Author: Δέσποινα Καρπούζη

  • Ο Παντελής Δημητριάδης αποκλειστικά στο Vérité και την Δέσποινα Καρπούζη

    Ο Παντελής Δημητριάδης αποκλειστικά στο Vérité και την Δέσποινα Καρπούζη

    Ο Παντελής Δημητριάδης μιλά για τη μουσική όχι ως προϊόν, αλλά ως υπαρξιακή ανάγκη. Με αφοπλιστική διαύγεια, μας οδηγεί σε έναν κόσμο όπου η τέχνη γεννιέται μέσα από τη σιωπή, τις εμμονές και τη βαθιά προσωπική αναζήτηση. Ένα ειλικρινές ταξίδι προς τα μέσα, με κάθε λέξη να βαραίνει όσο ένας στίχος.

    Δέσποινα Καρπούζη: Όταν γράφετε, νιώθετε ότι απευθύνεστε σε κάποιον ή είναι μια βαθιά προσωπική, εσωτερική αναζήτηση; Ποια είναι η σχέση σας με το κοινό σας;

    Παντελής Δημητριάδης: Απ’ όταν άρχισα να γράφω συνειδητοποιημένα, γύρω στο 1998 δηλαδή, ακολουθώ σχεδόν σαν αρχή αυτό που στο hip-hop ονομάζουν “keep it real”. Γράφω δηλαδή βιωματικά. Αυτό μπορεί να πάρει ενίοτε μια μορφή αυτοψυχανάλυσης, που φυσικά δεν αποκλείει την απεύθυνση σε συγκεκριμένα πρόσωπα με τα οποία σχετίζομαι ποικιλοτρόπως. Στο βαθμό που το κοινό είναι σε κάποιο βαθμό κομμάτι της καθημερινότητάς μου, εμπλέκεται και αυτό στη διαδικασία.

    Δέσποινα Καρπούζη: Υπάρχουν στιγμές που η σιωπή ανάμεσα σε έργα μοιάζει πιο δυνατή από τα ίδια τα τραγούδια; Πώς τη διαχειρίζεστε;

    Παντελής Δημητριάδης: Αν αναφέρεστε στη δισκογραφική σιωπή, όπως καταλαβαίνω, δεν είναι απλά η πιο σημαντική περίοδος για τη δημιουργία των τραγουδιών, είναι τα ίδια τα τραγούδια.

    Δέσποινα Καρπούζη: Αν μπορούσατε να μιλήσετε με τον νεότερο εαυτό σας που μόλις ξεκινούσε, τι θα του λέγατε; Πώς έχει αλλάξει η ματιά σας στη δημιουργία μέσα στα χρόνια;

    Παντελής Δημητριάδης: Ξεκίνησα να γράφω μαζί με τους γυμνασιακούς μου φίλους Σπύρο Καταγή και Γιώργο Αρβανιτάκη ως μία σχεδόν novelty απόπειρα να μιμηθούμε τα αγαπημένα μας ακούσματα εκείνης της εποχής, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τους Nirvana. Μέσα σε αυτή τη «λογική», το ρεφραίν του “School” κατέληγε στο τραγούδι «Όχι Λύσσες» και αυτό του “Lithium” σε «Όλη μέρα παιδιά…», ενώ το “Something in the Way” ήταν το «Κρύβω κάτι μέσα μου» του Σπύρου και αυτούσια η γραμμή της κιθάρας του “The Man who Sold the World”, από το Unplugged του MTV, το… κρυπτικό «Γ*********ι». Προφανώς και δεν είχαμε στο μυαλό μας ότι παρήγαμε κάποιο καλλιτεχνικό έργο, το μόνο σίγουρο είναι ότι διασκεδάζαμε πολύ. Αυτό για μένα άλλαξε στα τέλη της δεκαετίας του 1990, που, όπως είπα και πρωτύτερα, ένιωθα πως είχα την ικανότητα να γράψω «κανονικά» τραγούδια. Οι πρώτες απόπειρες συμπεριλήφθηκαν, σε μια σπερματική μορφή, στις τελευταίες κυκλοφορίες των ΚΥ της προ επίσημης δισκογραφίας περιόδου, αλλά ως ολοκληρωμένα πια τραγούδια εμφανίζονται για πρώτη φορά στον πρώτο επίσημο δίσκο, Αν Όλα Τέλειωναν Εδώ, ενορχηστρωμένα από και ηχογραφημένα μαζί με τον Αλέξανδρο Μακρή. Από εκεί και πέρα, έχω μπει πλέον στη λογική μιας συνειδητοποιημένης τραγουδοποιίας, με ένα δισκογραφικό όραμα το οποίο μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 2000 μοιραζόμουν με τον Αλέξανδρο και σήμερα μοιράζομαι με τον Μάριο και τους υπόλοιπους συνεργάτες μου στα Παιδιά της Παλαιότητας.

    Δέσποινα Καρπούζη: Η «ωριμότητα» στη τέχνη είναι απελευθέρωση ή μια νέα πρόκληση; Πώς τη βιώνετε εσείς;

    Παντελής Δημητριάδης: Η αλήθεια είναι ότι όσο περισσότερο μάθαινα να γράφω, μέσα από την ίδια τη διαδικασία, τόσο λιγόστευε και η πηγαία έμπνευση. Ποτέ δεν έγραψα βέβαια με λογική επαγγελματική, καθώς ούτε δεσμευόμουν από συμβόλαια ούτε και βιοποριζόμουν από τη δισκογραφία. Αν δεν είχα συγκεντρώσει έναν ορισμένο αριθμό τραγουδιών, συνήθως με μια θεματική που εκπορευόταν από τις συγκυρίες, εσωτερικές και εξωτερικές, αλλά και από συγκεκριμένα ακούσματα ή/και διαβάσματά μου της εκάστοτε περιόδου, δεν προχωρούσα στην ηχογράφηση ενός δίσκου. Δε θα ήταν λοιπόν άτοπο εάν έλεγα ότι φτιάχνω δίσκους βασιζόμενους με εμμονές, δίσκους δομημένους ψυχαναγκαστικά, όπως και η προσωπικότητά μου. Δεν ξέρω πόση «ωριμότητα» μπορεί να χωρέσει μέσα σε μια τέτοια συνθήκη, οπότε, καλλιτεχνικά, ποτέ δε θα την αντιμετώπιζα ως απελευθέρωση. Το «μια νέα πρόκληση» και με καλύπτει και μου αρέσει.

    Δέσποινα Καρπούζη: Η γλώσσα στα έργα σας έχει κάτι το ποιητικό, σχεδόν λογοτεχνικό. Πώς επιλέγετε το ύφος που ταιριάζει σε κάθε στιγμή;

    Παντελής Δημητριάδης: Σπανίως έχω την ευκαιρία να επιλέξω, γιατί συνήθως η γραφή μου, αν και κατά βάση ρεαλιστική, διέπεται από έναν αυτοματισμό και μια συνειρμικότητα. Οι όποιες εκ των υστέρων αναθεωρήσεις είναι κατά κύριο λόγο νοηματικής φύσεως, οπότε και η υφολογία υπηρετεί τη σημασιολογία.

    Δέσποινα Καρπούζη: Σας έχει τύχει να γράψετε με ένταση και μετά να κρατήσετε μόνο μια λέξη που πραγματικά μεταφέρει το βάρος του συναισθήματος;

    Παντελής Δημητριάδης: Ενδεχομένως έχει προκύψει και αυτό. Σίγουρα πάντως είναι πολύ περισσότερα αυτά που πετάω από αυτά που κρατάω.

    Δέσποινα Καρπούζη: Πώς βιώνετε τον εαυτό σας μέσα στην ελληνική μουσική πραγματικότητα σήμερα; Είναι σημαντικό για εσάς να έχετε μια σαφή «θέση»;

    Παντελής Δημητριάδης: Ως κάτι ανάδελφο, όπως πάντα. Αν ορίσουμε τη «θέση» ως «λόγο ύπαρξης», τότε ναι, είναι σημαντικό.

    Δέσποινα Καρπούζη: Τι σημαίνει για εσάς «δημιουργική ανεξαρτησία» σε έναν κόσμο που συχνά επιβάλλει κανόνες και τάσεις;

    Παντελής Δημητριάδης: Δεν μπορώ να λειτουργήσω σε διαφορετικό πλαίσιο, η ανεξαρτησία, με την έννοια της αυτενέργειας, είναι συστατικό στοιχείο της ιδιοσυγκρασίας μου.

    Δέσποινα Καρπούζη: Τι καινούργιο φέρνει αυτό το άλμπουμ των Παιδιών της Παλαιότητας που ετοιμάζετε; Υπάρχει κάτι που θα θέλατε να ξεχωρίσει;

    Παντελής Δημητριάδης: Είναι πολύ νωρίς να μιλήσω γι’ αυτό, είμαι ακόμα σε πολύ πρώιμο στάδιο της τραγουδοποιίας. Μετά από τόσα χρόνια, δεν έχω πλέον την έμπνευση στο τσεπάκι όπως παλιά. Ούτε και μπορώ να πιέσω τον εαυτό μου για να γράψει. Είναι κάτι που μπορεί να πάρει χρόνια.

    Δέσποινα Καρπούζη: Υπάρχει κάποια θεματική ή ηχητική μετατόπιση που σας ενθουσιάζει ιδιαίτερα;

    Παντελής Δημητριάδης: Υπάρχει, ναι, αλλά δε θα ήθελα να αποκαλύψω κάτι.

    Δέσποινα Καρπούζη: Αν έπρεπε να το συνοψίσετε σε μία λέξη ή εικόνα, ποια θα ήταν;

    Παντελής Δημητριάδης: Η σκηνή της εξόδου στο “The Truman Show”.

    Δέσποινα Καρπούζη: Αν μπορούσατε να γράψετε ένα μήνυμα μέσα στο ένθετο του άλμπουμ για κάποιον που θα το ακούσει μόνος μια νύχτα, τι θα θέλατε να του πείτε;

    Παντελής Δημητριάδης: Ότι δεν είναι μόνος.

    Δέσποινα Καρπούζη: Υπάρχει κάποιο τραγούδι — δικό σας ή άλλου καλλιτέχνη — που θα θέλατε να ακούγεται σαν soundtrack της τελευταίας μέρας στον κόσμο;

    Παντελής Δημητριάδης: Ολόκληρος ο δίσκος The Disintegration Loops του William Basinski. Τέλος Αυγούστου. Κάπως έτσι το έχω ονειρευτεί.

    Δέσποινα Καρπούζη: Θα μπορούσαμε ποτέ να δούμε ένα live αφιέρωμα στους Κόρε. Ύδρο; Ή το έχεις αφήσει πίσω οριστικά;

    Παντελής Δημητριάδης: Προ διετίας είχαμε ετοιμάσει με το Μάριο, τη Χριστίνα και τη συμμετοχή τριών μελών του live σχήματος των Κόρε. Ύδρο. της περιόδου 2005-2007, του κιθαρίστα Νίκου Βαρότση, του ντράμερ Αλέξη Αποστολίδη και του μπασίστα Παναγιώτη Διαμάντη, μία ακουστική παρουσίαση ολόκληρου του Αν Όλα Τέλειωναν Εδώ, με αφορμή τα 20 χρόνια από την κυκλοφορία του και με το… άλλοθι ότι έχω credit στιχουργού και συνθέτη σε όλα τα τραγούδια αυτού του δίσκου. Η παρουσίαση αυτή πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια του Αγοραφικού Φεστιβάλ 2023, αλλά με άφησε με μια πικρή γεύση, γιατί ο ντράμερ των ΚΥ ακύρωσε το προηγούμενο βράδυ την παρουσία του, λόγω εισαγωγής του πατέρα του στο νοσοκομείο, με αποτέλεσμα να παίξουμε με τον ντράμερ των Παιδιών της Παλαιότητας χωρίς καμία πρόβα. Αυτή, μαζί με κάποιες -ελάχιστες- εκτελέσεις ειδικού σκοπού τραγουδιών όπως το «Χωρίς Επίκληση» στα πλαίσια εμφανίσεων των Παιδιών της Παλαιότητας στο Gagarin, ήταν οι μοναδικές μου παρεκκλίσεις από τη βασική μου αρχή όσο δραστηριοποιούμαι με τα Παιδιά της Παλαιότητας να απέχω από το ρεπερτόριο των Κόρε. Υδρο. Και, μεταξύ μας, η επιλογή μου αυτή εδραιώνεται βαθύτερα όσο περνούν τα χρόνια και απομακρύνομαι όλο και περισσότερο συναισθηματικά από αυτό.


    Δέσποινα Καρπούζη: Αν μπορούσες να κάνεις ένα ντουέτο με οποιονδήποτε ζωντανό ή όχι καλλιτέχνη, ποιος θα ήταν και τι θα λέγατε;

    Παντελής Δημητριάδης: Έχουμε χρόνια στα σκαριά, της φαντασίας μας, έναν δίσκο με τον Αλέξανδρο Μίαρη των Electric Litany. Είχα μάλιστα ξεκινήσει να γράφω τους στίχους για ένα τραγούδι με τον εύγλωττο τίτλο «Νά ‘μαστε πάλι εδώ, Αλέκο». Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 είχα δει στο θέατρο τον Γιώργο Μαρίνο να παίζει τη «Δεσποινίδα Μαργαρίτα» και μετά πήγα στο καμαρίνι και φίλησα τον ιδρώτα του. Δεν έχω νιώσει ποτέ τόσο δέος μπροστά σε καλλιτέχνη. Η αγαπημένη μου εκτέλεση του τραγουδιού «Ζεστασιά πριν το τέλος», που τελικά έμεινε εκτός δίσκου, εν ονόματι μιας πολύ συντηρητικότερης, είναι αυτή:


    Δέσποινα Καρπούζη: Υπάρχει ερώτηση που σιχαίνεσαι να σου κάνουν σε συνεντεύξεις και την απαντάς από ευγένεια;

    Παντελής Δημητριάδης: «Σιχαίνομαι», βαριά κουβέντα προς έναν άνθρωπο που σε τιμά με το ενδιαφέρον του…

    Ο Παντελής Δημητριάδης είναι τραγουδιστής, στιχουργός και ιδρυτικό μέλος του συγκροτήματος Κόρε. Ύδρο. Με καταγωγή από την Κέρκυρα, ξεκίνησε τη μουσική του διαδρομή στις αρχές της δεκαετίας του 2000, συνδυάζοντας λυρικούς στίχους με ηλεκτρικούς ήχους και έντονο συναισθηματικό φορτίο. Το έργο του χαρακτηρίζεται από ποιητική γραφή, προσωπική έκφραση και βαθιά κοινωνική ματιά, με κορυφαίες στιγμές δισκογραφίας όπως Φτηνή Ποπ για την Ελίτ και Όλη η Αλήθεια για τα Παιδιά του ’78. Πλέον είναι μέλος του συγκροτήματος Τα Παιδιά της Παλαιότητας. Η μουσική του αφήνει ανεξίτηλο αποτύπωμα στο ανεξάρτητο ελληνικό ροκ.

  • Η Σιωπηλή Κραυγή των Εφήβων – Βία

    Η Σιωπηλή Κραυγή των Εφήβων – Βία


       Το πρόσφατο περιστατικό βίας στην Θεσσαλονίκη, όπου τρεις ανήλικες επιτέθηκαν σε μια συνομήλική τους και κατέγραψαν την επίθεση με κινητό τηλέφωνο, φανερώνει μια αλήθεια που δεν μπορούμε πια να αγνοούμε: τα παιδιά μας είναι χαμένα. Δεν είναι απλώς θύτες ή θύματα σε ένα παιχνίδι βίας. Είναι τα ίδια οι κραυγές αγωνίας μιας κοινωνίας που αγνοεί τη ψυχολογική τους ανάγκη, τις συναισθηματικές τους ελλείψεις και τις σιωπηλές τους πληγές.

        Η βία δεν είναι απλώς μια πράξη – είναι το αποτέλεσμα της σιωπής

        Τι είναι αυτό που οδηγεί τα παιδιά να καταφεύγουν στη βία; Η επιθετικότητα δεν είναι ένα «ατύχημα». Είναι μια έκφραση του πόνου, μια έκρηξη συναισθημάτων που δεν μπόρεσαν να εκφραστούν με άλλο τρόπο. Όταν το παιδί δεν μπορεί να μιλήσει για τον πόνο του, τη μοναξιά του, ή τη θλίψη του, τότε θα τον εκφράσει με την πιο ακραία μορφή. Η σιωπή δεν είναι μόνο επικίνδυνη — είναι και επικίνδυνη.

        Αυτό το συγκεκριμένο περιστατικό, όπου οι δράστιδες κατέγραψαν τη βία με το κινητό τους, αποκαλύπτει κάτι ακόμα πιο σοβαρό: την ανάγκη για ψηφιακή αναγνώριση και προβολή. Όταν ένα παιδί χρειάζεται να εκθέσει τον πόνο του σε κοινό, όταν η βία γίνεται θέαμα, τότε μιλάμε για έναν κόσμο όπου η αξία των παιδιών μετριέται με likes και προβολές — έναν κόσμο που απλά δεν νοιάζεται για τις ψυχές τους.

        Το πρόβλημα είναι συλλογικό: Όλοι φταίμε

        Η αλήθεια είναι ότι αυτή η βία δεν είναι μόνο πρόβλημα των παιδιών, αλλά και των ενηλίκων, των γονέων, των δασκάλων, της κοινωνίας ολόκληρης. Πώς να αναμένουμε από ένα παιδί να εκφράσει υγιώς τα συναισθήματά του, όταν στο σπίτι δεν έχει χώρο για συναισθηματική καθοδήγηση; Πώς να περιμένουμε να αναπτύξει υγιείς σχέσεις, όταν το σχολείο του δεν προσφέρει τίποτα παραπάνω από ακαδημαϊκή εκπαίδευση και εξετάσεις;

        Είναι εύκολο να δείχνουμε με το δάχτυλο στους ανήλικους δράστες της βίας, αλλά το σημαντικότερο είναι να αναρωτηθούμε: Τι τους έλειπε για να μην φτάσουν εκεί; Είναι τα ίδια τα παιδιά που μας φωνάζουν πως κάτι στην κοινωνία μας δεν πάει καλά. Και ίσως πρέπει να αρχίσουμε να ακούμε.

        Η βία δεν έχει όρια, αλλά η βοήθεια μπορεί να έχει

        Το περιστατικό αυτό αναδεικνύει την ανάγκη για άμεση δράση και κοινωνικές παρεμβάσεις:
        – Περισσότεροι ψυχολόγοι και κοινωνικοί λειτουργοί στα σχολεία, για να προσφέρουν υποστήριξη σε παιδιά που παλεύουν με εσωτερικές συγκρούσεις.
        – Ενίσχυση του οικογενειακού ρόλου, ώστε να προσφέρουμε στα παιδιά τις βάσεις που χρειάζονται για να κατανοήσουν και να διαχειριστούν τα συναισθήματά τους.
        – Ένα σχολικό σύστημα που να προσφέρει εκπαίδευση στη συναισθηματική νοημοσύνη και τη διαχείριση συγκρούσεων.

        Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι τα παιδιά μας χρειάζονται καθοδήγηση, όχι μόνο σε σχέση με τη γνώση, αλλά και σε σχέση με τη ζωή. Όταν ένα παιδί αρχίζει να χάνει τον εαυτό του, είναι υποχρέωση όλων μας να το εντοπίσουμε και να το βοηθήσουμε προτού καταλήξει να πληγώσει τον εαυτό του ή τους άλλους.

        Η πραγματική βία είναι η σιωπή

        Τα παιδιά μας δεν ζητούν να είναι βίαια. Αντίθετα, τα παιδιά μας ζητούν να τους δώσουμε φωνή — φωνή να μιλήσουν, να νιώσουν ασφαλή, να εκφράσουν την αγωνία τους χωρίς φόβο. Η βία είναι το αποτέλεσμα της σιωπής μας, της αδιαφορίας μας. Αν δεν ακούσουμε τα παιδιά μας, αν δεν σταματήσουμε να κλείνουμε τα μάτια στην πραγματικότητα που βιώνουν, τότε η βία δεν θα σταματήσει. Θα μεγαλώσει.

        Η αλήθεια είναι ότι ο κόσμος γύρω τους είναι γεμάτος προκλήσεις, και η βία μπορεί να φαίνεται ως ο μόνος τρόπος αντίδρασης για ένα παιδί που αισθάνεται ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος να ακουστεί. Αλλά αυτή η στρατηγική δεν έχει μέλλον. Και πρέπει εμείς να τους προσφέρουμε ένα μέλλον διαφορετικό από αυτό.
       

  • Eurovision: Από τη Μνήμη στη Λήθη – Όταν το “δώδεκα” δεν πάει ποτέ στη μουσική

    Eurovision: Από τη Μνήμη στη Λήθη – Όταν το “δώδεκα” δεν πάει ποτέ στη μουσική

    19 Μαΐου. Ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων. Μια από τις σκοτεινότερες
    σελίδες της Ιστορίας, που ακόμα παλεύει για την αναγνώρισή της από τη διεθνή
    κοινότητα. Κι όμως, την ίδια ημέρα, η Ευρώπη στρέφει το βλέμμα της αλλού: στα φώτα,
    τις παγιέτες και τις βαθμολογίες της Eurovision.
    Αυτό το άρθρο δεν στοχεύει να συγκρίνει τραγωδίες με τραγούδια, αλλά να αναδείξει
    πώς ένας θεσμός που γεννήθηκε για να ενώσει την Ευρώπη έχει καταλήξει να αγνοεί τα
    ουσιώδη και να προωθεί την επιφάνεια. Η Eurovision δεν είναι πια διαγωνισμός
    τραγουδιού. Είναι ένας καθρέφτης της Ευρώπης: γυαλιστερός, αλλά ρηχός.


    Μουσική ή πολιτική; Ρητορική ερώτηση.
    Οι ψήφοι δεν είναι ποτέ «μουσικές». Είναι στρατηγικές. Ο θεσμός λειτουργεί εδώ και
    δεκαετίες σαν ένας άτυπος χάρτης διεθνών συμμαχιών, προκαταλήψεων και
    επιβεβλημένων ταυτοτήτων. Τα Βαλκάνια ψηφίζουν τα Βαλκάνια. Οι Σκανδιναβοί τους
    Σκανδιναβούς. Κάποιοι ψηφίζουν με κλειστά μάτια (βλέπε Κύπρος–Ελλάδα). Κάποιοι
    αρνούνται να ψηφίσουν για λόγους “ιστορικής πίκρας”. Και το κοινό απορεί, κάθε
    χρόνο: «Γιατί δεν πήραμε τίποτα;»
    Διότι δεν πρόκειται για τραγούδι. Πρόκειται για διαβατήριο πολιτισμικής αποδοχής.


    Ταυτότητα επί σκηνής: Ποιον εκπροσωπείς τελικά;

    Οι εκπρόσωποι των χωρών σπάνια εκπροσωπούν κάτι πραγματικά ‘εθνικό’. Το
    αφήγημα προσαρμόζεται στο θεαθήναι. Η ‘παραδοσιακή’ Ελλάδα γίνεται καρτ-ποστάλ.
    Η σύγχρονη Ελλάδα μιμείται τον δυτικό ήχο για να ‘χωρέσει’. Κι αν στείλεις κάτι με
    ουσία; Ετοιμάσου για τοπική κατανάλωση μόνο.
    Η ίδια η σκηνή της Eurovision έχει γίνει το παγκόσμιο θέατρο της επιφανειακής
    διαφορετικότητας. Όλοι αγαπούν τη διαφορετικότητα — αρκεί να μην είναι ενοχλητικά
    πολιτική.


    Το κοινό: συγκινημένο και αποπροσανατολισμένο
    Η Eurovision προσφέρει στους θεατές μια αίσθηση συμμετοχής σε κάτι ‘μεγάλο’. Η
    εθνική ψήφος γίνεται υποκατάστατο πολιτικής έκφρασης. Το ‘δώδεκα points go to…’
    γεμίζει για λίγο ένα υπαρξιακό κενό. Γιατί σε μια ήπειρο όπου η ταυτότητα διαλύεται, η
    Eurovision είναι από τις λίγες ευκαιρίες να νιώσεις ‘μέλος’ ενός έθνους που έχει σκηνή.

    Όταν οι λέξεις κόβονται και οι χειρονομίες μετρώνται
    Τα τελευταία χρόνια, η Eurovision έχει θεσπίσει αυστηρούς κανόνες ‘ουδετερότητας’.
    Καμία αναφορά σε πόλεμο, καμία πολιτική δήλωση, καμία ‘προκλητική’ εικόνα — αν
    δεν είναι μόδα. Το ουδέτερο όμως είναι ήδη πολιτικό: ενισχύει τη σιωπή γύρω από ό,τι
    δεν χωράει στο αφήγημα του ευρωπαϊκού cool.


    Κατακλείδα: Η Eurovision ως καθρέφτης μιας Ευρώπης σε κρίση ταυτότητας
    Η Eurovision δεν είναι ούτε μουσικός θεσμός, ούτε αθώα διασκέδαση. Είναι η
    φαντασίωση μιας Ευρώπης που θέλει να δείχνει ανεκτική χωρίς να είναι. Που φοβάται
    τη διαφωνία και προτιμά το κιτς από το ρίσκο. Η σκηνή της είναι λαμπερή, μα το έργο
    είναι βαθιά πολιτικό. Κι όσο ξεχνάμε τι πραγματικά αξίζει να θυμόμαστε — όπως η
    σημερινή 19η Μαΐου — τόσο πιο φανταχτερά θα διακοσμούμε τη λήθη μας.

  • Όταν το κλάμα ενός μωρού σπάει την κανονικότητα

    Όταν το κλάμα ενός μωρού σπάει την κανονικότητα

    Μέσα στον θόρυβο μιας λαϊκής αγοράς στον Άλιμο, το κλάμα ενός μωρού έγινε το πιο
    ηχηρό μήνυμα: κάτι δεν πήγαινε καλά. Το βρέφος εντοπίστηκε εγκαταλελειμμένο,
    κλεισμένο σε σακούλα σκουπιδιών δίπλα σε κάδο. Είχε προηγηθεί καταγγελία αρπαγής
    από την 43χρονη γιαγιά του, η οποία ανέφερε ότι άγνωστος άνδρας τής απέσπασε το
    παιδί με πρόσχημα ότι θα της αγόραζε πάνες. Οι αρχές κινητοποιήθηκαν άμεσα και
    τελικά το παιδί εντοπίστηκε σώο λίγες ώρες αργότερα, χάρη στην παρατηρητικότητα
    ενός περαστικού που άκουσε το κλάμα του.
    Ο άνδρας που φέρεται να εγκατέλειψε το βρέφος συνελήφθη λίγο αργότερα. Πρόκειται
    για έναν 47χρονο Ρομά, που είχε απασχολήσει ξανά τις αρχές. Οι έρευνες συνεχίζονται,
    με τις Αρχές να εξετάζουν το ενδεχόμενο το περιστατικό να συνδέεται με κύκλωμα
    αγοραπωλησίας βρεφών ή να σχετίζεται με οικογενειακές διαμάχες.
    Το γεγονός αυτό δεν είναι απλώς ένα «παρά λίγο έγκλημα». Είναι ένα καθρέφτισμα της
    κοινωνίας και των κενών της — αλλά και μια πύλη για να δούμε το περιστατικό μέσα
    από ψυχολογική και κοινωνική ματιά.


    Τι συμβαίνει στην ψυχή ενός μωρού που βιώνει εγκατάλειψη;
    Ένα βρέφος βασίζεται στην αίσθηση ασφάλειας που του προσφέρει η παρουσία ενός
    φροντιστή. Όταν αυτή η σταθερά διαρρηγνύεται, το σώμα του αντιδρά με έντονο
    άγχος. Αν και δεν μπορεί να επεξεργαστεί συνειδητά την εμπειρία, η συναισθηματική
    μνήμη καταγράφει την αίσθηση του φόβου και της μοναξιάς.
    Η αναπτυξιακή ψυχολογία αναγνωρίζει ότι τέτοιες πρώιμες τραυματικές εμπειρίες,
    όπως η απότομη αποκοπή από τη φροντίδα και η έκθεση σε απειλή, μπορεί να
    διαταράξουν τη θεμελιώδη αίσθηση εμπιστοσύνης που πρέπει να αναπτύσσει ένα
    παιδί. Το κλάμα του μωρού εκείνο το μεσημέρι δεν ήταν μόνο έκφραση ανάγκης· ήταν
    κραυγή επιβίωσης.


    Ο κοινωνικός καθρέφτης: Στερεότυπα, αποστασιοποίηση και πραγματικές αιτίες
    Το περιστατικό δεν συνέβη στο περιθώριο. Έγινε σε δημόσιο χώρο, γεμάτο ανθρώπους.
    Αυτό γεννά ερωτήματα για το πώς αντιδρούμε ως κοινωνία όταν βλέπουμε κάτι
    ασυνήθιστο, όταν διαισθανόμαστε ότι κάτι δεν πάει καλά. Ενίοτε, η αποστασιοποίηση,
    ο φόβος ανάμειξης και η λογική «δεν είναι δουλειά μου» κυριαρχούν.
    Επιπλέον, όταν έγινε γνωστό ότι ο φερόμενος δράστης είναι Ρομά, οι προκαταλήψεις
    φούντωσαν. Το να γενικεύουμε όμως μια πράξη και να την αποδίδουμε σε ολόκληρη
    ομάδα ανθρώπων είναι ένα κοινωνικό αντανακλαστικό που συσκοτίζει τις αιτίες.
    Φτώχεια, κοινωνικός αποκλεισμός, έλλειψη πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας και
    παιδείας, είναι συνθήκες που επηρεάζουν τις πράξεις και τις επιλογές των ανθρώπων.

    Αυτό δεν αναιρεί την ευθύνη. Αλλά τη συμπληρώνει με κατανόηση. Δεν υπάρχει
    «κοινωνική δικαιολογία» για την εγκατάλειψη ενός παιδιού. Υπάρχει όμως κοινωνικό
    υπόβαθρο που χρειάζεται ανάλυση, όχι απόρριψη.

    Τι μας μαθαίνει αυτό το περιστατικό;
    Πίσω από κάθε είδηση υπάρχει ένα παιδί, μια οικογένεια, μια κοινωνία. Αυτό το
    περιστατικό μάς υπενθυμίζει ότι η προστασία των παιδιών δεν είναι ατομική υπόθεση.
    Είναι συλλογική ευθύνη. Όταν ένα μωρό σώζεται επειδή κάποιος το άκουσε, μας γεννά
    ελπίδα. Όταν όμως σκεφτόμαστε ότι θα μπορούσε να είχε συμβεί το χειρότερο χωρίς
    να το καταλάβει κανείς, τότε έρχεται η ανησυχία.
    Οι κοινωνίες που σέβονται τα παιδιά, σέβονται πρώτα τον εαυτό τους. Δεν κλείνουν τα
    μάτια όταν κάτι «δεν τους αφορά». Ούτε περιορίζονται σε εύκολες ερμηνείες.
    Αναζητούν, καταλαβαίνουν και προσπαθούν να αλλάξουν.
    Το ερώτημα είναι: εμείς τι είδους κοινωνία θέλουμε να είμαστε;

  • «Η μάνα μου με μισούσε»: Μια ψυχολογική ανάγνωση της γυναικοκτονίας της Λουίζας Ρίνη από τον γιο της

    «Η μάνα μου με μισούσε»: Μια ψυχολογική ανάγνωση της γυναικοκτονίας της Λουίζας Ρίνη από τον γιο της

    Η Ελλάδα μετρά ακόμη μία γυναικοκτονία. Αυτή τη φορά, όχι από πρώην σύντροφο, όχι
    από σύζυγο, αλλά από γιο. Η Λουίζα Ρίνη, 52 ετών, δολοφονήθηκε από το ίδιο της το παιδί,
    μέσα στο διαμέρισμά τους στη Λάρισα. Το πρόσωπό της έγινε πρωτοσέλιδο. Το όνομά της
    —μιας καθημερινής γυναίκας, μιας μητέρας— έγινε αριθμός σε μια μακριά λίστα. Όμως το
    έγκλημα αυτό έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, όχι μόνο λόγω της οικογενειακής σχέσης, αλλά και
    γιατί αποκαλύπτει σκοτεινές πτυχές της ψυχολογίας της βίας, της σχέσης εξουσίας και
    εξάρτησης, και της αδυναμίας της κοινωνίας να προλάβει την κατάρρευση.


    Το προφίλ του εγκλήματος: όχι απλώς φόνος, αλλά γυναικοκτονία
    Παρά τη συγγένεια δράστη-θύματος, το φύλο της γυναίκας και η θέση της ως “μητρικής
    αυθεντίας” συνιστούν κομβικά στοιχεία. Η γυναικοκτονία δεν είναι πάντα ερωτικής φύσης.
    Είναι η δολοφονία γυναίκας λόγω του φύλου της — λόγω της θέσης που κατέχει ως
    γυναίκα μέσα σε έναν πατριαρχικά δομημένο μικρόκοσμο εξουσίας. Η μητέρα του φέρεται
    να τον πίεζε να βρει εργασία, να αναλάβει ευθύνες. Για εκείνον, αυτή η πίεση
    φιλτραρίστηκε μέσα από εσωτερικές συγκρούσεις και συναισθηματική αστάθεια,
    μεταφράστηκε ως «μίσος». Σε μια επικίνδυνη διαστρέβλωση της πραγματικότητας, η
    φροντίδα της μάνας ερμηνεύτηκε ως εχθρότητα, η εξουσία της ως απειλή. Δεν μπορούσε να
    την αντέξει, όχι γιατί ήταν σκληρή, αλλά γιατί δεν μπορούσε να διαχειριστεί τη σύγκρουση
    μεταξύ εξάρτησης και ανάγκης για αυτονομία.


    Ψυχολογικό πορτρέτο του δράστη:” απομόνωση, θυματοποίηση, απωθημένος
    θυμός

    Ο 21χρονος, σύμφωνα με μαρτυρίες, ήταν εσωστρεφής, απομονωμένος, με ξεσπάσματα.
    Ένας νέος άνδρας στην πιο εύθραυστη αναπτυξιακή περίοδο της ζωής του: αυτή της
    μετάβασης στην ενήλικη ταυτότητα. Όταν αυτή η μετάβαση παγιδεύεται σε περιβάλλον
    πίεσης, συγκρούσεων και εσωτερικής δυσφορίας, το άτομο μπορεί να στραφεί σε ακραίες
    μορφές συμπεριφοράς. Ο θυμός, εάν δεν εξωτερικευτεί με υγιείς τρόπους, δεν
    εξαφανίζεται: συσσωρεύεται. Και όταν δεν υπάρχει λέξη για να εκφραστεί, γίνεται μαχαίρι.
    Η έννοια της ματαιωμένης αυτοεικόνας (Baumeister et al., 2000) εξηγεί πώς ένας νέος με
    εύθραυστη αυτοεκτίμηση μπορεί να αντιδράσει με ακραία βία όταν αισθάνεται ότι
    αμφισβητείται ή απορρίπτεται. Αν στο περιβάλλον υπάρχουν επιπλέον ψυχιατρικοί
    παράγοντες (ψυχώσεις, διαταραχές προσωπικότητας, παρανοϊκές ιδέες), τότε η
    πραγματικότητα παραμορφώνεται πλήρως. Η μητέρα παύει να είναι μητέρα και γίνεται
    «εχθρός», «καταπιεστής», «επικίνδυνος άλλος».


    Η δυναμική μητέρας-γιου: ένας φαύλος κύκλος αγάπης και οργής
    Η μητέρα είναι η πρώτη μορφή αγάπης. Και η πρώτη μορφή εξουσίας. Στις δυσλειτουργικές
    οικογένειες, ειδικά όταν απουσιάζει η πατρική φιγούρα ή υπάρχει έντονη σύγκρουση, η
    σχέση αυτή μπορεί να μετατραπεί σε πεδίο μάχης. Ο νεαρός άνδρας δεν βλέπει πια έναν άνθρωπο — βλέπει την αντανάκλαση της προσωπικής του αποτυχίας, της ανεπάρκειας,
    της ντροπής.

    Γιατί δεν το είδαμε; Η κοινωνική αδράνεια μπροστά στα σημάδια
    Γείτονες μίλησαν για φωνές, για εντάσεις. Κανείς δεν φαντάστηκε το τέλος. Κι όμως, η
    ενδοοικογενειακή βία έχει σημάδια. Η ψυχική αστάθεια έχει δείκτες. Αλλά στις ελληνικές
    κοινωνίες, κυριαρχεί η λογική του «μην ανακατεύεσαι», του «στο σπίτι τους είναι». Έτσι, η
    σιωπή γίνεται συνένοχος.
    Η απουσία επαρκών δομών ψυχικής υγείας, η ελλιπής ενημέρωση, η έλλειψη κουλτούρας
    πρόληψης καταδικάζουν όχι μόνο τα θύματα, αλλά και τους δράστες. Ναι, και τους
    δράστες. Διότι δεν γεννιούνται όλοι βίαιοι. Πολλοί διαμορφώνονται μέσα σε ασφυκτικά
    πλαίσια, χωρίς διέξοδο.
    Η γυναικοκτονία δεν κάνει διακρίσεις
    Η γυναικοκτονία δεν συμβαίνει μόνο μεταξύ ερωτικών συντρόφων. Δεν προϋποθέτει
    ρομαντική ζήλια ή απόρριψη. Συμβαίνει όταν μια γυναίκα τιμωρείται επειδή υπάρχει,
    επειδή μιλά, επειδή ελέγχει, επειδή είναι εκεί. Επειδή για κάποιους άνδρες, η ύπαρξή της
    είναι δυσβάσταχτη. Η Λουίζα Ρίνη δολοφονήθηκε ως γυναίκα. Ως μητέρα που «δεν άντεχε
    άλλο». Ως μορφή εξουσίας που έπρεπε να σβηστεί. Όχι για να σωθεί ο δράστης, αλλά για να
    επιβεβαιώσει το εγώ του. Για να νιώσει «κυρίαρχος», έστω και για λίγα λεπτά.
    Τι πρέπει να αλλάξει: από την εκπαίδευση στην παρέμβαση

    • Υποχρεωτική σεξουαλική αγωγή και εκπαίδευση στις έμφυλες σχέσεις σε όλα τα σχολεία
    • Συστηματικός εντοπισμός και παρακολούθηση ευάλωτων οικογενειών
    • Δωρεάν πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας για νέους ενήλικες
    • Αποστιγματισμός της ψυχοθεραπείας
    • Νομική αναγνώριση της γυναικοκτονίας ως διακριτού εγκλήματος
      Ποιος σκοτώνει μια μάνα;
      Η ερώτηση καίει. Μα πονάει περισσότερο η απάντηση: σκοτώνει εκείνος που δεν ξέρει
      ποιος είναι, που δεν έμαθε πώς να ζήσει, που δεν βρήκε ποτέ χώρο να ξεσπάσει χωρίς αίμα.
      Η Λουίζα δεν είναι άλλη μια στατιστική. Είναι το τραγικό σύμβολο μιας κοινωνίας που δεν
      αφουγκράζεται τα σπασμένα παιδιά της — μέχρι να τα βρει με μαχαίρι στο χέρι. Αν δεν
      δράσουμε τώρα, η επόμενη θα μπορούσε να είναι η μητέρα μας. Η αδερφή μας. Εμείς.
  • Cancel Culture: Μια κοινωνία φόβου ή εξέλιξης;

    Cancel Culture: Μια κοινωνία φόβου ή εξέλιξης;

    Η «cancel culture» δεν είναι απλά ένα κοινωνικό φαινόμενο. Στην ουσία της, είναι μια ψυχολογική διεργασία: μια σύγκρουση ανάμεσα στον φόβο του αποκλεισμού, την ανάγκη για κοινωνική αποδοχή και τον αρχέγονο μηχανισμό της “τιμωρίας” που ενεργοποιείται όταν τα όρια της ομάδας απειλούνται.

    Για να κατανοήσουμε την πραγματική δύναμη — και το επικίνδυνο κόστος — της κουλτούρας ακύρωσης, πρέπει να κοιτάξουμε βαθύτερα: στο πώς λειτουργεί ο ανθρώπινος ψυχισμός μπροστά στη δημόσια αποδοκιμασία και την απώλεια της αποδοχής.

    Ο Φόβος της Κοινωνικής Απόρριψης

    Από την παιδική ηλικία, ο άνθρωπος διαμορφώνει την ταυτότητά του μέσα από την αναγνώριση και την αποδοχή των άλλων. Η κοινωνική αποδοχή δεν είναι πολυτέλεια — είναι θεμελιώδης ψυχολογική ανάγκη. Έρευνες δείχνουν ότι η κοινωνική απόρριψη ενεργοποιεί στον εγκέφαλο τα ίδια κυκλώματα πόνου που ενεργοποιούνται στον σωματικό πόνο. Όταν κάποιος “ακυρώνεται”, στην ουσία βιώνει έναν ψυχολογικό ακρωτηριασμό: όχι μόνο χάνει το κοινωνικό του πρόσωπο, αλλά τραυματίζεται στον πυρήνα της προσωπικής του αξίας.

    Η «cancel culture» δεν λειτουργεί απλά σαν τιμωρία για λάθος πράξεις — λειτουργεί σαν απειλή εναντίον της αίσθησης του «ανήκειν», και αυτό είναι ίσως το πιο βαθύ ψυχολογικό πλήγμα που μπορεί να δεχτεί ένας άνθρωπος.

    Η Ανατροφοδότηση της Ντροπής

    Η ακύρωση παράγει ντροπή: ένα από τα πιο ισχυρά και παραλυτικά συναισθήματα. Η ντροπή δεν αφορά το “έκανα κάτι λάθος” (όπως η ενοχή), αλλά το “είμαι κάτι λάθος”. Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει την ακύρωση τόσο ψυχολογικά τοξική: μετατρέπει ένα γεγονός ή μια συμπεριφορά σε μια συνολική απόρριψη της προσωπικότητας.

    Σε συνθήκες έντονης ντροπής, το άτομο δεν οδηγείται εύκολα σε αλλαγή. Αντίθετα, είτε απομονώνεται και παραλύει, είτε αντιδρά με άμυνα, θυμό και αντίσταση. Έτσι, αντί να έχουμε πραγματική προσωπική εξέλιξη, έχουμε πόλωση, σιωπή ή ακόμα και ριζοσπαστικοποίηση.

    Ο Ψυχολογικός Μηχανισμός της Ομαδικότητας

    Η «cancel culture» εκφράζει επίσης έναν ψυχολογικό μηχανισμό που οι ψυχολόγοι ονομάζουν “ομαδική πόλωση”: η τάση των ομάδων να ενισχύουν τις απόψεις τους όταν αντιμετωπίζουν έναν κοινό “εχθρό”.

    Μέσα από τη διαδικασία της ακύρωσης, τα άτομα αισθάνονται ότι προστατεύουν την “καθαρότητα” της ομάδας, ότι λειτουργούν ηθικά. Όμως, σε ατομικό επίπεδο, αυτή η διαδικασία ενισχύει την ψευδαίσθηση του αλάθητου και διαλύει κάθε προϋπόθεση για πραγματικό διάλογο και αυτοκριτική.

    Η ανάγκη να ανήκουμε σε μια “ηθικά ανώτερη” ομάδα γίνεται ισχυρότερη από την ανάγκη για κατανόηση και συγχώρεση. Έτσι, η κουλτούρα ακύρωσης δεν ενισχύει τελικά την ηθική — ενισχύει τον φανατισμό.

    Η Διαλλακτικότητα ως Ψυχολογική Δύναμη

    Η διαλλακτικότητα, σε αντίθεση με την ακύρωση, απαιτεί μια πολύ πιο ώριμη ψυχική στάση. Προϋποθέτει την ικανότητα να αντέχουμε την ατέλεια — τόσο τη δική μας όσο και των άλλων.

    Ψυχολογικά, η διαλλακτικότητα στηρίζεται σε ένα αίσθημα σταθερής ταυτότητας και συναισθηματικής ανθεκτικότητας: το να μπορείς να πεις «ναι, έκανες λάθος — αλλά δεν είσαι μόνο το λάθος σου».

    Αντί να εστιάζει στην τιμωρία, η διαλλακτικότητα καλλιεργεί την αυτογνωσία, την ενσυναίσθηση και την αναγνώριση της πολυπλοκότητας του ανθρώπινου χαρακτήρα.

    Μόνο μέσα από αυτή την ψυχολογική ωριμότητα μπορεί να υπάρξει αληθινή κοινωνική πρόοδος.

    Ο Κύκλος Φόβου και Σιωπής

    Μια ακόμα σημαντική ψυχολογική διάσταση είναι το φαινόμενο της “σιωπηρής συμμόρφωσης” (spiral of silence). Όταν οι άνθρωποι βλέπουν ότι η ακύρωση είναι πιθανό αποτέλεσμα ακόμα και για μικρά λάθη, αναπτύσσουν φόβο έκθεσης.

    Αυτό οδηγεί σε σιωπή, αυτολογοκρισία και τελικά σε μια κοινωνία όπου η δημόσια έκφραση δεν είναι ελεύθερη, αλλά καθοδηγείται από τον φόβο του στιγματισμού.

    Μακροπρόθεσμα, αυτό βλάπτει την ψυχολογική ασφάλεια όλων και δημιουργεί μια επιφανειακή “συμμόρφωση” που κρύβει κάτω από το χαλί τις πραγματικές συγκρούσεις, αντί να τις λύνει μέσα από διάλογο.