Πριν στεγάσει τη Βουλή των Ελλήνων, υπήρξε παλάτι, καταφύγιο, νοσοκομείο. Το εμβληματικό κτήριο της Πλατείας Συντάγματος κουβαλάει ιστορίες που σπάνια ακούγονται.
Διαβάστε την ιστορία του εδώ

Πριν στεγάσει τη Βουλή των Ελλήνων, υπήρξε παλάτι, καταφύγιο, νοσοκομείο. Το εμβληματικό κτήριο της Πλατείας Συντάγματος κουβαλάει ιστορίες που σπάνια ακούγονται.
Διαβάστε την ιστορία του εδώ

Η 29η Ιουλίου του 2025 σηματοδοτεί τη συμπλήρωση εκατό ετών από τη γέννηση του Μίκη Θεοδωράκη, ενός από τους κορυφαίους συνθέτες και πνευματικούς ανθρώπους της σύγχρονης Ελλάδας. Η παρουσία του υπήρξε καθοριστική τόσο στη μουσική δημιουργία όσο και στον δημόσιο λόγο, καθιστώντας τον σημείο αναφοράς για τη μελέτη της ελληνικής πολιτιστικής ιστορίας του 20ού αιώνα.
Η συμβολή του Θεοδωράκη υπερβαίνει τα όρια της μουσικής. Από τα έργα λόγιας μουσικής και τα λαϊκά τραγούδια έως τις συμφωνίες και τα ορατόρια, η δημιουργία του συνιστά μια σύνθεση ελληνικών παραδόσεων με διεθνείς επιρροές. Το έργο του, όπως το Άξιον Εστί και η μουσική για τον Ζορμπά, αποτέλεσε δίαυλο πολιτιστικής εξωστρέφειας, μεταφέροντας στοιχεία της ελληνικής ταυτότητας σε παγκόσμιο επίπεδο.
Παράλληλα, ο Θεοδωράκης διακρίθηκε για τον κοινωνικό και πολιτικό του ακτιβισμό, με έντονη συμμετοχή στα ιστορικά γεγονότα της μεταπολεμικής Ελλάδας. Η δράση του, είτε μέσα από την αντίσταση στη Δικτατορία των Συνταγματαρχών είτε μέσα από τις διεθνείς του περιοδείες υπέρ της ειρήνης, ανέδειξε τη μουσική ως εργαλείο κοινωνικού διαλόγου και πολιτιστικής διπλωματίας.
Η εκατονταετηρίδα από τη γέννησή του παρέχει την ευκαιρία επανεκτίμησης της θέσης του Θεοδωράκη στον παγκόσμιο πολιτιστικό χάρτη. Η διεπιστημονική προσέγγιση που συνδυάζει τη μουσικολογία, την πολιτική επιστήμη και τις πολιτιστικές σπουδές αποκαλύπτει έναν δημιουργό που λειτούργησε ως φορέας πολιτισμικής συνέχειας και μετασχηματισμού.
Σήμερα, η μελέτη του έργου του προσφέρει όχι μόνο αισθητική απόλαυση αλλά και ερευνητικά ερεθίσματα σχετικά με τη σχέση τέχνης, κοινωνίας και ταυτότητας. Εκατό χρόνια μετά τη γέννησή του, ο Μίκης Θεοδωράκης παραμένει σύμβολο μιας Ελλάδας που αναζητά διαρκώς τη σύνθεση του τοπικού με το οικουμενικό.

Σε μια αιφνιδιαστική και ιστορική απόφαση, η κυβέρνηση Τραμπ έδωσε στη δημοσιότητα περισσότερες από 230.000 σελίδες απόρρητων εγγράφων που σχετίζονται με τη δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, ενός από τους πλέον εμβληματικούς αγωνιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τα έγγραφα, που δημοσιεύονται στο πλαίσιο της προεδρικής εντολής EO 14176, περιλαμβάνουν στοιχεία που μέχρι σήμερα ήταν κλειδωμένα στα αρχεία του FBI και της CIA.
Το υλικό ρίχνει φως σε εσωτερικές αναφορές, εντάλματα, καταθέσεις και μαρτυρίες, αποκαλύπτοντας πως οι ομοσπονδιακές αρχές παρακολουθούσαν στενά τον Κινγκ για δεκαετίες, μέσω του προγράμματος COINTELPRO του J. Edgar Hoover. Παράλληλα, περιλαμβάνονται λεπτομέρειες για τις έρευνες μετά τη δολοφονία του, καθώς και για τις κινήσεις του φερόμενου δράστη, James Earl Ray, εντός και εκτός ΗΠΑ. Πολλά από τα έγγραφα ανακινούν εκ νέου θεωρίες περί συνωμοσίας και πιθανής εμπλοκής τρίτων προσώπων, πέραν του επισήμως καταδικασθέντος.
Η δημοσιοποίηση των αρχείων προκάλεσε αντιδράσεις, τόσο από την οικογένεια του Κινγκ όσο και από οργανώσεις πολιτικών δικαιωμάτων, που ζήτησαν προσεκτική και με σεβασμό αξιολόγηση των στοιχείων. Παρότι ο Λευκός Οίκος υποστήριξε πως η πρωτοβουλία εντάσσεται στο πλαίσιο της διαφάνειας και της ιστορικής αποκατάστασης, πολιτικοί αναλυτές εκφράζουν επιφυλάξεις για τον χρονισμό της κίνησης, σημειώνοντας πως ενδέχεται να εξυπηρετεί και άλλες επικοινωνιακές σκοπιμότητες.
Η δημοσίευση των εγγράφων έρχεται σε μια εποχή που η αμερικανική κοινωνία βρίσκεται και πάλι σε αναταραχή γύρω από ζητήματα φυλετικής ισότητας και αστυνομικής βίας, καθιστώντας την υπόθεση πιο επίκαιρη από ποτέ. Το ιστορικό βάθος και η σημασία των στοιχείων που περιλαμβάνονται αναμένεται να τροφοδοτήσουν για καιρό τη δημόσια συζήτηση.

Ο Λόρδος Μπάιρον ή Βύρωνας όπως καθιερώθηκε να τον λέμε στη χώρα μας, υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους φιλέλληνες. Αριστοκράτης, μέλος της Βουλής των Λόρδων του Ηνωμένου Βασιλείου και ένας από τους σημαντικότερους ποιητές του ρομαντισμού. Η αγάπη του όμως για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό τον έκανε να παρατήσει την πολυτέλεια μέσα στην οποία ζούσε και να έρθει στη χώρα μας να αγωνιστεί εναντίον της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Πέθανε στις 19 Απριλίου του 1824 μαχόμενος στο Μεσολόγγι. Ας δούμε την υποδοχή που του επιφύλαξαν οι αγωνιστές του Μεσολογγίου και τι σήμαινε για τον ίδιο τον Λόρδο Μπάιρον η Επανάσταση του 1821 μέσα από τα μάτια του Ιακωβάκη Ρίζου Νερουλού, υπασπιστή του Αλέξανδρου Υψηλάντη.
Απόσπασμα από το βιβλίο «Ιστορία της νεότερης Ελλάδας» υπό Ιακωβάκη Ρίζο Νερουλό και Ιωάννη Καποδίστρια, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός:

«Ο Μπάιρον έφτασε στο Μεσολόγγι. Τα μέλη της διοικούσας επιτροπής τον υποδέχτηκαν μπροστά από δύο χιλιάδες παρατεταγμένους στρατιώτες. Το πυροβολικό του οχυρού ανήγγειλε με χαρούμενες ομοβροντίες την άφιξη του μεγάλου ανδρός. Όλοι οι κάτοικοι έσπευσαν στην ακτή να τον υποδεχτούν με επευφημίες. Μόλις μπήκε στην πόλη ανέβηκε στο κτήριο της διοικούσας επιτροπής όπου τον προσφώνησε ο Πορφύριος, αρχιεπίσκοπος Άρτας, Ναυπάκτου και Αιτωλίας, συνοδευόμενος από όλα τα μέλη του κλήρου. Τα πρώτα λόγια του Μπάιρον ήταν: «Πού είναι ο αδελφός του νέου αυτού Λεωνίδα;». Ο Κωνσταντίνος Μπότσαρης, νέος, ψηλός, καλοκαμωμένος άνδρας, παρουσιάστηκε αμέσως μπροστά του και ο Μπάιρον του είπε: «Ευτυχή θνητέ! Είσαι αδελφός ενός ήρωα που το όνομά του θα μείνει αθάνατο στους αιώνες!». Ύστερα, βλέποντας το πλήθος που είχε συγκεντρωθεί από το κτήριο, πλησίασε στο παράθυρο και είπε: «Έλληνες! Κοντά σας βρίσκεται ένας Άγγλος που ποτέ δεν σταμάτησε να μελετά την αρχαία Ελλάδα και να σκέπτεται τη νέα Ελλάδα· ένας Άγγλος ανέκαθεν ταγμένος στην αναζήτηση της ελευθερίας, για την οποία σήμερα εσείς τόσες ηρωικές προσπάθειες κάνετε. Είμαι ευγνώμων για τα συναισθήματα που εκφράζετε. Σε λίγο θα με δείτε ανάμεσα στις φάλαγγες των πολεμιστών σας για να νικήσω ή να πεθάνω μαζί σας».

Έναν μήνα αργότερα η κυβέρνηση απέστειλε αντιπροσωπεία επιφορτισμένη να του προσφέρει ένα σπαθί και το έγγραφο με το οποίο τον πολιτογραφούσε Έλληνα· συγχρόνως η πόλη του Μεσολογγίου τον ενέγραψε στα μητρώα της. Ετοίμασαν επίσημη τελετή για να εορτάσουν το γεγονός· η ημερομηνία της τελετής καθορίστηκε εκ των προτέρων· με εγκύκλιες επιστολές εκλήθησαν να παραστούν όλοι οι κάτοικοι των γειτονικών περιοχών· περισσότεροι από είκοσι χιλιάδες άνθρωποι έφτασαν στο Μεσολόγγι. Με ελληνική στολή και συνοδευόμενος από όλους τους στρατιωτικούς που τον λάτρευαν, ο Μπάιρον μετέβη στην εκκλησία όπου ο αρχιεπίσκοπος Πορφύριος και ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ, ο μάρτυρας της πίστης και της πατρίδας, τον δέχτηκαν στον νάρθηκα του ναού περιβεβλημένοι τα ιερά τους άμφια· μετά τη λήξη της λειτουργίας του προσέφεραν το σπαθί και το πιστοποιητικό με το οποίο αναγνωριζόταν Έλληνας πολίτης. Ο Μπάιρον ζήτησε το σπαθί να αφιερωθεί αρχικώς στον τάφο του Μάρκου Μπότσαρη. Αμέσως όλη η συνοδεία του και ένα τεράστιο πλήθος τον μετέφεραν από την εκκλησία στον στολισμένο με πολύτιμα μάρμαρα τάφο του Μάρκου Μπότσαρη με έξοδα του ποιητή».

Εδώ και χρόνια λέγεται πως η καταγωγή του αρχιστράτηγου της Επανάστασης του ’21, Γεωργίου Καραϊσκάκη, δεν είναι σίγουρη. Παντού στο διαδίκτυο γράφεται πως κατάγεται από την Σκουλικαριά της Άρτας ή από το Μαυρομάτι της Καρδίτσας. Αυτή η διαστρέβλωση της ιστορικής αλήθειας μπορεί να έχει συμβεί τυχαία, μπορεί να κρύβει από πίσω σκοπιμότητες ή μπορεί απλώς να είναι μια ακόμη ένδειξη της αλλοίωσης που υφίσταται στις μέρες μας γενικότερα η αλήθεια. Όπως και να έχει η αλήθεια πρέπει να αποκατασταθεί. Ο Καραϊσκάκης καταγόταν από το ορεινό χωριό της Άρτας που ονομάζεται Σκουληκαριά.
Πρώτα-πρώτα ο σπουδαίος ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, στο έργο του «Γεώργιος Καραϊσκάκης» αναφέρει από την πρώτη πρόταση κιόλας την καταγωγή του μεγάλου επαναστάτη. Πιο συγκεκριμένα «Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης γεννήθηκε το 1782 στη Σκουλικαρυά ή Σκωληκοκαρυά της επαρχίας Άρτας από μητέρα μοναχή. Η μητέρα του ανήκε σε καλή οικογένεια, διότι ήταν αδελφή του Κώνστα Διμισκή και πρώτη εξαδέλφη του ονομαστού Γεωργίου Μπακόλα […]».
Έπειτα ο γραμματέας του Γ. Καραϊσκάκη, Γεώργιος Γαζής, αναφέρει «Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης κατήγετο από την Άρταν από το χωρίον Σκουληκαριά».
Τέλος, ο Δημήτριος Αινιάν, υπασπιστής του ήρωα της Επανάστασης και ένας από τους πιο στενούς του ανθρώπους αναφέρει, «Ο Καραϊσκάκης εγεννήθη εις το 1782 έτος. Η μήτηρ του ήτο καλογραία, γεννημένη εις το χωρίον Σκωληκοκαρία της επαρχίας Άρτης».

Επομένως, δεν υπάρχει καμία σοβαρή ιστορική καταγραφή που να αναφέρεται στο Μαυρομάτι Καρδίτσας. Η σύγχυση δημιουργήθηκε καθώς μια εβδομάδα μετά την γέννηση του Γ. Καραϊσκάκη στο μοναστήρι «Κοίμησις της Θεοτόκου» στη Σκουλικαριά, ο ηγούμενος της μονής Καλλίνικος Τρίμπος, ο οποίος ήταν και θείος της μητέρας του Καραϊσκάκη (το επίθετο υπάρχει ακόμη στο χωριό), έστειλε την μητέρα με το νεογέννητο βρέφος στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στο Μαυρομάτι. Μετά από τέσσερα χρόνια η μητέρα του Γ. Καραϊσκάκη, αποφασίζει να γυρίσει πίσω. Η κατάσταση που επικρατεί όμως στο χωριό της είναι επικίνδυνη για την ίδια και το γιο της και έτσι επιλέγει να πάει στην Τούνιστα (σήμερα Σταθάς) του Βάλτου. Εκεί θα δουλέψει στο σπίτι του συγγενή της Δημητρίου Ίσκου, ο οποίος θα μεγαλώσει το γιο της. Έτσι θα πάρει και την κατάληξη -ισκάκης, δηλαδή μικρός Ίσκος καθώς και το «Καράς» λόγω του σκουρόχρωμου δέρματός του. Στα δώδεκα του χρόνια θα επιστρέψει στη Σκουλικαριά όπου θα σκοτώσει και τον πρώτο του Τούρκο.

Ελπίζω με αυτό το άρθρο η αλήθεια να αποκατασταθεί και στην κοινή γνώμη μιας και ιστορικά έχει αποκατασταθεί εδώ και πολλά χρόνια. Αξίζει να σημειωθεί πως στον δήμο Γεωργίου Καραϊσκάκη, στον οποίο ανήκει το πολύ όμορφο χωριό της Σκουληκαριάς, κάθε καλοκαίρι πραγματοποιούνται εκδηλώσεις πολιτιστικές και αθλητικές στη μνήμη του μεγάλου αγωνιστή του 1821 με εξαιρετικά μεγάλη συμμετοχή.

Το βράδυ της 3ης Ιουλίου 1964, ένα ασυνήθιστο περιστατικό αναστάτωσε το ελληνικό Κοινοβούλιο. Περίπου πενήντα άτομα, κυρίως νεαροί άντρες, διέσπασαν τον αστυνομικό φραγμό έξω από το κτίριο της Βουλής και μπήκαν στο εσωτερικό, κατά τη διάρκεια μιας κρίσιμης συνεδρίασης που αφορούσε το Κυπριακό. Η εισβολή δεν έφτασε μέχρι την αίθουσα συνεδριάσεων, αλλά προκάλεσε πανικό, τραυματισμούς και διακοπή της κοινοβουλευτικής διαδικασίας. Ήταν ένα γεγονός πρωτοφανές για τα ελληνικά δεδομένα, και παραμένει μέχρι σήμερα σχεδόν ξεχασμένο από τη δημόσια μνήμη.
Ανάμεσα στους εισβολείς βρισκόταν και ο Ρένος Αποστολίδης, συγγραφέας, φιλόλογος και πολιτικά ενεργός, πάντα αιχμηρός και προκλητικός απέναντι σε κάθε είδους εξουσία. Δεν έκρυψε ποτέ τη συμμετοχή του — το αντίθετο. Υπερασπίστηκε την πράξη του, καταγγέλλοντας το Κοινοβούλιο ως ένα υποκριτικό θέατρο πολιτικού καιροσκοπισμού. Συνελήφθη επιτόπου, μαζί με άλλα τριάντα δύο άτομα. Οι περισσότεροι καταδικάστηκαν βάσει του περίφημου νόμου «4000» για τεντιμποϊσμό. Ο Αποστολίδης καταδικάστηκε σε δυόμισι χρόνια φυλάκιση, ποινή που εξαγοράστηκε, και εξέτισε τελικά τρεις μήνες.
Το 1965, έναν χρόνο μετά, εξέδωσε ένα βιβλίο που σήμερα μοιάζει σχεδόν θρυλικό: το Κατηγορώ. Ήταν ένα πολιτικό δοκίμιο, μια προσωπική απολογία, αλλά και μια συνολική επίθεση κατά του πολιτικού κατεστημένου της εποχής. Μέσα σε αυτό, ο Αποστολίδης εξαπολύει δριμεία κριτική στον Γεώργιο Παπανδρέου, στον τρόπο λειτουργίας του Κοινοβουλίου, στον ρόλο των παρακρατικών μηχανισμών, στη σχέση του λαού με την εξουσία. Το ύφος του ήταν έντονο, σχεδόν προφητικό. Δεν ζητούσε κατανόηση ούτε συγχώρεση. Ζητούσε ταραχή.

Όσοι τον διάβασαν τότε, διχάστηκαν. Άλλοι είδαν έναν προβοκάτορα που ντύθηκε ήρωας. Άλλοι διέκριναν έναν σπάνιο διανοούμενο που είχε το θάρρος να φωνάξει όταν όλοι σιωπούσαν. Το σίγουρο είναι πως δεν πέρασε απαρατήρητος.
Η εισβολή στη Βουλή του 1964, όσο φαινομενικά γραφική κι αν μοιάζει σήμερα, ήταν σύμπτωμα μιας βαθιάς πολιτικής κρίσης. Η Ελλάδα εκείνη τη χρονιά βρισκόταν στο μεταίχμιο: μια νέα κεντροαριστερή κυβέρνηση προσπαθούσε να αναμορφώσει το κράτος, ενώ τα απομεινάρια του μετεμφυλιακού παρακράτους παρέμεναν ενεργά. Η κοινωνία διχασμένη, οι θεσμοί εύθραυστοι, και ο δημόσιος διάλογος βουτηγμένος στην πόλωση. Δεν είναι τυχαίο ότι μόλις τρία χρόνια αργότερα ήρθε η Χούντα.
Ο Ρένος Αποστολίδης δεν ήταν επαναστάτης με τη συμβατική έννοια. Ήταν περισσότερο ένας μοναχικός διανοούμενος, πεισματάρης, δύστροπος, αλλά βαθιά ειλικρινής. Με το Κατηγορώ δεν προσπάθησε να καθαγιάσει την πράξη του· προσπάθησε να αναδείξει την υποκρισία εκείνων που έκριναν. Και αυτό, για κάποιους, ίσως έχει μεγαλύτερη αξία από την ίδια την εισβολή.
Σήμερα, το περιστατικό αυτό παραμένει ένα ιστορικό παράδοξο. Δεν είναι αρκετά τραγικό για να αποκτήσει μυθολογία, ούτε αρκετά γελοίο για να ξεχαστεί. Είναι όμως ένα αληθινό επεισόδιο, ένα πολιτικό μήνυμα μετεμφυλιακής Ελλάδας, που αξίζει να το ξαναδιαβάσουμε – χωρίς εξιδανίκευση και χωρίς φτηνή καταδίκη.

Η Ελληνική Επανάσταση του 1821, παρά τις αρχικές μεγάλες επιτυχίες, γρήγορα φανέρωσε τις εσωτερικές αδυναμίες και τις βαθιές κοινωνικές και πολιτικές διαιρέσεις που χαρακτήριζαν την ελληνική κοινωνία της εποχής. Αντί η κοινή απειλή να ενώσει τους Έλληνες, οι παλιές οικογενειακές και τοπικές αντιπαλότητες αναζωπυρώθηκαν, οδηγώντας σε έναν καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο.
Η κατακερματισμένη κοινωνία των επαναστατημένων Ελλήνων, βασισμένη σε πελατειακές σχέσεις και τοπικές ιεραρχίες, δυσκόλευε την ομοψυχία. Η έλλειψη ενός σταθερού κεντρικού πολιτικού συντονισμού επέτρεψε τη γρήγορη ανάδυση αντιπαλοτήτων, που σύντομα πήραν τη μορφή ένοπλων συγκρούσεων. Δεν είναι τυχαίο ότι μόλις δύο χρόνια μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης, ξέσπασαν οι πρώτες εμφύλιες συγκρούσεις.
Στην ανατολική Κεντρική Ελλάδα, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος εκδήλωσε έντονη αντίθεση προς τη νομιμοποιημένη τοπική κυβέρνηση, ενώ στην Πελοπόννησο, η σύγκρουση πήρε μεγαλύτερες διαστάσεις. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και άλλοι καπεταναίοι συγκρούστηκαν με τους πολιτικούς εκπροσώπους της νεοσύστατης κυβέρνησης. Η άρνηση του Μαυροκορδάτου να αναγνωρίσει την αρχιστρατηγία που του απένειμε η Γερουσία και η στάση άλλων ισχυρών τοπικών αρχόντων, όπως του Πλαπούτα και των οικογενειών του Μαυρομιχάλη και του Μούρτζινου στη Μάνη, αποκάλυψαν τη ρευστότητα της εξουσίας και την απουσία ενιαίου οράματος.
Την ίδια στιγμή, στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επικρατούσε αναταραχή. Η εξέγερση των Γενιτσάρων στην Κωνσταντινούπολη, η πυρκαγιά που κατέστρεψε μέρος της πόλης, και ο τουρκοπερσικός πόλεμος υπονόμευσαν την οθωμανική σταθερότητα, δημιουργώντας προσωρινά ευνοϊκές συνθήκες για τους Έλληνες. Ωστόσο, η διεθνής πολιτική σκηνή δεν ανταποκρίθηκε άμεσα: ο τσάρος Αλέξανδρος της Ρωσίας παρέμεινε διστακτικός, θεωρώντας ότι οι ταραχές στην Πελοπόννησο δεν ήταν απλώς αγώνας ελευθερίας, αλλά κοινωνική ανατροπή.
Μόνο μετά την αυτοκτονία του Κάσλρεϊ και την αντικατάστασή του από τον Κάνιγκ, ο οποίος πίστευε στην πολιτική και θρησκευτική ελευθερία των λαών, βελτιώθηκε ελαφρώς η διεθνής στάση προς την Ελληνική Επανάσταση.
Η Β΄ Εθνοσυνέλευση, αν και έδωσε λόγο στους στρατιωτικούς που είχαν διακριθεί στο πεδίο της μάχης, δεν κατάφερε να κατευνάσει τις αντιπαλότητες. Οι στρατιωτικοί δεν συγκρότησαν ενιαία παράταξη και οι πολιτικοί, ιδίως στη Δυτική Ρούμελη υπό τον Μαυροκορδάτο, συνέχισαν να ευνοούνται. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την ένταση των συγκρούσεων και τη μεταφορά τους σε νέα επίπεδα, με τη συγκέντρωση αντιπολιτευόμενων στη Καρύταινα και τη σύγκληση παράλληλης συνέλευσης.
Η εσωτερική διάσπαση κορυφώθηκε όταν τα ρουμελιώτικα στρατεύματα εισέβαλαν στην Πελοπόννησο με εντολή του Κωλέττη, συλλαμβάνοντας και φυλακίζοντας καπεταναίους και προκρίτους του Μοριά. Η κραυγή αγανάκτησης του Κολοκοτρώνη μέσα από τη φυλακή, όπου εκφράζει την πίκρα του για την αχαριστία της πατρίδας, αποτελεί χαρακτηριστική εικόνα της τραγικότητας εκείνης της περιόδου.
Ο εμφύλιος πόλεμος είχε τραγικές συνέπειες. Αρχικά, διευκόλυνε την κατάληψη της Πελοποννήσου από τον Ιμπραήμ και την προέλαση του Κιουταχή στη Στερεά Ελλάδα. Παράλληλα, η σπατάλη του αγγλικού δανείου και η απληστία ορισμένων ηγετών, που αποχώρησαν πλουτισμένοι στη Ρούμελη, άφησαν την Πελοπόννησο έρμαιο στους Οθωμανούς.
Με μελανές περιγραφές καταγράφεται η δράση σωμάτων όπως αυτά του Ιωάννη Γκούρα, που κατηγορούνται για μέθη, λεηλασίες και βιαιότητες απέναντι στον ντόπιο πληθυσμό. Αν και δόθηκε αμνηστία στους Μοραΐτες για να αποτρέψουν την καταστροφή, ήταν πια αργά: η ενότητα είχε χαθεί και η χώρα βρισκόταν μπροστά σε μια νέα, εξαιρετικά κρίσιμη φάση.
Βιβλιογραφία: 21 ερωτήσεις και απαντήσεις για το ’21 του Θάνου Βερέμη, εκδόσεις Μεταίχμιο

Η μεσογειακή νύχτα βυθίζει στο σκότος μια έπαυλη στα Απέννινα όρη. Εντός της ένας Γερμανός μουσικός του Μεσοπολέμου, που μετά από μία βασανιστική μέρα κρίσεων ημικρανίας, μπορεί επιτέλους να μελετήσει ένα δοκίμιο του Κίρκεγκαρντ για τον Δον Ζουάν του Μότσαρτ. Ξαφνικά, ένα ανεξήγητο κρύο τον διαπερνά και συνειδητοποιεί πως δεν είναι μόνος. Απέναντί του στον καναπέ, κάθεται κάποιος, στον οποίο ο μουσικός απευθύνεται στα ιταλικά, νομίζοντας πως ο φίλος του γύρισε. «Μίλα μόνο γερμανικά!» του απαντά ο Μεφιστοφελής, «μόνο καλά παλιά γερμανικά, απλά και χωρίς φιοριτούρες. Αυτά καταλαβαίνω. Είναι ακριβώς η γλώσσα που προτιμώ. Είναι στιγμές, μάλιστα, που δεν καταλαβαίνω παρά μόνο γερμανικά» .
Ο διάβολος μιλάει γερμανικά, παλιά καλά γερμανικά, μάλιστα τα προτιμά έναντι των άλλων γλωσσών και αυτή είναι μία διαπίστωση που αναδύεται από τις παρατηρήσεις επί του ναζιστικού καθεστώτος, των τριών Γερμανών που εξετάζει η παρούσα σχηματική μελέτη, διατρέχοντας τα γραπτά τους. Ο Χόρστ Κρίγκερ, δημοσιογράφος και εμβριθής παρατηρητής του ναζισμού, σμηνίας στην αεροπορία κατά την διάρκεια του πολέμου, γράφει το Διαλυμένο Σπίτι, την μαρτυρία του για τα χρόνια του Χίτλερ, περίπου είκοσι χρόνια μετά την πτώση των ναζί, το 1966.
Ο Ρούντολφ Ντίτσεν, ή κατά κόσμον Χανς Φάλαντα, φτασμένος συγγραφέας μετά την δημοσίευση του μυθιστορήματος Και τώρα ανθρωπάκο; γράφει μέσα στην λαίλαπα της ήττας των Γερμανών, όταν οι σύμμαχοι πλησιάζουν στο Βερολίνο το 1944. Βρίσκεται σε μια ψυχιατρική κλινική, λόγω του αλκοολισμού και της βίαιης συμπεριφοράς του εις βάρος της γυναίκας του Άννας, και προς μεγάλη του ανακούφιση το αίτημά του για γραφική ύλη στους δεσμώτες του έχει γίνει δεκτό με ογδόντα φύλλα χαρτί, τα οποία θα γεμίσει από άκρη σε άκρη με ένα εκτεταμένο J’ accuse κατά των ναζί και την παρουσίαση της δικής του εμπειρίας από το 1933 μέχρι το σημείο κατά το οποίο γράφει. Θα επεξεργαστεί το γραπτό το 1945 προς έκδοση, τιτλοφορώντας το Ξένος στην χώρα μου. Ημερολόγιο φυλακής 1944.
Ο Τόμας Μαν, ο μεγάλος meister των γερμανικών γραμμάτων, νομπελίστας και καταξιωμένος συγγραφέας, γράφει το Αυτός ο πόλεμος το 1939, το οποίο διαφέρει με τα άλλα κείμενα ως προς το γεγονός πως δεν είναι μια ατόφια μαρτυρία αλλά παράλληλα με την καλά κρυμμένη αυτοβιογραφικότητά του είναι και ένα απελπισμένο πολιτικό διάβημα, μια έκκληση προς τον κόσμο να λογικευτεί και μια πρώτη προσπάθεια υπεράσπισης του γερμανικού πολιτισμού που τόσο βάναυσα αδικείται από τους ναζί. Η δεύτερη προσπάθεια υπεράσπισης θα γραφεί πάνω στα αποκαΐδια της Γερμανίας το 1947, και αποτελεί μια διάλεξη του Μαν στην Ελβετία για τον Νίτσε, η οποία τιτλοφορείται Η φιλοσοφία του Νίτσε υπό το φως της εμπειρίας μας. Η πνευματική άνοδος και η κατάρρευση του Νίτσε στην παραφροσύνη, θα αποτελέσουν μια τραγική προσωποποίηση της Γερμανίας για τον συγγραφέα.
Η παρούσα μελέτη λοιπόν, θα προσπαθήσει να αναδείξει τέσσερις άξονες, οι οποίοι διατρέχουν τα κείμενα των τριών συγγραφέων και μας δείχνουν την κατάσταση αυτών των Γερμανών διανοούμενων κατά την διάρκεια της σκοτεινότερης περιόδου του Γερμανικού πολιτισμού: την γλώσσα και την κατάχρησή της από τους ναζί, την αποστασιοποίηση του πνευματικού ανθρώπου από το ηθικό περικείμενο της εποχής, την διαστρέβλωση της πραγματικότητας ως απόρροια του ολοκληρωτισμού των εθνικοσοσιαλιστών και το απορρέον από αυτά πένθος που φαίνεται να προσπαθούν να διαχειριστούν οι τρεις συγγραφείς για έναν πολιτισμό που έχει δεχτεί ένα σχεδόν θανάσιμο τραύμα.
Η γερμανική γλώσσα λοιπόν, ο άξονας τον οποίο αφήσαμε πρόσκαιρα για να περιπλανηθούμε για λίγο στην περιοχή της ανάδειξης της θεματικής με την οποία θα ασχοληθούμε, έχει παραμορφωθεί ολέθρια και έχει τανυστεί για να συναντήσει τις ποταπές επιδιώξεις των αμόρφωτων ναζί, μας λένε οι τρείς Γερμανοί διανοούμενοι. Η γλώσσα χάνει την αίγλη της και το σημασιολογικό της βάρος. Θα μπορούσε κανείς να πει: την ηθική της. Δεν ηχεί οικεία και πλαστική, έχει απωλέσει την ιερότητά της. Ο Κρίγκερ, δραπετεύει από το τάγμα του για να παραδοθεί στους Αμερικανούς κατά την πολιορκία του Βερολίνου, κρατά στα χέρια του την πρώτη ελεύθερη γερμανική εφημερίδα που έχει δει στην ζωή του και εγκαλεί τις αναμνήσεις του:
Όταν άρχισα να πρωτοδιαβάζω εφημερίδες, ήταν ήδη στην εξουσία. Μόνο κατευθυνόμενο, πολεμοχαρή, διθυραμβικό Τύπο ήξερα: τον Λαϊκό Παρατηρητή και τον Αγγελιοφόρο του Βερολίνου, την Επίθεση και την DAZ. Ήμουν πάντα βέβαιος ότι είχε κατακτήσει και τη γερμανική γλώσσα και την κρατούσε δέσμια. Οι γονείς μου πάντα μου έλεγαν: «Αυτά που γράφει η εφημερίδα δεν είναι αλήθεια, αλλά δεν κάνει να το λες. Εκτός σπιτιού πρέπει να παριστάνεις ότι τα πιστεύεις όλα.» Γερμανική γλώσσα και ψέμα είχαν γίνει για μένα ταυτόσημες έννοιες. Αλήθειες μόνο στο σπίτι μπορούσες να λες. Όλα όσα έγραφαν οι εφημερίδες ήταν ψέμα, αλλά απαγορευόταν να το πεις. Και τώρα κρατούσα μια εφημερίδα που ήταν γραμμένη στα γερμανικά, αλλά δεν έλεγε ψέματα. Πως ήταν δυνατόν; Πως ταυτίζονται, λοιπόν γλώσσα και αλήθεια; Πως γίνεται να πιστεύεις μια τυπωμένη είδηση;
Ο Φάλαντα, είκοσι χρόνια πρωτύτερα, μέσα στην ψυχιατρική κλινική, αναφέρει για τον Γκέμπελς πως:
Μπορούσε να μιλά για τα πάντα, με πάθος και τρόπο που να συναρπάζει το κοινό του, και, αν χρειαζόταν, θα μίλαγε την επόμενη κιόλας μέρα, όπως ακριβώς μίλαγε για τον εθνικοσοσιαλισμό, και για τον μπολσεβικισμό. Μέσα σε όλους αυτούς τους υστερικούς, ψυχοπαθείς, μονομανείς και σαδιστές που αποτελούν σήμερα τη «λαϊκή» μας κυβέρνηση, αυτός είναι που ενσαρκώνει το απόλυτο κακό – είναι ο Διάολος αυτοπροσώπως. Και για να ξεδιψάσει δεν του φτάνουν ούτε όλοι οι Εβραίοι του κόσμου.
Τέλος, ο Μαν, απευθύνει μια απελπισμένη έκκληση το 1939, πριν την απόλυτη γενίκευση της παγκόσμιας σύρραξης, υπό την μορφή μιας γλωσσικής παρατήρησης:
Να σε μισούν, αρκεί να σε φοβούνται κιόλας – μια επιθυμία γεμάτη απόγνωση για έναν λαό που η αρχική του αντίληψη περί φόβου δεν σήμαινε απαραίτητα τη θυσία κάθε έννοιας στοργικότητας και πάθους, αφού οι λέξεις «σεβασμός» και «ευσέβεια» εμπεριέχουν, στα γερμανικά, τη λέξη «φόβος». Να πρέπει, δηλαδή, να μισείς και να φοβάσαι αιωνίως, μόνο και μόνο για να σε φοβούνται οι άλλοι, έστω και αν σε μισούν – είχα άδικο, λοιπόν, όταν μιλούσα για νίκη χωρίς νόημα; Και είναι άραγε δείγμα αδιαφορίας για τις πιο μύχιες επιθυμίες του γερμανικού λαού το ότι κάποιος τον ικετεύει να απόσχει από τον χωρίς νόημα αγώνα και από μια τέτοια νίκη;
Πέρα από την πολεμική διάθεση των συγγραφέων, την καταγγελία τους εναντίον ενός καθεστώτος που διαστρεβλώνει την γλώσσα, διαβάλλοντας τα νοήματα και χρησιμοποιώντας την απομυζώντας το σημαντικότερο χαρακτηριστικό ενός έθνους, υπάρχει και μία υποδόρια αγωνία στα κείμενα. Το ζήτημα της στρατευμένης γλώσσας ωθεί τους συγγραφείς σε ένα ταυτοτικό άγχος. Αφού οι ναζί έχουν κατακτήσει και την γλώσσα, όπως επισημαίνει ο Κρίγκερ, ποια είναι πλέον η θέση του συγγραφέα γερμανικής λογοτεχνίας; Ο καθένας αντιμετωπίζει αυτό το σιωπηλό ερώτημα διαφορετικά. Ο Κρίγκερ, υποβοηθούμενος από την απόσταση εικοσαετίας από τα γεγονότα, αφήνεται σε μια μελαγχολική θέαση του φαινομένου.
Ο Φάλαντα οργίζεται, και αποκαλεί τον Γκέμπελς διάβολο, το μεγαλύτερο κακό του ναζισμού, ακριβώς γιατί ο τελευταίος μεταχειρίζεται ένα όπλο που έχει πολύ μεγαλύτερο βεληνεκές από τα Λούγκερ ή τα αντιαεροπορικά βλήματα, ένα όπλο που χρησιμοποιεί και ο ίδιος του: την γλώσσα. Καταγγέλλει αυτήν την πρακτική για να την αναδείξει, για να αποδείξει πως ο ίδιος αποκτά νόημα ως συγγραφέας της γερμανικής λόγω της οργισμένης αντίθεσης στο ζήτημα, το οποίο ουσιαστικά αφορά την ανηθικότητα της χρήσης της, τον θρυμματισμένο κρύσταλλο του νοήματος της γλωσσικής πράξης, η οποία αποτελεί αγοραίο μέσο μιας επιδίωξης και ως τέτοιο αποκτά μόνο νόημα. Η γλώσσα χάνει, στα χέρια του υπουργού προπαγάνδας, την βασική της λειτουργία, η οποία επιτρέπει και την σμίλευσή της σε τέχνη, την επικοινωνία για χάρη της επικοινωνίας και της ομορφιάς. Όχι πια τέχνη, αλλά σκέτη προπαγάνδα, όχι ελευθερία ερμηνείας αλλά μια μαρμάρινη αποβλεπτικότητα, που απλώς εξυπηρετεί. Η γλώσσα χάνει την ιδιότητά της να είναι αυτόφωτη.
Ο Μαν προσπαθεί να διαχειριστεί την κατάσταση μέσω μιας ετυμολογικής άσκησης, η οποία έχει ως στόχο την ανάδειξη του γεγονότος πως η γλώσσα μπορεί να έχει καταστρατηγηθεί, όμως η καταβύθιση στις εσώτερες δομές της μπορεί να οδηγήσει τον γερμανικό λαό στην έξοδο από το σκοτάδι. Προσπαθεί να άρει την ομηρία της γλώσσας και να αφαιρέσει τον πρότερο γερμανικό πολιτισμό από την εξίσωση του ναζιστικού μορφώματος, κάτι που φαίνεται και στο μεταπολεμικό του δοκίμιο για τον Νίτσε, εφιστώντας την προσοχή του αναγνώστη στους οργανικούς μηχανισμούς της γλώσσας για να την θέσει εντός πλαισίου, απομονωμένη από την ζώνη επιρροής μιας πρόσκαιρης ανήθικης χρήσης της.
Η συζήτηση προχωρά. Ο Γερμανός μουσικός έχει φορέσει καπέλο και παλτό για να αντιμετωπίσει το κρύο που εκχέει η παρουσία του Μεφιστοφελή. Ο τελευταίος του αραδιάζει την πραμάτεια του, προσπαθώντας να πείσει τον μουσικό να του πουλήσει την ψυχή του για να συνθέσει το απόλυτο αριστούργημα. «[Π]ρομηθεύουμε ενθουσιασμούς και ελλείψεις, πείρες απόλυσης και αποδέσμευσης, ελευθερίας, σιγουριάς, ελαφρότητας, ένα συναίσθημα δύναμης και θριάμβου,» του λέει, «σε σημείο που ο άνθρωπός μας να μην πιστεύει στις ίδιες του τις αισθήσεις, – συμπεριλαμβανομένου επιπλέον του κολοσσιαίου θαυμασμού για το επιτελεσμένο έργο, που εύκολα θα μπορούσε να τον κάνει να αδιαφορήσει για τον θαυμασμό των άλλων, – το ρίγος της αυτολατρείας, το εξαίσιο δηλαδή φρικίασμα μπροστά στον ίδιο τον εαυτό του, που του δίνουν την εντύπωση ότι είναι ο διερμηνευτής της Χάριτος, ένα ιερό τέρας.»
Το ζήτημα της παραμόρφωσης της γερμανικής πραγματικότητας από τους ναζί είναι συγγενικό με το ζήτημα της γλώσσας που αναφέρθηκε παραπάνω, καθώς η πραγματικότητα μορφώνεται σε ένα μεγάλο ποσοστό από την γλώσσα και φυσικά, η πραγματικότητα τείνει πάντοτε σε μια βίαιη διασάλευση από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, στον βαθμό μάλιστα, που τα ίδια μολύνουν και την γλώσσα και την τέχνη. Ο Κρίγκερ και ο Φάλαντα περιγράφοντας τα προσωπικά τους βιώματα, ο πρώτος την γνωριμία του με έναν αντιστασιακό μισό Εβραίο μισό Ρώσο, και ο δεύτερος μια οικονομική αντιδικία με ένα ζευγάρι προσφιλές στο Εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα, μας παρουσιάζουν τον βαθμό στον οποίο η πραγματικότητα έχει αλλοιωθεί, οι έννοιες της φιλίας και τις δικαιοσύνης, όπως επίσης και οι συμβάσεις που τις διασφαλίζουν, έχουν χαθεί.
Ο Κρίγκερ θυμάται τα παιδικά του χρόνια και την γνωριμία του με τον Βάνια, η οποία τον οδήγησε στην ένταξή του στο αντιστασιακό κίνημα, στην σύλληψη του και τέλος, στην υποχρεωτική του ένταξη στην αεροπορία.
Του διαβάζω Νίτσε και Χέλντερλιν προσπαθώντας, με τις μικρές μου δυνάμεις, να τον διαφωτίσω για τον δικό μου κόσμο, αυτόν της αστικής τάξης. […] Ο Βάνια κάθεται οκλαδόν στο πάτωμα δεν του αρέσουν οι καρέκλες. […] Τι κάθομαι και του διαβάζω; Κούφια λόγια. Παρατάω τον Υπερίωνα και τον Ζαρατούστρα, πηγαίνω στο παράθυρο και ακούω τον Βάνια να ψιθυρίζει ένα τραγούδι. Σιγομουρμουρίζει με βαθιά και μελαγχολική φωνή: «…ναι, σαν στρατηγός». Με πιάνει μια αδικαιολόγητη ταραχή, ένας τρομερός θυμός. Κοιτάζω τους δρόμους του Άιχκαμπ: όλοι αδιέξοδοι, όλοι παραπλανητικοί, όλοι στραβοί, ακόμα και όταν είναι στολισμένοι με Χέλντερλιν και Νίτσε. Όλοι οι δρόμοι του Άιχκαμπ οδηγούν στο πουθενά, δεν υπάρχει ζωή εδώ. Ξαφνικά αρχίζω να μισώ τον Βάνια. Τον μισώ! Με κάνει να νιώθω τόσο μικρός και αδύναμος είναι τόσο ανώτερός μου! Απομακρύνομαι γρήγορα, κατεβαίνω τρέχοντας τη σκάλα. Η μητέρα μου, κάτω στην κουζίνα, ανακατεύει στη φωτιά μια σιλεσιανή σούπα και μου λέει: «Είναι ανάγκη να τον φέρνεις συνέχεια; Είναι και μισο-Εβραίος! Για τον Θεό, αγόρι μου, θα μας σπρώξεις όλους στην καταστροφή!».
Το καθεστώς έχει διαμορφώσει μια πραγματικότητα παραπλανητική και αδιέξοδη, η οποία σταματά κάθε δυνατότητα επικοινωνίας και φιλίας, με τα άτομα που το ίδιο το σύστημα έχει ορίσει ως ανεπιθύμητα. Έχει προσδώσει στον πολιτισμό μια αφασική ποιότητα, όπου αυτός καθίσταται μη κοινωνίσιμος, αδύνατος να μεταδοθεί. Το Άιχκαμπ, το προάστιο του Βερολίνου όπου μεγάλωσε ο Κρίγκερ, αποτελεί μια ψευδαίσθηση, ένα επίστρωμα φυσιολογικής ζωής πάνω από το παράλογο που έχει επιβληθεί από τους ναζί. Η φιλία παύει να είναι πραγματοποιήσιμη, λόγω του χάσματος που έχει ανοιχθεί από την προπαγάνδα.
Το ίδιο συμβαίνει και με την δικαιοσύνη τα χρόνια εκείνα. Ο Φάλαντα, το 1933, έχει μια οικονομική διαφορά με τους ανθρώπους από τους οποίους ενοικίαζε ένα σπίτι. Προσπάθησε να το αγοράσει και αφού είχε καταβάλλει την προκαταβολή, οι ενοικιαστές αποσύρθηκαν από την συμφωνία, προστατευμένοι όχι από την συμβατική δικαιοσύνη αλλά από το κόμμα, λόγω των επαφών που διατηρούσαν με αυτό. Ο Φάλαντα δεν μπορεί να βρει δικηγόρο να τον υπερασπιστεί στην υπόθεση και περιγράφει το γεγονός:
Με το που του διηγήθηκα, σύντομα και περιεκτικά, πως προέκυψε η αντιδικία με τους σπιτονοικοκύρηδές μου και τους τοπικούς SA, ο δικηγόρος άρχισε να μαίνεται: «Ηλίθιε! Είσαστε ηλίθιος! Και εγώ το ίδιο, αφού έβγαλα έναν τέτοιο βλάκα από την φυλακή! […] Έξω από εδώ!». Είχα ήδη βγει. […] Υπήρχαν και άλλοι δικηγόροι στο Βερολίνο! Θα πήγαινα σε αυτούς. Ανακάλυψα, όμως, ότι, περιέργως, κανένας δεν ήταν πρόθυμος να αναλάβει την υπόθεσή μου. Οι περισσότεροι μού το δήλωσαν κοφτά, ασχέτως αν ήταν μέλη του Κόμματος ή όχι. Οι πιο ευγενικοί έκριναν ότι ο νόμος ήταν αναμφισβήτητα με το μέρος μου, αλλά δεν ήταν οι κατάλληλοι καιροί να αντιπαρατεθεί κανείς με το Κόμμα, που είναι κατανοητό τώρα πια να το «παρακάνει» που και που… Αποκατάσταση της ισορροπίας κατά κάποιον τρόπο. Καλύτερα να περίμενα να ησυχάσουν λίγο τα πράγματα – αυτήν την απάντηση έπαιρνα παντού.
Ας παρατηρήσουμε την μαρτυρία του Φάλαντα εδώ. Βλέπουμε μια αντικατάσταση επί του παραδειγματικού άξονα του μέσου απονομής ισορροπίας στην κοινωνία. Οι δικηγόροι τον διαβεβαιώνουν πως έχει το δίκιο με το μέρος του, σύμφωνα με το παραδοσιακό σύστημα απονομής δικαιοσύνης, δηλαδή του μέσου εξισορρόπησης των διαφορών μεταξύ των πολιτών εντός της κοινωνίας. Όμως, οι ίδιοι δικηγόροι τον προειδοποιούν: η ισορροπία βρίσκεται πλέον κι αυτή στα χέρια των ναζί. Εκεί που ο νόμος τον δικαιώνει, το νεοφερμένο σύστημα τον αδικεί, καθώς είναι κατανοητό το Κόμμα να το «παρακάνει» που και που, αποκαθιστώντας με αυτόν τον τρόπο έναν νέο τύπο ισορροπίας, αυτόν που υπόκειται αποκλειστικά στις επιταγές της ναζιστικής διακυβέρνησης. Η δικαιοσύνη, οι συμβάσεις και η θέση του ατόμου απέναντι της, συσκοτίζονται, γίνονται αδιαφανή και εύπλαστα ανάλογα με τις επιθυμίες των ασκούντων τους. Η έννοια και ο θεσμός χάνουν την κρυσταλλικότητα και την διαχρονική τους υπόσταση, εισέρχονται σε μια νέα καρναβαλική περίοδο, ή απλά θα μπορούσαμε να πούμε πως «δεν ήταν οι κατάλληλοι καιροί να αντιπαρατεθεί κανείς με το Κόμμα.».
Ο Μαν, εμβαθύνοντας περισσότερο από τον πιο παρορμητικό και πρακτικό Φάλαντα, γράφει:
Κακόμοιρε γερμανικέ λαέ, πως να σου φαίνεται άραγε ο ρόλος του Μεσσία, που δεν σου ανέθεσε ούτε ο Θεός ούτε η μοίρα, αλλά μια φούχτα παλαβοί απατεώνες; […] Ό,τι πολύτιμο και αγαπητό φυλάς εντός σου, ό,τι είναι ανάλαφρο και φυσικό, η ίδια σου η ανθρωπιά, η ανάγκη σου να αγαπάς και να αγαπιέσαι, όλα αυτά θα πρέπει να τα απαρνηθείς και να τα σκοτώσεις. Κι όσα σου φαίνονται σκληρά, αποτρόπαια και αφύσικα – η απομόνωση, η εχθρότητα του κόσμου, η κατάργηση των δικαιωμάτων σου, η καταδίκη του πνεύματος, η δύση του πολιτισμού και όλες οι απώλειες που έχεις ήδη υποστεί στα χρόνια της εθνικοσοσιαλιστικής κυριαρχίας – θα αποτελούν τον αιώνιο κλήρο σου, γιατί χωρίς αυτά δεν γίνεται, γιατί μόνο υπό αυτές τις προϋποθέσεις θα είσαι «σε φόρμα» για τη φρικτή σου αποστολή για να κερδίσεις τον κόσμο, έτσι όπως το εννοούν οι απατεώνες που σε κυβερνούν, θα πρέπει να απορρίψεις όλα όσα βοήθησαν ποτέ οποιονδήποτε λαό να κερδίσει τον κόσμο.
Ουσιαστικά, ο μηχανισμός είναι ο ίδιος με του Φάλαντα, όμως ο Μαν επεκτείνεται στο σύνολο του οργανισμού της Γερμανίας και δεν βρίσκει αφορμή σε μία συγκεκριμένη εμπειρία. Παρόλα αυτά και εδώ παρατηρούμε την αντικατάσταση των παραδοσιακών, διαχρονικών αξιών και μέσων με καινούργια, που οδηγεί την Γερμανία στον όλεθρο. Η κυριαρχούμενη από τον ολοκληρωτισμό εποχή δημιουργεί έναν χρονικό θύλακα ριζικού επαναπροσδιορισμού του αξιακού λεξιλογίου και κατ’ επέκτασιν της πραγματικότητας, μέσω της αλλοίωσης των σταθεροποιητικών συμβάσεων της. Το καλό γίνεται κακό, η ομορφιά, βία και πριν περάσει μια δεκαετία ο Γερμανός πολίτης θεωρείται «σε φόρμα» μόνον όταν έχει ακονίσει επαρκώς τα εργαλεία του μίσους και του φόνου, νομίζοντάς τα ακόμη ως εργαλεία δημιουργίας και ανέγερσης μεγαλείου. Η συμβολική τάξη διασαλεύεται και παραμορφώνεται, καθιστώντας τον εαυτό της μήτρα γεννημάτων στρεβλών και εθισμένων στην βία.
Ο μουσικός έχει αρχίσει να αλλάζει την επιφυλακτική του στάση. Ρωτά τον Μεφιστοφελή πως είναι η κόλαση, για να ζυγίσει το τίμημα της αποδοχής του συμβολαίου του με τον διάβολο. O διάβολος του απαντά: «[ε]ίναι αλήθεια πως στην παλλόμενη πυκνότητα των ήχων θ’ αντηχήσει ένας άμετρος κι εκκωφαντικός θόρυβος, που θα πλημμυρίσει ασφυκτικά το αφτί, από στριγγλιστικές κραυγές και γογγυσμούς, ουρλιάσματα, αναστεναγμούς, μουγγρίσματα, γουργουρίσματα, τσιρίγματα, ξεφωνητά, μανιακά γαβγίσματα, παρακαλετά, και αλαλαγμούς βασανιστηρίων, έτσι που κανείς δεν θα ξεχωρίζει το δικό του τραγούδι, που θα πνίγεται γρήγορα μέσα στο γενικό τραγούδι, μέσα στον πυκνό, χοντρό αλαλαγμό της Κόλασης και στην τρίλια της ντροπής, κινημένο από την αιώνια ένωση του απίστευτου και του ανεύθυνου.»
Στους τρεις συγγραφείς που εξετάζουμε είναι φανερή μια ηθελημένη αποστασιοποίηση από το ηθικό περικείμενο της εποχής τους, η οποία είναι είτε μοιρολατρική είτε σχεδιασμένη ώστε να αποκόπτει τον συγγραφέα και να τον καθιστά αμόλυντο από την ναζιστική ατμόσφαιρα. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, αυτή η αποστασιοποίηση μάλλον αποτελεί μια ήττα του υποκειμένου, η οποία διαφαίνεται από την πικρία της διαπίστωσής της, και αγγίζει τις σκοτεινότερες περιοχές του, αυτές που επιθυμεί να κρύψει. Ο συγκεκριμένος άξονας είναι ο πιο επίφοβος για την ηθική που θέλουν να παρουσιάζουν οι συγγραφείς μας στα κείμενά τους.
Ο Φάλαντα έγραψε τον Σιδερένιο Γκούσταβ ως σενάριο για μια ταινία του ναζιστικού κινηματογράφου, στην οποία θα πρωταγωνιστούσε ο Εμίλ Γιάνινγκς. Το γεγονός πως η ταινία δεν δημιουργήθηκε ποτέ δεν έχει σημασία. Σε μια στιγμή φρίκης, ο Φάλαντα έχει παραδοθεί στο καθεστώς και προσπαθεί μέσω μιας τεχνητής αποστασιοποίησης να δικαιολογήσει τον εαυτό του. Το καθεστώς του ζητά να γράψει ένα μυθιστόρημα με φυλετικά επιχειρήματα εναντίον των καταδιωκόμενων από τους ναζί. Ο συγγραφέας παρατηρεί με πικρία:
Μια με καλόπιανε, λέγοντας ότι θα μου εγκρίνει χαρτί για τα βιβλία μου, μια με απειλούσε ότι θα τα απαγορεύσει όλα, και τώρα ο συγγραφέας Φάλαντα γράφει αντισημιτικό μυθιστόρημα. Μόνο που το θέμα είναι τεράστιο, 1.800 σελίδες περίπου απαιτεί, και έχω ξεκινήσει αγώνα δρόμου με τον πόλεμο. Ποιος θα τερματίσει τελευταίος η συγγραφή ή ο πόλεμος;
Ο Φάλαντα φροντίζει να εγκαθιδρύσει τον εαυτό, όχι μόνο στο συγκεκριμένο απόσπασμα αλλά κατά μήκος όλου του ημερολογίου του, στην περιοχή του άλλου, του περιθωρίου της ναζιστικής περιοχής. Μας αναφέρει πως δεν διαθέτει την ιδεολογία τους και χρειάζεται μέσα πειθούς για να γράψει, άλλοτε κόσμια, άλλοτε βίαια, κάτι που υποδεικνύει αυτήν την ετερότητά του. Όμως ξεκινά να γράφει αντισημιτικό μυθιστόρημα, με μια μοιρολατρική αποστροφή, τεχνική που εντοπίζεται σε κάθε περίπτωση που αναφέρει εντός του ημερολόγιου, όταν χρειάζεται να συμβιβαστεί με το καθεστώς, είτε αυτή είναι οι οικονομικές διαφορές, είτε οι διαμάχες του με μέλη των SA, είτε τα ζητήματα που εγείρονται με τα βιβλία του και τις απαγορεύσεις κυκλοφορίας τους. Όλη αυτή η στάση συνοψίζεται σε ένα όνειρο που έχει ο συγγραφέας προς το τέλος του ημερολογίου.
Ο Φάλαντα ονειρεύεται ένα κρησφύγετο, ένα απολύτως λειτουργικό και εξοπλισμένο λαγούμι, στο οποίο μπορεί να αποσυρθεί κατά την διάρκεια του πολέμου με την οικογένειά του. Αυτό το λαγούμι είναι προφανώς φανταστικό, αφού διαθέτει παράθυρα που δείχνουν στις αγαπημένες του τοποθεσίες, απεριόριστες προμήθειες, πλήρως εξοπλισμένη βιβλιοθήκη και ενυδρεία. Βρίσκεται ακριβώς κάτω από το σπίτι τους, και μια φορά τον χρόνο η οικογένεια ξεμυτίζει για λίγο στον έξω κόσμο για να δει αν ο πόλεμος τελείωσε. Μια πολύ συγκινητική και ενδεικτική της ψυχικής ταραχής του συγγραφέα στιγμή είναι το μέρος του ονείρου που ανεβαίνουν και ο πόλεμος έχει τελειώσει και άλλοι άνθρωποι μένουν στο παλιό τους σπίτι. Τους βλέπει η τωρινή ένοικος του σπιτιού.
«Ξέρω», ψιθυρίζει. «Είσαστε οι θαμμένοι ζωντανοί που τώρα αναστήθηκαν!» Μας ξανακοιτά. «Εσείς είσαστε», ξαναλέει. «Το βλέπω πάνω σας. Ήσασταν θαμμένοι ζωντανοί! Πως μπορέσατε να το κάνετε αυτό; Πως μπορέσατε να το κάνετε αυτό στα παιδιά σας;» Γυρνά απότομα, πιάνει από το τραπέζι της βεράντας ένα μπολ κατακόκκινα κεράσια. Φωνάζει δυνατά: «Παιδιά ελάτε! Έχει κεράσια, κεράσια για φάγωμα!» Και τα παιδιά μας μάς προσπερνούν χωρίς να μας δώσουν καμία σημασία και τρέχουν στην άγνωστη γυναίκα.
Εκ πρώτης όψεως αυτή είναι η δικαιολογία του Φάλαντα για το γεγονός πως δεν έφυγε από την Γερμανία, όπως ο Μαν. Μάλιστα σε άλλο σημείο του ημερολογίου προασπίζει αυτήν του την επιλογή αναφέροντας την αγάπη του για την Γερμανία, κατακρίνοντας υποδόρια όσους έφυγαν. Όμως μπορούμε να δούμε στο υπόστρωμα της αφήγησης, την ενοχή. Οι παραχωρήσεις, οι συμβιβασμοί κι η ανοχή στο καθεστώς, πάλι τον κατέστησαν θαμμένο ζωντανό. Οι περιστασιακές ελλάμψεις ανυπακοής δεν μπορούν να κρύψουν το γεγονός ότι σιώπησε. Η αφοσίωση στο ατομικό του συμφέρον του κόστισε ακριβά. Τώρα αισθάνεται ντροπή απέναντι στον βιταλισμό της γυναίκας που δεν θάφτηκε ζωντανή και ασκεί μια ανεπιτήδευτη γοητεία στα παιδιά του, τα οποία σαν να τον κρίνουν τον αφήνουν πίσω. Μέσα στην προσπάθεια δικαιολόγησης των πράξεων η αφήγηση αφήνει και ένα μικρό παράθυρο από το οποίο μπορούμε να δούμε την ενοχή του συγγραφέα και την διαμάχη με τον εαυτό σχετικά με την στάση που υιοθέτησε.
Ο Κρίγκερ βρίσκεται σε παρόμοια κατάσταση, ίσως πιο έντονη λόγω της στρατιωτικής του θητείας. Ενδεικτικό το επεισόδιο που αυτομολεί στους Αμερικανούς κατά την πολιορκία του Βερολίνου, αφού οι αξιωματικοί τουφέκισαν για ανυπακοή έναν στρατιώτη.
Πάσχα, βράδυ, στο κανάλι Ντόρτμουντ-Εμς. Το νερό έχει φουσκώσει και από τις μπότες μου ανεβαίνουν φυσαλίδες. Χριστός ανέστη! Αληθώς ανέστη! Τουφέκισαν τον Χέρμαν, θα μας τουφεκίσουν όλους τώρα. Δεν θέλω άλλο, δεν μπορώ άλλο ήμουν κάποτε ένας στρατιώτης, ένας φοιτητής ήμουν κάποτε ένας γιος από το Βερολίνο στον οποίο οι γονείς του είχαν εναποθέσει πολλές ελπίδες. Στο Βερολίνο μαίνεται τώρα ο ζοφερός άνδρας και θα τα κάψει όλα. Στο τέλος θα κάψει και τον εαυτό του. Παγιδευτήκαμε στον μύλο της Ιστορίας, εμείς, τα παιδιά της μικροαστικής τάξης του Αμβούργου και του Μπρεσλάου, εμείς, οι γιοί της Γερμανίας τώρα έναν προς έναν, σαν χιλιάδες στάχυα, θα μας θερίσουν, θα μας αλωνίσουν, θα μας αλέσουν, θα φτιάξουν μ’ εμάς το γλυκό της Ιστορίας. Τώρα, άλλοι ανακατεύουν αυτό το γλυκό οι Αμερικανοί και οι Ρώσοι, οι Άγγλοι και οι Γάλλοι. Οι Γερμανοί πολτοποιούνται. Δόξα τω Θεώ! Τέρμα οι Γερμανοί από την Ιστορία. Εγκατέλειψα τον λαό μου. Είμαι ελεύθερος!
Εδώ παρατηρούμε το μοτίβο μιας ανάστασης. Ο Κρίγκερ πρέπει να πεθάνει ως Γερμανός για να αναγεννηθεί ως ελεύθερος. Επιλέγει να αποστασιοποιηθεί πια από την τρέλα της Γερμανίας, για να μπορέσει να ξαναβρεί την ατομική του υπόσταση. Όμως, η ενοχή του είναι εκκωφαντικά παρούσα. Η προσπάθεια αποστασιοποίησης λαμβάνει την μορφή της πικρίας στην καταγραφή του γεγονότων καθ’ όλη την διάρκεια του βιβλίου, όμως αυτή η στιγμή είναι που η αποστασιοποίηση πραγματώνεται και απελευθερώνει τον συγγραφέα. Πάντα κι αυτός στο περιθώριο ποτέ δεν πίστεψε τα λόγια του Χίτλερ και του Γκέμπελς, ποτέ δεν ενσωματώθηκε ηθικά στην ενθουσιώδη ατμόσφαιρα του πρώτου καιρού του εθνικοσοσιαλισμού. Όμως, έχει προδώσει τον εαυτό του διπλά. Έχει επιδείξει ανοχή και απολιτική στάση, πέρα από τον σύντομο καιρό που έδρασε στην αντιστασιακή οργάνωση που άνηκε κι ο φίλος του ο Βάνια, και επίσης, απαρνείται όχι την Γερμανία του Χίτλερ, αλλά σύσσωμη την γερμανικότητα. «Τέρμα οι Γερμανοί από την Ιστορία» γράφει, και δεν μπορούμε παρά να διακρίνουμε και μια αποστροφή προς αυτήν ακριβώς την διαπίστωση, η οποία δεν διαθέτει θαυμαστικό όπως τα γειτονικά της επιφωνήματα, αλλά μια τελεία, πένθιμη και ολοκληρωτική.
Ο Μαν δεν επιτρέπει στον εαυτό του τέτοιες διαπιστώσεις. «Ο Γερμανικός πολιτισμός βρίσκεται όπου βρίσκομαι και εγώ» γράφει κάπου αλλού. Η πίστη και ο θαυμασμός του για την Τέχνη του τόπου του δεν τον αφήνουν να απαρνηθεί την ταυτότητα του, γι’ αυτό και τον οδηγούν στην αυτοεξορία. Όμως κι αυτός, ο μεγάλος meister των γερμανικών γραμμάτων αισθάνεται ενοχές για την απουσία του, η οποία μπορεί να ιδωθεί αν όχι ως ανοχή, τότε ως συμβιβασμός με την κατάσταση, μια αθέλητη διαπραγμάτευση. Στην αρχή του δοκιμίου του γράφει:
Εξόριστος τρείς χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, λόγω της απροσμέτρητης απέχθειάς του για τα ηθικά και σωματικά δεινά τα οποία υφίσταται ο γερμανικός λαός, ένας άλλος Γερμανός αναρωτιέται, διαρκώς όσο και ματαίως, τι έχουν άραγε οι συμπατριώτες του κατά νου όταν ποντάρουν ό, τι έχουν και δεν έχουν προκειμένου να βοηθήσουν αυτόν το φαύλο, αιμοσταγές, ηθικά τυφλό, περιφρονητέο και οικουμενικά καταδικασμένο καθεστώς να φτάσει στην νίκη – μια νίκη που, ακόμα κι αν μια μέρα κατακτιόταν, δεν θα γινόταν σε καμία περίπτωση ανεκτή, μια νίκη που δεν θα ήταν δυνατό να διατηρηθεί, που δεν θα επέτρεπε ποτέ στην Ευρώπη αλλά ούτε και στην ίδια την Γερμανία να βρει γαλήνη.
Η έμφαση στην απόσταση που τον χωρίζει από την Γερμανία, ο ορισμός του ως ενός άλλου Γερμανού και το πιο σημαντικό αυτή η έμφαση στο ποσοτικό «διαρκώς όσο και ματαίως», η οποία ακυρώνει την διάρκεια του «διαρκώς» και στρέφει την προσοχή στο «ματαίως», υποδηλώνουν την επιθυμία του συγγραφέα τόσο για αποστασιοποίηση και περιχαράκωση στο δικό του αξιακό σύστημα όσο και ανάδειξη μιας κρυμμένης ενοχής, που πηγάζει από την πικρία, από το γεγονός πως εξαιτίας μερικών «παλαβών», όπως ο ίδιος ορίζει τους ναζί, αναγκάζεται να γίνει απολογητής ενός υψηλού πολιτισμού στην σκοτεινότερη περίοδό του.
Ο διάβολος περιγράφει στον μουσικό την τωρινή κατάσταση της τέχνης και της κριτικής. «Έργο, χρόνος και φαινόμενο κάνουν ένα, όλα μαζί περιέχονται στην δικαιοδοσία της κριτικής. Τούτη δω δεν υποφέρει πια το φαινόμενο και το παιχνίδι, την αφήγηση, τον αυτοεκθειασμό της μορφής, που λογοκρίνει τα πάθη και τον ανθρώπινο πόνο, διανέμει τους ρόλους, τους μεταφράζει σ’ εικόνες. Στο εξής δεν μπορεί πια κανείς να εμπιστεύεται παρά σ’ ό,τι δεν είναι ακόμη αφηγηματικό, σ’ ό,τι δεν παίχτηκε, στην ανυπόκριτη και αναγλάιστη έκφραση του πόνου κατά την πραγματική στιγμή του. Η αδυναμία του και η πενία του είναι τόσο έμφυτες, που δεν επιτρέπεται πια να παραδίνεται μαζί τους σε κανένα φαινομενικό παιχνίδι.»
Κάτι έχει χαθεί, κάτι έχει αλλάξει και οι τρείς συγγραφείς που μελετούμε το ξέρουν. Οι τρείς προαναφερθέντες άξονες συστήνουν το πένθος του Γερμανού διανοούμενου και την ρητορική του. Πένθος για την γλώσσα, για την απωλεσθείσα πραγματικότητα και για την χαμένη πια θέση του διανοούμενου σε μια εποχή που αυτός δεν μπορεί πια να υπάρξει και έτσι επιλέγει την αποστασιοποίηση και μερικές φορές την σιωπή. Το πένθος βιώνεται διαφορετικά από έκαστο τον συγγραφέα, ή μάλλον, καθένας από αυτούς βρίσκεται σε διαφορετικό του στάδιο.
Ο Κρίγκερ βρίσκεται στο στάδιο της κατάθλιψης, ένα αρκετά προχωρημένο στάδιο, και σε αυτό συμβάλλει η χρονική απόσταση του από τα γεγονότα. Βλέπει το πανόραμα της Γερμανίας, προσπαθεί να θυμηθεί και δεν βρίσκει νόημα σε όλα όσα έγιναν, έτσι προσπαθεί μέσω της προσωπικής αφήγησης να περιγράψει τις αλλαγές, τις αλλοιώσεις, την βία και την ενοχή του, με μια ματιά παραιτημένη μπροστά στην θηριωδία, πεσιμιστική. Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του, καλύπτει δημοσιογραφικά την δίκη της Φρανκφούρτης όπου εγκληματίες ναζί των στρατοπέδων συγκέντρωσης δικάζονται και επιζώντες του Ολοκαυτώματος παρουσιάζουν τις μαρτυρίες τους. Οι ναζί δεν έχουν τιμωρηθεί ακόμη, κυκλοφορούν ελεύθεροι και δεν μοιάζουν με ναζί, μοιάζουν με τον οποιονδήποτε Γερμανό. Πενθεί το αδιαμφησβήτητο τραύμα του γερμανικού πολιτισμού:
[…] ο Χίτλερ είναι ακόμη μαζί μας. Παραμένει κυρίαρχος στο σκοτάδι, υπόγεια. Με κάποιον τρόπο έχει επιφέρει ένα ρήγμα. Άλλοι κυνηγούν το χρήμα, άλλοι πηγαίνουν στην δίκη του Άουσβιτς, κάποιοι τα κουκουλώνουν, κάποιοι τα ξεσκεπάζουν – αυτές είναι οι δύο πλευρές του γερμανικού νομίσματος. Σκέφτομαι πως ο Χίτλερ θα μείνει για πάντα μαζί μας, για όλη μας την ζωή.»
Ο Φάλαντα, ο πιο ορμητικός από τους τρεις, βρίσκεται στο στάδιο της οργής, καθώς γράφει το 1944. Επίσης, δεν διαθέτει πανοραμική ματιά αλλά εγγενώς προσωπική, αφοσιώνεται στο κακό που έχει κάνει στον ίδιο του το καθεστώς και γράφει πολεμική εναντίον τους για όλα αυτά που του έχουν κάνει. Λίγα είναι τα ελεγειακά διαλλείματα για μια διαπίστωση επί της γενικότερης κατάστασης και συνήθως βουτά ξανά στον προσωπικό του περίγυρο, σε φίλους και εχθρούς, καταδεικνύοντας γεγονότα ατομικής εμπειρίας. Το πένθος όμως είναι υπαρκτό και αναγνωρίζει το τραύμα στον πολιτισμό μέσω της σκιαγράφησης συγκεκριμένων ατόμων και περιστατικών.
Ο Μαν, είναι κατεξοχήν μελετητής της πολιτισμικής και ιστορικής κατάστασης με το ολύμπιο βλέμμα του. Σαν από ύψος, βλέπει προς τα κάτω τον ορυμαγδό και απευθύνει αρχικά, απελπισμένες εκκλήσεις ανακωχής και παύσης, ενώ αργότερα προσπαθεί να καταλάβει, στηριζόμενος στην φιλοσοφία του Νίτσε τι πήγε στραβά. Βρίσκεται στο στάδιο της διαπραγμάτευσης το 1939 και στο στάδιο της αποδοχής το 1947.
Πράγματι τι συνέβη στους Γερμανούς; Πως τα δάχτυλα που έπαιζαν στο πιάνο Μπετόβεν, κατέληξαν να ρυθμίζουν την εμβέλεια του όλμου στο στόχαστρο και να πατούν κουμπιά που γέμισαν με Zyklon B πνευμόνια εκατομμυρίων Εβραίων; Ο Μαν και ο Κρίγκερ μας δίνουν μια απάντηση. Τι είναι ο ναζισμός παρεκτός μια παρερμηνεία της ρομαντικής σύλληψης του κόσμου και της επακόλουθης επιρροής της στην γερμανικότητα; Ο Μαν γράφει σχετικά με τον Νίτσε το 1947:
Ακόμα και απέναντι στους Γερμανούς, τους διαφθορείς της ευρωπαϊκής ιστορίας, εκτόξευσε τις βιτριολικές κριτικές αστραπές του και δεν άφησε εντέλει απείραχτη ούτε μια τρίχα της κεφαλής τους. Εντέλει ποιος ήταν πιο Γερμανός από αυτόν, ποιος έδειξε για μία ακόμη φορά στους Γερμανούς τα πάντα με παραδείγματα, με τα οποία αυτοί έγιναν μάστιγα και φρίκη, και καταστράφηκαν: το ρομαντικό πάθος, την ορμή προς μια αιώνια ανάπτυξη του Εγώ χωρίς όρια και σταθερό αντικείμενο, τη βούληση που είναι ελεύθερη γιατί δεν έχει σκοπό και οδεύει προς το άπειρο; Πίστευε ότι τα ελαττώματα των Γερμανών είναι το ποτό και η τάση για αυτοκτονία. Η επικινδυνότητά τους έγκειται σε όλα όσα δεσμεύουν τις διανοητικές δυνάμεις και αποδεσμεύουν τα συναισθήματα, «καθώς το γερμανικό συναίσθημα στρέφεται κατά της ίδιας της ωφέλειας και είναι αυτοκαταστροφικό σαν εκείνο του μεθύστακα. Ο ίδιος ο ενθουσιασμός έχει στην Γερμανία μικρότερη αξία απ’ ό,τι αλλού, αφού είναι άγονος».
Πως αυτοαποκαλείται ο Ζαρατούστρα; «Αυτογνώστης-αυτοδήμιος».
Καταλήγει όμως στο τέλος του δοκιμίου του σε μια υπεράσπιση του Νίτσε:
Θα έπρεπε να του αρέσει να τον αποκαλούν ανθρωπιστή, όπως θα έπρεπε να αντέχει να γίνεται κατανοητή η κριτική του στην ηθική ως μια τελευταία έκφανση του Διαφωτισμού. Τη θρησκευτικότητα που υπερβαίνει τα θρησκευτικά δόγματα, για την οποία μιλάει, δεν μπορώ να την φανταστώ αλλιώς παρά ως συνυφασμένη με την ιδέα του ανθρώπου, ως έναν θρησκευτικά θεμελιωμένο και τονισμένο ανθρωπισμό, που όντας πολύπειρος, έχοντας βιώσει πολλά, θα εμπεριείχε όλη του την γνώση για το καταχθόνιο και το δαιμονικό στην εξύμνηση του ανθρώπινου μυστηρίου.
Αντίστοιχα, αλλά σαφώς πιο αδρά και σχηματικά, ο Κρίγκερ παρακολουθεί έναν στρατιώτη να χτενίζεται πριν την μάχη, και γράφει τις ακόλουθες σκέψεις:
Επιτέλους βάλε το κράνος! Εδώ πέφτουν οι χειροβομβίδες σαν τα κουνούπια το φθινόπωρο στην Βάνζεε! Σταμάτα να ασχολείσαι με την εμφάνισή σου, έτσι κι αλλιώς όλα αυτά δεν θα κρατήσουν πολύ. Κόψε αυτήν την άθλια παράσταση στα χαρακώματα: «Έρως και Θάνατος, νεαρός Γερμανός στολίζεται ανέμελα πριν από το τέλος του», τίτλος για τον Φόιερμπαχ ή τον Μπέκλιν. Άλλη μια άθλια ιδέα, στυλ Πουτσίνι, του γερμανικού μικροαστικού ρομαντισμού: η ομορφιά και ο θάνατος είναι αδέλφια δίδυμα. Ένα ακόμα επαρχιακό κλισέ για το πως καταρρέει η Γερμανία. Ο Κύριος εκεί πάνω, που, κατά τον Χέγκελ, κατευθύνει τα πάντα, πρέπει πραγματικά να είναι πολύ ιδιόρρυθμος κανονικός ιμπρεσάριος σε θρόνο θεού. Αηδιαστική γλίτσα η παγκόσμια Ιστορία.
Δεν θα προσθέσουμε κάτι στις παραπάνω διαπιστώσεις, καθώς πιστεύουμε πως συγκεκριμενοποιούν το γεγονός και το καθιστούν ιστορικό, πρακτική που ενδημεί κινδύνους σύμφωνα με τις ιδέες του Ρικέρ περί του χαρακτήρα του Ολοκαυτώματος. Θα αρκεστούμε μόνο στην ανάδειξη της τραγικής ποιότητας των γεγονότων, τουτέστιν στην ενσάρκωση της ιδέας της τραγωδίας από τα δώδεκα χρόνια του Χίτλερ, μια ιδέα εγγενώς ανιστορική, θρονιασμένη στην διαχρονικότητα της ανθρώπινης κατάστασης, με έμφαση στις αρχετυπικές της δομές. Κι γι’ αυτό θα στραφούμε στον επιζών του Ολοκαυτώματος, τον Τζόρτζ Στάινερ, ο οποίος παρατηρεί:
Το τραγικό δράμα μας διδάσκει ότι οι σφαίρες του λογικού, της τάξης και της δικαιοσύνης είναι τρομακτικά πεπερασμένες κι ότι καμία πρόοδος στην επιστήμη μας ή στα τεχνικά μας μέσα δεν κατορθώνει να μεταθέσει τα πεπερασμένα όριά τους. Έξω και μέσα στον άνθρωπο υπάρχει το «άλλο» του κόσμου. Δώστε του όποιο όνομα σας αρέσει: αόρατο ή κακόβουλο Θεό, τυφλή μοίρα, επιταγές της κόλασης, ή ωμή λύσσα του κτηνώδους αίματός μας. Αυτό το «άλλο» μας στήνει καρτέρι στα σταυροδρόμια. Μας περγελά και μας αφανίζει. Σε ορισμένες σπάνιες περιπτώσεις, μετά την καταστροφή, μας οδηγεί σε μιαν ακατανόητη λύτρωση.
Στο τέλος του ίδιου δοκιμίου του, δηλαδή του Ο Θάνατος της τραγωδίας, ο Στάινερ παρακολουθεί το Μάνα Κουράγιο του Μπέρτολντ Μπρέχτ, και έρχεται η σκηνή της αναγνώρισης του νεκρού γιού από την μάνα:
Ήταν η ίδια άγρια κραυγή, που μ’ αυτήν η τραγική φαντασία πρωτοσημάδεψε την αίσθησή μας για την ζωή. Ο ίδιος άγριος και καθαρός θρήνος για την απανθρωπιά του ανθρώπου, και για την σπατάλη της ανθρώπινης ζωής. Η καμπύλη της τραγωδίας ίσως να είναι αδιάσπαστη.
Πιστεύουμε πως το Άουσβιτς, δεν είναι τόσο απότοκο του Διαφωτισμού, συνέπεια της ρομαντικής ορμής, αποτέλεσμα του οικονομικού αδιεξόδου της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, όσο είναι αυθεντικά τραγικό. Είναι η στιγμή που η τραγωδία ανέδειξε το πλήρες εύρος της και ξεπερνώντας άλλα παραδείγματα, απόκτησε παραδειγματικό χαρακτήρα, του όποιου η ανιστορικότητα οφείλει να εξασφαλισθεί και αναδεικνύεται από το γεγονός πως ο Θεός, οι θεοί, οι δαίμονες, τα τρελά φωτάκια και τα τρόλ, τα φαντάσματα και οι οπτασίες είχαν από καιρό πεθάνει. Το Άουσβιτς στέκει ως εγγύηση πως η πιο ζοφερή τραγωδία της ιστορίας είναι ολοκληρωτικά ανθρώπινη και στερείται μεταφυσικής.
Κι αν θέλουμε και την φωνή των Γερμανών επί του ζητήματος, μπορούμε να ανατρέξουμε στην τύφλωση του Χέλντερλιν από το απολλώνιο φως, στους τελευταίους στίχους του ποιήματος «Σαν σε ημέρα εορτής»:
Κι ἀμέσως ἂς τὀ πῶ,
Πὠς ἔφτασα κοντἀ στοὐς οὐρανίους νὰ κοιτάξω,
Αὐτοὶ οἱ ἴδιοι μὲ ρίχνουνε βαθιὰ κάτω ἀπὸ τοὺς θνητοὺς
Ἐμένα τὸν ψευδὴ ἱερέα, μέσα στὸ σκοτάδι,
Νὰ ψάλω πρὸς τοὺς εὐμαθεῖς τραγούδι προειδοποίησης.
Ἐκεῖ
Αυτό το «εκεί» οδηγεί σε μια έπαυλη στα Απέννινα όρη, βυθισμένη στο σκοτάδι της μεσογειακής νύχτας. Ο Γερμανός μουσικός, ο Λέβερκυν, κεντρικός χαρακτήρας της αφήγησης του Δόκτωρ Φάουστους (1945) του Τόμας Μαν, πουλάει την ψυχή του στον διάβολο. Ή μπορεί να είναι κι όλα ένα μεγαλομανές όραμα ιδωμένο από έναν εγκέφαλο άρρωστο που υποφέρει από ημικρανίες. Όταν συνθέτει επιτέλους το μεγάλο του έργο, παίζει τα πρώτα ακόρντα και καταρρέει από μία εγκεφαλική πάθηση. Περνάει δέκα χρόνια σε αφασική κατάσταση και πεθαίνει. Δεν σώζεται σαν τον ομοαίματό του αδελφό Φάουστ, στο περίφημο έργο του Γκαίτε. Και ίσως αυτή η σύγκριση περιγράφει πολύ καλύτερα απ’ όσο μπορέσαμε εμείς το πένθος και το τραύμα της γερμανικής ψυχής και του πολιτισμού της από το ναζιστικό καθεστώς.

Κάθε χρόνο στις 19 Μαΐου, ο ελληνισμός τιμά τη Μνήμη της Γενοκτονίας των Ποντίων, ενός από τα πιο τραγικά κεφάλαια της σύγχρονης ιστορίας. Περισσότεροι από 353.000 Πόντιοι Έλληνες εξοντώθηκαν μεθοδικά από τις δυνάμεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του τουρκικού εθνικιστικού κινήματος την περίοδο 1914–1923, μέσα από σφαγές, εκτοπίσεις, πορείες θανάτου και βασανιστήρια.
Ο Πόντος, περιοχή της βόρειας Μικράς Ασίας με επίκεντρο τη Μαύρη Θάλασσα, υπήρξε κοιτίδα ελληνισμού για περισσότερα από 2.500 χρόνια. Εκεί άνθισαν πόλεις όπως η Τραπεζούντα, η Σινώπη και η Αμισός. Ο ελληνικός πληθυσμός είχε ακμάζουσα παρουσία, με σχολεία, εκκλησίες, πολιτιστικούς συλλόγους και εμπορική δραστηριότητα.
Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και στη συνέχεια με την άνοδο του Κεμάλ Ατατούρκ, ξεκίνησε ένα οργανωμένο σχέδιο εθνικής εκκαθάρισης. Οι Πόντιοι, όπως και οι Αρμένιοι και οι Ασσύριοι, στοχοποιήθηκαν ως «εσωτερικός εχθρός». Οι τουρκικές αρχές επέβαλαν εξοντωτικές πολιτικές: βίαιοι εκτοπισμοί, στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, σφαγές αμάχων, καταστροφή πολιτιστικών μνημείων και εξαναγκαστικός εξισλαμισμός.
Παρά τη σοβαρότητα των εγκλημάτων, η γενοκτονία των Ποντίων παραμένει εν μέρει αγνοημένη στη διεθνή πολιτική σκηνή. Η Ελλάδα αναγνώρισε επίσημα τη γενοκτονία το 1994 και καθιέρωσε την 19η Μαΐου ως Ημέρα Μνήμης. Αρκετά κοινοβούλια και τοπικές αρχές στο εξωτερικό έχουν επίσης προβεί σε αντίστοιχες αναγνωρίσεις, όμως απαιτείται μια παγκόσμια συνείδηση για την ανάγκη απονομής ιστορικής δικαιοσύνης.
Η αναγνώριση μιας γενοκτονίας δεν είναι απλώς πράξη ηθικής αποκατάστασης. Είναι ένα μήνυμα κατά της λήθης και υπέρ της πρόληψης νέων εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας. Όπως τονίζει και ο Ραφαήλ Λέμκιν, νομικός που εισήγαγε τον όρο «γενοκτονία», η μνήμη των θυμάτων είναι θεμέλιο της ειρήνης.
Η Ποντιακή νεολαία, οι πολιτιστικοί σύλλογοι και η Διασπορά διατηρούν ζωντανή τη γλώσσα, τη μουσική, τις παραδόσεις και κυρίως τη μνήμη. Οι εκδηλώσεις μνήμης δεν είναι απλώς τελετουργικά. Είναι κραυγή ιστορικής αλήθειας και απαίτηση σεβασμού.
Η 19η Μαΐου δεν είναι μόνο ημέρα πένθους. Είναι και ημέρα ευθύνης. Για να μη ξεχαστούν οι αθώοι. Για να μη σιωπήσουν οι επιζώντες. Για να μη ξανασυμβεί ποτέ.

Μια εντυπωσιακή αρχαιολογική ανακάλυψη ήρθε στο φως στην Ουγγαρία, όπου ερευνητές εντόπισαν πάνω από 900 μεταλλικά αντικείμενα ηλικίας έως και 3.400 ετών στον ηφαιστειογενή λόφο Σόμλο, στη δυτική πλευρά της χώρας. Η ανασκαφή αποκάλυψε ευρήματα από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (1450–800 π.Χ.) και την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου (800–450 π.Χ.), προσφέροντας πολύτιμες πληροφορίες για μια ελάχιστα κατανοητή περίοδο της ευρωπαϊκής προϊστορίας.
Η ομάδα των αρχαιολόγων, χρησιμοποιώντας ανιχνευτές μετάλλων, επιφανειακές έρευνες και χαρτογράφηση με λέιζερ (LiDAR), εντόπισε έξι θησαυρούς που περιείχαν κοσμήματα, όπλα, στρατιωτικά διακοσμητικά και εργαλεία μεταλλουργίας. Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα ευρήματα είναι ο Θησαυρός V, μια συλλογή αντικειμένων που είχαν τοποθετηθεί μέσα σε κεραμικό αγγείο — το πρώτο του είδους του που ανακαλύπτεται στη δυτική Ουγγαρία από αυτήν την περίοδο.
Εκτός από τα μεταλλικά αντικείμενα, οι αρχαιολόγοι βρήκαν χάντρες από κεχριμπάρι, υπολείμματα υφασμάτων και δέρματος, καθώς και χαυλιόδοντες αγριόχοιρου και οικόσιτων χοίρων, υποδεικνύοντας την ύπαρξη μιας πολιτισμικά πλούσιας κοινότητας. Αν και δεν εντοπίστηκε εργαστήριο μεταλλουργίας, ανακαλύφθηκαν τμήματα κτηρίων, ενισχύοντας την υπόθεση ότι ο λόφος Σόμλο αποτελούσε σημαντικό κέντρο εξουσίας για φυλετικές ή κλανικές κοινωνίες υπό την ηγεσία ελίτ πολεμιστών.
Η ανακάλυψη αυτή ρίχνει φως στην περίοδο μετάβασης από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου, μια εποχή που χαρακτηρίζεται από σημαντικές κοινωνικές και τεχνολογικές αλλαγές. Η πρακτική της απόκρυψης μεταλλικών αντικειμένων σε θησαυρούς υποδηλώνει τελετουργικές ή κοινωνικές πρακτικές που σχετίζονται με την αποθήκευση ή την απόθεση πολύτιμων αγαθών.
Η τοποθεσία του λόφου Σόμλο, με την ηφαιστειογενή του προέλευση και την κυρίαρχη θέση του στο τοπίο, πιθανόν να είχε ιδιαίτερη σημασία για τις αρχαίες κοινότητες της περιοχής. Η ανασκαφή συνεχίζεται, με στόχο την περαιτέρω κατανόηση της πολιτισμικής και ιστορικής σημασίας της περιοχής.
Η ανακάλυψη αυτή ενισχύει τη σημασία της Ουγγαρίας ως κέντρου αρχαιολογικού ενδιαφέροντος και προσφέρει νέες προοπτικές για την κατανόηση των προϊστορικών κοινωνιών της Ευρώπης.