Το παιδί ξεκινά το σχολείο με περιέργεια. Ρωτά, παρατηρεί, αναζητά το γιατί. Σύντομα όμως, η ερώτηση αντικαθίσταται από την αγωνία: «Έγραψες καλά; Πήρες άριστα; Θα τα καταφέρεις;». Η σχολική διαδρομή γίνεται κούρσα. Ο ενθουσιασμός μετατρέπεται σε πίεση. Το παιδί δεν ρωτά πια τι έμαθε, ρωτά αν απέδωσε.
Το άγχος της επιτυχίας, όταν ενσταλάζεται από νωρίς, μετατρέπεται σε τρόπο ύπαρξης. Γίνεται μέρος της ταυτότητας. Το παιδί μαθαίνει να μετρά τον εαυτό του με βάση το αποτέλεσμα. Να φοβάται το λάθος, να αποφεύγει την ερώτηση, να ντρέπεται όταν δεν ξέρει. Η γνώση παύει να είναι ανακάλυψη, γίνεται απόδειξη αξίας.
Πίσω από αυτό το άγχος δεν βρίσκεται μόνο το σχολείο. Βρίσκεται και το βλέμμα του ενήλικα που θέλει το «καλύτερο» για το παιδί, αλλά συνδέει την αξία του με την απόδοσή του. Οι προσδοκίες, συχνά άρρητες, γίνονται βαρίδι. Η σύγκριση με τους άλλους, οι διαγωνισμοί, η εμμονή στην «πρόοδο» μετατρέπουν το παιχνίδι της μάθησης σε ανταγωνιστικό άθλημα.
Η «επιτυχία», όπως την ορίζουμε, είναι στενή και επιλεκτική. Αφορά βαθμούς, βραβεία, διακρίσεις. Δεν μετρά την περιέργεια, την προσπάθεια, την ενσυναίσθηση, τη δημιουργικότητα. Έτσι, παιδιά που δεν αριστεύουν, μαθαίνουν ότι δεν αξίζουν. Κι εκείνα που αριστεύουν, συχνά ζουν με τον φόβο της πτώσης.
Αν θέλουμε ένα σχολείο που να μορφώνει πραγματικά, πρέπει να ξανασκεφτούμε τι σημαίνει επιτυχία. Πρέπει να δούμε το παιδί ως πρόσωπο, όχι ως επίδοση. Να του δώσουμε χώρο να αποτύχει, να ρωτήσει, να αλλάξει πορεία. Να του επιτρέψουμε να μεγαλώσει χωρίς να κουβαλά τη βιασύνη των ενηλίκων.
Γιατί το παιδί δεν είναι το αποτέλεσμα. Είναι η διαδικασία.

Leave a Reply