Tag: ΗΠΑ

  • Το Δόγμα Τραμπ σε πλήρη εξέλιξη: Τι έρχεται μετά την Βενεζουέλα;

    Το Δόγμα Τραμπ σε πλήρη εξέλιξη: Τι έρχεται μετά την Βενεζουέλα;

    *Του Δρ. Παναγιώτη Σφαέλου

    Η στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα και η σύλληψη του Προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο δεν μπορεί να αναλυθεί ως μεμονωμένο γεγονός αλλά πρέπει να ειδωθεί μέσα στο ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο του λεγόμενου «Δόγματος Τραμπ», σύμφωνα με το οποίο ο Τραμπ επιδιώκει να κάνει την Αμερική μεγάλη ξανά και συνεπώς χρησιμοποιεί την ισχύ που διαθέτει για να επεκταθεί σε χώρες που βρίσκονται στον «ζωτικό της χώρο». Η πολιτική Τραμπ έχει νέο-αποικιακά χαρακτηριστικά και προσπαθεί να επιβάλλει μια νέα «Pax Americana». Η περίπτωση της Βενεζουέλας λειτουργεί, συνεπώς, ως πιλοτική εφαρμογή αυτού του δόγματος. Η αμερικανική ισχύς ασκείται όχι μόνο για την ανατροπή ενός ανεπιθύμητου ή αυταρχικού καθεστώτος, αλλά και για την εμπέδωση ενός νέου προτύπου διεθνούς συμπεριφοράς. Η σημασία του Δόγματος Τραμπ υπερβαίνει, επομένως, τη Λατινική Αμερική και αποτελεί ένδειξη μιας βαθύτερης μεταβολής στη διεθνή τάξη, όπου το διεθνές δίκαιο υποχωρεί έναντι της λογικής της ισχύος, και οι σφαίρες επιρροής επανέρχονται ως κεντρικός μηχανισμός ρύθμισης των διεθνών σχέσεων. Ο Τραμπ θέλει να αποκαταστήσει την αμερικανική επιρροή στον πλανήτη αλλά και να ανασχέσει τις ανερχόμενες δυνάμεις Ρωσίας και Κίνας.

    Ο Τραμπ επαναφέρει ουσιαστικά το «Δόγμα Μονρόε» (1823), σύμφωνα με το οποίο, κάθε προσπάθεια των ευρωπαϊκών κρατών να αποικίσουν κράτη της Βόρειας ή Νότιας Αμερικής θα μπορούσε να θεωρηθεί επιθετική ενέργεια, που απαιτεί παρέμβαση των ΗΠΑ. Ωστόσο, υπάρχουν σημαντικές διαφορές από το Δόγμα Μονρόε καθώς το σύγχρονο Δόγμα Τραμπ μετατοπίζει το βάρος από την αποτροπή τρίτων δυνάμεων στη νομιμοποίηση της μονομερούς αμερικανικής δράσης και επέμβασης εντός μιας ευρύτερης σφαίρας επιρροής. Ανεξάρτητα από το αν ο Μαδούρο ήταν αυταρχικός ηγέτης, μια επέμβαση των ΗΠΑ σε ανεξάρτητη χώρα είναι καταδικαστέα καθώς καταστρατηγεί βάναυσα το διεθνές δίκαιο,

    Χαρακτηριστικό στοιχείο του Δόγματος Τραμπ είναι η συγχώνευση διαφορετικών πεδίων ασφαλείαςστρατιωτικού, ενεργειακού, μεταναστευτικού και ποινικού – σε ένα ενιαίο αφηγηματικό πλαίσιο. Η επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα δεν έγινε στην ουσία για την διακίνηση ναρκωτικών – που όντως συμβαίνει – ούτε γιατί ο Μαδούρο καταπίεζε το λαό της Βενεζουέλας. Ο στόχος είναι καθαρά η εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών την Βενεζουέλας και η προσάρτηση της στη σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ. Μάλιστα, ο Τραμπ είπε με ωμό ρεαλισμό ότι θέλει τα πετρέλαια της Βενεζουέλας.

    Από το 1974, η Σαουδική Αραβία δεσμεύτηκε να τιμολογεί και να πωλεί το πετρέλαιό της αποκλειστικά σε δολάρια ΗΠΑ. Τα πετρελαϊκά έσοδα θα επανεπενδυόνταν σε αμερικανικά ομόλογα και τράπεζες, χρηματοδοτώντας το αμερικανικό χρέος. Οι ΗΠΑ, σε αντάλλαγμα, εγγυήθηκαν τη στρατιωτική ασφάλεια του σαουδαραβικού καθεστώτος, την παροχή όπλων, εκπαίδευσης και πολιτικής στήριξης. Σταδιακά, το μοντέλο επεκτάθηκε σε όλο τον OPEC, καθιερώνοντας το δολάριο ως το παγκόσμιο νόμισμα της ενέργειας. Συνεπώς, κάθε προσπάθεια πώλησης πετρελαίου και φυσικού αερίου σε άλλο νόμισμα απειλεί τις ΗΠΑ και δεν θα γίνει ανεκτό ιδιαίτερα στην εποχή Τραμπ. Η Βενεζουέλα είχε αρχίσει τα τελευταία χρόνια να πουλάει πετρέλαιο σε άλλα νομίσματα. Παράλληλα, ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της Βενεζουέλας επί Ούγκο Τσάβες και αργότερα επί Νικολάς Μαδούρο συνοδεύτηκε από εθνικοποιήσεις πετρελαϊκών εταιρειών, αποδυνάμωση της πετρελαϊκής βιομηχανίας και σοβαρή υποχώρηση της παραγωγής. Οπότε, ήταν θέμα χρόνου να επέμβουν οι ΗΠΑ και να επαναφέρουν τον αμερικανικό έλεγχο των πετρελαιοπηγών της Βενεζουέλας.

    Η επέμβαση στην Βενεζουέλα αποτελεί ένα νέο προηγούμενο για επέμβαση και σε άλλες χώρες που επηρεάζουν τα ζωτικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Στο επόμενο διάστημα, η Λατινική Αμερική αναμένεται να γίνει το πεδίο άσκησης προβολής ισχύος των ΗΠΑ. Η Κολομβία και το Μεξικό βρίσκονται ήδη στο στόχαστρο των ΗΠΑ ενώ η Κούβα αργά η γρήγορα θα καταρρεύσει αφού εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα πετρέλαια της Βενεζουέλας.

    Περαιτέρω, η Γροιλανδία ξαναμπαίνει στο στόχαστρο του Τραμπ, καθώς αποτελεί κλειδί στον έλεγχο της Αρκτικής. Η κλιματική αλλαγή ανοίγει νέες θαλάσσιες οδούς και φέρνει στην επιφάνεια ανεκμετάλλευτους φυσικούς πόρους που ενδιαφέρουν τις ΗΠΑ. Η στρατηγική σημασία της Γροιλανδίας ενισχύεται από την παρουσία της Κίνας και της Ρωσίας στην Αρκτική, που επενδύουν σε υποδομές, λιμάνια και στρατιωτικά δίκτυα. Για τον Τραμπ, κάθε τέτοια κίνηση ισοδυναμεί με απειλή. Παράλληλα, η Γροιλανδία διαθέτει σπάνιες γαίες, ουράνιο και κρίσιμα μεταλλεύματα, απαραίτητα για την άμυνα και τις τεχνολογίες αιχμής. Η επιδίωξη του Τραμπ είναι ο έλεγχος αυτών των πόρων και μείωση της αμερικανικής εξάρτησης από την Κίνα. Η Ευρώπη, και ειδικά η Δανία, εμφανίζεται αδύναμη να επηρεάσει τις εξελίξεις. Η υπόθεση της Γροιλανδίας αποκαλύπτει την έλλειψη στρατηγικής αυτονομίας και ενισχύει τον ρόλο των ΗΠΑ ως μοναδικού παίκτη που επιβάλλει το δικό του παιχνίδι ισχύος.

    Η μονομερής χρήση ισχύος, χωρίς σαφή εξουσιοδότηση από διεθνείς οργανισμούς, υπονομεύει την αρχή της κρατικής κυριαρχίας και δημιουργεί επικίνδυνα προηγούμενα. Όταν η υπερδύναμη παρακάμπτει τους κανόνες, ανοίγει τον δρόμο ώστε και άλλες αναθεωρητικές δυνάμεις να πράξουν το ίδιο, επικαλούμενες παρόμοια «ζωτικά συμφέροντα», όπως κάνει και η Τουρκία. Η λογική των σφαιρών επιρροής, που επανέρχεται μέσα από το Δόγμα Τραμπ, ενισχύει τη δυναμική αντιπαράθεσης με δυνάμεις όπως η Κίνα και η Ρωσία. Η αντιμετώπιση συμμάχων με καθαρά συναλλακτικούς όρους αποδυναμώνει την εμπιστοσύνη στο αμερικανικό σύστημα ασφαλείας. Η ΕΕ, το ΝΑΤΟ και παραδοσιακοί εταίροι των ΗΠΑ βρίσκονται συχνά σε θέση άμυνας, αναζητώντας εναλλακτικές μορφές στρατηγικής αυτονομίας, γεγονός που μακροπρόθεσμα μειώνει την αμερικανική επιρροή.

    Συνολικά, η επέμβαση στη Βενεζουέλα είναι η αρχή μιας σειράς αναθεωρητικών ενεργειών εκ μέρους των ΗΠΑ με στόχο την επαναφορά της αμερικανικής ηγεμονίας στον πλανήτη και την ταυτόχρονη ανάσχεση Κίνας και Ρωσίας, οι οποίες είχαν συμφωνίες με την Βενεζουέλα για πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Παρατηρείται έτσι μια μετατόπιση της πολιτικής Τραμπ από την προσπάθεια τερματισμού των πολέμων σε μια εξωτερική πολιτική των «Γερακιών του Πενταγώνου», σύμφωνα με την οποία οι ΗΠΑ μπορούν να δρουν μονομερώς για την εθνική τους ασφάλεια, χωρίς περιορισμό από το διεθνές δίκαιο. Αυτή είναι μια επικίνδυνη ατραπός με απρόβλεπτες συνέπειες για όλο τον κόσμο. Η επιβράβευση εισβολών, επεμβάσεων και άλλων αναθεωρητικών ενεργειών υπονομεύουν τους διεθνείς θεσμούς και την παγκόσμια ειρήνη.

    Πηγή: ΚΕΔΙΣΑ

  • Το «δόγμα Ντονρόε»

    Το «δόγμα Ντονρόε»

    Ο βομβαρδισμός της Βενεζουέλας από τον Ντόναλντ Τραμπ και η απαγωγή του προέδρου Μαδούρο αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου ιμπεριαλιστικού σχεδίου για την επιβολή της ηγεμονίας των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική, τον έλεγχο των φυσικών πόρων της περιοχής (πετρέλαιο, φυσικό αέριο, κρίσιμα ορυκτά, σπάνιες γαίες) και τη δημιουργία μιας νέας αλυσίδας εφοδιασμού που θα αποκλείει την Κίνα.
    Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εξαπολύσει μια συνολική επίθεση όχι μόνο κατά της Βενεζουέλας, αλλά και κατά ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής – και ακόμη και κατά της βασικής έννοιας της κυριαρχίας.

    Ο Ντόναλντ Τραμπ διέταξε στις 3 Ιανουαρίου τον αμερικανικό στρατό να βομβαρδίσει τη Βενεζουέλα, να απαγάγει τον πρόεδρό της Νικολά Μαδούρο και να τον στείλει στη Νέα Υόρκη για να υποβληθεί σε μια εικονική δίκη με πολιτικά κίνητρα.
    Αυτή η απροκάλυπτη επίθεση κατά της Βενεζουέλας αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης ιμπεριαλιστικής επίθεσης των ΗΠΑ σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει επικαλεστεί ανοιχτά το 202 ετών αποικιακό Δόγμα Μονρόε και το έχει επικαιροποιήσει για τον 21ο αιώνα, ονομάζοντάς το περήφανα «Δόγμα Ντονρόε».

    Με την επίθεση κατά της Βενεζουέλας, η αμερικανική αυτοκρατορία ελπίζει να επιτύχει διάφορους στόχους:

    Να επιβάλει την ηγεμονία των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική (από τη Δόγμα Μονρόε στη Δόγμα Ντονρόε).
    Να εκμεταλλευτεί τους φυσικούς πόρους της Βενεζουέλας (πετρέλαιο, φυσικό αέριο, κρίσιμα ορυκτά και σπάνια στοιχεία γης), ως μέρος μιας προσπάθειας να δημιουργήσει μια νέα αλυσίδα εφοδιασμού στο δυτικό ημισφαίριο.
    Να διακόψει τους δεσμούς της Λατινικής Αμερικής με την Κίνα (καθώς και με τη Ρωσία και το Ιράν).
    Να απειλήσει άλλες αριστερές κυβερνήσεις στην περιοχή (κυρίως την Κούβα και τη Νικαράγουα, αλλά και τη Βραζιλία και την Κολομβία).
    Να καταστρέψει το σχέδιο περιφερειακής ολοκλήρωσης στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική (σε οργανισμούς όπως η ALBA και η CELAC).
    Να σαμποτάρει την ενότητα του Παγκόσμιου Νότου (δεδομένης της υποστήριξης της Βενεζουέλας προς την Παλαιστίνη, το Ιράν, τους αγώνες απελευθέρωσης της Αφρικής κ.λπ.).
    Το ευρύτερο σχέδιο της αμερικανικής αυτοκρατορίας περιγράφεται με σαφήνεια στην Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας 2025 της κυβέρνησης Τραμπ.

    Το έγγραφο αυτό δείχνει πώς οι ΗΠΑ επιδιώκουν να επιβάλουν με τη βία την ηγεμονία τους σε ολόκληρο το δυτικό ημισφαίριο. Επικαλείται ανοιχτά το Δόγμα Μονρόε.

    Οι Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν αγκαλιάσει με ενθουσιασμό το αποικιακό αυτό δόγμα, που χρονολογείται από το 1823.

    Λίγες ώρες μετά την επίθεση της αμερικανικής κυβέρνησης στη Βενεζουέλα, ένας επίσημος λογαριασμός του Τραμπ στο Χ δημοσίευσε προπαγανδιστικό υλικό που απεικόνιζε τον Αμερικανό πρόεδρο να στέκεται πάνω από όλη την Αμερική, από την Αλάσκα στην κορυφή της Βόρειας Αμερικής μέχρι την Αργεντινή στο νότιο άκρο της Νότιας Αμερικής, κρατώντας ένα μεγάλο ραβδί με την επιγραφή «Δόγμα Ντόνρο».

    Η εικόνα ήταν μια αναφορά σε μια πολιτική γελοιογραφία του 1905 για το Δόγμα Μονρόε. Ο Αμερικανός υπουργός Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ την αναδημοσίευσε στον επίσημο κυβερνητικό λογαριασμό του.

    Η στρατηγική εθνικής ασφάλειας της κυβέρνησης Τραμπ τόνισε ότι ο στόχος είναι οι αμερικανικές εταιρείες να ελέγχουν όλους τους στρατηγικούς φυσικούς πόρους του δυτικού ημισφαιρίου, συμπεριλαμβανομένων των κρίσιμων ορυκτών και των σπάνιων γαιών.

    Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο. Αν και σήμερα οι ΗΠΑ είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου στον πλανήτη και καθαρός εξαγωγέας πετρελαίου, εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές βαρέος αργού πετρελαίου. Μεγάλο μέρος αυτού προέρχεται από τον Καναδά, αλλά το βαρύ αργό πετρέλαιο της Βενεζουέλας αποτελεί μια πιθανή εναλλακτική πηγή.

    Ο Τραμπ έχει δηλώσει ρητά ότι θέλει οι αμερικανικές εταιρείες να αναλάβουν τον έλεγχο της πετρελαϊκής βιομηχανίας της Βενεζουέλας, ώστε οι ΗΠΑ να μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες τους σε βαρύ αργό πετρέλαιο. (Η αντικατάσταση των εξαγωγών βαρύ αργού πετρελαίου του Καναδά θα μπορούσε επίσης να δώσει στην Ουάσιγκτον πλεονέκτημα έναντι της Οτάβα, σε μια εποχή που ο Τραμπ μιλάει για την αποικιοποίηση του Καναδά και τη μετατροπή του σε «51η πολιτεία»).

    Σε συνέντευξη Τύπου που έδωσε μετά τον βομβαρδισμό της Βενεζουέλας, ο Τραμπ ισχυρίστηκε ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ θα «διοικήσει τη χώρα». Πρόσθεσε: «Θα στείλουμε τις πολύ μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες των Ηνωμένων Πολιτειών, τις μεγαλύτερες στον κόσμο, να επενδύσουν δισεκατομμύρια δολάρια, να επιδιορθώσουν τις κατεστραμμένες υποδομές, τις πετρελαϊκές υποδομές, και να αρχίσουν να βγάζουν χρήματα».

    «Είμαστε στην πετρελαϊκή βιομηχανία», τόνισε ο πρόεδρος των ΗΠΑ. «Θα βγάλουμε τεράστιο πλούτο από το έδαφος».
    Εκτός από τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, η Βενεζουέλα διαθέτει επίσης σημαντικά κοιτάσματα χρυσού, κρίσιμων ορυκτών και σπάνιων γαιών.

    Η κυβέρνηση των ΗΠΑ έχει καταστήσει σαφές ότι επιθυμεί να δημιουργήσει μια νέα αλυσίδα εφοδιασμού στο δυτικό ημισφαίριο που θα αποκλείει την Κίνα, προκειμένου να προετοιμαστεί για μελλοντικές συγκρούσεις με το Πεκίνο. Ελπίζει ότι θα μπορέσει να χρησιμοποιήσει τα κρίσιμα ορυκτά και τις σπάνιες γαίες της Λατινικής Αμερικής για να επιτύχει τον στόχο αυτό.
    Αυτός είναι και ένας από τους κύριους λόγους για τους οποίους ο Τραμπ θέλει να αποικίσει και να λεηλατήσει τη Γροιλανδία, η οποία διαθέτει 25 από τα 30 υλικά που θεωρούνται «κρίσιμα» από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

    Στη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας του 2025, η κυβέρνηση Τραμπ υποστήριξε ότι οι αμερικανικές εταιρείες πρέπει να ελέγχουν την «ενεργειακή υποδομή» και την «πρόσβαση σε κρίσιμα ορυκτά» της Λατινικής Αμερικής. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ έγραψε ότι «ενισχύει τις κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού σε αυτό το ημισφαίριο», προκειμένου να «μειώσει τις εξαρτήσεις» και την «επιζήμια εξωτερική επιρροή» – μια προφανής αναφορά στην Κίνα.

    Η Κίνα κυριαρχεί στην παγκόσμια αλυσίδα εφοδιασμού κρίσιμων ορυκτών. Δεν είναι μόνο η κυβέρνηση Τραμπ, αλλά και η κυβέρνηση Τζο Μπάιντεν που προσπάθησε να αλλάξει αυτό το γεγονός, δημιουργώντας μια νέα αλυσίδα εφοδιασμού υπό τον έλεγχο των ΗΠΑ.
    Οι πιο νηφάλιοι αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ έχουν αναγνωρίσει ότι το μεγαλύτερο μέρος της μεταποίησης δεν επιστρέφει στην πραγματικότητα στις ΗΠΑ (όπου ο αριθμός των θέσεων εργασίας στον τομέα της μεταποίησης μειώνεται σταθερά εδώ και δεκαετίες, ακόμη και υπό την κυβέρνηση Τραμπ), οπότε παραδέχτηκαν στην Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας ότι επιθυμούν να μεταφέρουν τη μεταποίηση σε χώρες της Λατινικής Αμερικής. Οι αμερικανικές εταιρείες θα ήθελαν να εκμεταλλευτούν τους χαμηλόμισθους εργαζομένους της Λατινικής Αμερικής για την κατασκευή των προϊόντων τους, αποκλείοντας την Κίνα.

    Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο επιθυμείται μια νέα αλυσίδα εφοδιασμού που θα κυριαρχείται από τις ΗΠΑ στο δυτικό ημισφαίριο: όχι μόνο επειδή το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα των ΗΠΑ πρέπει να απομακρύνει την Κίνα από την αλυσίδα εφοδιασμού των όπλων που κατασκευάζει για να προετοιμαστεί για έναν πιθανό μελλοντικό πόλεμο με την Κίνα, αλλά και επειδή οι ΗΠΑ επιδιώκουν να αποσυνδεθούν οικονομικά από την Κίνα και πιστεύουν ότι η Λατινική Αμερική μπορεί να τις βοηθήσει να το επιτύχουν.
    Επιπλέον, η αμερικανική αυτοκρατορία θέλει να ελέγχει όλες τις στρατηγικές υποδομές στη Λατινική Αμερική.

    Η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας του 2025 αναφέρει ότι η Ουάσιγκτον θα «εντοπίσει στρατηγικά σημεία και πόρους στο Δυτικό Ημισφαίριο», προσθέτοντας ότι «η αμερικανική κυβέρνηση θα εντοπίσει στρατηγικές ευκαιρίες εξαγοράς και επένδυσης για αμερικανικές εταιρείες στην περιοχή».

    Η κυβέρνηση Τραμπ απειλεί απροκάλυπτα τις χώρες της Λατινικής Αμερικής για να αναγκάσει την Κίνα να πουλήσει τις επενδύσεις της σε περιφερειακά έργα υποδομών.

    Η κυβέρνηση των ΗΠΑ έχει ήδη επιτύχει να διατάξει τον Παναμά να ασκήσει πίεση στην εταιρεία CK Hutchison Holdings του Χονγκ Κονγκ, η οποία κατέχει τα λιμάνια γύρω από τη Διώρυγα του Παναμά, να τα πουλήσει στον γίγαντα της Wall Street, BlackRock.

    Είναι πιθανό ότι οι ΗΠΑ θα στοχεύσουν και το λιμάνι του Chancay στο Περού, ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια της περιοχής, το οποίο κατασκευάστηκε από την Κίνα. Ο σύμβουλος του Τραμπ για τη Λατινική Αμερική, Mauricio Claver-Carone, πρότεινε: «Κάθε προϊόν που διέρχεται από το Chancay ή οποιοδήποτε λιμάνι που ανήκει ή ελέγχεται από την Κίνα στην περιοχή θα πρέπει να υπόκειται σε δασμό 60%».

    Στην Ουάσινγκτον έχει ακόμη συζητηθεί η λήψη πιθανών μέτρων για να αναγκαστούν οι κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής να επιβάλουν περιορισμούς στις κινεζικές επενδύσεις στην περιοχή.
    Η Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας του 2025 έδειξε πόσο η κυβέρνηση Τραμπ είναι εμμονική στην προσπάθειά της να περιορίσει τους δεσμούς της Κίνας με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Πρόκειται για τον Δεύτερο Ψυχρό Πόλεμο.

    Στην πρώτη του επίσκεψη στο εξωτερικό ως υπουργός Εξωτερικών, ο Μάρκο Ρούμπιο πήγε στον Παναμά, όπου ανάγκασε την κεντρικοαμερικανική χώρα να αποσυρθεί από την Κινεζική Πρωτοβουλία «Μια Ζώνη, Ένας Δρόμος» (BRI). Η κυβέρνηση Τραμπ αυξάνει σημαντικά την πίεση των ΗΠΑ σε άλλες χώρες της περιοχής να αποχωρήσουν από την BRI.

    Ομοίως, ο Τραμπ αναμίχθηκε κατάφωρα στις εκλογές της Ονδούρας το 2025 και υποστήριξε ένα εκλογικό πραξικόπημα. (Ο Τραμπ επίσης χάρισε και απελευθέρωσε από τη φυλακή έναν από τους χειρότερους εμπόρους ναρκωτικών στον κόσμο, τον υποστηριζόμενο από τις ΗΠΑ δεξιό πρώην δικτάτορα της Ονδούρας, Χουάν Ορλάντο Χερνάντες – κάτι που έδειξε ότι η κυβέρνηση Τραμπ δεν ενδιαφέρεται πραγματικά για το εμπόριο ναρκωτικών, αλλά το χρησιμοποιεί απλώς ως κυνική δικαιολογία για να επιτεθεί και να αποσταθεροποιήσει τις ανεξάρτητες κυβερνήσεις της περιοχής).

    Ο δεξιός σύμμαχος του Τραμπ που θα κυβερνήσει τώρα την Ονδούρα εκ μέρους των ΗΠΑ, ο ολιγάρχης Νάσρι «Τίτο» Ασφούρα, έχει δεσμευτεί να διακόψει επίσημα τις διπλωματικές σχέσεις με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας και να αναγνωρίσει τους αυτονομιστές της Ταϊβάν.

    Οι ΗΠΑ θέλουν επίσης να χρησιμοποιήσουν την Ονδούρα ως βάση επιχειρήσεων για επιθέσεις κατά της κυβέρνησης των Σαντινίστας στη γειτονική Νικαράγουα.

    Μετά τον βομβαρδισμό και την κατάληψη της Βενεζουέλας, ο Τραμπ και ο Μάρκο Ρούμπιο ελπίζουν να διεξάγουν παρόμοιους ιμπεριαλιστικούς πολέμους αλλαγής καθεστώτος στην Κούβα και τη Νικαράγουα. Ο Ρούμπιο έχει αφιερώσει ολόκληρη την καριέρα του στην ανατροπή των σοσιαλιστικών επαναστάσεων. Για αυτόν είναι μια πολιτική σταυροφορία.

    Στην πραγματικότητα, σε συνέντευξη Τύπου που έδωσαν ο Τραμπ και ο Ρούμπιο μετά τον βομβαρδισμό της Βενεζουέλας και την απαγωγή του προέδρου Μαδούρο, απείλησαν ανοιχτά την Κούβα και τον αριστερό πρόεδρο της Κολομβίας Γκουστάβο Πέτρο.

    Ο στόχος της κυβέρνησης Τραμπ είναι απλός: να επιβάλει δεξιά καθεστώτα-μαριονέτες των ΗΠΑ σε κάθε χώρα της Λατινικής Αμερικής, τα οποία θα εξυπηρετούν υπάκουα τα συμφέροντα της Ουάσιγκτον και της Γουόλ Στριτ και θα πουλήσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία σε Αμερικανούς επενδυτές.
    Το 2026 θα διεξαχθούν δύο σημαντικές εκλογές σε χώρες με αριστερές κυβερνήσεις: στη Βραζιλία (τον Οκτώβριο) και στην Κολομβία (τον Μάιο). Είναι σίγουρο ότι η κυβέρνηση Τραμπ θα παρέμβει σε αυτές τις εκλογές για να προσπαθήσει να φέρει στην εξουσία υποτακτικούς δεξιούς συμμάχους των ΗΠΑ (όπως ο Χαβιέρ Μιλέι στην Αργεντινή).

    Ο Τραμπ έχει επίσης απειλήσει να βομβαρδίσει το Μεξικό, το οποίο έχει μια ανεξάρτητη, μη ευθυγραμμισμένη κυβέρνηση με επικεφαλής την αριστερή πρόεδρο Κλαούντια Σέινμπαουμ (η οποία είναι μια από τις πιο δημοφιλείς ηγέτιδες στον πλανήτη, με σταθερό ποσοστό αποδοχής γύρω στο 74%).

    Το Μεξικό έχει αντιταχθεί σθεναρά σε αυτές τις απειλές των ΗΠΑ, λέγοντας ότι θα αποτελούσαν επίθεση στην κυριαρχία του Μεξικού. Ωστόσο, όπως έδειξε ο πόλεμος του Τραμπ κατά της Βενεζουέλας, η αμερικανική αυτοκρατορία δεν ενδιαφέρεται καθόλου για την κυριαρχία.
    Για να κατανοήσουμε καλύτερα το σχέδιο της αμερικανικής αυτοκρατορίας για τη Λατινική Αμερική, είναι σημαντικό να εξετάσουμε τις λεπτομέρειες της Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας (NSS) της κυβέρνησης Τραμπ για το 2025.

    Το έγγραφο αυτό προσδιορίζει το δυτικό ημισφαίριο ως την πιο σημαντική περιοχή για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Η κυβέρνηση Τραμπ δήλωσε ότι επιθυμεί μια περιοχή που «παραμένει απαλλαγμένη από εχθρικές ξένες εισβολές ή ιδιοκτησία βασικών περιουσιακών στοιχείων και που υποστηρίζει κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού», στην οποία οι ΗΠΑ έχουν «συνεχή πρόσβαση σε βασικές στρατηγικές τοποθεσίες».

    Η NSS δηλώνει κατηγορηματικά ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επαναβεβαιώσουν και θα επιβάλουν τη Δόγμα Μονρόε για να αποκαταστήσουν την αμερικανική υπεροχή στο δυτικό ημισφαίριο».
    Σε συνέντευξη Τύπου που έδωσε ο Τραμπ λίγες ώρες μετά τον βομβαρδισμό της Βενεζουέλας και την απαγωγή του προέδρου Μαδούρο, επανέλαβε αυτή τη ρητορική. Επαίνοντας τη Δόγμα Μονρόε, ο Τραμπ είπε: «Την έχουμε ξεπεράσει κατά πολύ, πραγματικά κατά πολύ. Τώρα την αποκαλούν Δόγμα Ντόνροε». Πρόσθεσε: «Επαναβεβαιώνουμε την αμερικανική δύναμη με πολύ ισχυρό τρόπο στην περιοχή μας».

    Στην NSS του 2025, η κυβέρνηση Τραμπ δεσμεύτηκε να «αποτρέψει τους ανταγωνιστές εκτός του ημισφαιρίου από το να τοποθετήσουν δυνάμεις ή άλλες απειλητικές δυνατότητες, ή να κατέχουν ή να ελέγχουν στρατηγικά ζωτικά περιουσιακά στοιχεία στο ημισφαίριό μας». Αυτή ήταν μια προφανής αναφορά στην Κίνα.

    Το έγγραφο κατέστησε σαφές ότι αυτό που επιδιώκει η Ουάσιγκτον είναι η ηγεμονία. Δήλωσε:

    Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να είναι κυρίαρχες στον δυτικό ημισφαίριο ως προϋπόθεση για την ασφάλεια και την ευημερία μας – μια προϋπόθεση που μας επιτρέπει να επιβάλλουμε με αυτοπεποίθηση την παρουσία μας όπου και όποτε χρειάζεται στην περιοχή. Οι όροι των συμμαχιών μας και οι όροι υπό τους οποίους παρέχουμε οποιαδήποτε μορφή βοήθειας πρέπει να εξαρτώνται από την εξάλειψη της εχθρικής εξωτερικής επιρροής – από τον έλεγχο στρατιωτικών εγκαταστάσεων, λιμανιών και βασικών υποδομών έως την αγορά στρατηγικών περιουσιακών στοιχείων με την ευρύτερη έννοια.

    Η κυβέρνηση Τραμπ δεν προσπάθησε καν να κρύψει το γεγονός ότι δεν ενδιαφέρεται για την κυριαρχία των χωρών της Λατινικής Αμερικής και είναι περισσότερο από πρόθυμη να την παραβιάσει.

    «Θέλουμε οι άλλες χώρες να μας βλέπουν ως τον πρώτο τους συνεργάτη και θα αποθαρρύνουμε (με διάφορα μέσα) τη συνεργασία τους με άλλους», ανέφερε η NSS.

    Το έγγραφο διατύπωνε μια διαίρεση του κόσμου σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα, σε στυλ ψυχρού πολέμου, γράφοντας: «Η επιλογή που πρέπει να αντιμετωπίσουν όλες οι χώρες είναι αν θέλουν να ζουν σε έναν κόσμο κυρίαρχων χωρών και ελεύθερων οικονομιών υπό την ηγεσία των ΗΠΑ ή σε έναν παράλληλο κόσμο στον οποίο επηρεάζονται από χώρες στην άλλη άκρη του πλανήτη».
    Η Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας του 2025 ανέφερε ότι η αμερικανική αυτοκρατορία «θα επιβάλει και θα εφαρμόσει ένα «Συμπλήρωμα Τραμπ» στη Δόγμα Μονρόε».

    Με την επιβολή της Δόγματος Μονρόε, με τη λήψη μέτρων όπως αυτά που λάβαμε σε σχέση με την Κούβα, τη Βενεζουέλα και τον Παναμά, και με την προσπάθεια να περιορίσουμε το θέατρο του πολέμου στην Άπω Ανατολή και να εξασφαλίσουμε την ανοιχτή πόρτα στην Κίνα, ενεργήσαμε προς το δικό μας συμφέρον, καθώς και προς το συμφέρον της ανθρωπότητας γενικότερα.

    Ο Τραμπ επανέφερε το ιμπεριαλιστικό «δόγμα του μεγάλου ραβδιού». Η κυβέρνηση των ΗΠΑ δηλώνει ότι πιστεύει ότι έχει το δικαίωμα να παρεμβαίνει στρατιωτικά οπουδήποτε στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική, όποτε το επιθυμεί. Πρόκειται για μια ρητά ιμπεριαλιστική πολιτική που επιδιώκει να αρνηθεί στα έθνη της περιοχής τα δικαιώματά τους στην ανεξαρτησία, την κυριαρχία και την αυτοδιάθεση, τα οποία κατοχυρώνονται στο διεθνές δίκαιο και στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

    Η επίθεση της κυβέρνησης Τραμπ στη Βενεζουέλα είναι μέρος μιας ευρύτερης ιμπεριαλιστικής επίθεσης στη Λατινική Αμερική και, γενικότερα, στον Παγκόσμιο Νότο.

    Η απροκάλυπτη βαρβαρότητα και σκληρότητα της αμερικανικής αυτοκρατορίας αποδεικνύει επίσης πόσο παιδαριώδης και γελοία είναι η ρητορική της «δημοκρατίας» των δυτικών αξιωματούχων και ειδικών, όταν κατηγορούν τις πολιορκημένες χώρες του Παγκόσμιου Νότου, όπως η Βενεζουέλα, ότι είναι υποτίθεται «αυταρχικές».

    Είναι αδύνατο για τις χώρες της Λατινικής Αμερικής (και του Νότιου Ημισφαιρίου συνολικά) να ασκήσουν δημοκρατία, όταν η πιο ισχυρή και θανατηφόρα αυτοκρατορία του κόσμου παρεμβαίνει συνεχώς στις εκλογές τους, τις επιτίθεται, τους επιβάλλει κυρώσεις και υποστηρίζει πραξικοπήματα.

    Η αληθινή δημοκρατία είναι αδύνατη όσο υπάρχει ο ιμπεριαλισμός.

  • Αβεβαιότητα στο παγκόσμιο κλίμα μετά την απόφαση Τραμπ

    Αβεβαιότητα στο παγκόσμιο κλίμα μετά την απόφαση Τραμπ

    Εκτός λίστας ο IMO, αλλά εντείνονται οι ανησυχίες για την απανθρακοποίηση της ναυτιλίας

    Νέα δεδομένα και αυξημένη αβεβαιότητα στη διεθνή κλιματική ατζέντα δημιουργεί η απόφαση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να κινήσει τη διαδικασία αποχώρησης των Ηνωμένων Πολιτειών από δεκάδες διεθνείς οργανισμούς και πλαίσια συνεργασίας. Σύμφωνα με ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στις 7 Ιανουαρίου στην ιστοσελίδα του Λευκού Οίκου, ο Τραμπ υπέγραψε προεδρικό μνημόνιο που προβλέπει την αποχώρηση των ΗΠΑ από συνολικά 66 διεθνείς οργανισμούς και συμφωνίες.

    Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη ναυτιλιακή κοινότητα παρουσιάζει το γεγονός ότι ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός (IMO) δεν περιλαμβάνεται στη συγκεκριμένη λίστα. Παρά ταύτα, η εξέλιξη δεν αρκεί για να κατευνάσει τις ανησυχίες σχετικά με τη μελλοντική πορεία των διαπραγματεύσεων για την απανθρακοποίηση της διεθνούς ναυτιλίας.

    Καθυστερήσεις στους στόχους για μηδενικές εκπομπές

    Ο IMO έχει δεσμευθεί να ολοκληρώσει εντός ενός έτους τα μέτρα που απαιτούνται για την επίτευξη του στόχου των μηδενικών καθαρών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου έως το 2050. Ωστόσο, οι σχετικές διαβουλεύσεις έχουν ήδη μετατεθεί για τον Οκτώβριο, με τη διαδικασία οικοδόμησης συναίνεσης να εμφανίζει εμφανή σημάδια κόπωσης και δυσκολίας.

    Φόβοι για γεωπολιτικές εντάσεις και ρήγματα

    Παρότι η εκ νέου αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία του Παρισιού δεν αναμένεται να επιφέρει άμεσες θεσμικές επιπτώσεις στο πλαίσιο λειτουργίας του IMO, διπλωματικές και βιομηχανικές πηγές εκτιμούν ότι ενδέχεται να αποδυναμώσει περαιτέρω το πολιτικό momentum γύρω από τις κλιματικές διαπραγματεύσεις.

    Οι ανησυχίες δεν περιορίζονται πλέον σε μια απλή επιβράδυνση των εξελίξεων, αλλά επεκτείνονται στο ενδεχόμενο όξυνσης γεωπολιτικών και περιφερειακών ισορροπιών.

    Διαφορές συμφερόντων και προτεραιοτήτων

    Στο επίκεντρο των προβληματισμών βρίσκονται οι διαφοροποιήσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης, καθώς και το αυξανόμενο χάσμα ανάμεσα σε ανεπτυγμένες και αναπτυσσόμενες οικονομίες. Οι χώρες αυτές διατυπώνουν διαφορετικές προτεραιότητες ως προς το κόστος, τη χρηματοδότηση και τον ρυθμό μετάβασης σε ένα μοντέλο ναυτιλίας χαμηλών εκπομπών.

    Σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αστάθειας, η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών εκτιμάται ότι θα επηρεάσει καθοριστικά τις ισορροπίες εντός του IMO, καθιστώντας ακόμη πιο σύνθετη την επίτευξη μιας παγκόσμιας συμφωνίας που θα συνδυάζει φιλοδοξία, ρεαλισμό και ευρεία διεθνή αποδοχή.

  • Τραμπ: «Να μας δώσει η Βενεζουέλα 50 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου»

    Τραμπ: «Να μας δώσει η Βενεζουέλα 50 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου»

    Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε την Τρίτη ότι οι προσωρινές αρχές της Βενεζουέλας θα παραχωρήσουν στις Ηνωμένες Πολιτείες από 30 έως 50 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου που τελούν υπό καθεστώς κυρώσεων. Σύμφωνα με τον ίδιο, τα έσοδα από την πώληση θα τεθούν υπό τον έλεγχο του Λευκού Οίκου, με στόχο να ωφεληθούν τόσο οι πολίτες της Βενεζουέλας όσο και των ΗΠΑ. «Το πετρέλαιο αυτό θα πωληθεί στην τιμή της αγοράς και τα χρήματα θα ελέγχονται από εμένα, ως Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, ώστε να διασφαλιστεί ότι θα χρησιμοποιηθούν προς όφελος του λαού της Βενεζουέλας και των ΗΠΑ», ανέφερε χαρακτηριστικά.

    Εντολή στον Chris Wright και μεταφορά με δεξαμενόπλοια στις ΗΠΑ

    Ο Τραμπ γνωστοποίησε ότι έχει δώσει εντολή στον υπουργό Ενέργειας, Chris Wright, να προχωρήσει άμεσα στην υλοποίηση του σχεδίου. Όπως περιέγραψε, το πετρέλαιο θα φορτωθεί σε πλοία αποθήκευσης και στη συνέχεια θα μεταφερθεί σε λιμάνια των Ηνωμένων Πολιτειών. Η ανάρτησή του περιλαμβάνει, σύμφωνα με το ίδιο το πλαίσιο της ανακοίνωσης, τις πιο αναλυτικές έως σήμερα πληροφορίες για το πώς σκοπεύει να εφαρμόσει την υπόσχεσή του να αντλήσει πετρέλαιο από τη Βενεζουέλα.

    «Πρώτα το πετρέλαιο, μετά οι εκλογές» μετά τη σύλληψη Μαδούρο

    Το σχέδιο παρουσιάζεται μετά τη σύλληψη του ισχυρού άνδρα της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, και την ανακοίνωση του Τραμπ ότι οι ΗΠΑ θα αναλάβουν τον έλεγχο των πετρελαϊκών αποθεμάτων της χώρας, φέρνοντας αμερικανικές εταιρείες για την ανασυγκρότηση της πετρελαϊκής βιομηχανίας και των υποδομών. «Αυτό που θέλουμε να κάνουμε είναι να φτιάξουμε το πετρέλαιο, να φτιάξουμε τη χώρα, να τη φέρουμε ξανά στα πόδια της και μετά να γίνουν εκλογές», δήλωσε ο Τραμπ σε δημοσιογράφους νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα.

    Συνάντηση με μεγάλες πετρελαϊκές, εκτιμήσεις και πίεση προς τη Ντέλσι Ροντρίγκες

    Την Παρασκευή, ο Αμερικανός πρόεδρος αναμένεται να συναντηθεί στον Λευκό Οίκο με εκπροσώπους των τριών μεγαλύτερων αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών – Chevron, ConocoPhillips και Exxon Mobil – καθώς και με άλλους εγχώριους παραγωγούς, με αντικείμενο τις επενδύσεις στη Βενεζουέλα. Αναλυτές επισημαίνουν ότι η ποσότητα που αναφέρει ο Τραμπ αντιστοιχεί έως και στο 15% της ετήσιας παραγωγής της χώρας και ότι η μεταφορά της θα απαιτούσε έως και 25 από τα μεγαλύτερα δεξαμενόπλοια στον κόσμο, εξέλιξη που χαρακτηρίζεται θετική για τα διυλιστήρια της αμερικανικής ακτής του Κόλπου, τα οποία είναι προσαρμοσμένα στο βαρέος τύπου αργό και αναζητούν νέες πηγές τροφοδοσίας. Στο μεταξύ, ο Τραμπ ανέβασε τους τόνους απέναντι στην υπηρεσιακή πρόεδρο της χώρας, Ντέλσι Ροντρίγκες, ζητώντας πλήρη συνεργασία: «Αν δεν κάνει το σωστό, θα πληρώσει πολύ βαρύ τίμημα – πιθανώς βαρύτερο από του Μαδούρο», δήλωσε την Κυριακή.

  • Μάρκο Ρούμπιο:«Οι ΗΠΑ επιδιώκουν να αγοράσουν την Γροιλανδία»

    Μάρκο Ρούμπιο:«Οι ΗΠΑ επιδιώκουν να αγοράσουν την Γροιλανδία»

    Ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας Μάρκο Ρούμπιο ανέφερε ότι οι ΗΠΑ επιδιώκουν να αγοράσουν τη Γροιλανδία και ότι πρόσφατες δηλώσεις για την τεράστια νήσο, αυτόνομη περιοχή της Δανίας, δεν πρέπει να ερμηνευτούν ως αναγγελία στρατιωτικής επέμβασης, μετέδωσαν χθες Τρίτη (6/1) αμερικανικά ΜΜΕ.

    Ο  Ρούμπιο έκανε τα σχόλια αυτά σε κεκλεισμένων των θυρών ενημέρωση κοινοβουλευτικών των ΗΠΑ, ανέφερε η εφημερίδα Wall Street Journal, επικαλούμενη πηγές της ενήμερες για όσα διαμείφθηκαν.

    Η εφημερίδα New York Times, σε παρόμοιο δημοσίευμά της, ανέφερε πως ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ζήτησε από τους συνεργάτες του να του παρουσιάσουν επικαιροποιημένο σχέδιο για την απόκτηση της Γροιλανδίας.

    Ο ρεπουμπλικάνος είχε διατυπώσει την ιδέα ήδη κατά την πρώτη του θητεία στο αξίωμα (2017-2021).

    Η αμερικανική κυβέρνηση τελευταία κλιμακώνει τη ρητορική της όσον αφορά τη Γροιλανδία. Χθες, η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Κάρολαϊν Λέβιτ επιβεβαίωσε ότι ανάμεσα στις επιλογές οι οποίες μελετώνται είναι και η «χρήση του στρατού».
     

  • Η υπόθεση Μαδούρο και το ρήγμα του διεθνούς δικαίου

    Η υπόθεση Μαδούρο και το ρήγμα του διεθνούς δικαίου

    Η σύλληψη και εξαναγκαστική μεταφορά του Νικολάς Μαδούρο στις Ηνωμένες Πολιτείες, ύστερα από αμερικανική επιχείρηση στο Καράκας, πέρα από ένα επεισόδιο “σκληρής ισχύος” στη Λατινική Αμερική, είναι μια πράξη που συμπυκνώνει το διαχρονικό δίλημμα του διεθνούς συστήματος: ποιος θέτει τους κανόνες, ποιος τους εφαρμόζει, και τι απομένει από τη συλλογική ασφάλεια όταν μια μεγάλη δύναμη αντιμετωπίζει έναν κυρίαρχο ηγέτη ως “κατηγορούμενο υπό δίωξη” και όχι ως συνομιλητή. Η κυβέρνηση Τραμπ έντυσε την επιχείρηση με το λεξιλόγιο της επιβολής του νόμου, ωστόσο η κλίμακα και ο τρόπος δράσης παραπέμπουν σε στρατιωτική επιχείρηση με σαφή πολιτικό σκοπό. Αυτό ακριβώς το υβρίδιο, αστυνομική “εξαγωγή” με στρατιωτικά μέσα, είναι που κάνει την υπόθεση Μαδούρο να λειτουργεί ως δοκιμασία αντοχής για το διεθνές δίκαιο και ως πρόκριμα για έναν πιο ωμό ανταγωνισμό σφαιρών επιρροής.

    Για να κατανοηθεί το εύρος του σοκ, χρειάζεται ένα σύντομο ιστορικό υπόβαθρο. Από το 1998 και την άνοδο του Ούγκο Τσάβες, η Βενεζουέλα επανατοποθετήθηκε ως αντι-ηγεμονικός πόλος, αξιοποιώντας το πετρέλαιο ως εργαλείο κοινωνικής πολιτικής στο εσωτερικό και γεωπολιτικής αυτονομίας στο εξωτερικό. Μετά τον θάνατο του Τσάβες (2013), ο Μαδούρο κληρονόμησε ένα μοντέλο που εξαρτιόταν από υψηλές τιμές υδρογονανθράκων και από πολιτική συνοχή, αλλά βρέθηκε αντιμέτωπος με κατάρρευση παραγωγής, διεθνείς κυρώσεις, μαζική μετανάστευση και βαθιά κρίση νομιμοποίησης. Η Ουάσιγκτον, ιδίως μετά την αμφισβητούμενη εκλογική διαδικασία του 2018, αντιμετώπισε τον Μαδούρο ως “μη νόμιμο” ηγέτη και ενέταξε την πίεση προς το καθεστώς σε ένα πλαίσιο κυρώσεων και ποινικών κατηγοριών. Στο μεταξύ, η Ρωσία και η Κίνα λειτούργησαν ως στρατηγικοί εταίροι του Καράκας: η πρώτη κυρίως με πολιτικο-ασφαλιστικούς δεσμούς και συμβολική στήριξη, η δεύτερη με οικονομική δικτύωση, επενδύσεις/χρηματοδοτήσεις και την αρχή της μη επέμβασης ως διπλωματικό ανάχωμα απέναντι στη δυτική πίεση.
    Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ήρθε ο Ιανουάριος του 2026. Στις 3 Ιανουαρίου οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν ότι αμερικανικές δυνάμεις πραγματοποίησαν πλήγματα και επιχείρηση σύλληψης του Μαδούρο και της συζύγου του, μεταφέροντάς τους εκτός χώρας. Παράλληλα, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε δημοσίως ότι οι ΗΠΑ θα “τρέξουν” τη Βενεζουέλα μέχρι να υπάρξει “ασφαλής και συνετή” μετάβαση, ενώ τέθηκε ευθέως στο τραπέζι η επιστροφή αμερικανικών ενεργειακών εταιρειών με στόχο την “ανοικοδόμηση” του πετρελαϊκού τομέα.

    Στις 5 Ιανουαρίου, στο ομοσπονδιακό δικαστήριο του Μανχάταν, ο Μαδούρο εμφανίστηκε δεσμώτης, δήλωσε ότι “απήχθη”, αρνήθηκε τις κατηγορίες και προανήγγειλε διά των συνηγόρων του μια μεγάλη δικαστική μάχη για τη νομιμότητα της “στρατιωτικής απαγωγής”. Την ίδια ημέρα ορίστηκε επόμενη δικάσιμος για τις 17 Μαρτίου, ενώ στο Καράκας ορκίστηκε ως υπηρεσιακή/μεταβατική πρόεδρος η Ντέλσι Ροντρίγκες, γεγονός που υπογράμμισε ότι η “επόμενη μέρα” δεν είναι αυτόματα μια φιλο-αντιπολιτευτική αλλαγή καθεστώτος, αλλά μια σύνθετη διαπραγμάτευση ισχύος, φόβου και επιβίωσης των εναπομεινάντων κρατικών μηχανισμών.

    Η ευρωπαϊκή αντίδραση κινήθηκε ακριβώς πάνω στη ρωγμή ανάμεσα σε κανόνες και συμφέροντα. Η ΕΕ, μέσω της δήλωσης της Ύπατης Εκπροσώπου, κάλεσε σε αυτοσυγκράτηση και υπενθύμισε ότι “υπό όλες τις συνθήκες” πρέπει να τηρούνται οι αρχές του διεθνούς δικαίου και ο Χάρτης του ΟΗΕ, αποφεύγοντας όμως μια μετωπική καταδίκη της Ουάσιγκτον.
    Παράλληλα, αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες φάνηκαν “διχασμένες”: από τη μία, η απομάκρυνση ενός αυταρχικού ηγέτη μπορεί να εκληφθεί ως ευκαιρία δημοκρατικής μετάβασης· από την άλλη, ο τρόπος απομάκρυνσης υπονομεύει το ίδιο το “κανoνιστικό κεφάλαιο” της Ευρώπης, που στηρίζεται στην αρχή της κυριαρχίας και στην αποδοχή θεσμικών διαδικασιών. Η ανάλυση του ECFR το αποτύπωσε ως ευρωπαϊκό δίλημμα τριπλής εστίασης: Λατινική Αμερική, αλλά και ευρωπαϊκή ασφάλεια/αξιοπιστία της Δύσης, καθώς και οι παράπλευρες συνέπειες σε Αρκτική/Ταϊβάν ως χώροι ανταγωνισμού σφαιρών επιρροής.
    Η Ρωσία καταδίκασε την αμερικανική ενέργεια ως “ένοπλη επιθετικότητα”, κάλεσε σε αποτροπή κλιμάκωσης και τόνισε ότι η Βενεζουέλα πρέπει να καθορίσει “μόνη” το μέλλον της χωρίς στρατιωτική ανάμειξη.
    Όμως το πιο ενδιαφέρον γεωπολιτικά δεν είναι μόνο η καταγγελία, αλλά το έλλειμμα επιλογών. Η Μόσχα, δεσμευμένη σε άλλες προτεραιότητες και με περιορισμένη προβολή ισχύος στη δυτική ημισφαίρια, αποκαλύπτει τα όρια του ρόλου της ως “προστάτη” συμμάχων όταν απέναντι βρίσκεται μια αποφασισμένη Ουάσιγκτον. Σε αυτό το πρίσμα, αναλύσεις όπως του Atlantic Council ερμηνεύουν το επεισόδιο ως ένδειξη ρωσικής αδυναμίας να αποτρέψει μια αμερικανική επιχείρηση υψηλού συμβολισμού στην “πίσω αυλή” των ΗΠΑ.
    Η Κίνα, αντίθετα, επέλεξε μια πολύ πιο μετωπική διπλωματική στάση, ακριβώς επειδή το κόστος του προηγούμενου ακουμπά τον πυρήνα της κινεζικής στρατηγικής: κυριαρχία, μη επέμβαση, και απόρριψη της νομιμοποίησης που αντλούν οι ΗΠΑ από τη μονομερή χρήση ισχύος. Το κινεζικό ΥΠΕΞ μίλησε για “κατάφωρη χρήση βίας” που παραβιάζει το διεθνές δίκαιο και απειλεί την ειρήνη στη Λατινική Αμερική/Καραϊβική.
    Παράλληλα, σύμφωνα με το Reuters, ο υπουργός Εξωτερικών Γουάνγκ Γι χρησιμοποίησε τη διατύπωση ότι το Πεκίνο δεν αποδέχεται “καμία χώρα ως παγκόσμιο δικαστή”, ενώ στον ΟΗΕ η κινεζική αντιπροσωπεία προειδοποίησε ότι “τα μαθήματα της ιστορίας” δείχνουν πως η αδιάκριτη χρήση βίας γεννά μεγαλύτερες κρίσεις.
    Για την Κίνα, λοιπόν, η υπόθεση Μαδούρο δεν είναι μόνο Λατινική Αμερική: είναι και η μάχη για το ποιος ορίζει το “νόμιμο” και το “παράνομο” σε έναν κόσμο μεγάλων ανταγωνισμών.

    Το Συμβούλιο Ασφαλείας στη Νέα Υόρκη έγινε το κύριο θέατρο αυτής της σύγκρουσης αφηγημάτων. Η συνεδρίαση πραγματοποιήθηκε σε κλίμα οξείας αντιπαράθεσης, με την καταγγελία περί παραβίασης του Χάρτη του ΟΗΕ να επανέρχεται στο κέντρο.
    Ιδιαίτερο βάρος έχει πως σύμφωνα με την κάλυψη του Al Jazeera ακόμη και σύμμαχοι των ΗΠΑ, όπως η Δανία, εξέφρασαν ενστάσεις για τη νομιμότητα, ενώ ο Αμερικανός πρέσβης στον ΟΗΕ περιέγραψε την επιχείρηση ως “surgical law enforcement operation”.
    Σε επίπεδο διεθνούς δικαίου, το πρόβλημα είναι δομικό: χωρίς εντολή του Συμβουλίου Ασφαλείας και χωρίς κλασικό σενάριο αυτοάμυνας, η χρήση βίας σε έδαφος κυρίαρχου κράτους δύσκολα “κουμπώνει” σε νομικές εξαιρέσεις. Η Chatham House ήταν από τους πιο κατηγορηματικούς θεσμικούς σχολιαστές, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχει δικαιολόγηση και ότι πρόκειται για σαφή παραβίαση κυριαρχίας και Χάρτη.
    Ταυτόχρονα, ο ελληνικός σχολιασμός κινήθηκε στο ίδιο μοτίβο: ο Κώστας Υφαντής σημείωσε ότι “η απαγωγή Μαδούρο ξεκάθαρα παραβιάζει το διεθνές δίκαιο”, ενώ ο Κώστας Τσαρούχας υπενθύμισε την ιστορική αναλογία με τη σύλληψη Νοριέγκα (1989), υπογραμμίζοντας ότι τέτοιες πρακτικές έχουν προηγούμενο στην αμερικανική πολιτική.
    Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι θα κάνει ο Τραμπ από εδώ και πέρα αλλά και τι μπορεί να αντέξει το διεθνές σύστημα χωρίς να “κανονικοποιήσει” την εξαίρεση.
    Πρώτον, στο επίπεδο διακυβέρνησης, το ίδιο το Reuters καταγράφει ότι ο Τραμπ θεωρεί ανέφικτο ένα άμεσο εκλογικό χρονοδιάγραμμα και μιλά για “επιδιόρθωση” της χώρας πριν από εκλογές, την ώρα που η Ουάσιγκτον εμφανίζεται να συζητά, έστω πραγματιστικά, με τμήματα του υπάρχοντος κρατικού πυρήνα στο Καράκας.
    Αυτό προδιαγράφει ένα μοντέλο “ελεγχόμενης μετάβασης” όπου το βασικό ζητούμενο δεν είναι μόνο η αλλαγή ηγεσίας, αλλά η διατήρηση τάξης, η ασφάλεια ενεργειακών υποδομών και η διαπραγμάτευση νέων όρων πρόσβασης στο πετρέλαιο. Εδώ πατά και η ενεργειακή διάσταση: ο Τραμπ έχει μιλήσει ανοιχτά για επιστροφή αμερικανικών εταιρειών και για ανοικοδόμηση υποδομών, όμως ειδικοί επισημαίνουν ότι τα οφέλη ενός τέτοιου σχεδίου δεν είναι άμεσα ούτε αυτόματα, λόγω τεχνικής απαξίωσης και θεσμικού ρίσκου.
    Δεύτερον, στο εσωτερικό των ΗΠΑ, το πολιτικό ρίσκο είναι να μετατραπεί ένα “χειρουργικό” αφήγημα σε παρατεταμένη εμπλοκή. Ρεπουμπλικανοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει κατοχή και ότι δεν πρόκειται για nation-building, ενώ αναμένεται θεσμική σύγκρουση γύρω από την εξουσιοδότηση χρήσης βίας (War Powers), με σχετική ψηφοφορία να προαναγγέλλεται.
    Τρίτον, στο διεθνές επίπεδο, ο Τραμπ φαίνεται να αξιοποιεί το επεισόδιο ως σήμα αποφασιστικότητας: προς τους περιφερειακούς παίκτες της Καραϊβικής και της Λατινικής Αμερικής στο όνομα της “αντιναρκωτικής” ασφάλειας, αλλά και προς μεγάλους ανταγωνιστές ως υπενθύμιση ότι οι ΗΠΑ είναι διατεθειμένες να επιβάλουν de facto σφαίρες επιρροής.
    Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει διττό: αν αυτό λειτουργεί ως αποτροπή, ή αν, αντίθετα, ανοίγει τον δρόμο ώστε άλλες δυνάμεις να επικαλεστούν ανάλογη λογική “σύλληψης” ή “προληπτικής δράσης” σε δικά τους μέτωπα.

  • Κίνα: «Καμία χώρα δεν μπορεί να δρα ως παγκόσμια αστυνομία»

    Κίνα: «Καμία χώρα δεν μπορεί να δρα ως παγκόσμια αστυνομία»

    Ο Κινέζος υπουργός Εξωτερικών Γουάνγκ Γι δήλωσε ότι το Πεκίνο δεν μπορεί να δεχθεί καμία χώρα που δρα ως «παγκόσμιος αστυνομικός» ή που αξιώνει να είναι «ο δικαστής του κόσμου», μιλώντας την Κυριακή (4/1) στο Πεκίνο με τον Πακιστανό ομόλογό του, Ισάκ Νταρ. Αναφέρθηκε στις «αιφνίδιες εξελίξεις στη Βενεζουέλα», χωρίς να κατονομάσει άμεσα τις ΗΠΑ.

    «Ποτέ δεν πιστέψαμε πως μπορεί η οποιαδήποτε χώρα να δρα ως παγκόσμια αστυνομία, ούτε αποδεχόμαστε πως οποιοδήποτε έθνος μπορεί να διεκδικήσει ρόλο του παγκόσμιου δικαστή» δήλωσε χαρακτηριστικά.

    «Η κυριαρχία και η ασφάλεια όλων των χωρών πρέπει να προστατεύονται πλήρως βάσει του διεθνούς δικαίου», πρόσθεσε ο επικεφαλής της κινεζικής διπλωματίας, στις πρώτες του δηλώσεις μετά τις εικόνες που σόκαραν τους Βενεζουελάνους το Σάββατο, στις οποίες ο 63χρονος Μαδούρο εμφανίζεται με δεμένα τα μάτια και χειροπέδες.

    «Ήταν μεγάλο πλήγμα για την Κίνα· θέλαμε να φαινόμαστε ως αξιόπιστος φίλος της Βενεζουέλας», δήλωσε Κινέζος κυβερνητικός αξιωματούχος, που είχε ενημερωθεί για συνάντηση του Μαδούρο με τον ειδικό εκπρόσωπο της Κίνας για θέματα Λατινικής Αμερικής και Καραϊβικής, Τσιου Σιαοτσί, λίγες ώρες πριν από τη σύλληψή του.

    Η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου έχει προσφέρει στη Βενεζουέλα οικονομική «σανίδα σωτηρίας» από τότε που οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους ενίσχυσαν τις κυρώσεις το 2017, αγοράζοντας αγαθά αξίας περίπου 1,6 δισ. δολαρίων το 2024, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα ετήσια στοιχεία.

    Σχεδόν το ήμισυ των κινεζικών αγορών αφορούσε αργό πετρέλαιο, σύμφωνα με τελωνειακά δεδομένα, ενώ οι κρατικοί πετρελαϊκοί κολοσσοί της Κίνας είχαν επενδύσει περίπου 4,6 δισ. δολάρια στη Βενεζουέλα έως το 2018, σύμφωνα με στοιχεία του αμερικανικού think tank American Enterprise Institute, που παρακολουθεί τις κινεζικές εταιρικές επενδύσεις στο εξωτερικό.

  • Στο δικαστήριο οδηγείται σήμερα ο Μαδούρο και η σύζυγός του

    Στο δικαστήριο οδηγείται σήμερα ο Μαδούρο και η σύζυγός του

    Στο ομοσπονδιακό δικαστήριο της Νότιας Περιφέρειας της Νέας Υόρκης, στο Μανχάταν, αναμένεται να οδηγηθούν εντός της ημέρας ο Νικολάς Μαδούρο και η σύζυγός του Σίλια Φλόρες, σηματοδοτώντας την πρώτη δημόσια δικαστική τους εμφάνιση μετά την απαγωγή τους από αμερικανικές δυνάμεις και τη μεταφορά τους στις ΗΠΑ.

    Οι αμερικανικές αρχές αποδίδουν στον πρώην πρόεδρο της Βενεζουέλας και στην πρώτη κυρία βαριές κατηγορίες που αφορούν ναρκοτρομοκρατία, διακίνηση κοκαΐνης και παραβάσεις της νομοθεσίας περί όπλων.

    Ο Μαδούρο θα ενημερωθεί εκεί επίσημα για τις κατηγορίες που τον βαραίνουν.

    Σε πολιτικό επίπεδο, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι η Ουάσιγκτον προτίθεται να αναλάβει μεταβατικό ρόλο στη διακυβέρνηση της Βενεζουέλας, με ιδιαίτερη έμφαση στη διαχείριση των πετρελαϊκών της αποθεμάτων.

    Την ίδια στιγμή, καθήκοντα προσωρινής ηγεσίας στη χώρα ανέλαβε η μέχρι πρότινος αντιπρόεδρος Ντέλσι Ροντρίγκες, η οποία σε μήνυμά της έκανε λόγο για δικαίωμα του λαού «στην ειρήνη, την ανάπτυξη και την κυριαρχία».

  • Τσίπρας για Βενεζουέλα: «Δεν είναι η δημοκρατία ο στόχος, αλλά το πετρέλαιο»

    Τσίπρας για Βενεζουέλα: «Δεν είναι η δημοκρατία ο στόχος, αλλά το πετρέλαιο»

    Ο Αλέξης Τσίπρας χαρακτηρίζει τις εξελίξεις στη Βενεζουέλα «ωμή παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου», αναφερόμενος τόσο στη στρατιωτική επίθεση των ΗΠΑ όσο και στη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο, την οποία περιγράφει ως «απαγωγή». Υποστηρίζει ότι μια τέτοια ενέργεια εις βάρος επικεφαλής κυρίαρχου κράτους συνιστά επικίνδυνο προηγούμενο, που μπορεί να ενθαρρύνει αναθεωρητικές δυνάμεις να επιδιώκουν τους στόχους τους μέσω ισχύος.

    «Δεν είναι η δημοκρατία ο στόχος, αλλά το πετρέλαιο»

    Στη δήλωσή του, σημειώνει ότι το 2026 «ξεκινάει» με τη σκληρή διαπίστωση πως το διεθνές δίκαιο έχει αντικατασταθεί από το “Δίκαιο του ισχυρού”. Τονίζει επίσης ότι, κατά την εκτίμησή του, η πραγματική επιδίωξη των ΗΠΑ δεν σχετίζεται με την ποιότητα της δημοκρατίας στη Βενεζουέλα, αλλά με τον έλεγχο των “πετρελαϊκών κοιτασμάτων”. Παράλληλα, επιμένει ότι η δημοκρατία δεν κατοχυρώνεται «ούτε με στρατιωτικές επεμβάσεις ούτε με βομβαρδισμούς», αλλά μέσα από τους αγώνες και τις κατακτήσεις των λαών.

    Αιχμές για την Ευρώπη και την «στρατηγική αυτονομία»

    Για την ευρωπαϊκή στάση, ο πρώην πρωθυπουργός αναφέρει ότι η Ευρώπη «μοιάζει πλέον ανήμπορη να διαδραματίσει ουσιαστικό διεθνή ρόλο». Συνδέει την ανάκτηση αξιοπιστίας της με τη διεκδίκηση «στρατηγικής αυτονομίας», υποστηρίζοντας ότι αυτή προϋποθέτει ρεαλισμό, διπλωματία και σταθερή υπεράσπιση του διεθνούς δικαίου απέναντι «στον κυνισμό της ισχύος».

    Κριτική στην κυβέρνηση και το «δεν είναι η στιγμή…»

    Ο Αλέξης Τσίπρας υποστηρίζει ότι η Ελλάδα «μόνο κινδύνους διατρέχει» όσο η σημερινή κυβέρνηση εγκαταλείπει την «ενεργητική και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική» και επιμένει, όπως λέει, στη γραμμή του «πρόθυμου για όλα συμμάχου» που «δικαιολογεί τα αδικαιολόγητα» αναζητώντας εύνοια από «προστάτες». Κλείνοντας, θέτει ως προβληματισμό το τι θα σήμαινε για την Ελλάδα ή την Κύπρο αν άλλες χώρες επικαλούνταν σε βάρος τους τη φράση: «Δεν είναι η στιγμή να σχολιάσουμε τη νομιμότητα των πρόσφατων ενεργειών…».

  • Τραμπ: «Οι ΗΠΑ θα διοικήσουν τη Βενεζουέλα»

    Τραμπ: «Οι ΗΠΑ θα διοικήσουν τη Βενεζουέλα»

    Σε συνέντευξη Τύπου στον Λευκό Οίκο, ο Ντόναλντ Τραμπ αναφέρθηκε στις εξελίξεις στη Βενεζουέλα μετά τους βομβαρδισμούς και τη σύλληψη του προέδρου Νικολάς Μαδούρο. Όπως είπε, η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε «υπό τη δική μου καθοδήγηση» και παρουσιάστηκε ως συνδυασμός δράσης «αέρα, ξηράς και θάλασσας», ενώ υποστήριξε ότι οι αμερικανικές δυνάμεις «συνέλαβαν επιτυχώς τον Μαδούρο στα σκοτάδια της νύχτας». CBS News+1

    Ο Αμερικανός πρόεδρος περιέγραψε εικόνες από την πρωτεύουσα, λέγοντας ότι «τα φώτα του Καράκας είχαν σε μεγάλο βαθμό σβήσει» και χαρακτήρισε το περιβάλλον «σκοτεινό και θανατηφόρο». Παράλληλα, ανέφερε ότι ο Μαδούρο και η σύζυγός του θα αντιμετωπίσουν τη Δικαιοσύνη στις Ηνωμένες Πολιτείες.

    Απειλή δεύτερου κύματος και μήνυμα ισχύος

    Ο Τραμπ σημείωσε ότι οι ΗΠΑ είναι «έτοιμες να εξαπολύσουν δεύτερη και πολύ μεγαλύτερη επίθεση, αν χρειαστεί», προσθέτοντας πως υπήρχε εκτίμηση για ανάγκη δεύτερου κύματος, αλλά η πρώτη επιχείρηση παρουσιάστηκε ως τόσο αποτελεσματική ώστε «πιθανότατα δεν θα χρειαστεί». «Είμαστε όμως προετοιμασμένοι… για ένα πολύ μεγαλύτερο κύμα», προειδοποίησε.

    Στο ίδιο πλαίσιο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ εξαπέλυσε επίθεση κατά του Μαδούρο, υποστηρίζοντας ότι «δεν θα μπορέσει ποτέ ξανά να απειλήσει έναν Αμερικανό πολίτη», ενώ επανέλαβε καταγγελίες περί αποστολής εγκληματικών στοιχείων στις ΗΠΑ και έκανε αναφορά σε «βαρόνους των ναρκωτικών» και «εμπόρους ναρκωτικών».

    «Θα διοικούμε τη χώρα» και σχέδιο για πετρελαϊκές εταιρείες

    Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η δήλωση Τραμπ ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα «διοικούν» τη Βενεζουέλα μέχρι να υπάρξει «ασφαλής, κατάλληλη και συνετή μετάβαση». Όπως είπε, «θα διοικούμε τη χώρα μέχρι τη στιγμή που θα μπορέσουμε να υλοποιήσουμε μια ασφαλή, κατάλληλη και συνετή μετάβαση», επαναλαμβάνοντας τη θέση αυτή.

    Ο ίδιος υποστήριξε ότι θα σταλούν «οι πολύ μεγάλες αμερικανικές εταιρείες πετρελαίου» στη Βενεζουέλα για να επενδύσουν, να αποκαταστήσουν τις «σοβαρά κατεστραμμένες» υποδομές και να ξεκινήσουν, όπως είπε, να αποφέρουν κέρδη για τη χώρα. Παράλληλα, διευκρίνισε ότι το αμερικανικό εμπάργκο στο πετρέλαιο της Βενεζουέλας παραμένει σε ισχύ.

    Αναφορά στο Δόγμα Μονρόε και το μήνυμα «ελευθερίας»

    Ο Τραμπ συνέδεσε τις εξελίξεις με το «Δόγμα Μονρόε», λέγοντας ότι η «αμερικανική κυριαρχία στο Δυτικό Ημισφαίριο δεν θα αμφισβητηθεί ποτέ ξανά», ενώ έκλεισε δηλώνοντας πως «ο λαός της Βενεζουέλας είναι και πάλι ελεύθερος» και ότι οι ΗΠΑ είναι «σήμερα ένα πιο ασφαλές έθνος»