Σε έναν κόσμο όπου το «φαίνεσθαι» προηγείται του «είναι», τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν μετατραπεί από εργαλεία επικοινωνίας σε καθρέφτες παραμορφωτικής αυτοεικόνας. Ειδικά για τους εφήβους, οι οποίοι βρίσκονται σε μια περίοδο αναζήτησης ταυτότητας, η συνεχής έκθεση σε εξιδανικευμένες ζωές, αψεγάδιαστα πρόσωπα και επιφανειακές ευτυχίες δημιουργεί ένα ασφυκτικό πρότυπο τελειότητας.
Παιδιά που άλλοτε ανησυχούσαν για τις επιδόσεις τους στο σχολείο, σήμερα ανησυχούν για τα likes που θα συγκεντρώσει η φωτογραφία τους ή το πώς δείχνουν με φίλτρα. Η αυτοεκτίμηση, αντί να χτίζεται μέσα από προσωπική πρόοδο, εμπειρίες και σχέσεις, μετατίθεται σε εξωτερικούς, συχνά παραπλανητικούς, δείκτες αποδοχής.
Αυτή η ψευδαίσθηση της τελειότητας οδηγεί σε μια διαρκή εσωτερική σύγκριση. «Δεν είμαι αρκετός», «δεν είμαι όμορφη όπως αυτή», «δεν είμαι τόσο πετυχημένος». Φράσεις που δεν προέρχονται από την πραγματικότητα, αλλά από την επίπλαστη εικόνα που προβάλλουν άλλοι χρήστες – κι αυτοί, συχνά, εγκλωβισμένοι στον ίδιο φαύλο κύκλο.
Ο ρόλος των γονέων και των εκπαιδευτικών είναι κομβικός. Όχι μέσα από απαγορεύσεις, αλλά με συζήτηση, κριτική σκέψη και ενδυνάμωση της προσωπικής ταυτότητας των παιδιών. Χρειάζεται να μάθουν να ξεχωρίζουν την πραγματική ζωή από το «story», την ουσία από την εικόνα, την προσωπική αξία από την ψηφιακή αποδοχή.
Τα social media δεν είναι από τη φύση τους εχθροί. Μπορούν να αποτελέσουν πεδίο δημιουργίας, δικτύωσης, ακόμη και έμπνευσης. Όμως η χρήση τους προϋποθέτει συνείδηση, μέτρο και παιδεία. Όχι μόνο ψηφιακή – αλλά και συναισθηματική.
Η εφηβεία είναι μια περίοδος μετάβασης. Αν θέλουμε να βοηθήσουμε τους νέους να περάσουν απέναντι με αυτοπεποίθηση, πρέπει πρώτα να τους μάθουμε να βλέπουν τον εαυτό τους πέρα από τις οθόνες – και να τον αγαπούν έτσι όπως είναι. Ίσως, τελικά, το πιο ουσιαστικό «φίλτρο» να είναι η αλήθεια απέναντι στον εαυτό μας.

Leave a Reply