά οι ματιές, τα σχόλια, οι απορρίψεις είναι εκεί. Αυτή η αόρατη πίεση δημιουργεί μέσα σου μια σκιά που σε ακολουθεί. Το να ζεις λοιπόν την αλήθεια σου, να δείχνεις ποιος πραγματικά είσαι, δεν είναι απλά μια επιλογή — είναι επανάσταση.

    Για πολλούς, το Pride Month δεν είναι μόνο μια γιορτή της διαφορετικότητας, αλλά η μοναδική στιγμή μέσα στον χρόνο που νιώθουν πως ανήκουν κάπου χωρίς να χρειάζεται να κρύβονται. Είναι η στιγμή που μπορούν να περπατήσουν στο δρόμο, να κρατήσουν το χέρι του συντρόφου τους, να μιλήσουν ανοιχτά για τον εαυτό τους, χωρίς φόβο. Και αυτή η απελευθέρωση έχει τεράστιο αντίκτυπο στην ψυχή.

    Η πίεση να κρύβεις ποιος είσαι δεν είναι αμελητέα. Το Pride Month, λοιπόν, λειτουργεί σαν μια συλλογική αναπνοή. Όχι μόνο για τους ίδιους, αλλά για την κοινωνία που μαθαίνει να βλέπει, να ακούει και να αποδέχεται.

    Και εδώ είναι που πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι: το να είναι ορατοί, το να ζουν ανοιχτά, δεν θα έπρεπε να είναι μια «ειδική στιγμή» ή μια γιορτή που συμβαίνει μόνο μια φορά το χρόνο. Αυτή θα έπρεπε να είναι η κανονικότητα — όχι η εξαίρεση. Κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να είναι ο εαυτός του κάθε μέρα, χωρίς φόβο και χωρίς να κρύβεται.

    Η επανάσταση αυτή, λοιπόν, δεν τελειώνει στις παρελάσεις ή στα πολύχρωμα φώτα. Είναι καθημερινή. Είναι η απόφαση να ζεις ανοιχτά, να μην ντρέπεσαι, να ζητάς τον σεβασμό που σου αξίζει. Είναι η πρόκληση προς έναν κόσμο που συχνά θέλει να σε περιορίσει. Και μέσα σε αυτή τη μάχη, πολλοί βρίσκουν μια δύναμη που δεν ήξεραν ότι είχαν — την ανθεκτικότητα να αντέξουν, να ορθώσουν το ανάστημα τους και να συνεχίσουν.

    Το μήνυμα δεν αφορά μόνο τους LGBTQ+ ανθρώπους. Αφορά όλους. Μας θυμίζει ότι η αποδοχή δεν είναι πολυτέλεια. Είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να ζει κανείς αληθινά, για να δημιουργεί σχέσεις και κοινωνίες που βασίζονται σε σεβασμό και ελευθερία.

    Το Pride Month, λοιπόν, είναι μια γιορτή, ναι. Αλλά κυρίως, είναι η υπενθύμιση ότι η πιο σημαντική επανάσταση είναι να είσαι εσύ ο εαυτός σου — και αυτή η επανάσταση αξίζει να γίνει καθημερινότητα.