Η Ελληνική Επανάσταση του 1821, παρά τις αρχικές μεγάλες επιτυχίες, γρήγορα φανέρωσε τις εσωτερικές αδυναμίες και τις βαθιές κοινωνικές και πολιτικές διαιρέσεις που χαρακτήριζαν την ελληνική κοινωνία της εποχής. Αντί η κοινή απειλή να ενώσει τους Έλληνες, οι παλιές οικογενειακές και τοπικές αντιπαλότητες αναζωπυρώθηκαν, οδηγώντας σε έναν καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο.
Η κατακερματισμένη κοινωνία των επαναστατημένων Ελλήνων, βασισμένη σε πελατειακές σχέσεις και τοπικές ιεραρχίες, δυσκόλευε την ομοψυχία. Η έλλειψη ενός σταθερού κεντρικού πολιτικού συντονισμού επέτρεψε τη γρήγορη ανάδυση αντιπαλοτήτων, που σύντομα πήραν τη μορφή ένοπλων συγκρούσεων. Δεν είναι τυχαίο ότι μόλις δύο χρόνια μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης, ξέσπασαν οι πρώτες εμφύλιες συγκρούσεις.
Στην ανατολική Κεντρική Ελλάδα, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος εκδήλωσε έντονη αντίθεση προς τη νομιμοποιημένη τοπική κυβέρνηση, ενώ στην Πελοπόννησο, η σύγκρουση πήρε μεγαλύτερες διαστάσεις. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και άλλοι καπεταναίοι συγκρούστηκαν με τους πολιτικούς εκπροσώπους της νεοσύστατης κυβέρνησης. Η άρνηση του Μαυροκορδάτου να αναγνωρίσει την αρχιστρατηγία που του απένειμε η Γερουσία και η στάση άλλων ισχυρών τοπικών αρχόντων, όπως του Πλαπούτα και των οικογενειών του Μαυρομιχάλη και του Μούρτζινου στη Μάνη, αποκάλυψαν τη ρευστότητα της εξουσίας και την απουσία ενιαίου οράματος.
Την ίδια στιγμή, στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επικρατούσε αναταραχή. Η εξέγερση των Γενιτσάρων στην Κωνσταντινούπολη, η πυρκαγιά που κατέστρεψε μέρος της πόλης, και ο τουρκοπερσικός πόλεμος υπονόμευσαν την οθωμανική σταθερότητα, δημιουργώντας προσωρινά ευνοϊκές συνθήκες για τους Έλληνες. Ωστόσο, η διεθνής πολιτική σκηνή δεν ανταποκρίθηκε άμεσα: ο τσάρος Αλέξανδρος της Ρωσίας παρέμεινε διστακτικός, θεωρώντας ότι οι ταραχές στην Πελοπόννησο δεν ήταν απλώς αγώνας ελευθερίας, αλλά κοινωνική ανατροπή.
Μόνο μετά την αυτοκτονία του Κάσλρεϊ και την αντικατάστασή του από τον Κάνιγκ, ο οποίος πίστευε στην πολιτική και θρησκευτική ελευθερία των λαών, βελτιώθηκε ελαφρώς η διεθνής στάση προς την Ελληνική Επανάσταση.
Η Β΄ Εθνοσυνέλευση, αν και έδωσε λόγο στους στρατιωτικούς που είχαν διακριθεί στο πεδίο της μάχης, δεν κατάφερε να κατευνάσει τις αντιπαλότητες. Οι στρατιωτικοί δεν συγκρότησαν ενιαία παράταξη και οι πολιτικοί, ιδίως στη Δυτική Ρούμελη υπό τον Μαυροκορδάτο, συνέχισαν να ευνοούνται. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την ένταση των συγκρούσεων και τη μεταφορά τους σε νέα επίπεδα, με τη συγκέντρωση αντιπολιτευόμενων στη Καρύταινα και τη σύγκληση παράλληλης συνέλευσης.
Η εσωτερική διάσπαση κορυφώθηκε όταν τα ρουμελιώτικα στρατεύματα εισέβαλαν στην Πελοπόννησο με εντολή του Κωλέττη, συλλαμβάνοντας και φυλακίζοντας καπεταναίους και προκρίτους του Μοριά. Η κραυγή αγανάκτησης του Κολοκοτρώνη μέσα από τη φυλακή, όπου εκφράζει την πίκρα του για την αχαριστία της πατρίδας, αποτελεί χαρακτηριστική εικόνα της τραγικότητας εκείνης της περιόδου.
Ο εμφύλιος πόλεμος είχε τραγικές συνέπειες. Αρχικά, διευκόλυνε την κατάληψη της Πελοποννήσου από τον Ιμπραήμ και την προέλαση του Κιουταχή στη Στερεά Ελλάδα. Παράλληλα, η σπατάλη του αγγλικού δανείου και η απληστία ορισμένων ηγετών, που αποχώρησαν πλουτισμένοι στη Ρούμελη, άφησαν την Πελοπόννησο έρμαιο στους Οθωμανούς.
Με μελανές περιγραφές καταγράφεται η δράση σωμάτων όπως αυτά του Ιωάννη Γκούρα, που κατηγορούνται για μέθη, λεηλασίες και βιαιότητες απέναντι στον ντόπιο πληθυσμό. Αν και δόθηκε αμνηστία στους Μοραΐτες για να αποτρέψουν την καταστροφή, ήταν πια αργά: η ενότητα είχε χαθεί και η χώρα βρισκόταν μπροστά σε μια νέα, εξαιρετικά κρίσιμη φάση.
Βιβλιογραφία: 21 ερωτήσεις και απαντήσεις για το ’21 του Θάνου Βερέμη, εκδόσεις Μεταίχμιο

Leave a Reply