Η κλιματική αλλαγή μπορεί να μην συνιστά ακόμη συστημική απειλή, αλλά «τείνει να γίνει» αν δεν ληφθούν έγκαιρα τα κατάλληλα μέτρα μετάβασης και προσαρμογής, προειδοποίησε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας στο 2ο Διεθνές Συνέδριο του ΤΜΕΔΕ με τίτλο «Redefining the Future Horizons: Σχεδιάζοντας τις βιώσιμες στρατηγικές του αύριο», το οποίο τελεί υπό την αιγίδα της ΤτΕ και του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας.
Ο κ. Στουρνάρας αναφέρθηκε εκτενώς στις φυσικές καταστροφές και στα πολλαπλά τους αποτυπώματα στην οικονομία, υπενθυμίζοντας ότι φαινόμενα όπως η κακοκαιρία «Daniel» στη Θεσσαλία δεν πλήττουν μόνο νοικοκυριά και επιχειρήσεις, αλλά επιβαρύνουν και το τραπεζικό σύστημα μέσω της αύξησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Τόνισε ότι ο ευρωπαϊκός Νότος και ειδικότερα η λεκάνη της Μεσογείου αντιμετωπίζουν δυσανάλογα υψηλό κλιματικό κίνδυνο, όπως καταδεικνύουν όλες οι σχετικές μελέτες.
Παράλληλα, χαρακτήρισε «θαύμα» όσα έχουν επιτευχθεί μέχρι σήμερα σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, επισημαίνοντας ότι η χώρα έχει διανύσει τεράστια απόσταση σε σχέση με την περίοδο της κρίσης, όταν τα δίδυμα ελλείμματα –δημοσιονομικό και εξωτερικό– είχαν εκτοξευθεί στο 15% του ΑΕΠ.
Πράσινη μετάβαση, επενδύσεις και ρόλος των κεντρικών τραπεζών
Σε ό,τι αφορά την πράσινη μετάβαση, ο διοικητής της ΤτΕ υπογράμμισε ότι μόνο για την ενεργειακή μετάβαση –ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αποθήκευση, δίκτυα– η Ευρωπαϊκή Ένωση θα χρειαστεί πρόσθετες επενδύσεις της τάξης του 3–3,5% του ΑΕΠ ετησίως μέχρι το 2030, δηλαδή περίπου 500–550 δισ. ευρώ τον χρόνο. Αναγνώρισε ότι το ευρωπαϊκό πλαίσιο, συμπεριλαμβανομένου του Ταμείου Ανάκαμψης (RRF), έχει συμβάλει σημαντικά μέχρι σήμερα, ωστόσο υπογράμμισε ότι πλέον «είναι αναγκαία η ουσιαστική κινητοποίηση του ιδιωτικού τομέα», μεταξύ άλλων μέσω της Ένωσης Κεφαλαιαγορών, ώστε να καλυφθεί το επενδυτικό κενό.
Αναφερόμενος στον ρόλο των κεντρικών τραπεζών, ο κ. Στουρνάρας υπενθύμισε ότι η Τράπεζα της Ελλάδος ήταν από τις πρώτες που δημιούργησαν ειδική μονάδα –σήμερα διεύθυνση κλιματικής αλλαγής– ενσωματώνοντας την κλιματική διάσταση στη στρατηγική της, στις προβλέψεις για πληθωρισμό, ανάπτυξη και απασχόληση, αλλά και στα εργαλεία νομισματικής πολιτικής.
Στο εποπτικό επίπεδο, όπως εξήγησε, πραγματοποιούνται κλιματικά stress tests και διαμορφώνονται σαφείς εποπτικές προσδοκίες ώστε τα τραπεζικά χαρτοφυλάκια να λαμβάνουν υπόψη τόσο τους φυσικούς κινδύνους όσο και τους κινδύνους μετάβασης. Οι επενδύσεις στην προσαρμογή και την ανθεκτικότητα, σημείωσε, έχουν «τριπλό μέρισμα»:
προστατεύουν πολίτες και υποδομές από ακραία φαινόμενα, δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας και οικονομική δραστηριότητα και ενισχύουν την κοινωνική συνειδητοποίηση και ετοιμότητα απέναντι στην κλιματική κρίση.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στον κατασκευαστικό κλάδο, τον οποίο χαρακτήρισε κλάδο με «πρώτο λόγο» στην προσαρμογή και την ανθεκτικότητα, μέσω νέων ανθεκτικών υλικών, αντιπλημμυρικών έργων και λύσεων αστικής προσαρμογής (σκίαση, ψυχρά υλικά κ.ά.), υπογραμμίζοντας ότι «όλα περνούν μέσα από τις κατασκευές».
Ασφάλιση φυσικών καταστροφών και το μεγάλο ελληνικό κενό
Ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία της ομιλίας του αφορούσε το ασφαλιστικό κενό στις φυσικές καταστροφές. Ο διοικητής της ΤτΕ ανέφερε ότι στην Ευρώπη ασφαλίζεται περίπου το 25% των ζημιών από φυσικές καταστροφές, ενώ στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόλις 4%, γεγονός που αποτυπώνει ένα πολύ μεγάλο κενό κάλυψης κινδύνων.
Τόνισε ότι «τίποτε δεν μπορεί να βασιστεί μόνο στο κράτος ή μόνο στην αγορά» και ότι απαιτούνται συνέργειες δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, αλλά και μεγαλύτερη κουλτούρα αποταμίευσης και ασφάλισης από την πλευρά πολιτών και επιχειρήσεων. Στο πλαίσιο αυτό, η ενίσχυση των ασφαλιστικών εργαλείων για φυσικές καταστροφές αποτελεί, όπως ανέδειξε, προϋπόθεση για μια πιο ανθεκτική οικονομία και κοινωνία.
«Θαύμα» η πρόοδος της ελληνικής οικονομίας – πληθωρισμός και σταθερότητα
Μιλώντας πιο συνολικά για την ελληνική οικονομία, ο Γιάννης Στουρνάρας σημείωσε ότι είναι «θαύμα όσα έχουμε πετύχει μέχρι σήμερα στην ανάπτυξη στην Ελλάδα». Παραδέχθηκε ότι πολλοί πολίτες συνεχίζουν να δυσκολεύονται, αλλά υπογράμμισε πως η χώρα έχει προχωρήσει πολύ μακριά από το χείλος της καταστροφής: «Πριν από 10 χρόνια φτάσαμε στο όριο της καταστροφής. Σήμερα είμαστε εδώ και πάμε καλά. Και το λέω μετά λόγου γνώσεως. Οι ξένοι δεν είναι κουτοί που μας θεωρούν success story».
Επισήμανε ότι το επίπεδο ευημερίας του 2009 ήταν σε μεγάλο βαθμό “πλαστό”, καθώς στηριζόταν σε μη βιώσιμες ανισορροπίες. Σε όρους ισοδύναμης αγοραστικής δύναμης, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας έχει αυξηθεί από το 62% του ευρωπαϊκού μέσου όρου το 2020 στο 70% σήμερα, βελτιούμενο με ρυθμό 1–1,5% ετησίως.
Ως βασικούς μοχλούς ανάπτυξης ανέδειξε τις επενδύσεις, οι οποίες αυξήθηκαν από περίπου 11% του ΑΕΠ το 2019 σε 17% σήμερα, καθώς και τις μεταρρυθμίσεις σε κρίσιμους τομείς, όπως η μείωση της γραφειοκρατίας, η επιτάχυνση της δικαιοσύνης, η αντιμετώπιση του δημογραφικού και η γεφύρωση του χάσματος δεξιοτήτων στην αγορά εργασίας.
Για τον πληθωρισμό, σημείωσε ότι η Ελλάδα εμφανίζει υψηλότερο ρυθμό από την Ευρωζώνη, λόγω υπερβάλλουσας ζήτησης, η οποία τροφοδοτείται από τον πολύ ισχυρό τουρισμό –«40 εκατ. επισκέπτες σε χώρα 10 εκατ. κατοίκων»– και από ανεπαρκή ανταγωνισμό σε ορισμένες αγορές, που επιτρέπει στις τιμές να παραμένουν υψηλές ακόμη και όταν πέφτουν οι διεθνείς τιμές πρώτων υλών. Επανέλαβε ότι η ενίσχυση του ανταγωνισμού και η είσοδος περισσότερων επιχειρήσεων είναι καθοριστικής σημασίας για τη συγκράτηση των τιμών.
Τέλος, υπογράμμισε τον καθοριστικό ρόλο της πολιτικής σταθερότητας, σημειώνοντας ότι αυτή επέτρεψε στις κυβερνήσεις να λάβουν δύσκολες αλλά αναγκαίες αποφάσεις, βγάζοντας τη χώρα από την κρίση. Προειδοποίησε ότι ένα περιβάλλον παρατεταμένης αστάθειας, όπως παρατηρείται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, θα μπορούσε να υπονομεύσει τόσο την οικονομική πρόοδο όσο και την ικανότητα αντιμετώπισης των μεγάλων προκλήσεων, με πρώτη την κλιματική αλλαγή και την κλιματική κρίση.