Author: Ραφαέλλα Μπίλλη

  • Όταν η γυναικεία υποτίμηση γίνεται ανδρική συνοχή

    Όταν η γυναικεία υποτίμηση γίνεται ανδρική συνοχή

    Μισογυνισμός. Μια ακόμη από τις λέξεις-καραμέλες της politically correct κουλτούρας που έχει εδραιωθεί τα τελευταία χρόνια στο διαδίκτυο. Και όχι, αυτό το άρθρο δεν πρόκειται να προσπαθήσει να σας πείσει ότι κακώς ‘βαφτίζουμε’ το κάθε τι ως μισογυνιστικό, σεξιστικό κ.ο.κ, για τον πολύ απλό λόγο ότι το κάθε μικρό, αδιάφορο μήνυμα από τα χιλιάδες που μας βομβαρδίζουν σε καθημερινή, ολοήμερη βάση, είναι μισογυνιστικό και σεξιστικό. Από τα χιλιάδες ελληνικά (και όχι μόνο) μιμίδια (memes) που κυκλοφορούν σε κάθε γωνιά του διαδικτύου με πρωταγωνιστές-θύματα ερωτικές συντρόφους ανδρών, μέχρι το σχόλιο της αγαπημένης εκείνης θείας στο οικογενειακό τραπέζι, για την οποία ‘καλά είναι τα πτυχία, αλλά γυναίκα είσαι, άντρα και παιδιά χρειάζεσαι, όχι χαρτιά’, ο μισογυνισμός αποτελεί ένα από τα πιο επίμονα και διαβρωτικά ‘μικρόβια’ του ανθρώπινου μυαλού, που αποδεικνύονται ολοένα και ανθεκτικότερα στις ‘αντιβιώσεις’ της κριτικής σκέψης και της ανθρωπιστικής εκείνης ηθικής που μάταια μοχθούν ουκ ολίγοι φορείς να ‘χορηγήσουν’.

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/apokleistiki-synenteyxi-toy-giani-varoyfaki-sto-verite-kai-ton-irakli-migdo/

    Τι συμβαίνει όμως όταν ο μισογυνισμός παύει να αποτελεί μία ακόμη έκφανση της ανθρώπινης κακίας, που όπως και η ανθρώπινη βλακεία, είναι πιθάρια δίχως πάτο; Στα κοινωνικά δίκτυα, στα φόρουμ αλλά και στην καθημερινή ζωή, ένας συνεχώς αυξανόμενος αριθμός ανδρών αναπαράγει λόγο που εκφράζει ως επί το πλείστον θυμό, απογοήτευση, μέχρι και αφιλτράριστο, ‘αμόλυντο’ μίσος προς τις γυναίκες. Για αυτούς τους άνδρες – που σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν κάποια αμελητέα μειοψηφία- ο μισογυνισμός είναι κάτι πολύ βαθύτερο. Είναι ένα μέσο κοινωνικοποίησης. Ειδικά οι νεαρότεροι άντρες, όντας επηρεασμένοι από την περιάζουσα ατμόσφαιρα εντός και εκτός οθόνης, μαθαίνουν να επιβεβαιώνουν και να βασίζουν την ταυτότητά τους μέσα από την ευρύτερη απαξίωση των γυναικών. Με άλλα λόγια, ο μισογυνισμός για αυτούς αποτελεί μέσο ένταξης σε ένα κοινωνικό σύνολο για το οποίο η απαξίωση αυτή αποτελεί το ‘νορμάλ’, τη φόρμα συμπεριφοράς ώστε να λάβουν την αναγκαία για εκείνους αποδοχή από τους υπόλοιπους άνδρες.

    Το ερώτημα λοιπόν που γεννάται είναι γιατί; Γιατί είναι ο μισογυνισμός το κυρίως αποδεκτό μέσο κοινωνικοποίησης για τους άνδρες από την νηπιακή κιόλας ηλικία; Ας φέρουμε στο νου μας εικόνες ή και μνήμες από τα σχολικά μας χρόνια: όλη η τάξη παίζει έξω στην αυλή, την ώρα του διαλείμματος. Ξαφνικά, ένα αγοράκι σκοντάφτει και αρχίζει να κλαίει. Η σχεδόν συλλογική αντίδραση συμμαθητών και καθηγητών είναι να πουν στο παιδάκι να ‘μην κλαίει σαν κορίτσι’. Όσο το αγόρι μεγαλώνει και εξελίσσεται, τόσο το κάθε τι ‘κοριτσίστικο’ θεωρείται στην καλύτερη ντροπιαστικό και στη χειρότερη αηδιαστικό. Μέχρι που κάπου εκεί στην εφηβεία, όπου το αγόρι παύει να μοιάζει με παιδί και αρχίζει να φέρνει περισσότερο σε νέο άνδρα, αρχίζει να συνειδητοποιεί πως αυτό που κάποτε θεωρούσε αηδιαστικό και ντροπιαστικό, ένα κορίτσι, τώρα τον ελκύει και νιώθει την ανάγκη να βρίσκεται κοντά του, να το αγγίξει, να το γνωρίσει – έστω και μόνο σαρκικά.
    Πώς όμως είναι δυνατόν να ξεπεράσει κανείς μια σχεδόν ολόκληρη ζωή εμπειριών όπου η αγάπη – και όχι απλά η σωματική επιθυμιά – αποτελεί προνόμιο ανδρικό; Ας αναλογιστούμε και για μια στιγμή τι σημαίνει αγάπη: ο αμοιβαίος σεβασμός, η αποδοχή και προσφορά στήριξης, η έννοια του ανήκειν, ίσα ίσα για να θέσουμε ένα συμπεριληπτικό πλαίσιο του όρου. Όταν λοιπόν σαν κοινωνικό σύνολο διδάσκουμε στα αγόρια μας να ‘δέχονται’ αγάπη από άλλους άνδρες και όχι από τις γυναίκες στη ζωή τους – με μια μικρή εξαίρεση ίσως για τις μητέρες – πως περιμένουμε να ορίσουμε την αγάπη μεταξύ ερωτικών συντρόφων ή ακόμη και συζύγων με όρους πέρα από την επιθυμία για ερωτική συνεύρεση με μη-άνδρα, δηλ. γυναίκα;

    Δεν διδάσκουμε στα αγόρια πως να αγαπούν. Τα διδάσκουμε μονάχα πως να επιθυμούν, πώς να ποθούν και μάταια πασχίζουμε να βαφτίσουμε τον πόθο Αγάπη. Θεωρητικές ακαδημαϊκοί συγγραφείς του ριζοσπαστικού φεμινισμού όπως η Andrea Dworkin (Intercourse, 1987) και αργότερα η Eve Kosofsky Sedgwick, θέτουν αυτή τη συνθήκη ως ομοκοινωνική επιθυμία ή ομοκοινωνική έλξη. Αυτοί οι όροι περιγράφουν με μεγάλη ακρίβεια τη σημερινή κοινωνικοποίηση των νεαρών ανδρών και την ωφελιμιστική προσέγγιση τους τόσο ως προς τις σχέσεις τους με τις γυναίκες όσο και στο να βρουν και να εδραιώσουν την θέση τους ως άντρες στην μεταξύ τους κυριαρχία. Πολύ λιγότερο συχνά, ειδικότερα στις νεότερες γενιές, θα δούμε ερωτικές σχέσεις μεταξύ ατόμων του αντίθετου φύλου να έχουν την φόρτιση, τον ανταγωνισμό, την αντίληψη ως ‘ομοίου’, τον θαυμασμό και τη συναισθηματική εγγύτητα που διαθέτουν οι σχέσεις των ανδρών μεταξύ τους.

    Και επειδή ακριβώς ως κοινωνία δεν διδάξαμε ποτέ στα αγόρια μας πως να μεταφράζουν την αγάπη προς μια κοπέλα σε κάτι που δεν αρχίζει και τελειώνει με τη συνουσία, το καθήκον αυτό το ανέλαβαν οι influencers και οι κατ’ ιδία ομολογία dating coaches, οι οποίοι όχι απλά δεν βελτιώνουν την κατάσταση αλλά προς άγραν ακολούθων και likes, αναπαράγουν μισογυνιστικές ιδέες, τάσεις και τρόπους ζωής. Αυτό από μόνο του, σε μια πρώτη ανάγνωση, καταδεικνύει τον άμεσο κίνδυνο για τον ίδιο τον εκάστοτε νέο, για τον οποίο αυτή η ‘γνώση’ μπορεί ήδη να έχει κοστίσει χρηματικά (πολλοί από τους εν λόγω coaches προωθούν προγράμματα εκμάθησης flirting και τεχνικών προσέγγισης επί χρηματικού αντιτίμου) και ίσως και ψυχικά, χωρίς ο ίδιος να έχει απαραίτητα επίγνωση της έκτασης της ζημιάς που ενδέχεται να έχει ήδη προξενηθεί. Σε μια όμως δεύτερη, ίσως πιο φιλοσοφική ανάγνωση, ο κίνδυνος για την συνοχή του κοινωνικού ιστού είναι κάτι παραπάνω από υπαρκτός.

    Οι ίδιες οι γυναίκες, αξίζει να τονίσουμε, πως δεν άμοιρες ευθυνών ή αέναα θύματα της ομοκοινωνικής έλξης που κατά ορισμένους θεωρητικούς αποτελεί τη βάση της κοινωνίας των ανδρών. Αντίστοιχοι influencers και dating coaches έχουν αναδυθεί από την ‘αντίπερα όχθη’ του ίντερνετ, προωθώντας παρόμοια ρητορική και στόχους με τους αρσενικούς συναδέλφους τους. Ο κοινός παρονομαστής είναι ένας: οι νέοι άνθρωποι – και όχι μόνο- λειτουργούν ανταγωνιστικά μεταξύ τους, αναπαράγοντας στερεότυπα τα οποία εφαρμόζουν στην δική τους καθημερινότητα, πολλές φορές χωρίς να συνειδητοποιούν επαρκώς τις συνέπειες αυτών των ρητορικών για την ποιότητα ζωής των ίδιων όσο και για την κοινωνία στην οποία θα κληθούν να ανταποκριθούν και να προσαρμοστούν. Η διάβρωση του κοινωνικού ιστού, επομένως, αποτελεί την πιο επιζήμια και εν δυνάμει αυτοκαταστροφική απόρροια μιας τέτοιας μορφής κοινωνικοποίησης, βασισμένη στην πόλωση και το άκριτο μίσος προς τον έτερο – όποια μορφή και αν αυτός έχει.

    Κι όμως, η ολική (αυτο)καταστροφή των διαπροσωπικών σχέσεων και κατά συνέπεια της κοινωνίας, δεν είναι μονόδρομος. Και δεν χρειάζεται να είναι. Τα τελευταία χρόνια δε, με τις ολοένα και αυξανόμενες επιμορφώσεις σε διάφορες υποδομές του εκάστοτε κράτους και όχι μόνο, τα κορίτσια είναι λίγο-πολύ επαρκώς ενημερωμένα για πολλές εκφάνσεις του μισογυνισμού, ακόμη και για τις λιγότερο εμφανείς ‘με γυμνό μάτι’. Για να αποτραπεί όμως αυτή η εισροή νέων αγοριών προς τον εκάστοτε ιντερνετικό γκουρού των σχέσεων και του έρωτα, αυτές οι ίδιες υποδομές, παρά τα εμφανή μειονεκτήματα που μπορεί να τις ταλανίζουν και να αποτελούν το αντικείμενο δικαιολογημένων ή μη κριτικών, οφείλουν να επεκταθούν προς εκείνα. Προγράμματα, επιμορφώσεις, ειδικά διαμορφωμένα εκπαιδευτικά συστήματα και τακτικές, τόσο στο σχολείο όσο και στην οικογένεια, είναι λίγα μόνο από τα βήματα που αργά αλλά σταθερά μπορούν να διαπλάσουν σωστά την ευαίσθητη ψυχοσύνθεση του νέου χωρίς να δημιουργούν τόσο βαθιά συναισθηματικά κενά που οδηγούν το νεαρό αγόρι να τα καλύψει με τον λόγο του καλοθελητή αγνώστου – dating coach του διαδικτύου.

    Τελευταίο και ίσως σημαντικότερο βήμα είναι το παράδειγμα. Τα παιδιά, ανεξάρτητου φύλου, μαθαίνουν να αντιλαμβάνονται τον κόσμο και την θέση τους μέσα σε αυτόν όχι από τα λόγια του γονιου από τις πράξεις του. Ας τελειώνουμε επιτέλους με το ‘τα αγόρια δεν κλαίνε’ ή ‘μόνο τα κορίτσια φοβούνται’. Εάν οι πατέρες του σήμερα δεν γίνουν οι ίδιοι πρότυπα υγιούς αρρενοπώτητας, αν δεν κάνουν εκείνοι το πρώτο βήμα να αναγνωρίσουν την εγγενή τοξικότητα της μισογυνιστικής απόχρωσης πιθανών βιωμάτων τους και δεν υιοθετήσουν οι ίδιοι, μέσα από τη στάση τους, αυτή την απίστευτα εξωφρενική ιδέα ότι οι γυναίκες δεν είναι ξέχωρο ‘είδος, ένας παράλληλος κόσμος που ουδεμία σχέση μπορεί να έχει με την δική τους ύπαρξη, τότε όση δουλειά και να γίνει από το κράτος, την εκπαίδευση και τον ακτιβισμό των υπερμάχων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αυτή θα αναιρεθεί τη στιγμή που το παιδί θα βρεθεί ξανά μέσα στην οικογένεια.

    Γιατί, αν υπάρχει κάτι πραγματικά ντροπιαστικό, δεν είναι – και δεν ήταν ποτέ πραγματικά – το να μοιάζει κανείς ‘σαν κορίτσι’. Η αληθινή ντροπή βρίσκεται στο να νομίζει κάποιος πως η αξία του εξαρτάται από ένα τυχαίο χαρακτηριστικό της γέννησής του, μια ψευδαίσθηση που δεν αποκαλύπτει καμία ουσιαστική αρσενική υπεροχή, αλλά μόνο το εύρος της άγνοιας που τη στηρίζει.

  • Είναι το διαδίκτυο πράγματι νεκρό;

    Είναι το διαδίκτυο πράγματι νεκρό;

    Διαδίκτυο. Κυβερνοχώρος. Το ένα και μοναδικό ίσως μέρος όπου ο καθένας μπορεί να γίνει
    ό,τι ονειρεύεται:
    Με ‘ονόματα χρήστη’ όπως “wiz_of_ozz233”, “knight_templar_44”, το
    μόνο που χρειάζεται κανείς για να δημιουργήσει μία νέα ταυτότητα, είναι μερικά λεπτά και
    λίγα κλικ, σε κάποια “ύποπτη” γωνιά του Ίντερνετ, για ανθρώπους που ¨ψάχνονται” και
    ψάχνουν. Από το πιο απλό πράγμα για κάποιους, έναν σύντροφο, έως και το πιο πολύπλοκο,
    απαντήσεις σε ερωτήματα υπαρξιακά, εσωτεριστικά, ερωτήματα όπου η κοινή λογική σπάνια
    μπορεί να ανταποκριθεί. Έτσι και έγινε όταν μια μέρα – ή μια νύχτα, ποιος ξέρει – του 2016,
    ο χρήστης IlluminatiPirate έκανε μια περίεργη ανάρτηση ακόμη και για τα μέτρα του
    αντικειμενικά περίεργου forum “Agora Road’s Macintosh Cafe” όπου ισχυριζόταν πως η
    απλή σκέψη που εξισώνει ένα username με ένα ανθρώπινο ον πίσω από την οθόνη ίσως
    ήταν…παρατραβηγμένη.

    Δηλαδή; Το ίντερνετ, όπως το ξέρουμε, δεν είναι τίποτα άλλο από bots και εταιρικά δίκτυα
    που παράγουν αυτοματοποιημένο περιεχόμενο, η κινητικότητα του οποίου καθοδηγείται και
    διαχειρίζεται από αλγόριθμους.
    Οι άνθρωποι, δηλαδή, αποτελούν τη μειοψηφία του ευρέως
    διαθέσιμου διαδικτύου.
    Με άλλα λόγια, η καθημερινή διαδραστική φύση του ίντερνετ είναι
    απλά μια ψευδαίσθηση: το Διαδίκτυο πέθανε και απλώς αναμοχλεύουμε άσκοπα τα λείψανά
    του.

    Κατά πόσο όμως αυτή η θεωρία, πως το Διαδίκτυο δηλαδή είναι νεκρό, έχει κάποιο,
    οποιοδήποτε, αντίκτυπο στην πραγματική ζωή; Ας δούμε, για αρχή τι συνέβη αμέσως μετά
    την δημοσίευση αυτού του ποστ. Και για να είμαστε ακριβείς, το 2021, η εξωφρενική αυτή
    ιδέα πέρασε και επίσημα στη σφαίρα της ποπ κουλτούρας.
    Εάν η ανάρτηση στο forum
    γράφτηκε στο υπόγειο κάποιου απελπισμένου γονιού που πολύ θα ήθελε το παιδί του να
    βγαίνει λίγο περισσότερο έξω, ή σε ένα πολυτελές ρετιρέ κάπου στη Σιγκαπούρη, λίγη
    σημασία είχε. Η εφημερίδα Atlantic, με άρθρο της με τίτλο “Maybe you missed it, but the
    internet ‘Died’ five years ago” (σε ελεύθερη απόδοση, “Ίσως το χάσατε, αλλά το Ίντερνετ
    “πέθανε” πέντε χρόνια πριν”), έδωσε και επίσημα τη σφραγίδα της mainstream άποψης πάνω
    στο ζήτημα.
    Οι συνέπειες λοιπόν, δεν άργησαν να φανούν. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι
    άρχισαν να δυσπιστούν απέναντι σε λογαριασμούς με παστέλ χρώματα ή φανταστικούς
    χαρακτήρες στις εικόνες προφίλ. Ακόμη και δίχως εικόνα προφίλ, τέτοιοι λογαριασμοί, με
    λόγο τέλεια προσαρμοσμένο στις ανάγκες κάθε κοινωνικού δικτύου.
    Σχόλια για βελτίωση
    της αλληλεπίδρασης κάτω από βίντεο στο YouTube και στο TikTok, απλές φράσεις
    ημερολογιακού στυλ στο Χ (πρώην Twitter|) κ.ο.κ.

    Το συμπέρασμα, επομένως, είναι απλό. Ένα μέρος του διαδικτύου είναι πράγματι νεκρό.
    Εταιρικά δίκτυα που ανατροφοδοτούν το ένα το άλλο μέσω bot, πολλές φορές μέχρι και για
    κακόβουλους σκοπούς, η δυσκολία να αναγνωρίσει κανείς που αρχίζει ο ανθρώπινος
    παράγοντας και που τελειώνει ο μετα-ανθρώπινος
    – άλλωστε μεγάλο μέρος του περιεχομένου
    αυτού του είδους γίνεται ολοένα και λιγότερο εύκολο να αναγνωριστεί ως απλή γλωσσική
    παραγωγή κάποιου “ρομποτικού μυαλού” και όχι κάποιου ανθρώπου. Εξίσου όμως δύσκολη
    μοιάζει και η αποδοχή μιας τέτοιας θεωρίας στο σύνολό της. Ο ανθρώπινος παράγοντας είναι
    σχεδόν αδύνατο να μην αναγνωριστεί σε οποιαδήποτε γωνιά του ίντερνετ και αν βρεθεί
    κανείς:
    από τους δημιουργούς περιεχομένου στο TikTok και στο Youtube μέχρι τους
    Redditors με τα σχεδόν αδιανόητα subreddits τους, μέχρι τα forums όπου τέτοιες θεωρίες
    προστίθενται καθημερινά στον κυκεώνα της συνωμοσιολογίας και θολώνουν τα όρια της
    αναλυτικής σκέψης με αυτά του κυνηγιού χίμαιρας.

    Το διαδίκτυο, μια σύγχρονη ‘αρένα’ της πληροφορίας, δεν παύει να είναι απλά ο
    αναμεταδότης της ανθρώπινης πληροφορίας,
    πράγμα που καλό θα ήταν να βρίσκεται στο
    πίσω μέρος του μυαλού μας κάθε φορά που κάτι στο ίντερνετ μας ιντριγκάρει ή μας απωθεί.
    Παράλληλα αξίζει να σημειωθεί και ο βαθμός αυτοματοποίησης που έχουν προσφέρει τα
    bots και τα εταιρικά δίκτυα.
    Είναι απλά μια φυσική εξέλιξη των πραγμάτων: οι περιζήτητες
    δουλειές γραφείου (white collar jobs) ρισκάρουν στις μέρες μας να βρεθούν στα πρόθυρα
    εξαφάνισης – ή σημαντικής αναδιάρθρωσης- χωρίς το Διαδίκτυο.
    Η ανθρώπινη εργασία και η
    μεταφορά της ονλάιν προϋποθέτει έναν σημαντικό βαθμό αυτοματοποίησης του ίντερνετ,
    χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα και το τέλος της ανθρώπινης αλληλεπίδρασης στα
    πλαίσιά του.

    Με παρόμοια λογική, οι προβλέψεις μεγιστάνων του χώρου της πληροφορίας δείχνουν πως
    έως το 2030 η πλειοψηφία της διαδικτυακής κινητικότητας θα είναι μια σειρά
    αυτοματοποιημένων λειτουργιών.
    Η πραγματικότητα είναι πως δεν υπάρχει καμία απόδειξη
    ότι κάτι τέτοιο θα συμβεί απαραίτητα στο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ή με ακριβώς
    αυτά τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Νεκρού Διαδικτύου.
    Είναι απλά μια ακόμη
    μαθηματική πρόβλεψη για το πλέον απρόβλεπτο των πραγμάτων – το ίντερνετ. Επιπλέον, ο
    ψηφιακός αλφαβητισμός αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς, ενώ οι ανεξάρτητοι δημιουργοί
    περιεχομένου και το ίδιο το περιεχόμενό τους (blogs, forums) συνεχίζει να υφίστανται, να
    δημιουργούν και να συζητούν, ακριβώς επειδή ο άνθρωπος είναι ‘ζώο κοινωνικό’.
    Και όσο
    απρόβλεπτο και να είναι το ίντερνετ, δεν παύει να είναι καθρέφτης δικός μας, που αντανακλά
    τη δική μας συνείδηση και την δική μας υπαρξιακή ανάγκη για σύνδεση με τους γύρω μας,

    η οποία δεν φαίνεται να εκλείπει από τα τρέχοντα ιντερνετικά τεκταινόμενα. Ένα σκρολάρισμα
    στο Instagram ή στο TikTok είναι αρκετό για να το διαπιστώσει ο καθένας μας.

    Αν μη τι άλλο, το διαδίκτυο, δεν κινδυνεύει από αφανισμό, τουλάχιστον όχι περισσότερο από
    την ίδια μας την ανθρωπιά.

  • Η (από)γνωση της Τεχνητής Νοημοσύνης: Τι πραγματικά συμβαίνει στα σχολεία;

    Η (από)γνωση της Τεχνητής Νοημοσύνης: Τι πραγματικά συμβαίνει στα σχολεία;

    Πολλά έχουν γραφτεί για την Τεχνητή Νοημοσύνη, άλλα τόσα και περισσότερα ακόμη έχουν
    ειπωθεί σε συζητήσεις με φίλους γύρω από άδειες κούπες καφέ και κάτω από ομπρέλες και τον
    αδυσώπητο καλοκαιρινό ήλιο, χωρίς κανείς να είναι απόλυτα βέβαιος για το τι μέλλει γενέσθαι.
    Κανείς δεν μπορεί, δηλαδή, να αρνηθεί, πως έχουμε διαβεί το κατώφλι της Επανάστασης της
    Τεχνητής Νοημοσύνης
    , ενώ εκείνοι που πρώτοι βιώνουν τις πρώτες ‘μάχες’ αυτού του άτυπου
    πολέμου πληροφορίας, είναι οι εκπαιδευτικοί όλων των βαθμίδων που καλούνται να
    ανταπεξέλθουν σε πρωτόγνωρες συνθήκες διδασκαλίας, για τις οποίες κανένας δεν τους
    προετοίμασε-δεν θα μπορούσαν άλλωστε. Εκτός αυτών, τι ρόλο μπορεί να διαδραματίσει ένας
    μέσος εκπαιδευτικός στην ουσιαστική απόκτηση γνώσης όταν έχει απέναντι του έναν αόρατο,
    ασώματο παντογνώστη που μπορεί να απαντά σε κάθε ερώτηση και απορία; Τι συμβαίνει όταν
    το ακροατήριο του, οι μαθητές του, προτιμούν να συμβουλεύονται εκείνον τον ‘παντογνώστη
    παρά τον εκπαιδευτικό;

    Ο συνδυασμός ενός εξετασιοκεντρικού εκπαιδευτικού συστήματος (όπως του ελληνικού) μαζί με
    την σχεδόν ανεξέλεγκτη χρήση των chatbots όπως το ChatGPT, προετοιμάζουν το έδαφος για
    μια στείρα, άψυχη αναπαραγωγή γνώσεων που ποτέ δεν έχουν διυλιστεί από τους ίδιους τους
    μαθητές και όλα τα στοιχεία του νου τους που τους προσδίδουν την τόσο πολύτιμη
    μοναδικότητα τους χάνονται από το μόνο μέσο που μπορεί να πλησιάσει στην αποτύπωση τους:
    τον λόγο. Κείμενα, εκθέσεις και κάθε μορφής γραπτής γλωσσικής επικοινωνίας έχει διαβρωθεί
    από τη χρήση της ΤΝ για την παραγωγή τους. Με δυσκολία ξεχωρίζει κανείς τις διαφορές μεταξύ
    των γραπτών των μαθητών που έχουν χρησιμοποιήσει ΤΝ για την εκπόνησή τους, ενώ με την
    εξέλιξη των συστημάτων αυτών, η διάκριση μεταξύ των γραπτών που έχουν παραχθεί από τους
    ίδιους τους μαθητές ή από κάποιο τέτοιο bot γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη.
    Πολλά ξένα και ελληνικά πανεπιστήμια έχουν καταφύγει στη χρήση προγραμμάτων ανίχνευσης
    κειμένου που έχει παραχθεί από την τεχνητή νοημοσύνη, επιβάλλοντας παράλληλα μια σειρά
    αυστηρών ποινών προς τους φοιτητές που επιβεβαιωμένα έχουν προβεί στην χρήση τους για
    την ολοκλήρωση των εργασιών τους. Όμως ακόμη και έτσι, τα αποτελέσματα είναι
    περιορισμένα: φοιτητές των οποίων η μητρική γλώσσα δεν είναι η Αγγλική και φοιτούν σε
    αγγλόφωνα πανεπιστήμια έχουν κατηγορηθεί αδίκως για χρήση τέτοιων προγραμμάτων ΤΝ,
    μιας και τα γλωσσικά μοντέλα (Large Language Models-LLMs) πάνω στα οποία εκπαιδεύονται
    αυτά τα συστήματα έχουν ενσωματωμένα κοινά λάθη των φυσικών ομιλητών μιας γλώσσας,
    όπως πχ. της αγγλικής, ενώ οι ξένοι φοιτητές δεν κάνουν τα ίδια είδη λάθους κατά τη δική τους
    γλωσσική παραγωγή. Εξάλλου, με την χρήση των εν λόγω προγραμμάτων ανίχνευσης, αμέσως
    ξεπρόβαλλαν άλλα, νέα συστήματα ΤΝ που ειδικεύονται στην ενίσχυση της φυσικότητας του
    λόγου που έχει παραχθεί από την ΤΝ με στόχο να μοιάζει περισσότερο το εκάστοτε κείμενο στο
    πως χειρίζονται τη γλώσσα οι άνθρωποι, όπως το Humanize AI.

    Στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση, όπου δύσκολα μπορούν να επιβληθούν ποινές ή να
    προκύψουν ζητήματα δεοντολογίας (λ.χ. λογοκλοπής) στο βαθμό που αναμένεται στην
    Τριτοβάθμια, τα πράγματα γίνονται πιο απαιτητικά. Όσο τα LLMs εξελίσσονται και βελτιώνονται,
    τόσο πιο αδύνατο γίνεται το καθήκον του εκπαιδευτικού να καλλιεργήσει στα παιδιά την αξία της
    κριτικής σκέψης αλλά και την αξία του να σκέφτεται κανείς μόνος του. Όταν όμως όλο και πιο
    πολλοί εκπαιδευτικοί δηλώνουν πως οι μαθητές τους προτιμούν να γράψουν ένα prompt που να
    ζητά μέχρι και την δημιουργία ενός διαγράμματος για μια απλή, σχετικά, έκθεση, από το να
    μπουν οι ίδιοι στην διαδικασία να οργανώσουν την δική τους σκέψης και να αξιολογήσουν τις
    γνώσεις τους ώστε να αποτυπωθούν κατάλληλα σύμφωνα με το ζητούμενο θέμα τους, πώς
    ακριβώς θα ελέγξει ο εκάστοτε καθηγητής την πρόοδο των παιδιών και την ύπαρξη ή όχι της
    δικής τους αυθεντικής σκέψης; Όπως λένε άλλωστε, ο μαθητής όταν γράφει, «εκτίθεται», μόνο
    που πλέον, με τη συνδρομή της ΤΝ, όταν γράφει, περισσότερο «κρύβεται».

    Και εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς, τι μπορεί να γίνει για αυτό; Υπάρχουν λύσεις; Και σε αυτό το
    σημείο αρχίζει η μεγάλη ασυμφωνία μεταξύ των απόψεων. Μια άποψη, είναι να απαγορευτεί
    οριζοντίως και καθέτως η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στα σχολεία. Αυτό, για να επιτευχθεί,
    απαιτεί και την απαγόρευση της χρήσης των κινητών τηλεφώνων, λοιπών ηλεκτρονικών
    συσκευών και πρωτίστως την έλλειψη σύνδεσης στο διαδίκτυο εντός σχολικού χώρου, πλην της
    αίθουσας υπολογιστών. Η σχετικά απόλυτη αυτή λύση, παρά την πίστη των οπαδών της
    (κυρίως μεταξύ των λιγότερο τεχνολογικά εξοικειωμένων κοινωνικών ομάδων) δεν είναι παρά
    ημίμετρο και ολωσδιόλου μη ρεαλιστική. Δεδομένου πως τα παιδιά της Γενιάς Α, παραδείγματος
    χάρη, που έχουν μεγαλώσει σε έναν κόσμο όπου τα διαδικτυακά τεκταινόμενα είναι της ίδιας
    σημασίας όσο και αυτά του πραγματικού, καταφέρνουν εκτός των άλλων να παρακάμπτουν
    γονικούς περιορισμούς στη χρήση του ίντερνετ, αλλά και να γνωρίζουν πολύ περισσότερα για
    αυτό από τους κηδεμόνες τους, η λύση αυτή είναι απλά λάδι στη φωτιά. Είτε ο γονιός δεν θα
    είναι σε θέση να παρακολουθεί διαρκώς κάθε κίνηση του παιδιού του στον κυβερνοχώρο, είτε
    ενδέχεται να υποτιμά την ζημιά που μπορεί να προκληθεί από την χρήση των εν λόγω chatbots,
    η πρόσβαση στο ίντερνετ και η ευρεία χρήση αυτού του είδους ΤΝ είναι πλέον σχεδόν το ένα
    και το αυτό. Σε καμία περίπτωση όμως αυτό δεν δικαιολογεί την αδιαφορία απέναντι στις
    ενέργειες του παιδιού στο ίντερνετ αλλά και στο πόσο χρόνο ξοδεύει εκεί. Από το σπίτι, ξεκινάει
    η σχέση του παιδιού με τον κόσμο γύρω του, κατ’ επέκταση και με το ίντερνετ, και από εκεί
    οφείλει να ξεκινήσει και η αντίληψη της ΤΝ ως εργαλείο, και όχι ως έναν μικρό, φορητό Θεό που
    μπορεί να απαντήσει στο κάθε τι με το πάτημα ενός κουμπιού.

    Εν τέλει, η επιστροφή σε έναν κόσμο προ έλευσης της ΤΝ είναι πλέον αδύνατη, αυτό είναι το
    μόνο σίγουρο. Ο μόνος τρόπος να αποκατασταθεί η κρίση που σιγοβράζει σε σχολεία και
    πανεπιστήμια (από απογοητευμένους εκπαιδευτικούς στα πρόθυρα παραίτησης μέχρι φοιτητές
    των οποίων τα πτυχία αποκτήθηκαν με εργασίες φτιαγμένες από bots όπως το ChatGPT) είναι η
    συνύπαρξη μαζί με την ΤΝ. Προϋπόθεση δε, η αποδοχή πως η ΤΝ των Μεγάλων Γλωσσικών
    Μοντέλων ήρθε για να μείνει.
    Από πλευράς εκπαιδευτικών, ένας απλός αλλά αποτελεσματικός τρόπος ελέγχου τόσο των
    γλωσσικών δεξιοτήτων των παιδιών όσο και της κριτικής τους σκέψης, είναι η συγγραφή μικρών
    δοκιμίων εντός τάξης, με την κλασσική μέθοδο του χαρτιού και του μολυβιού, χωρίς πρόσβαση
    στο ίντερνετ. Με την πάροδο των ετών και μέχρι και αν χρειαστεί να εκπονήσουν εργασίες σε
    κάποια σχολή ανώτατης εκπαίδευσης, θα έχουν «προπονηθεί» αρκετά στο σπορ της αυτόνομης
    σκέψης ώστε να μην χρειάζονται την ΤΝ για τέτοιου είδους πνευματική εργασία. Παράλληλα, η
    εξοικείωση με τους τρόπους λειτουργίας και τις δυνατότητες της ΤΝ, ιδανικά σε μια διδακτική
    ώρα αφιερωμένη σε αυτό το κομμάτι της επιστήμης και της πληροφορίας θα μπορούσε να
    λειτουργήσει ευεργετικά. Ταυτόχρονα, η εκπαίδευση στην αναγνώριση της εγκυρότητας των
    πληροφοριών που συναντά κανείς στο διαδίκτυο (όπως έχει ήδη κάνει η Φινλανδία) καθώς και
    σε τεχνικές διασταύρωσης και επαλήθευσης πληροφοριών από νεαρή ηλικία μπορούν να
    μειώσουν ουσιαστικά την ανάγκη των μαθητών να βασίζονται σε εκείνη για το παραμικρό.
    Καθώς μέχρι και η ικανότητα αναζήτησης σε μηχανές όπως η Google αρχίζει να εκλείπει ενώ οι
    «παραισθήσεις» της ΤΝ έχουν γίνει σχεδόν καθημερινό φαινόμενο, αυτού του είδους η
    εκπαίδευση σταδιακά θα αποτελέσει μονόδρομο, παρά τις ίσως φιλόδοξες βλέψεις της για την
    ποιότητα των αποτελεσμάτων. Η σχέση μαθητή-καθηγητή είναι αμφίδρομη και χωρίς εκείνη
    κανενός είδους γνώση ή εκπαίδευση δεν μπορεί να επιτύχει πλήρως, ιδιαίτερα σε μικρότερες
    ηλικιακά ομάδες μαθητών.
    Κλείνοντας, ας μην εγκαταλείπουμε τους καθηγητές στη μοίρα τους, να τα βάζουν με ένα
    «τέρας» γνώσεων που ακούει στο όνομα Τεχνητή Νοημοσύνη και ας μην βιαζόμαστε να
    κουνήσουμε το δάχτυλο στους γονείς και τους μαθητές, ή ακόμη και στους εκπαιδευτικούς που
    θεωρούν πως η παραδοσιακή διδασκαλία έχει πλέον φτάσει στους τίτλους τέλους της. Καμία
    αλλαγή δεν είναι εύκολη, όπως και καμία αρχή. Ο εχθρός, ίσως, να μην είναι οι απεγνωσμένοι
    καθηγητές λυκείων που ίσως δεν έχουν την απαραίτητη τεχνογνωσία, ούτε και ο πελαγωμένος φοιτητής που προσπαθεί να περάσει τα μαθήματά του ώστε να κάνει την μέγιστη καλύτερη
    χρήση του πτυχίου του για την διασφάλιση εργασίας σε μια σύγχρονη αγορά που περισσότερο
    ομοιάζει με «ζούγκλα». Ίσως να βρίσκεται στο θελκτικό και ύπουλο πρόσωπο της
    παραπληροφόρησης και στην απαίτηση γρήγορης γνώσης χωρίς τον προαπαιτούμενο κόπο για
    την απόκτησή της. Τα σχολεία, δεν είναι παρά μικρογραφία της κοινωνίας, και όταν νοσούν αυτά,
    ίσως είναι ασφαλές να συμπεράνουμε πως νοσεί και εκείνη…

    Πηγές:
    https://www.businessinsider.com/english-teacher-my-students-relying-on-ai-for-everything-2025-
    7?utm

    Η Τεχνητή Νοημοσύνη στην Εκπαίδευση