Category: ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ

  • Μόσχα: Χωρίς «ριζικές αλλαγές» δεν υπάρχει συμφωνία

    Μόσχα: Χωρίς «ριζικές αλλαγές» δεν υπάρχει συμφωνία

    Η Ρωσία άφησε σαφώς να εννοηθεί ότι το ειρηνευτικό σχέδιο ΗΠΑ–Ουκρανίας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό χωρίς βαθιές τροποποιήσεις. Παρά την αμερικανική αισιοδοξία ότι μια συμφωνία βρίσκεται «κοντά», ο κορυφαίος σύμβουλος του Βλαντίμιρ Πούτιν για θέματα εξωτερικής πολιτικής, Γιούρι Ουσάκοφ, δήλωσε σε ρωσικά μέσα ότι οι ΗΠΑ θα πρέπει να προχωρήσουν σε «σοβαρές, θα έλεγα ριζικές, αλλαγές στο σχέδιό τους για την Ουκρανία».

    Το εδαφικό παραμένει το πιο εκρηκτικό σημείο. Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι έχει επαναλάβει πολλές φορές ότι η Ουκρανία δεν πρόκειται να παραδώσει εδάφη για χάρη της ειρήνης, προειδοποιώντας ότι τυχόν παραχωρήσεις θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως εφαλτήριο για μελλοντικές ρωσικές επιθέσεις.

    Ο Κέλογκ μιλά για «τα τελευταία 10 μέτρα»

    Από την αμερικανική πλευρά, ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ για την Ουκρανία, Κιθ Κέλογκ, ο οποίος αποχωρεί από τη θέση του τον Ιανουάριο, εμφανίστηκε ιδιαίτερα αισιόδοξος. Μιλώντας στο Reagan National Defense Forum, χαρακτήρισε τις προσπάθειες επίλυσης της σύγκρουσης ως μια διαδικασία που βρίσκεται στα «τελευταία 10 μέτρα», σημειώνοντας ότι «αυτά είναι πάντα τα πιο δύσκολα».

    Σύμφωνα με τον Κέλογκ, τα δύο βασικά ανοιχτά μέτωπα είναι:
    η τύχη του Ντονμπάς, με επίκεντρο το μέλλον του Ντονέτσκ και του Λουχάνσκ,
    και το καθεστώς του πυρηνικού σταθμού της Ζαπορίζια, του μεγαλύτερου στην Ευρώπη, ο οποίος παραμένει υπό ρωσικό έλεγχο.

    «Αν επιλύσουμε αυτά τα δύο ζητήματα, πιστεύω ότι τα υπόλοιπα θα πάνε αρκετά καλά», τόνισε, προσθέτοντας ότι «είμαστε σχεδόν έτοιμοι, είμαστε πραγματικά πολύ κοντά».

    Τι προβλέπει το αμερικανικό προσχέδιο για ειρήνη

    Το αρχικό προσχέδιο του ειρηνευτικού σχεδίου των ΗΠΑ περιλάμβανε τη μεταβίβαση του Ντονέτσκ και του Λουχάνσκ στη Ρωσία, παρότι το Κίεβο εξακολουθεί να ελέγχει περίπου 5.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα στην περιοχή του Ντονμπάς.

    Αμερικανικές και ουκρανικές αντιπροσωπείες συζητούν αυτή την εβδομάδα στο Μαϊάμι τις λεπτομέρειες του σχεδίου. Ωστόσο, η πρέσβης της Ουκρανίας στις ΗΠΑ, Όλγα Στεφανίσινα, αναγνώρισε ότι «παραμένουν δύσκολα ζητήματα». Όπως δήλωσε στο CNN, «οι κύριες προκλήσεις σε αυτό το στάδιο αφορούν ζητήματα εδάφους και εγγυήσεων και αναζητούμε ενεργά βέλτιστες μορφές για την αντιμετώπισή τους».

    Εδαφικές παραχωρήσεις και εγγυήσεις ασφαλείας στο επίκεντρο

    Η συζήτηση γύρω από το μέλλον του Ντονμπάς και του σταθμού της Ζαπορίζια αναδεικνύεται σε κρίσιμο τεστ για το αν το ειρηνευτικό πλαίσιο μπορεί να σταθεί πολιτικά σε Κίεβο, Μόσχα και Ουάσιγκτον.

    Η ουκρανική πλευρά αναζητά συγκεκριμένες εγγυήσεις ασφαλείας και λύση που δεν θα παγιώνει τις ρωσικές κτήσεις, ενώ η Μόσχα αφήνει να εννοηθεί ότι μόνο ένα ριζικά αναθεωρημένο σχέδιο θα μπορούσε να γίνει βάση συζήτησης.

    Σε αυτό το περιβάλλον, η απόσταση ανάμεσα στην αμερικανική αισιοδοξία και στη ρωσική καχυποψία αποτυπώνει πόσο δύσκολο είναι τα «τελευταία 10 μέτρα» να μετατραπούν σε πραγματική, βιώσιμη συμφωνία.

  • Μετά τη Βενεζουέλα, η Νιγηρία

    Μετά τη Βενεζουέλα, η Νιγηρία

    Μπορεί στην Ελλάδα έννοιες όπως ο αντιιμπεριαλιστικός αγώνας και η λαϊκή κυριαρχία να θεωρούνται παρωχημένες, όμως είναι ουσιαστικά διακυβεύματα, πιο επίκαιρα παρά ποτέ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αρνούμενες να αποδεχτούν τον νέο πολυπολικό κόσμο που αναδύεται, ο οποίος απειλεί την οικονομική τους πρωτοκαθεδρία και την επιρροή τους, καταφεύγουν σε αυτό που ξέρουν να κάνουν καλά. Απειλούν με επέμβαση χώρες των οποίων τις πλουτοπαραγωγικές πηγές εποφθαλμιούν. Μετά τη Βενεζουέλα, ο πρόεδρος Τράμπ απείλησε ανοιχτά και τη Νιγηρία.

    Προβάλλοντας ως πρόσχημα την προστασία των χριστιανικών κοινοτήτων, έκανε ξεκάθαρο πως οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα διστάσουν ακόμα και να επέμβουν στρατιωτικά. Πέρα από το ότι η δήλωση αυτή έγινε για εσωτερική κατανάλωση, καθώς μια μεγάλη πλειοψηφία των ψηφοφόρων του Τράμπ είναι συντηρητικοί χριστιανοί,οι βλέψεις του Αμερικανού προέδρου είναι ξεκάθαρες. Θέλει οπωσδήποτε να διατηρήσει την επιρροή που έχουν οι ΗΠΑ στην Αφρική καθώς βλέπει τη αντίστοιχη της Ρωσίας, αλλά κυρίως της Κίνας ολοένα αυξανόμενη μέσα από τις οικονομικές συμφωνίες που αυτή συνάπτει με αρκετές αφρικανικές χώρες.

    Η Νιγηρία, αυτός ο γίγαντας της Αφρικής, με τα 200 εκατομμύρια πληθυσμό, αποτελεί το κλειδί για την επίτευξη του στόχου αυτού, καθώς επηρεάζει τις αποφάσεις του EcoAZ και της Αφρικανικής Ένωσης. Επίσης ελέγχει ένα μεγάλο μέρος της Δυτικής Αφρικής στο οποίο υπάρχουν τεράστια αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου.

    Τι ακριβώς όμως συμβαίνει στη Νιγηρία; Μαζικές απαγωγές, βίαιες επιθέσεις, ανάγκασαν τον πρόεδρο της χώρας,Bol Tonubu, να κηρύξει τη Νιγηρία σε κατάσταση έκτακτης εθνικής ανάγκης. Πίσω από το χάος αυτό της τρομοκρατίας βρίσκεται το Ισλαμικό κράτος Δυτικής Αφρικής (ISWAP), ληστές και παραστρατιωτικές ομάδες. Το ISWAP και άλλες εξτρεμιστικές ομάδες, εκμεταλλευόμενοι την εξαθλίωση μεγάλου μέρους του πληθυσμού των χωρών της Αφρικής, εξαγοράζουν ουσιαστικά ανθρώπους που παλεύουν να επιβιώσουν στον τόπο τους, ο οποίος μαστίζεται από τη διαφθορά των εγκάθετων κυβερνήσεων, την καταλήστευση των φυσικών πόρων από την αποικιοκρατία αλλά και την τρομοκρατία που οι ίδιες αυτές ομάδες σπέρνουν. Η χρηματοδότηση των ομάδων αυτών εξασφαλίζεται από τους φόρους που αυθαίρετα επιβάλλουν στον αγροτικό πληθυσμό, τη διακίνηση κρυπτονομισμάτων και δωρεές στο dark web, αλλά σίγουρα και έξωθεν, Σαουδική Αραβία, Κατάρ, Ισραήλ και Τουρκία.

    Η έκρυθμη κατάσταση που επικρατεί τόσο στη Νιγηρία όσο και σε άλλες χώρες της Αφρικής (Κονγκό, πρόσφατο πραξικόπημα στη Γουινέα Μπισάο, αιματοβαμμένες εκλογές στην Τανζανία κ.α.) έχουν τη ρίζα τους σε ένα γεγονός πίσω στο 2011. Τη μεθοδευμένη εξολόθρευση του Μουαμάρ Καντάφι και την κατάρρευση της Λιβύης. Ο ρόλος του Λίβυου ηγέτη ήταν πολλαπλά σημαντικός για την Αφρική. Είχε κατορθώσει να κρατήσει μακριά τις εξτρεμιστικές ισλαμιστικές ομάδες, να ελέγχει την εξαιρετικά κρίσιμη για τη σταθερότητα της ηπείρου περιοχή του Σαχέλ αλλά και να λειτουργεί αποτρεπτικά για τα ιμπεριαλιστικά σχέδια των δυτικών. Μετά την πτώση του καθεστώτος του Καντάφι, χιλιάδες όπλα πλημμύρισαν την περιοχή της Δυτικής Αφρικής τα οποία πωλούνταν στη μαύρη αγορά εξοπλίζοντας τις εγκληματικές οργανώσεις και τους ισλαμιστές τρομοκράτες.

    Κι ενώ ο Αμερικανός πρόεδρος εκτοξεύει απειλές, ο πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν ανακοίνωσε πως η Ρωσία είναι έτοιμη να στηρίξει τον αγώνα της Νιγηρίας προσφέροντας, πληροφορίες, οπλισμό και αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις. Προφανώς και η Ρωσία θέλει να διατηρήσει τη σφαίρα επιρροής της στην Αφρική, ακόμα και να την επεκτείνει (έχει ήδη παράσχει οικονομική στήριξη στην Μπουρκίνα Φάσο και συνάπτει συνεχώς οικονομικές και εμπορικές σχέσεις με αρκετές χώρες της Αφρικής), όμως το κάνει με άλλους όρους.

    Όπως επισήμανε ο πρόεδρος της Βενεζουέλας, Νικολά Μαδούρο, οι ΗΠΑ πυροδοτούν κάτι του οποίου την έκταση και την εξέλιξη δεν μπορούν να φανταστούν. Αν επιμείνουν,το Βιετνάμ θα μοιάζει με παιδική χαρά μπροστά σ’ αυτό που τους περιμένει.

    Για όποιον ακόμα αμφιβάλλει, ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος είναι εν εξελίξει. Ίσως να μην διεξάγεται με όρους που γνωρίζαμε έως τώρα, δεν αποκλείεται όμως να συμβεί και αυτό.

  • Ο απολογισμός της COP30 και ο ρόλος του διεθνούς εμπορίου στις παγκόσμιες διαπραγματεύσεις για το κλίμα

    Ο απολογισμός της COP30 και ο ρόλος του διεθνούς εμπορίου στις παγκόσμιες διαπραγματεύσεις για το κλίμα

    *Του Πέτρου Παπαντωνάκου

    Από τις 10 έως τις 21 Νοεμβρίου πραγματοποιήθηκε στην πόλη Μπελέμ της Βραζιλίας η 30η ετήσια Σύνοδος του ΟΗΕ για την αντιμετώπιση της Κλιματικής Αλλαγής (COP30). Αυτές οι Σύνοδοι αποτελούν το ανώτατο πεδίο διαπραγμάτευσης και συντονισμού των δράσεων που υιοθετούν τα κράτη, ώστε να αντιμετωπίσουν αφενός τις ήδη υπάρχουσες επιπτώσεις από την υπερθέρμανση του πλανήτη, να θωρακιστούν απέναντι σε μελλοντικές κλιματικές απειλές, αλλά και να σταθεροποιήσουν το κλίμα, συγκρατώντας την αύξηση της παγκόσμιας μέσης θερμοκρασίας ιδανικά σε 1,5 βαθμό Κελσίου πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα ή όσο πιο κοντά γίνεται στον στόχο αυτόν. Η πιο ένδοξη στιγμή των ετήσιων και πολυήμερων αυτών Συνόδων ήταν σίγουρα η Συμφωνία των Παρισίων (τον Δεκέμβριο του 2015 στην COP21) και η υπογραφή της τον Απρίλιο του 2016. Η Συμφωνία των Παρισίων αποτελεί πλέον την «πυξίδα» της παγκόσμιας κλιματικής δράσης.

    Οι ετήσιες Σύνοδοι του ΟΗΕ για το κλίμα ή COP (Conference of the Parties) έχουν την αφετηρία τους στη Σύμβαση-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή, η οποία υπογράφηκε το 1992 και είναι το πρώτο διεθνές μέτρο με το οποίο επιδιώχθηκε να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Βάσει αυτής της συνθήκης, τα κράτη που την έχουν υπογράψει συμφωνούν να στέλνουν κάθε χρόνο αντιπροσωπείες για να συζητούν την πρόοδο που έχει επιτευχθεί και τα επόμενα βήματα που πρέπει να γίνουν.

    Παραδοσιακά σε αυτές τις Συνόδους οι διαπραγματεύσεις είναι έντονες και υπάρχει συχνά σύγκρουση μεταξύ αφενός των κρατών που πλήττονται περισσότερο από την κλιματική αλλαγή, όπως μικρά νησιωτικά κράτη που αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο αφανισμού, αλλά και όσων υιοθετούν μια φιλόδοξη κλιματική πολιτική, και αφετέρου των πετρελαιοπαραγωγών κρατών, με επικεφαλής τη Σαουδική Αραβία, ή κρατών που εξαρτώνται από τα ορυκτά καύσιμα για την ανάπτυξή τους, όπως η Ινδία για παράδειγμα. Η διαδικασία λήψης αποφάσεων με ομοφωνία στις COP συχνά παραλύει τις προσπάθειες για υιοθέτηση φιλόδοξης δράσης. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός πως, αν και η παραγωγή και καύση ορυκτών καυσίμων αποτελεί την κυριότερη αιτία για την υπερθέρμανση του πλανήτη, πήρε 29 χρόνια μέχρι να διατυπωθεί το 2023 σε επίσημο κείμενο Συνόδου η δέσμευση για σταδιακή απομάκρυνση από αυτά. Αυτό το γεγονός φανερώνει τη δυσκολία λήψης αποφάσεων με ομοφωνία από σχεδόν 200 κράτη που συμμετέχουν στις COP, τα οποία έχουν διαφορετικά συμφέροντα και προτεραιότητες μεταξύ τους.

    Η φετινή Σύνοδος COP30 πραγματοποιήθηκε σε ένα δυσμενές διεθνές περιβάλλον, με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, να έχει αποκηρύξει κάθε κλιματική πολιτική από τον Ιανουάριο του 2025 που επανήλθε στην εξουσία, σέρνοντας μάλιστα ξανά τη χώρα του εκτός της Συμφωνίας των Παρισίων. Οι ΗΠΑ αποτελούν ιστορικά τον μεγαλύτερο υπεύθυνο για την κλιματική αλλαγή παγκοσμίως, ενώ αυτή τη στιγμή ο μεγαλύτερος ρυπαντής είναι η Κίνα. Συνεπώς, η στάση των δύο αυτών κρατών επηρεάζει δραματικά τις προσπάθειες αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης. Πρόσφατα, ο Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήρισε την κλιματική αλλαγή «την μεγαλύτερη απάτη που έχει ποτέ επιβληθεί στον κόσμο». Παράλληλα, από την επάνοδό του στην εξουσία έχει κηρύξει σκληρό πόλεμο στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) στη χώρα του, ενώ προωθεί την αύξηση της εγχώριας παραγωγής υδρογονανθράκων και την αύξηση των εξαγωγών τους. Η στάση του Τραμπ, η οποία συνοδεύτηκε από επιθετική εμπορική πολιτική με επιβολή δασμών και εμπορικές διαπραγματεύσεις με δεκάδες χώρες, επηρέασε και αποδυνάμωσε το momentum της διεθνούς κλιματικής δράσης μέσα στο 2025.

    Οι ΗΠΑ αποτελούν τον μεγαλύτερο παραγωγό πετρελαίου και φυσικού αερίου παγκοσμίως, καθώς και τον μεγαλύτερο εξαγωγέα υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Ο Τραμπ χρησιμοποιεί το πετρέλαιο και το LNG ως εργαλεία εμπορικής πολιτικής, πιέζοντας τα άλλα κράτη να αγοράσουν όλο και περισσότερη αμερικανική ενέργεια. Η Ευρώπη αποτελεί ένα από τα «θύματα» αυτής της πολιτικής, αφού το καλοκαίρι του 2025 υπέγραψε εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ, με βάση την οποία θα πρέπει να αγοράσει αμερικανική ενέργεια αξίας 750 δισ. δολαρίων σε βάθος τριετίας, με αντάλλαγμα την επιβολή χαμηλότερων δασμών στα προϊόντα της από αυτούς που είχε εξαγγείλει αρχικά ο Τραμπ την άνοιξη.

    Οι εξαγωγές πετρελαίου και LNG αποτελούν βασικό γρανάζι της αμερικανικής οικονομίας και έχουν μετατραπεί σε σημαντικό εργαλείο για άσκηση εμπορικής πολιτικής από τον Τραμπ.

    Ο ανταγωνισμός ΗΠΑ – Κίνας για ενεργειακή κυριαρχία

    Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν τα αντικρουόμενα οράματα των δύο υπερδυνάμεων του πλανήτη, των ΗΠΑ και της Κίνας, σχετικά με το ενεργειακό μέλλον του κόσμου. Σε ανάλυσή του το Semafor αναδεικνύει αυτήν την ενεργειακή «τιτανομαχία». Από τη μία βρίσκονται οι ΗΠΑ που, μέσω του Τραμπ, επιθυμούν να εξάγουν όλο και περισσότερο πετρέλαιο και LNG, και πιέζουν τα υπόλοιπα κράτη να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν τα ορυκτά καύσιμα, προκειμένου να υπάρχει αγοραστική ζήτηση για την αμερικανική ενέργεια.

    Από την άλλη πλευρά, η Κίνα αποτελεί τον κυρίαρχο κατασκευαστή παγκοσμίως σε τεχνολογίες καθαρής ενέργειας, όπως φωτοβολταϊκά, μπαταρίες αποθήκευσης ενέργειας, ηλεκτρικά οχήματα, ανεμογεννήτριες κ.α. Παράλληλα, είναι κυρίαρχος και στην αλυσίδα αξίας των κρίσιμων ορυκτών πρώτων υλών που απαιτούνται για την κατασκευή τους. Η Κίνα επιδιώκει επιθετικά την αύξηση των εξαγωγών αυτών των τεχνολογιών και την απόκτηση της «πρωτοκαθεδρίας» στις αναδυόμενες αγορές του κόσμου.

    Το Semafor σχολιάζει πως, αν και η παγκόσμια ενεργειακή ζήτηση θα αυξηθεί τις επόμενες δεκαετίες, ο κόσμος πιθανότατα δεν χρειάζεται τόση ενέργεια όση προσφέρουν αθροιστικά οι ΗΠΑ και η Κίνα με τις εξαγωγές τους. Συνεπώς, ο ανταγωνισμός μεταξύ τους εντείνεται για να υπερισχύσει το ενεργειακό «όραμα» του καθενός και να αποκομίζουν υπέρογκα οικονομικά οφέλη από τις εξαγωγές.

    Οι «δασμοί άνθρακα» της ΕΕ

    Στην COP30 το διεθνές εμπόριο έπαιξε σημαντικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις, μια εξέλιξη όχι και τόσο συνηθισμένη για τις κλιματικές Συνόδους του ΟΗΕ. Κράτη όπως η Κίνα και η Ινδία διαμαρτύρονται για τους «δασμούς άνθρακα» (CBAM) τους οποίους σκοπεύει να επιβάλει η Ευρωπαϊκή Ένωση από τις αρχές του 2026. Ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM) είναι ένας ευρωπαϊκός μηχανισμός που στοχεύει να αποτρέψει τη «διαρροή άνθρακα» – δηλαδή τη μεταφορά βιομηχανικής παραγωγής σε χώρες με πιο χαλαρούς περιβαλλοντικούς κανόνες. Με απλά λόγια, η ΕΕ επιβάλλει ένα κόστος άνθρακα στα εισαγόμενα προϊόντα, ανάλογο με αυτό που πληρώνουν οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις μέσω του EU ETS (Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών). Έτσι διασφαλίζεται ότι τα εισαγόμενα στην ΕΕ προϊόντα δεν αποκτούν αθέμιτο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι των αντίστοιχων ευρωπαϊκών προϊόντων λόγω χαμηλότερων απαιτήσεων για μείωση εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Αρχικά, ο CBAM θα εφαρμόζεται σε τομείς με υψηλές εκπομπές, όπως ο σίδηρος, χάλυβας, το τσιμέντο, λιπάσματα, αλουμίνιο, υδρογόνο και ηλεκτρισμός.

    Η Κίνα, η οποία κατηγορείται συχνά για παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και πολύ χαλαρούς περιβαλλοντικούς κανονισμούς, αντιδρά έντονα στον «δασμό άνθρακα» που θέλει να θέσει σε ισχύ η ΕΕ. Από την πλευρά της, η ΕΕ βλέπει τα κινεζικά προϊόντα ως απειλή για την οικονομία της. Η Κίνα, λόγω και των παραγόντων που αναφέρθηκαν, έχει τη δυνατότητα να πωλεί τα αγαθά της, όπως για παράδειγμα φωτοβολταϊκά, σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές, ακόμα και κάτω του κόστους, οδηγώντας πολλές ευρωπαϊκές εταιρείες σε χρεοκοπία, καθώς δεν μπορούν να αντέξουν τον ανταγωνισμό. Συνεπώς, η ΕΕ, μέσω του CBAM, προσπαθεί να προστατεύσει τις βιομηχανίες και την ανταγωνιστικότητά της, αλλά και να προωθήσει τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Πέραν της Κίνας, αντιδράσεις έχουν εκφράσει και άλλα κράτη σε αυτό το εμπορικό μέτρο, όπως η Ινδία και κράτη του Κόλπου.

    Η Κίνα έθεσε στο πλαίσιο της COP30 το ζήτημα των «μονομερών εμπορικών μέτρων», ωστόσο δεν υπήρξε κάποια συμφωνία και το ζήτημα θα συζητηθεί ξανά σε μελλοντική περίσταση.

    Ο απολογισμός της COP30

    Όσον αφορά τον απολογισμό της COP30, μπορεί να ειπωθεί πως, παρά τις γεωπολιτικές και εμπορικές εντάσεις, οι διεθνείς διαπραγματεύσεις δεν κατέρρευσαν και υπήρξε ένα τελικό επίσημο κείμενο συμφωνίας, ωστόσο η πρόοδος στην ενίσχυση της κλιματικής δράσης υπήρξε μικρή και σίγουρα μικρότερη από αυτήν που χρειαζόταν.

    Ένα αποτέλεσμα της φετινής COP ήταν η συμφωνία των κρατών για τριπλασιασμό της χρηματοδότησης προς ευάλωτα κράτη σε σχέση με την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή. Ο χρηματοδοτικός στόχος ανήλθε σε 120 δισ. δολάρια ετησίως, από το 2035 και μετά. Αυτό ήταν μια μικρή νίκη για τα πιο φτωχά και αναπτυσσόμενα κράτη, αλλά όχι κάτι που τα άφησε πλήρως ικανοποιημένα. Μια άλλη μικρή (ή και όχι τόσο μικρή) νίκη ήταν η συμφωνία για τη θέσπιση ενός Μηχανισμού Δίκαιης Μετάβασης (Just Transition Mechanism), ένα σχέδιο στο οποίο συμφώνησαν όλα τα κράτη ώστε η μετάβαση σε μια πράσινη οικονομία παγκοσμίως να γίνει δίκαια και να προστατεύει τα δικαιώματα όλων των ανθρώπων. Η δημιουργία ενός τέτοιου μηχανισμού ήταν βασικό αίτημα των αναπτυσσόμενων κρατών, το οποίο υποστηρίχθηκε από την Κίνα, ωστόσο δεν συμφωνήθηκε κάποιος συγκεκριμένος χρηματοδοτικός στόχος.

    Ένα ακόμα μικρό βήμα προς την ενίσχυση της κλιματικής δράσης ήταν η θέσπιση ενός προγράμματος «επιτάχυνσης» (Accelerator) για την ενδυνάμωση των επικαιροποιημένων εθνικών κλιματικών στόχων των κρατών (NDCs) και τη μείωση του τεράστιου χάσματος μεταξύ υφιστάμενων δεσμεύσεων και των δράσεων που απαιτούνται για να διατηρηθεί στο ελάχιστο η υπέρβαση του στόχου για συγκράτηση της παγκόσμιας μέσης θερμοκρασίας σε 1,5°C πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα, ενός στόχου που πλέον είναι σχεδόν αδύνατο να επιτευχθεί.

    Δεν εξέπληξε κανέναν, επίσης, το γεγονός πως η Σαουδική Αραβία και άλλα πετρελαιοπαραγωγά κράτη, όπως η Ρωσία, κατέβαλαν τη μέγιστη δυνατή προσπάθεια για να απαλειφθεί από το τελικό κείμενο της συμφωνίας κάθε αναφορά σε απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα. Οι προσπάθειές τους ήταν επιτυχείς και τα ορυκτά καύσιμα δεν αναφέρονταν στο τελικό κείμενο για ακόμη μία χρονιά. Υπήρξε μόνο μια αδύναμη διατύπωση που έκανε αναφορά στις συμφωνίες της COP28 στα ΗΑΕ, όπου είχε συμφωνηθεί η «σταδιακή απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα», χωρίς ωστόσο να υπάρχει ρητά αυτή η φράση στο φετινό κείμενο.

    Μια αισιόδοξη εξέλιξη για την πορεία των διεθνών κλιματικών δράσεων ήταν η εκκίνηση δύο πρωτοβουλιών, που όμως δεν συμπεριλήφθηκαν στο τελικό επίσημο κείμενο, με στόχο τη δημιουργία οδικού χάρτη για την απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα και από την αποψίλωση των δασών. Αυτές οι πρωτοβουλίες είναι εθελοντικές και υποστηρίχθηκαν από 90 κράτη περίπου, με επικεφαλής την Κολομβία, ενώ έλαβαν ρητορική κυρίως στήριξη και από την οικοδέσποινα Βραζιλία. Η τελευταία ξεκίνησε και ένα άλλο εγχείρημα, που αφορά τη δημιουργία ενός Ταμείου για την προστασία των τροπικών δασών (Tropical Forests Forever Facility), το οποίο επίσης δεν συμπεριλήφθηκε στο τελικό επίσημο κείμενο.

    Ένα εύστοχο σχόλιο του BBC σε σχέση με την COP30 τόνιζε πως «η φετινή σύνοδος κορυφής ήταν μια πραγματική διαπίστωση του πόσο έχει καταρρεύσει η παγκόσμια συναίνεση – ομοφωνία σχετικά με το τι πρέπει να γίνει για την κλιματική αλλαγή». Πρόσθετε, επιπλέον, πως «η ιδέα της COP εξυπηρέτησε καλά τον κόσμο, οδηγώντας τελικά στη Συμφωνία των Παρισίων για το κλίμα – αλλά αυτό ήταν πριν από μια δεκαετία και πολλοί συμμετέχοντες θεωρούν ότι δεν έχει πλέον έναν σαφή και ισχυρό σκοπό. Πρόκειται για μια διαδικασία συναίνεσης – ομοφωνίας που προέρχεται από μια διαφορετική εποχή. Δεν ζούμε πια σε εκείνο τον κόσμο».

    Η υφιστάμενη δομή των COP φαίνεται πως δεν δουλεύει πλέον, αν υποθέσουμε ότι δούλευε ποτέ. Είναι σχεδόν αδύνατο να επιτευχθεί ομοφωνία για κρίσιμα ζητήματα κλιματικής δράσης μεταξύ σχεδόν 200 κρατών με διαφορετικά οικονομικά συμφέροντα. Αρκεί η ύπαρξη ενός παίκτη όπως η Σαουδική Αραβία για να «βραχυκυκλώσει» τις διαπραγματεύσεις. Αρκεί επίσης να σκεφτεί κανείς, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, πως χρειάστηκαν 29 χρόνια και 28 κλιματικές Σύνοδοι (το 2020 είχε αναβληθεί λόγω του Covid) για να υπάρξει μια αναφορά σε τελικό επίσημο κείμενο για «σταδιακή απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα», η παραγωγή και καύση των οποίων είναι η κυριότερη αιτία της κλιματικής κρίσης. Και ακόμα και τώρα, δύο χρόνια μετά από αυτήν την αναφορά, είναι δύσκολο να υπάρξει αυτή η διατύπωση σε τελικό επίσημο κείμενο της COP.

    Ίσως θα πρέπει να ακολουθηθεί ένα πιο ευέλικτο σχήμα, διαφόρων ταχυτήτων μεν αλλά πιο ρεαλιστικό, για να συντονίζει την κλιματική δράση. Θα μπορούσε να υπάρχει μια COP όπου τα κράτη θα έχτιζαν μια θετική ατζέντα με ζητήματα κλιματικής δράσης στα οποία συμφωνούν και θα μπορούσαν να υπάρχουν και εθελοντικές πρωτοβουλίες κρατών, όπως υπήρξαν φέτος, για όσα κράτη θέλουν να προχωρήσουν περισσότερο. Θα έπρεπε ίσως δηλαδή να προτιμηθεί η ευελιξία και όχι το δυσκίνητο, και συχνά παραλυμένο, σχήμα που υπάρχει εδώ και τόσα χρόνια.

    Ένα σχόλιο για την Ελλάδα

    Τέλος, αξίζει να σημειωθεί η απουσία εκπροσώπησης ή ίσως επαρκούς εκπροσώπησης της Ελλάδας στη φετινή Διάσκεψη του ΟΗΕ για το κλίμα. Μάλιστα, οι ημέρες πριν την έναρξη της COP30 έβρισκαν την Ελλάδα να υπογράφει μακροχρόνιες συμφωνίες με αμερικανικές εταιρείες για προμήθεια LNG και έρευνες υδρογονανθράκων. Το timing των συμφωνιών με τη σχεδόν ταυτόχρονη απουσία από την COP30 δεν θα μπορούσε να δείξει με πιο έντονο τρόπο την απότομη στροφή στις προτεραιότητες του Υπουργείου Περιβάλλοντος & Ενέργειας, αλλά και της χώρας συνολικά. Ιδιαίτερα αν θυμηθεί κανείς πως η παρουσία της Ελλάδας στις COP28 και COP29 ήταν έντονη και είχε διαφημιστεί αρκετά, ενώ υπήρχε εκθεσιακό περίπτερο από τη χώρα μας στις συγκεκριμένες Συνόδους και σημαντική διπλωματική παρουσία. Ας μην ξεχνάμε πως η Ελλάδα αποτελεί πλέον καθαρό εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας, με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας να έχουν συμβάλει τα μέγιστα σε αυτήν την εξέλιξη. Το 2025, ωστόσο, τα αυξανόμενα κόστη της πράσινης μετάβασης, η ανάγκη για πιο ρεαλιστικές κλιματικές πολιτικές εντός Ευρώπης, η έλευση του Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ, αλλά και η αλλαγή της ηγεσίας του υπουργείου, έφεραν απότομη αλλαγή στις ελληνικές ενεργειακές προτεραιότητες, κάτι που εκφράστηκε έντονα και με την ανεπαίσθητη –ή και ανύπαρκτη– παρουσία της χώρας στην COP30.

    Η COP31, που θα λάβει χώρα τον Νοέμβριο του 2026, θα φιλοξενηθεί από την Τουρκία και συγκεκριμένα την πόλη Αττάλεια. Στη συγκεκριμένη Σύνοδο, η Τουρκία πιθανότατα θα προσπαθήσει να προβάλει τον εαυτό της ως μια χώρα που προωθεί την κλιματική δράση και επιδιώκει ενεργό ρόλο στη διπλωματία που αφορά το κλίμα και την πράσινη μετάβαση. Έχοντας αυτά σαν δεδομένα, είναι αρκετά πιθανό η Ελλάδα να αποφασίσει να έχει μεγαλύτερη παρουσία σε εκείνη τη Σύνοδο συγκριτικά με τη φετινή.

    Πηγή: ΚΕΔΙΣΑ

  • Συνάντηση Γεραπετρίτη με τον Πρόεδρο της Βουλής της Λιβύης

    Συνάντηση Γεραπετρίτη με τον Πρόεδρο της Βουλής της Λιβύης

    Τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων της Λιβύης, Αγκίλα Σαλέχ, υποδέχθηκε ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης στο Υπουργείο Εξωτερικών, σε μια συνάντηση που εντάσσεται στην προσπάθεια επανεκκίνησης και εμβάθυνσης των ελληνολιβυκών σχέσεων. Και οι δύο πλευρές αναφέρθηκαν στις ιστορικές σχέσεις Ελλάδας – Λιβύης, υπογραμμίζοντας ότι η άμεση γεωγραφική γειτνίαση επιβάλλει τη συνέχιση ενός ειλικρινούς διαλόγου και τη συνεργασία σε σειρά ζητημάτων κοινού ενδιαφέροντος.

    Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, ο κ. Γεραπετρίτης τόνισε την ουσιαστική συμβολή της Ελλάδας –ως κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εκλεγμένου μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ– στην οριστική επίλυση του Λιβυκού. Επανέλαβε ότι προϋπόθεση για βιώσιμη λύση είναι η διεξαγωγή ελεύθερων και δίκαιων εκλογών, χωρίς έξωθεν παρεμβάσεις, ώστε να αναδειχθεί μια αντιπροσωπευτική κυβέρνηση που θα απολαμβάνει νομιμοποίηση στο εσωτερικό και αξιοπιστία διεθνώς.

    Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη σταθερή θέση της Αθήνας απέναντι στο τουρκολιβυκό μνημόνιο, το οποίο χαρακτήρισε εκ νέου «ανυπόστατο, άκυρο και παράνομο», επισημαίνοντας ότι πρόκειται όχι μόνο για ελληνική, αλλά και για επίσημη θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με τον τρόπο αυτό, αναδείχθηκε η βούληση της Ελλάδας να παραμείνει σταθερός πυλώνας νομιμότητας και σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου στην Ανατολική Μεσόγειο.

    Ο υπουργός Εξωτερικών αναφέρθηκε επίσης στα συγκεκριμένα βήματα που έχουν μεσολαβήσει μετά τις επισκέψεις του σε Βεγγάζη και Τρίπολη, τα οποία, όπως σημείωσε, έχουν δημιουργήσει μια θετική δυναμική στις σχέσεις Ελλάδας – Λιβύης:

    Πρώτον, στάθηκε στην εκπαίδευση στελεχών της λιβυκής ακτοφυλακής από την Ελλάδα και στην πρόθεση υποδοχής νέων στελεχών το επόμενο διάστημα. Υπογράμμισε τη σημασία του αποτελεσματικού ελέγχου των μεταναστευτικών ροών από τη Λιβύη προς την Ελλάδα, τονίζοντας ότι είναι κρίσιμο να μην παγιωθεί μια νέα μεταναστευτική οδός στην Ανατολική Μεσόγειο. Η συνεργασία στο σκέλος αυτό παρουσιάστηκε ως στοιχείο κοινής ασφάλειας και όχι στενά διμερές ζήτημα.

    Δεύτερον, αναφέρθηκε στην έναρξη απευθείας αεροπορικής σύνδεσης Ελλάδας – Λιβύης, επισημαίνοντας τα θετικά αποτελέσματα που αναμένεται να έχει στην ενίσχυση του τουρισμού, στην επιχειρηματική κινητικότητα και στις διαπροσωπικές επαφές των δύο λαών. Η αεροπορική γραμμή παρουσιάστηκε ως εργαλείο για τη σταδιακή «κανονικοποίηση» των σχέσεων και την ενίσχυση της εμπιστοσύνης.

    Τρίτον, ο κ. Γεραπετρίτης αναφέρθηκε στην προετοιμασία επιχειρηματικής αποστολής στη Βεγγάζη στις αρχές του 2026, με στόχο την ενίσχυση της συνεργασίας στον τομέα του εμπορίου, των επενδύσεων και της ενέργειας. Η προοπτική αυτή συνδέθηκε με την ευρύτερη ελληνική επιδίωξη να διαδραματίσει ενεργό ρόλο στην ανοικοδόμηση και οικονομική σταθεροποίηση της Λιβύης, αξιοποιώντας τη γεωγραφική εγγύτητα και την ιδιότητά της ως ενεργειακού και διαμετακομιστικού κόμβου στην περιοχή.

    Στο κλείσιμο της συνάντησης, οι δύο πλευρές συμφώνησαν να διατηρήσουν ανοιχτό και σταθερό δίαυλο επικοινωνίας, εκφράζοντας την κοινή βούληση για στενή και διαρκή συνεργασία. Τονίστηκε ότι στρατηγικός στόχος είναι να καταστεί η Μεσόγειος μια θάλασσα σταθερότητας και ευημερίας, στη βάση του σεβασμού της κυριαρχίας, της μη επέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις και της προσήλωσης στο Διεθνές Δίκαιο και το Δίκαιο της Θάλασσας.

  • Ανδρουλάκης για Ευρώπη: «Ούτε ευρωστρατό έχουμε, ούτε κοινή εξωτερική πολιτική»

    Ανδρουλάκης για Ευρώπη: «Ούτε ευρωστρατό έχουμε, ούτε κοινή εξωτερική πολιτική»

    Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Νίκος Ανδρουλάκης, μιλώντας σε εκδήλωση με θέμα «Αθήνα: Διάλογοι για την πολιτική – Η Ανατολική Μεσόγειος αλλάζει», ανέδειξε την ανάγκη για νέο ευρωπαϊκό όραμα με πραγματική αλληλεγγύη, ασφάλεια και ευημερία των λαών, επισημαίνοντας ότι σήμερα «η λάμψη του ευρωπαϊκού οράματος έχει χαθεί», γεγονός που – όπως είπε – τροφοδοτεί ισχυρό αντιευρωπαϊσμό τόσο στη δεξιά όσο και στην αριστερά.

    Ο κ. Ανδρουλάκης υπογράμμισε ότι η προστασία των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας περνά μέσα από την ευρωπαϊκή οικογένεια, η οποία όμως παραμένει ανέτοιμη: «ούτε ευρωστρατό έχουμε, ούτε κοινή εξωτερική πολιτική, ούτε κοινή προσέγγιση για την Ανατολική Μεσόγειο». Για να αποκτήσει ξανά περιεχόμενο ο ευρωπαϊκός ρόλος, σημείωσε, απαιτούνται γενναίες πρωτοβουλίες, ιδίως στα κοινά εξοπλιστικά προγράμματα και στην εξαγωγή όπλων σε τρίτες χώρες, επισημαίνοντας την αντίφαση να χαρακτηρίζεται μια χώρα ως παράγων αποσταθεροποίησης και την ίδια στιγμή να εξοπλίζεται από ευρωπαϊκά κράτη. «Πρέπει να μπουν κανόνες», είπε, ασκώντας κριτική στην ηγεσία της ΕΕ και σημειώνοντας ότι η επόμενη φάση απαιτεί ηγεσίες πέρα από τα πρόσωπα που σήμερα κυριαρχούν στις Βρυξέλλες.

    Σε ό,τι αφορά τα Βαλκάνια και την Τουρκία, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ μίλησε για ανάγκη σχεδίου και εθνικής αυτοπεποίθησης. Τόνισε ότι η Ελλάδα πρέπει να δει «το στρατηγικό της βάθος στα Βαλκάνια» με μακροπρόθεσμο ορίζοντα και πως απέναντι στην Τουρκία η στάση πρέπει να είναι συνεπής και καθαρή: «ελάτε στη Χάγη για το ένα και μόνο ζήτημα, δεν υπάρχει κάτι άλλο». Για το Κυπριακό, στάθηκε θετικά στην προσπάθεια του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκου Χριστοδουλίδη, να φέρει την ΕΕ στον πυρήνα της διαπραγμάτευσης.

    Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην ελληνική αμυντική βιομηχανία, την οποία – όπως είπε – «την έχουν αφήσει στο έλεος του Θεού», ζητώντας διακομματικό consensus και συνεργασία με τους μεγάλους οικονομικούς παίκτες, ώστε να υπάρξει στρατηγική επένδυση στην έρευνα και την τεχνολογία. Ως προτεραιότητα μιας ενδεχόμενης κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, περιέγραψε ένα «κανονικό υπουργείο Εξωτερικών», όπου η εξωτερική πολιτική θα χαράσσεται στρατηγικά, σε βάθος χρόνου από τους διπλωμάτες, και όχι με αντιφατικές κινήσεις. Παράλληλα, σημείωσε ότι η Ελλάδα συχνά προσέρχεται «απροετοίμαστη» στα συμβούλια των Βρυξελλών, κάτι που – όπως υποστήριξε – πρέπει να αλλάξει.

    Στο πεδίο της ενέργειας, ο Νίκος Ανδρουλάκης υπογράμμισε ότι η Ελλάδα πρέπει να γίνει πραγματικός ενεργειακός κόμβος, κάτι που προϋποθέτει δίκτυα τόσο στο εσωτερικό όσο και προς την κεντρική Ευρώπη και πολλαπλές πηγές τροφοδοσίας. Άσκησε κριτική στις αντιφάσεις της κυβέρνησης για τους υδρογονάνθρακες, υπογραμμίζοντας ότι η εναλλαγή θέσεων ανάλογα με τις διεθνείς συγκυρίες δείχνει έλλειψη σταθερής, μακροπρόθεσμης στρατηγικής. Σχετικά με τα λιμάνια, τόνισε ότι αποτελούν ζήτημα εθνικής ασφάλειας και ως εκ τούτου κάθε επένδυση θα πρέπει να συζητείται εξαντλητικά εντός κυβέρνησης και Βουλής, κάτι που – όπως είπε – δεν συμβαίνει επαρκώς σήμερα.

    Αναφερόμενος στην ηλεκτρική διασύνδεση Ισραήλ–Κύπρου–Ελλάδας, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ήταν ιδιαίτερα επικριτικός για τον τρόπο που σχεδιάστηκε. Υποστήριξε ότι μια τόσο σοβαρή επένδυση οφείλει να διασφαλίζει εξαρχής τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας, αλλιώς καταλήγει σε τυχοδιωκτισμό. Επισήμανε ότι η Τουρκία αξιοποιεί το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο για να αξιώνει είτε έμμεση αναγνώρισή του μέσω «άδειας» είτε ακύρωση της επένδυσης, κάτι που – όπως είπε – οδηγεί στο να «έχει περάσει ο τραμπουκισμός της Τουρκίας» και δεν δικαιολογεί κυβερνητικούς πανηγυρισμούς.

    Σε ευρωπαϊκό επίπεδο άμυνας, επανέλαβε τη θέση του ότι η Τουρκία δεν έχει θέση στη νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική άμυνας, ενώ εξήγησε ότι ακόμη και χωρίς πλήρη συμμετοχή, τουρκικές εταιρείες μπορούν ήδη να συμμετέχουν σε ένα μέρος των προγραμμάτων. Για τον ίδιο, η προοπτική να αποκτήσει η Τουρκία δυνατότητα συμμετοχής έως 65% σε τέτοια σχήματα εγκυμονεί τον κίνδυνο να επηρεάζει σε βάθος τα ευρωπαϊκά εξοπλιστικά προγράμματα, αντιστρέφοντας τη σχέση εξάρτησης εις βάρος της Ευρώπης.

    Στο ζήτημα της Μέσης Ανατολής, ο Νίκος Ανδρουλάκης εξέφρασε ικανοποίηση για τη διακοπή της σφαγής στη Γάζα, ξεκαθαρίζοντας όμως ότι για να προχωρήσουν οι ειρηνευτικές πρωτοβουλίες στη βάση των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ χρειάζονται ισχυρές και αξιόπιστες προσωπικότητες που να μπορούν να οικοδομήσουν αγωγούς εμπιστοσύνης μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων. Εμφανίστηκε ιδιαίτερα επιφυλακτικός απέναντι στην πολιτική του Μπενιαμίν Νετανιάχου, σημειώνοντας ότι όσο παραμένει στην εξουσία οι πιθανότητες ουσιαστικής λύσης παραμένουν μικρές.

    Τέλος, αναφερόμενος στη διεθνή συγκυρία και στον ρόλο των ΗΠΑ, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ χαρακτήρισε την προσέγγιση του Ντόναλντ Τραμπ ως «συναλλακτική εξωτερική πολιτική», όπου κυριαρχεί «το δίκιο του ισχυρού» και υπονομεύεται το διεθνές δίκαιο. Αυτή η λογική, είπε, δεν εξυπηρετεί ούτε την Ευρώπη ούτε την Ελλάδα, και γι’ αυτό απαιτείται μεγάλη προσοχή και στρατηγική ψυχραιμία τα επόμενα χρόνια. Παρά τις διακηρύξεις περί επιτυχημένων συμφωνιών σε περιοχές όπως ο Καύκασος ή η Αφρική, ο Νίκος Ανδρουλάκης εμφανίστηκε απαισιόδοξος για την ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα, υποστηρίζοντας ότι προβάλλονται περισσότερο για να παρουσιαστεί αυτή η μορφή διπλωματίας ως επιτυχής, χωρίς να λύνει πραγματικά τις βαθιές εστίες αστάθειας.

  • Ρωσία: Περιμένει την απάντηση των ΗΠΑ για το Ουκρανικό

    Ρωσία: Περιμένει την απάντηση των ΗΠΑ για το Ουκρανικό

    Το Κρεμλίνο ανακοίνωσε ότι η Μόσχα περιμένει απάντηση από την Ουάσινγκτον μετά τις συνομιλίες που έγιναν ανάμεσα στον πρόεδρο της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν και τους Αμερικανούς απεσταλμένους νωρίτερα αυτήν την εβδομάδα στη ρωσική πρωτεύουσα.

    “Τώρα περιμένουμε για την αντίδραση των Αμερικανών συναδέλφων μας στις συνομιλίες που είχαμε την Τρίτη”, σημείωσε ο σύμβουλος του Κρεμλίνου Γιούρι Ουσακόφ, σύμφωνα με τις δηλώσεις του τις οποίες επικαλέστηκε το ρωσικό πρακτορείο ειδήσεων RIA.

    Ο Ουσακόφ πρόσθεσε ότι δεν έχει προγραμματιστεί τηλεφωνική συνομιλία ανάμεσα στον Πούτιν και τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και ότι δεν έχει οριστεί ημερομηνία για μια νέα συνάντηση με τον Αμερικανό απεσταλμένο Στιβ Γουίτκοφ.

  • Γεραπετρίτης: Η Ελλάδα πυλώνας σταθερότητας και υπερασπιστής του Διεθνούς Δικαίου

    Γεραπετρίτης: Η Ελλάδα πυλώνας σταθερότητας και υπερασπιστής του Διεθνούς Δικαίου

    Στο πλαίσιο της 32ης Συνόδου Υπουργών Εξωτερικών του ΟΑΣΕ στη Βιέννη, ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης ανέδειξε τον ρόλο της Ελλάδας ως χώρας που βρίσκεται «στο επίκεντρο των διεθνών εξελίξεων» και παραμένει σταθερά προσηλωμένη στο Διεθνές Δίκαιο και τη διεθνή πολυμέρεια.

    Ο κ. Γεραπετρίτης υπογράμμισε ότι η Ελλάδα ανήκει στον «σκληρό πυρήνα» της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί ως ενεργός παράγοντας στην αναβίωση του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ). Υπενθύμισε, επίσης, ότι η χώρα συμμετέχει στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, ενισχύοντας περαιτέρω το αποτύπωμά της στο διεθνές σύστημα.

    Σε μια συγκυρία που χαρακτήρισε ως «τη δυσκολότερη μεταπολεμικά», ο υπουργός Εξωτερικών τόνισε ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να αποτελεί «πυλώνα σταθερότητας» στην ευρύτερη περιοχή, επιμένοντας πως ο αναθεωρητισμός «δεν έχει θέση στον σύγχρονο κόσμο». Όπως σημείωσε, το Διεθνές Δίκαιο οφείλει να εφαρμόζεται πλήρως και χωρίς εξαιρέσεις, ενώ η επιθετικότητα πρέπει να αντιμετωπίζεται συλλογικά από όλους τους εταίρους της διεθνούς κοινότητας.

    Αναφερόμενος ειδικά στη σύνοδο του ΟΑΣΕ, ο Γιώργος Γεραπετρίτης επεσήμανε ότι πρόκειται για το κατάλληλο φόρουμ ανοιχτού και ειλικρινούς διαλόγου γύρω από τις μεγάλες γεωπολιτικές και ασφάλειας προκλήσεις της εποχής, καθώς στον Οργανισμό συμμετέχει το σύνολο των ευρωπαϊκών κρατών και πολλές ακόμη συμμαχικές χώρες. Όπως είπε, μέσα σε αυτό το πλαίσιο η Ελλάδα αξιοποιεί την παρουσία της για να προωθήσει θέσεις που στηρίζονται στη σταθερότητα, τη νομιμότητα και τον σεβασμό των διεθνώς κατοχυρωμένων κανόνων.

  • Δένδιας: Ελληνοϊαπωνική σύμπλευση σε άμυνα και θαλάσσια ασφάλεια

    Δένδιας: Ελληνοϊαπωνική σύμπλευση σε άμυνα και θαλάσσια ασφάλεια

    «Ελλάδα και Ιαπωνία μπορούν να δουν τα πράγματα με παρόμοιο τρόπο», υπογράμμισε ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας από το Τόκιο, όπου είχε σειρά επαφών με την ιαπωνική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία. Όπως σημείωσε, οι δύο χώρες είναι νησιωτικά, ναυτικά κράτη, που αντιμετωπίζουν κοινές προκλήσεις σε ένα σύνθετο θαλάσσιο περιβάλλον, γεγονός που ανοίγει τον δρόμο για στενότερη στρατηγική σύγκλιση.

    Κομβικό σημείο της επίσκεψης αποτέλεσε η πρώτη στην ιστορία συνάντηση υπουργών Άμυνας Ελλάδας–Ιαπωνίας, με τον Ιάπωνα ομόλογό του Σιντζίρο Κοϊζούμι. Ο κ. Δένδιας ανέφερε ότι η συνάντηση του επέτρεψε «να εξηγήσει τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ελλάδα» και ταυτόχρονα να κατανοήσει πώς η Ιαπωνία προσεγγίζει τις δικές της προκλήσεις ασφαλείας.

    Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε στο γεγονός ότι η Ιαπωνία είναι συμβαλλόμενο μέρος τόσο στη Συνθήκη της Λωζάννης όσο και στη Συνθήκη του Μοντρέ, ενώ οι θέσεις της για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) θεωρούνται κρίσιμες για την Αθήνα: οι ιαπωνικές τοποθετήσεις για την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου στον θαλάσσιο χώρο έχουν, όπως είπε, «πολύ μεγάλη σημασία» για την Ελλάδα.

    Στο πεδίο της αμυντικής τεχνολογίας, ο υπουργός Άμυνας έθεσε στο επίκεντρο την προοπτική συνεργασίας ανάμεσα στο Defense Innovation Science & Technology Institute (DISTI) της Ιαπωνίας και το ελληνικό ΕΛΚΑΚ, επισημαίνοντας ότι ήδη συζητήθηκαν συγκεκριμένοι τρόποι για να «λάβει σάρκα και οστά» αυτή η συνεργασία. Πρόκειται για άξονα που συνδέει την καινοτομία, τις προηγμένες τεχνολογίες και την εφαρμογή τους στο θαλάσσιο περιβάλλον, με άμεση συνάφεια με την ελληνική ναυτική στρατηγική.

    Ο κ. Δένδιας προσκάλεσε τον Ιάπωνα ομόλογό του να επισκεφθεί την Αθήνα, ώστε να πραγματοποιηθεί η πρώτη επίσκεψη Ιάπωνα υπουργού Άμυνας στην Ελλάδα, σηματοδοτώντας περαιτέρω αναβάθμιση των διμερών σχέσεων στον αμυντικό τομέα.

    Η ατζέντα της επίσκεψης στο Τόκιο περιελάμβανε επίσης συνάντηση με την υφυπουργό Εξωτερικών Αγιάνο Κουνιμίτσου, η οποία παρέθεσε γεύμα εργασίας. Στη συνάντηση αυτή, σύμφωνα με την ενημέρωση, ανταλλάχθηκαν απόψεις για τις προκλήσεις ασφαλείας στην Ευρώπη, την Ανατολική Μεσόγειο, την Αφρική και τον Ινδο-Ειρηνικό, με έμφαση στη συνοχή των δημοκρατικών κρατών απέναντι σε αναθεωρητικές συμπεριφορές.

    Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας επισκέφθηκε ακόμη τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Ιαπωνίας, όπου συνάντησε τον πρόεδρο της Κοινοβουλευτικής Ομάδας Φιλίας Ελλάδος–Ιαπωνίας, Τάρο Κόνο, τον οποίο κάλεσε επίσης στην Ελλάδα, ενισχύοντας το κοινοβουλευτικό σκέλος της διμερούς συνεργασίας.

    Σημαντική στάση της επίσκεψης αποτέλεσε το Εθνικό Ινστιτούτο Αμυντικών Σπουδών (National Institute for Defense Studies), όπου ο κ. Δένδιας απηύθυνε ομιλία σε αξιωματικούς σπουδαστές της Ακαδημίας. Εκεί δέχθηκε ερωτήσεις για τις αμυντικές σχέσεις Ελλάδας–Ιαπωνίας και για το περιβάλλον ασφαλείας στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, αναδεικνύοντας τον ρόλο της Ελλάδας ως πυλώνα σταθερότητας στην περιοχή.

    Η τεχνική διάσταση της συνεργασίας αναδείχθηκε και κατά την επίσκεψη του υπουργού στο Κέντρο Έρευνας Ναυτικών Συστημάτων (Naval Systems Research Center) στη Μεγκούρο, όπου ενημερώθηκε για τις εξελίξεις στην έρευνα υποβρυχίων όπλων, προηγμένων sonar, αντιμέτρων ναρκών, καθώς και αυτόνομων και μη επανδρωμένων θαλάσσιων οχημάτων επιφάνειας και υποεπιφάνειας.

    Ακολούθησε επίσκεψη στις εγκαταστάσεις του Ινστιτούτου Αμυντικής Καινοτομίας, Επιστημών και Τεχνολογίας (DISTI) στο Έμπισου, που έχει ιδρυθεί από την Υπηρεσία Προμηθειών, Τεχνολογίας και Logistics (ATLA) του ιαπωνικού υπουργείου Άμυνας. Ο κ. Δένδιας ενημερώθηκε για τα ερευνητικά προγράμματα αιχμής στον τομέα της αμυντικής τεχνολογίας και εξετάστηκε σε βάθος η δυνατότητα δομημένης συνεργασίας με το ΕΛΚΑΚ, σε αντικείμενα που αφορούν τον ψηφιακό μετασχηματισμό της άμυνας και τα προηγμένα συστήματα επιτήρησης.

    Τις επισκέψεις αυτές συνόδευσε ο υφυπουργός του Γραφείου του Πρωθυπουργού και υφυπουργός Άμυνας της Ιαπωνίας Σίντζι Γιοσίντα, γεγονός που υπογραμμίζει το επίπεδο πολιτικής βαρύτητας που αποδίδει το Τόκιο στις επαφές με την Αθήνα.

    Στο διπλωματικό σκέλος, ο Έλληνας ΥΠΑΜ είχε συνάντηση και με τον πρέσβη της Ε.Ε. στο Τόκιο, Ζαν Έρικ Πακέτ, με τον οποίο συζήτησε για τρέχουσες εξελίξεις ασφαλείας και για τα περιφερειακά και διεθνή ζητήματα που απασχολούν τόσο την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και την Ιαπωνία.

    Τέλος, ο Νίκος Δένδιας είχε σύντομη συνάντηση με τον πρόεδρο του Ελληνο–Ιαπωνικού Συλλόγου (Japan Greece Society), Γιασουγιόσι Καρασάβα, επιβεβαιώνοντας και τη διασύνδεση των κοινωνιών των δύο χωρών μέσω πολιτιστικών και επιστημονικών πρωτοβουλιών.

  • Έντονη επίθεση του Τουρκικού υπουργείου Άμυνας σε Δένδια

    Έντονη επίθεση του Τουρκικού υπουργείου Άμυνας σε Δένδια

    Σκληρή επίθεση κατά του υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκου Δένδια εξαπέλυσε ο εκπρόσωπος του τουρκικού υπουργείου Άμυνας, υποναύαρχος Ζεκί Ακτούρκ, με αφορμή τις πρόσφατες δηλώσεις του Έλληνα υπουργού για τον νέο αμυντικό σχεδιασμό της χώρας. Όπως ανέφερε, «οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις διαθέτουν τη δύναμη και την αποφασιστικότητα να εξουδετερώσουν οποιαδήποτε απειλή για τη χώρα μας», στέλνοντας σαφές μήνυμα στην Αθήνα.

    Ο Ακτούρκ κατηγόρησε «ορισμένους Έλληνες αξιωματούχους» ότι με τις δηλώσεις και τις κινήσεις τους ανεβάζουν την ένταση και κινούνται αντίθετα με τις διεθνείς συμφωνίες, υποστηρίζοντας πως είναι «αποκομμένες από την πραγματικότητα» και βλάπτουν το θετικό κλίμα που – όπως ισχυρίστηκε – έχει διαμορφωθεί κατόπιν συναίνεσης των ηγετών των δύο χωρών. Υπονόησε μάλιστα ότι ο Έλληνας υπουργός Άμυνας κινείται σε διαφορετική γραμμή από τον πρωθυπουργό, επιχειρώντας να καλλιεργήσει εικόνα εσωτερικής αντίφασης στην ελληνική πλευρά.

    Την ίδια στιγμή, ο εκπρόσωπος του τουρκικού ΥΠΑΜ επανέλαβε την πάγια θέση της Άγκυρας ότι «οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις δεν αποτελούν απειλή για κανέναν που δεν αποτελεί απειλή για αυτές», προσθέτοντας ότι «οι απόπειρες εναντίον της Τουρκίας έχουν αποτύχει στο παρελθόν και δεν θα επιτύχουν ούτε σήμερα, ούτε στο μέλλον». Υπογράμμισε ότι η Τουρκία παρακολουθεί στενά όλες τις στρατιωτικές δραστηριότητες στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένων των κινήσεων της Ελλάδας, και επανέφερε τη θέση ότι η ειρήνη και η σταθερότητα στο Αιγαίο και την περιοχή αποτελούν θεμελιώδη προτεραιότητα για την Άγκυρα, ζητώντας από την Αθήνα «να επιδείξει την ίδια εποικοδομητική στάση».

    Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε και στον ρόλο της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, παρουσιάζοντάς την ως «επιτυχημένο, ενεργό και εποικοδομητικό μέλος της Συμμαχίας» από το 1952 και μετά. Ανέφερε ότι η χώρα έχει εκπληρώσει «με επιτυχία» όλες τις αποστολές που της έχουν ανατεθεί, συνδέοντας τη διεθνή εικόνα της Τουρκίας με την ανάθεση σημαντικών συναντήσεων της Συμμαχίας στο τουρκικό έδαφος τα επόμενα χρόνια.

    Σύμφωνα με τον Ακτούρκ, η Σύνοδος Κορυφής των Ηγετών του ΝΑΤΟ θα πραγματοποιηθεί στην Άγκυρα τον Ιούλιο του 2026, πλαισιωμένη από το Forum Αμυντικής Βιομηχανίας και τη Σύνοδο Υπουργών Άμυνας του ΝΑΤΟ. Παράλληλα, θα φιλοξενηθούν:

    • το Συνέδριο Επικοινωνιών του ΝΑΤΟ στην Κωνσταντινούπολη τον Σεπτέμβριο του 2026,
    • και η εκδήλωση NATO EDGE 2026 στη Σμύρνη (17–19 Νοεμβρίου 2026), με επίκεντρο τις νέες τεχνολογίες, την κυβερνοασφάλεια, την τεχνητή νοημοσύνη και τα συστήματα διοίκησης και ελέγχου.

    Με αυτό τον τρόπο, η Άγκυρα επιχειρεί να παρουσιάσει την Τουρκία ως κεντρικό τεχνολογικό και στρατηγικό κόμβο της Συμμαχίας, την ίδια ώρα που κλιμακώνει ρητορικά τις επιθέσεις της απέναντι στην Ελλάδα και στις δηλώσεις της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας για την άμυνα και την ασφάλεια στην περιοχή.

  • Χατζηδάκης – Γκιλφόιλ: Ελληνοαμερικανική συνεργασία σε ενέργεια και επενδύσεις

    Χατζηδάκης – Γκιλφόιλ: Ελληνοαμερικανική συνεργασία σε ενέργεια και επενδύσεις

    Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης συναντήθηκε σήμερα με την πρέσβειρα των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, Κίμπερλι Γκιλφόιλ, με το βάρος της συζήτησης να πέφτει στις διμερείς σχέσεις Ελλάδας – ΗΠΑ και στις πρόσφατες εξελίξεις στον ενεργειακό τομέα.

    Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, υπογραμμίστηκε ότι οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις βρίσκονται στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων ετών, ενώ έγινε ειδική μνεία στις νέες ενεργειακές συμφωνίες, οι οποίες – όπως τονίστηκε – ενισχύουν τη γεωπολιτική θέση της Ελλάδας και αναβαθμίζουν τον ρόλο της στην περιοχή.

    Παράλληλα, συζητήθηκαν οι προοπτικές περαιτέρω εμβάθυνσης της συνεργασίας τόσο στην ενέργεια όσο και συνολικά στην οικονομική διπλωματία και τις επενδύσεις, με σαφές μήνυμα ότι υπάρχει περιθώριο για νέα, μεγαλύτερης κλίμακας projects.

    Χατζηδάκης: «Η Ελλάδα είναι ξεκάθαρα φιλική στις επενδύσεις»

    Ο κ. Χατζηδάκης, στις δηλώσεις του μετά τη συνάντηση, χαρακτήρισε τη συζήτηση με την πρέσβειρα «πολύ παραγωγική», επισημαίνοντας ότι η Κίμπερλι Γκιλφόιλ, παρότι βρίσκεται «για πολύ μικρό χρονικό διάστημα στην Ελλάδα», έχει ήδη συνδέσει την παρουσία της με «πολύ σημαντικές συμφωνίες στον τομέα της ενέργειας».

    Όπως τόνισε, πρόκειται για συμφωνίες που «φέρνουν πιο κοντά τις Ηνωμένες Πολιτείες με την Ελλάδα» και «αναβαθμίζουν ακόμα περισσότερο τον γεωστρατηγικό ρόλο της χώρας». Υπογράμμισε ότι «η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι αποφασισμένη να συνεχίσει αυτήν τη συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την κυβέρνηση Trump», στέλνοντας σήμα συνέχειας στην στρατηγική σύμπλευση Αθήνας–Ουάσινγκτον.

    Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης επανέλαβε ότι η Ελλάδα «είναι ένας αξιόπιστος εταίρος των Ηνωμένων Πολιτειών και ένας αξιόπιστος εταίρος στο ΝΑΤΟ», ενώ υπενθύμισε πως τα τελευταία 6,5 χρόνια έχουν πραγματοποιηθεί σημαντικές αμερικανικές επενδύσεις στη χώρα. Αναφερόμενος στο μέλλον, έκανε λόγο για προσδοκία ενίσχυσης της οικονομικής συνεργασίας και προσέλκυσης νέων επενδύσεων από τις ΗΠΑ, σημειώνοντας ότι «η Ελλάδα είναι μια χώρα ξεκάθαρα φιλική στις επενδύσεις».

    Γκιλφόιλ: «Ο ρόλος της Ελλάδας ως περιφερειακού κόμβου μόνο θα αυξηθεί»

    Η πρέσβειρα των ΗΠΑ, Κίμπερλι Γκιλφόιλ, ευχαρίστησε τον αντιπρόεδρο για τη «θερμή φιλοξενία», δηλώνοντας ότι είναι «τιμή» για την ίδια να υπηρετεί ως πρέσβειρα των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα, «τη γενέτειρα της δημοκρατίας».

    Τόνισε ότι η Ελλάδα αποτελεί ισχυρό εταίρο των ΗΠΑ σε κρίσιμους τομείς, όπως η άμυνα και ασφάλεια, η ενέργεια, η ναυτιλία και η καινοτομία, αναγνωρίζοντας παράλληλα τις ισχυρές οικονομικές προοπτικές της χώρας και τη συνεισφορά της στη διασφάλιση της περιφερειακής σταθερότητας. Όπως σημείωσε, «ο βασικός ρόλος της Ελλάδας ως περιφερειακού και διεθνούς κόμβου μόνο θα αυξηθεί».

    Η κ. Γκιλφόιλ αναφέρθηκε ειδικά στην τωρινή συγκυρία, υπογραμμίζοντας ότι «σήμερα, υπό την ηγεσία του οραματιστή Προέδρου Donald J. Trump, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν δεσμευτεί να αναβαθμίσουν αυτή τη σχέση, όπως ποτέ άλλοτε». Σύμφωνα με την ίδια, ο Πρόεδρος Trump «πιστεύει ότι οι ισχυροί σύμμαχοι αξίζουν ισχυρές συνεργασίες, βασισμένες στον σεβασμό, την αμοιβαιότητα και τα αποτελέσματα».

    Κλείνοντας, δήλωσε ότι «ανυπομονεί να εργαστεί για την επιτυχία της Ελλάδας και τις μακροχρόνιες διαπροσωπικές και επιχειρηματικές μας σχέσεις, ώστε να επιτύχουμε νίκες και για τις δύο υπέροχες χώρες μας», δίνοντας έμφαση στην προοπτική στρατηγικής, μακροχρόνιας συνεργασίας μεταξύ Αθήνας και Ουάσινγκτον.