Κάθε Απρίλιο, όταν οι τεχνοκράτες του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) συγκεντρώνονται στην Ουάσιγκτον για τις Εαρινές Συνόδους, οι παγκόσμιες αγορές κρατούν την ανάσα τους, αναλύοντας γραφήματα και προβλέψεις. Στην Ελλάδα, πάλι, κρατάμε απλώς το πορτοφόλι μας. Η δημοσιοποίηση της νέας έκθεσης *World Economic Outlook* ήρθε να επιβεβαιώσει αυτό που κάθε πολίτης, ο οποίος στέκεται αμήχανος μπροστά στο ράφι του σούπερ μάρκετ, ξέρει ήδη με τον πιο σκληρό τρόπο: οι αριθμοί στα χαρτιά μπορεί να προσπαθούν να ισορροπήσουν, αλλά οι άνθρωποι έχουν στερέψει από καιρό.
Διαβάστε επίσης:
Διαβάζοντας κανείς πίσω από τις προσεκτικά διατυπωμένες γραμμές της έκθεσης, το αφήγημα της «οικονομικής απογείωσης» που συχνά κυριαρχεί στον δημόσιο διάλογο αρχίζει να ξεθωριάζει, δίνοντας τη θέση του σε μια παγιωμένη, ασφυκτική πραγματικότητα.
Η «Ψυχρή» Ακτινογραφία: Οι αριθμοί που δεν λένε όλη την αλήθεια
Τι ακριβώς μας λέει το ΔΝΤ για το 2026; Η παγκόσμια οικονομία κινείται σε ένα τεντωμένο σκοινί και η χώρα μας ακολουθεί τον ίδιο, ασταθή ρυθμό. Με τις συνεχιζόμενες γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή να ανακατεύουν διαρκώς την τράπουλα των ενεργειακών τιμών και να απειλούν την εφοδιαστική αλυσίδα, η εγχώρια ανάπτυξη προσγειώνεται απότομα σε ρυθμούς κάτω του 2% (στο 1,8% με 2%).
Όμως το πραγματικό «αγκάθι» στο οποίο εστιάζει το Ταμείο, και το οποίο καίει τον μέσο καταναλωτή, είναι ο δομικός πληθωρισμός, ο οποίος προβλέπεται να κολλήσει γύρω στο 3,5%. Είναι ο δείκτης εκείνος που δείχνει την επιμονή της ακρίβειας στον πυρήνα της οικονομίας. Δεν μιλάμε απλώς για την τιμή της βενζίνης που ανεβοκατεβαίνει με τα βαρέλια του πετρελαίου. Μιλάμε για το ψωμί, το λάδι, τα γαλακτοκομικά, τα ενοίκια. Το ΔΝΤ μάς λέει, πρακτικά, ότι οι υψηλές τιμές ήρθαν για να μείνουν. Η εποχή των φθηνών λύσεων έχει τελειώσει οριστικά και η αγοραστική δύναμη του Έλληνα μισθωτού λειτουργεί πλέον ως ο μόνιμος «αμορτισέρ» των διεθνών κρίσεων.
Η γενιά της μόνιμης αναμονής
Εδώ ακριβώς σταματούν τα μακροοικονομικά γραφήματα και ξεκινά η πραγματική διάσταση της είδησης. Εκείνη που δεν καταγράφεται σε κανένα excel του Υπουργείου Οικονομικών και καμίας Κεντρικής Τράπεζας.
Υπάρχει μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων οι σημερινοί 30άρηδες και 40άρηδες που μπήκαν στην αγορά εργασίας στην αρχή της δεκαετούς κρίσης. Τους ζητήθηκε να κάνουν υπομονή για να περάσουν τα μνημόνια. Έκαναν. Μετά ήρθε η πανδημία και το πάγωμα της ζωής. Μετά ο πόλεμος, η ενεργειακή κρίση, η στεγαστική κρίση. Η κοινωνία δεν διαβάζει την έκθεση του ΔΝΤ με το ψυχρό βλέμμα ενός επενδυτή. Η ίδια η λέξη «ΔΝΤ» στη χώρα μας φέρει ένα τεράστιο ιστορικό βάρος. Στο άκουσμά της, ο μέσος πολίτης ανακαλεί ασυναίσθητα μνήμες περικοπών, ανασφάλειας και μιας διαρκούς, αγωνιώδους προσπάθειας να κρατηθεί στην επιφάνεια.
Αυτό που βιώνουμε σήμερα δεν είναι απλώς η πρακτική δυσκολία να βγει ο μήνας. Είναι μια βαθιά, σιωπηλή εξάντληση. Στην πράξη, η καθημερινότητα μοιάζει με έναν διάδρομο γυμναστηρίου: ο πολίτης τρέχει διαρκώς, δουλεύει περισσότερο, κάνει και δεύτερη δουλειά, κόβει από παντού για να προσαρμοστεί, αλλά νιώθει ότι μένει καρφωμένος στο ίδιο σημείο. Ή ακόμα χειρότερα, νιώθει ότι ο ιμάντας τον τραβάει βίαια προς τα πίσω.
Το τέλος του μέλλοντος χρόνου
Όταν η ακρίβεια αγγίζει τον πυρήνα των βασικών αναγκών το ενοίκιο που καταπίνει τον μισό μισθό, το ρεύμα, το καλάθι με τα τρόφιμα ο οργανισμός μπαίνει σε έναν μόνιμο, βουβό συναγερμό επιβίωσης. Σε αυτό το καθεστώς της διαρκούς αβεβαιότητας, η μεγαλύτερη απώλεια είναι η απώλεια του μέλλοντος χρόνου.
Δεν υπάρχει χώρος για μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, για τη δημιουργία οικογένειας, για την αγορά ενός σπιτιού, για αισιοδοξία. Υπάρχει μόνο ο εξοντωτικός αγώνας μέχρι τις 15 του μήνα. Και αυτός ο αγώνας, όταν παρατείνεται για πάνω από μια δεκαετία, οδηγεί αναπόφευκτα σε μια επικίνδυνη κοινωνική απάθεια. Είναι η πικρή διαπίστωση του *«ό,τι και να κάνω, εγώ θα πληρώσω το μάρμαρο»*, αφού μια σύρραξη χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά στη Μέση Ανατολή μπορεί να ακυρώσει τους κόπους μιας ολόκληρης χρονιάς.
Η βολική ψευδαίσθηση της «ανθεκτικότητας»
Στις εκθέσεις τους, οι διεθνείς οργανισμοί αρέσκονται να χρησιμοποιούν τη λέξη «ανθεκτικότητα» (resilience) για να περιγράψουν πώς οι οικονομίες απορροφούν τους κραδασμούς. Είναι μια ωραία, καθησυχαστική λέξη, κομμένη και ραμμένη για τα διοικητικά συμβούλια των τραπεζών και τους οίκους αξιολόγησης.
Η κοινωνική αντοχή, όμως, δεν είναι ένα πηγάδι χωρίς πάτο. Η «ανθεκτικότητα» στην πράξη μεταφράζεται σε πολύ συγκεκριμένες, επώδυνες εκπτώσεις:
Στην εγκατάλειψη των επώνυμων προϊόντων για τα φθηνότερα υποκατάστατα.
- Στην περικοπή της θέρμανσης τον χειμώνα και του κλιματισμού το καλοκαίρι.
- Στην εξαφάνιση των διακοπών, που πλέον θεωρούνται πολυτέλεια.
- Στις αναβολές αναγκαίων ιατρικών ή οδοντιατρικών πράξεων.
Το γεγονός ότι τα νοικοκυριά σφίγγουν το ζωνάρι για να πληρώσουν τους λογαριασμούς δεν σημαίνει ότι η οικονομία «αντέχει». Σημαίνει απλώς ότι οι πολίτες απορροφούν την κρίση με προσωπικό κόστος, θυσιάζοντας σιωπηλά την ποιότητα και την αξιοπρέπεια της ζωής τους.
Διαβάζοντας την έκθεση ανάποδα
Το ΔΝΤ έκανε ξανά τη δουλειά του. Κατέγραψε τους μακροοικονομικούς κινδύνους, συνέστησε δημοσιονομική σύνεση και έκρουσε τον κώδωνα για τις παγκόσμιες αναταράξεις.
Η πραγματική πρόκληση όμως, όταν κλείνουν τα μικρόφωνα στις συνεντεύξεις Τύπου, δεν είναι πώς θα ικανοποιηθούν ξανά οι στόχοι της κάθε έκθεσης, αλλά πώς θα διασωθεί η καθημερινότητα των ανθρώπων. Γιατί όταν ο πληθωρισμός και η εργασιακή ανασφάλεια ρίχνουν τις προσδοκίες μιας ολόκληρης κοινωνίας στο κενό, η χρεοκοπία που ακολουθεί δεν είναι λογιστική, ούτε φαίνεται στους ισολογισμούς του κράτους. Είναι αόρατη, εσωτερική, φθείρει τον κοινωνικό ιστό και, εν τέλει, είναι μη αναστρέψιμη. Και για αυτόν τον λογαριασμό, δεν υπάρχει κανένα Ταμείο πρόθυμο να μας δανείσει.

Leave a Reply