Tag: Γιάννης Στουρνάρας

  • Στουρνάρας στο Reuters για Ιράν και επιπτώσεις στην οικονομία

    Στουρνάρας στο Reuters για Ιράν και επιπτώσεις στην οικονομία

    Την ανάγκη η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να διατηρήσει ανοιχτές τις επιλογές της στον καθορισμό των επιτοκίων, εν μέσω της σύγκρουσης με το Ιράν, υπογράμμισε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας στο Reuters την Τρίτη. Όπως σημείωσε, οι επιπτώσεις, ακόμη και στο μέτωπο του πληθωρισμού, θα εξαρτηθούν πρωτίστως από τη διάρκεια και το βάθος της ένοπλης αντιπαράθεσης.

    Πληθωρισμός, ανάπτυξη και ακριβότερη ενέργεια

    Ο πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ κατά του Ιράν, ο οποίος επεκτείνεται και σε άλλες χώρες της περιοχής, εκτιμάται ότι μπορεί να ενισχύσει πληθωριστικές πιέσεις και να πλήξει την ήδη ασθενή ευρωπαϊκή ανάπτυξη, καθώς η ενέργεια γίνεται ακριβότερη και ενδέχεται να υπάρξουν διαταραχές στην προμήθεια και άλλων χημικών ουσιών. Ο κ. Στουρνάρας τόνισε ότι μια παρατεταμένη σύγκρουση θα ωθούσε τον πληθωρισμό υψηλότερα, αλλά υπογράμμισε πως είναι πολύ νωρίς για ασφαλή συμπεράσματα.

    «Δεν αποκλείω κανένα από τα δύο»

    Σε τηλεφωνική συνέντευξη, ο διοικητής της ΤτΕ περιέγραψε δύο πιθανά σενάρια, επιμένοντας ότι δεν υπάρχει ακόμη ορατότητα: «Εάν οι διαπραγματεύσεις ξεκινήσουν αύριο, θα υπάρξει αποκλιμάκωση… Εάν συνεχιστεί, θα υπάρξει ανοδική πίεση στον πληθωρισμό. Δεν αποκλείω κανένα από τα δύο. Επομένως, θα πρέπει να δείξουμε ευελιξία». Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρθηκαν δημόσιες εκτιμήσεις για τη διάρκεια της σύγκρουσης, με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου να δηλώνει ότι «δεν πρόκειται να διαρκέσει χρόνια» και τον Ντόναλντ Τραμπ να έχει αρχικά μιλήσει για τέσσερις έως πέντε εβδομάδες, πριν επιχειρήσει να δικαιολογήσει ευρύτερη κλιμάκωση.

    «Ψυχραιμία» τώρα και στενή παρακολούθηση

    Προς το παρόν, ο Γιάννης Στουρνάρας εισηγείται ψυχραιμία και στενή παρακολούθηση των εξελίξεων, σημειώνοντας ότι «Ο αντίκτυπός της στον πληθωρισμό και την παραγωγή εξαρτάται από τη διάρκεια και το βάθος της ένοπλης σύγκρουσης». Κατά την άποψή του, «Καθώς δεν έχουμε ορατότητα για κανέναν από τους δύο… δεν πρέπει να βιαστούμε να αλλάξουμε καμία από τις παραμέτρους της νομισματικής πολιτικής τώρα, αλλά να είμαστε σε εγρήγορση». Περιέγραψε, τέλος, την κρίση ως «ένα ακόμη σοβαρό σοκ από την πλευρά της προσφοράς» για την οικονομία της ευρωζώνης, που έχει ήδη επιβαρυνθεί από το ενεργειακό σοκ μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022 και από τους αμερικανικούς εμπορικούς δασμούς πέρυσι.

  • Στουρνάρας: Δεν οφείλεται στη ναυτιλία η ανάπτυξη της χώρας

    Στουρνάρας: Δεν οφείλεται στη ναυτιλία η ανάπτυξη της χώρας

    Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, ξεκαθάρισε σε συνέντευξή του στο Politico ότι η ισχυρή οικονομική πορεία της Ελλάδας δεν στηρίζεται στην εξυπηρέτηση της ρωσικής πετρελαϊκής βιομηχανίας από τη ναυτιλία. Με αυτή τη θέση απάντησε στις αιτιάσεις ότι η Αθήνα υπερασπίζεται πρωτίστως τα εθνικά οικονομικά της συμφέροντα, εμποδίζοντας την Ευρωπαϊκή Ένωση να προχωρήσει σε απαγόρευση υπηρεσιών προς πλοία που μεταφέρουν ρωσικό αργό.

    Το πλαίσιο των ευρωπαϊκών κυρώσεων και οι ενστάσεις

    Η συγκεκριμένη απαγόρευση βρίσκεται στο επίκεντρο του τελευταίου σχεδίου κυρώσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά της ρωσικής πολεμικής οικονομίας, ενώ ο πόλεμος στην Ουκρανία πλησιάζει τα τέσσερα χρόνια. Στις Βρυξέλλες, σύμφωνα με το δημοσίευμα, η Ελλάδα και η Μάλτα εμφανίζονται ως οι βασικές χώρες που προβάλλουν αντιρρήσεις για την πλήρη απαγόρευση θαλάσσιας εξυπηρέτησης, την ώρα που καταβάλλεται προσπάθεια να υπάρξει συμφωνία πριν από την επίσημη παρουσίαση του πακέτου. Την ίδια στιγμή, αναφέρεται ότι η Ουγγαρία σχεδιάζει να μπλοκάρει την έγκριση του 20ού πακέτου κυρώσεων εξαιτίας της διακοπής των παραδόσεων ρωσικού πετρελαίου μέσω του αγωγού Droujba.

    Η θέση για την ελληνική οικονομία, τη ναυτιλία και την ανάπτυξη

    Ο Γιάννης Στουρνάρας υπογράμμισε ότι, παρότι ο ναυτιλιακός τομέας εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει περίπου το 7% του ΑΕΠ, η ναυτιλία -και πολύ περισσότερο η ναυτιλία που σχετίζεται με τη Ρωσία- δεν αποτελεί τον παράγοντα που εξηγεί την ανάπτυξη της χώρας. Όπως είπε, «δεν είναι όπως στο παρελθόν. Δεν είναι μόνο ο τουρισμός και η ναυτιλία», επισημαίνοντας παράλληλα ότι η κυβέρνηση έχει στηρίξει πλήρως τη γραμμή των Βρυξελλών στο ουκρανικό.

    Έδωσε, επίσης, έμφαση στη μεταβλητότητα των ναυτιλιακών εσόδων, σημειώνοντας ότι μετά την ισχυρή ανάκαμψη μετά την πανδημία, αυτά μειώθηκαν περίπου 13% το 2023, παρέμειναν σε γενικές γραμμές σταθερά το 2024 και αναμένεται να υποχωρήσουν περίπου 15% το 2025. Κατά τον ίδιο, η πορεία αυτή αποκλίνει σαφώς από τη συνολική αναπτυξιακή επίδοση της Ελλάδας, για την οποία η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει ανάπτυξη 2,1% φέτος. Ως ένδειξη μιας πιο διαφοροποιημένης οικονομίας, ανέφερε και τη σημαντική ενίσχυση του φαρμακευτικού τομέα, ο οποίος καλύπτει περίπου το 10% των φαρμάκων της Ευρώπης.

    Οι αντιδράσεις, τα επιχειρήματα της Αθήνας και οι προοπτικές

    Στο παρασκήνιο της συζήτησης, υπενθυμίζεται ότι ευρωβουλευτές έχουν κατά το παρελθόν ζητήσει από την ελληνική κυβέρνηση αυστηρότερα μέτρα απέναντι σε Έλληνες εφοπλιστές που φέρονται να επωφελήθηκαν από πωλήσεις παλαιότερων δεξαμενόπλοιων σε ρωσικά σχήματα. Η Αθήνα, από την πλευρά της, έχει διαμηνύσει ότι τηρεί τις κυρώσεις, χωρίς όμως να συμφωνεί πλήρως με πλευρές του υπό διαμόρφωση 20ού πακέτου. Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές που επικαλείται το δημοσίευμα, η ελληνική θέση είναι ότι μια πλήρης απαγόρευση στις θαλάσσιες μεταφορές θα ευνοούσε ινδικές και κινεζικές ναυτιλιακές εταιρείες εις βάρος της Ευρώπης, ενώ ενδέχεται να οδηγήσει και σε υψηλότερες τιμές πετρελαίου, άρα τελικά σε ενίσχυση των ρωσικών εσόδων.

    Παρά τα παραπάνω, ο κ. Στουρνάρας εμφανίζεται καθησυχαστικός για τις εθνικές οικονομικές προοπτικές, τονίζοντας ότι οι τρέχουσες και μελλοντικές ρωσικές κυρώσεις δεν συνιστούν σοβαρό κίνδυνο για την Ελλάδα. Εκτιμά ότι η ανάπτυξη θα συνεχίσει να στηρίζεται κυρίως στην εγχώρια ζήτηση, στις επενδυτικές δαπάνες και στην ιδιωτική κατανάλωση, ενώ προβλέπει ρυθμό περίπου 2% και για το 2027-2028, επίδοση που θα κρατούσε τη χώρα πάνω από μεγάλο μέρος της ευρωζώνης, σε μια πορεία που προβάλλεται ως μία από τις σημαντικότερες ανακάμψεις μετά την ελληνική κρίση χρέους.

  • Στουρνάρας: «Έχουμε όλοι συνειδητοποιήσει πόσο σημαντικά είναι τα ευρωομόλογα»

    Στουρνάρας: «Έχουμε όλοι συνειδητοποιήσει πόσο σημαντικά είναι τα ευρωομόλογα»

    Ο διοικητής της Τράπεζα της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, δηλώνει ότι υποστήριζε την ιδέα των ευρωομολόγων πολύ πριν αποκτήσει ευρεία πολιτική απήχηση και πλέον επιχειρεί να πείσει το πιο απαιτητικό ακροατήριο: τη γερμανική κυβέρνηση. Σε συνέντευξή του στο Politico, υποστήριξε ότι «τα επιχειρήματα είναι υπέρ του», καθώς οι αλλεπάλληλες κρίσεις οδήγησαν σε μεγάλη αύξηση του δημόσιου χρέους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, περιορίζοντας τα περιθώρια των προϋπολογισμών απέναντι σε πιέσεις όπως οι εμπορικοί δασμοί των ΗΠΑ, ο πόλεμος της Ρωσία κατά της Ουκρανία και οι απειλές της Κίνα να περιορίσει εξαγωγές κρίσιμων πρώτων υλών.

    Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι τα ευρωομόλογα «δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τα υγιή εθνικά δημοσιονομικά πλαίσια», αλλά επέμεινε πως δεν απαιτούνται νέοι κανόνες ή πρόσθετα όργανα επίβλεψης για να προχωρήσει η ιδέα.

    Το προηγούμενο του Ταμείου Ανάκαμψης και η συζήτηση για τον ηθικό κίνδυνο

    Ως επιτυχημένο προηγούμενο επικαλέστηκε το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας ύψους 800 δισ. ευρώ που συγκροτήθηκε μετά την πανδημία. Όπως είπε, «Κρίσιμο χαρακτηριστικό του ήταν ότι η χρηματοδότηση [από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας] συνδέθηκε με σαφώς προσδιορισμένους ευρωπαϊκούς στόχους, δεσμεύσεις με αυστηρές προθεσμίες, και όρους που προέβλεπαν την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων. Η αρχιτεκτονική αυτή συνέβαλε στην άμβλυνση του ηθικού κινδύνου, ενισχύοντας παράλληλα την αξιοπιστία στις αγορές».

    Ωστόσο, όπως σημειώνεται, οι επικριτές θεωρούν ότι ο ηθικός κίνδυνος δεν εξαφανίστηκε πλήρως. Επικαλούνται, μεταξύ άλλων, το παράδειγμα της Ιταλία, όπου επί κυβέρνησης Giuseppe Conte χρηματοδοτήθηκε μέσω του NGEU το πρόγραμμα «Superbonus», το οποίο –σύμφωνα με την κριτική– επιβάρυνε τον προϋπολογισμό, αναγκάζοντας τη διάδοχό του, Giorgia Meloni, να προχωρήσει σε διορθωτικές κινήσεις τα επόμενα χρόνια.

    Μεταστροφή εντός ΕΚΤ, στήριξη κεντρικών τραπεζών και μήνυμα επενδυτών

    Στο πολιτικό σκέλος, υπογραμμίζεται ότι ο ίδιος εμφανίζεται πλέον να έχει μεγαλύτερη στήριξη εντός της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, καθώς –όπως αναφέρεται– έχει λήξει μια 15ετής αντιπαράθεση για την ανάγκη ενός «κοινού ευρωπαϊκού, υψηλής ρευστότητας, ασφαλούς περιουσιακού στοιχείου αναφοράς» για το σύνολο της ζώνης του ευρώ, δηλαδή ενός ευρωομολόγου. Στο ίδιο αφήγημα εντάσσεται και η θέση ότι η γερμανική και η ολλανδική κεντρική τράπεζα έχουν μετακινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ απηύθυνε κάλεσμα συσπείρωσης στους ηγέτες της ΕΕ σε άτυπη σύνοδο στις αρχές του μήνα, με τον Στουρνάρα να τονίζει ότι «ήρθε η ώρα να συμπράξουν και οι κυβερνήσεις».

    Ο ίδιος χαρακτήρισε το τρέχον περιβάλλον «κάλεσμα αφύπνισης» και μίλησε για «ελπιδοφόρα» πολιτική δυναμική, παραδεχόμενος πάντως ότι η αισιοδοξία του συναντά αντίσταση από τον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς. «Ανησυχώ» είπε για τη συνεχιζόμενη γερμανική αντίδραση, για να προσθέσει: «Αλλά θα ήθελα να τους πείσω».

    Στο ιστορικό πλαίσιο της συζήτησης, υπενθυμίζει ότι στο παρελθόν είχε βρεθεί «απομονωμένος» υπέρ της ιδέας, μαζί με Ιταλό συνάδελφό του, ενώ κατά την κρίση χρέους η θέση αυτή συχνά ερμηνευόταν ως “εθνικό συμφέρον” για χώρες του Νότου. «Πριν από μερικά χρόνια, ήμασταν ένα, το πολύ δύο μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου που υποστηρίζαμε τα ευρωομόλογα», είπε, για να συμπληρώσει ότι πλέον «έχουμε όλοι συνειδητοποιήσει πόσο σημαντικά είναι τα ευρωομόλογα». Κατά τον ίδιο, στη μεταστροφή συνέβαλε και το γεγονός ότι οι χώρες του Νότου εμφανίζουν πλέον καλύτερες επιδόσεις, ενώ οι διαφορές αποδόσεων των δεκαετών (spreads) έναντι της Γερμανίας βρίσκονται κάτω από μία ποσοστιαία μονάδα.

    Το πιο ισχυρό επιχείρημα, όπως το διατυπώνει, είναι το σήμα που εκπέμπουν οι επενδυτές: μεγάλο μέρος του ευρωπαϊκού πλεονάσματος τρεχουσών συναλλαγών κατευθύνεται στο εξωτερικό, επειδή «το κρίσιμο ζήτημα είναι η έλλειψη επαρκών ασφαλών περιουσιακών στοιχείων» σε ευρώ, κάτι που –όπως είπε– «είναι ακόμα σημαντικότερο από το ποσοστό απόδοσης».

    Άμυνα, πράσινη μετάβαση, καινοτομία και το στίγμα για οικονομία και επιτόκια

    Ο Στουρνάρας υποστηρίζει ότι η κοινή έκδοση πρέπει να υπηρετεί «σαφώς προσδιορισμένους κοινούς ευρωπαϊκούς σκοπούς» και αναφέρει τρεις βασικές ανάγκες που θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν από κοινού: άμυνα, πράσινη μετάβαση και καινοτομία. Στο ίδιο πλαίσιο, οι υποστηρικτές του κοινού δανεισμού εκτιμούν ότι μια πιο ρευστή αγορά “ασφαλών” περιουσιακών στοιχείων σε ευρώ θα ενίσχυε την ελκυστικότητα της Ευρώπης για το παγκόσμιο κεφάλαιο, ειδικά σε μια περίοδο όπου η αξιοπιστία των περιουσιακών στοιχείων σε δολάριο τίθεται υπό μεγαλύτερη εξέταση. Αυτό, σταδιακά, θα μπορούσε να πιέσει χαμηλότερα το κόστος δανεισμού και επενδύσεων για κράτη, επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

    Χωρίς να εκτιμήσει ποιο ακριβώς ύψος κοινής έκδοσης θα άλλαζε «πραγματικά» τις χρηματοπιστωτικές συνθήκες, σημείωσε ότι απαιτούνται σημαντικά ποσά τόσο βραχυπρόθεσμων όσο και μακροπρόθεσμων εκδόσεων: τα μεν βραχυπρόθεσμα διευκολύνουν την προσωρινή τοποθέτηση κεφαλαίων, τα δε μακροπρόθεσμα λειτουργούν ως τιμή αναφοράς για έργα ιδιωτικού τομέα μεγάλης απόσβεσης, όπως οι υποδομές.

    Τέλος, για την Ευρωζώνη και τον πληθωρισμό, ανέφερε ότι «η οικονομία της ζώνης του ευρώ παραμένει σε καλό σημείο», με τον πληθωρισμό να προβλέπεται ότι θα συγκλίνει προς τον στόχο 2% μεσοπρόθεσμα και την οικονομική δραστηριότητα να δείχνει ανθεκτική. Αναγνώρισε ότι οι κίνδυνοι για ανάπτυξη και πληθωρισμό είναι σε γενικές γραμμές αμφίπλευροι, αλλά έκρινε πως υπάρχει «ελαφρώς μεγαλύτερη» πιθανότητα η επόμενη κίνηση της ΕΚΤ να είναι μείωση επιτοκίων, παρά αύξηση. Και έκλεισε με τη χαρακτηριστική του φράση: «Εκτός αν ο ουρανός πέσει στο κεφάλι μας, μην περιμένετε συναρπαστικές ειδήσεις από τη Φραγκφούρτη φέτος.»

  • Αποκαλύψεις Στουρνάρα για την περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ

    Αποκαλύψεις Στουρνάρα για την περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ

    Ο διοικητής της Τράπεζα της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας στην Ομάδα Αλήθειας, αναφέρθηκε –μεταξύ άλλων– σε πιέσεις που, όπως υποστήριξε, δέχθηκε ο ίδιος και η σύζυγός του την περίοδο διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, με αφορμή την υπόθεση της Τράπεζα Αττικής. Στο ίδιο πλαίσιο, έκανε λόγο για μια φάση «καλής συνεργασίας» με την τότε κυβέρνηση, σημειώνοντας πως αυτή υπήρξε και με τον τότε πρωθυπουργό Αλέξης Τσίπρας, «χάρη και στις προσπάθειες» του Ευκλείδης Τσακαλώτος και του Γιώργος Χουλιαράκης. Όπως είπε, «τον Χουλιαράκη τον έχω σύμβουλο σήμερα. Δεν ξεχνώ. Θυμάμαι όμως πότε ξεκίνησε πάλι η καταιγίδα».

    «Περίεργα πράγματα» στον δανεισμό και η αφαίρεση του “fit and proper”

    Σύμφωνα με τον διοικητή, η βασική ρήξη ήρθε όταν, όπως περιέγραψε, διαπιστώθηκε ότι «στην Τράπεζα Αττικής γίνονταν περίεργα πράγματα σε ό,τι αφορά τον δανεισμό». Ανέφερε ότι αποφασίστηκε να απομακρυνθεί η τότε διοίκηση, μέσω αφαίρεσης του “fit and proper”, με το σκεπτικό ότι υπήρχε υποψία για ακατάλληλες χορηγήσεις δανείων. Τόνισε πως υπήρξε αρχικά συνεννόηση «ανοιχτά και με καλή πίστη» με την κυβέρνηση, επειδή –όπως είπε– υπήρχε τότε ιδιοκτησιακή συμμετοχή μέσω του ΙΚΑ, ως βασικού μετόχου, ενώ η κεντρική τράπεζα είχε τον ρόλο του επόπτη. Περιέγραψε μάλιστα ότι συμφωνήθηκε να υπάρξει νέα διοίκηση, με εκπροσώπους που θα όριζαν ο ίδιος, ο πρωθυπουργός και ο Γιάννης Δραγασάκης, προσθέτοντας χαρακτηριστικά: «Σφίξαμε τα χέρια».

    Η «αλλαγή προσώπων» και η σύγκρουση μετά τη Φρανκφούρτη

    Ο κ. Στουρνάρας περιέγραψε ότι, παρότι είχε προηγηθεί ανάθεση σε headhunter για την επιλογή διοίκησης και είχε υπάρξει συμφωνία, ενημερώθηκε αιφνιδιαστικά για διαφορετικά πρόσωπα. Όπως είπε, πέταξε για Φρανκφούρτη και μόλις προσγειώθηκε είδε «στα sites» ότι αναλαμβάνουν «δύο άτομα άσχετα με όσα είχαμε συμφωνήσει». Ανέφερε ότι επικοινώνησε με τον κ. Τσακαλώτο και τον κ. Δραγασάκη, οι οποίοι –κατά τον ίδιο– του είπαν ότι δεν γνώριζαν, ενώ στη συνέχεια κάλεσε το Μέγαρο Μαξίμου και τελικά μίλησε με τον κ. Τσίπρα, ο οποίος του είπε ότι υπήρξε διαφωνία με την επιλογή. Ο διοικητής είπε ότι απάντησε πως τα προτεινόμενα πρόσωπα δεν μπορούσαν να γίνουν δεκτά, επειδή στο παρελθόν «τούς είχε αφαιρεθεί το “fit and proper”», άρα «ως επόπτες, δεν μπορούσαμε να τα δεχθούμε».

    «Έχει έρθει όλο το κράτος στο γραφείο μου» και το χειροκρότημα στην ΕΚΤ

    Στην πιο φορτισμένη στιγμή της αφήγησής του, ο κ. Στουρνάρας είπε ότι μία ημέρα μετά τη διαφωνία, το ΣΔΟΕ και η Οικονομική Αστυνομία έκαναν έλεγχο στο γραφείο της συζύγου του. Μετέφερε τη φράση που –όπως είπε– άκουσε στο τηλέφωνο: «Έχει έρθει όλο το κράτος στο γραφείο μου — ΣΔΟΕ, Οικονομική Αστυνομία», προσθέτοντας ότι «κατάλαβα ότι δεν ήταν τυχαίο». Περιέγραψε επίσης την αντίδρασή της: «Είμαι πεντακάθαρη. Μη διανοηθείς να κάνεις πίσω», και σημείωσε ότι τότε «βγάλαμε όλη τη διοίκηση της Τράπεζας Αττικής και απαγορεύσαμε να δοθεί οποιοδήποτε δάνειο μέχρι να μπει νέα διοίκηση».

    Όπως είπε, εκεί «κατάλαβα ότι οι επιλογές μου ήταν τρεις: ή συνεχίζω στον δρόμο της αρετής ή παραιτούμαι ή κάνω αυτό που ήθελε η κυβέρνηση», δηλώνοντας ότι επέλεξε το πρώτο, έχοντας στο μυαλό του προηγούμενα παραδείγματα όπως η Τράπεζα Κρήτης. Τέλος, περιέγραψε ότι στην επόμενη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα –ενώ, όπως είπε, είχαν γραφτεί πρωτοσέλιδα και είχε δημοσιευτεί φωτογραφία της συζύγου του στους Financial Times– ο Μάριο Ντράγκι φέρεται να είπε «σηκωθείτε όρθιοι» και να ακολούθησε χειροκρότημα, με το σχόλιο ότι αυτό «ακριβώς σημαίνει ανεξαρτησία κεντρικού τραπεζίτη».

  • Στουρνάρας: «Η ελληνική οικονομία πάει καλά»

    Στουρνάρας: «Η ελληνική οικονομία πάει καλά»

    Την εκτίμηση ότι η πολιτική σταθερότητα αποτελεί το πιο κρίσιμο «άυλο κεφάλαιο» για μια χώρα διατύπωσε ο Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας στο ERTNEWS RADIO 105,8 για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Όπως σημείωσε, το διεθνές περιβάλλον βρίσκεται σε αναταράξεις λόγω δασμών, γεωπολιτικής αβεβαιότητας και εμπορικών συγκρούσεων, άρα «η πολιτική σταθερότητα αποτελεί την προϋπόθεση για όλα τα άλλα». Στο ίδιο πλαίσιο, υποστήριξε ότι η Ελλάδα έχει αφήσει πίσω της την κρίση και ότι «η ελληνική οικονομία πάει καλά», επιμένοντας πως για να συνεχιστεί αυτή η πορεία απαιτείται σταθερό πολιτικό περιβάλλον.

    Αναφερόμενος στη δική του θητεία, ανέφερε ότι «θα ήταν τιμή» για τον ίδιο να προταθεί ανανέωση. Για τη συνολική εικόνα της οικονομίας, κράτησε ισορροπημένο τόνο, λέγοντας ότι «Το τέλειο είναι ο εχθρός του καλού»: κατά την αποτίμησή του η κατάσταση είναι θετική και αναγνωρίζεται ευρύτερα, αλλά υπάρχει περιθώριο βελτίωσης. Τόνισε ότι η προσοχή πρέπει να στραφεί στους πιο ευάλωτους, προσθέτοντας ότι οι κοινωνικές ανισότητες βελτιώνονται χρόνο με τον χρόνο, βάσει στοιχείων της Τράπεζα της Ελλάδος, και υπενθύμισε ότι δεν πρέπει να ξεχνιέται η αφετηρία «δέκα χρόνια πριν».

    Ξεχωριστή αναφορά έκανε στο ψηφιακό ευρώ, λέγοντας ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα το έχει «σχεδόν έτοιμο» και ότι μπορεί να λειτουργήσει ως θωράκιση της ευρωπαϊκής οικονομίας. Παράλληλα, σημείωσε ότι υπάρχουν χρηματοδοτικές δυνατότητες για περαιτέρω βελτιώσεις, αλλά έδωσε έμφαση στο ότι οι μεταρρυθμίσεις είναι σημαντικότερες από τα διαθέσιμα εργαλεία καθαυτά.

    Για την επικείμενη αύξηση του κατώτατου μισθού από 1η Απριλίου, υπογράμμισε ότι, σύμφωνα με μελέτες της ΤτΕ, όσο ενισχύεται η ανάπτυξη και βελτιώνεται η παραγωγικότητα, υπάρχουν «σημαντικές δυνατότητες» να αυξηθούν οι μισθοί, ειδικά στον ιδιωτικό τομέα. Τέλος, σε ό,τι αφορά το Ταμείο Ανάκαμψης που ολοκληρώνεται στο τέλος του 2026, εμφανίστηκε καθησυχαστικός, λέγοντας ότι «δεν θα έχουμε πρόβλημα» και ότι «δεν είναι αλήθεια ότι τελειώνουν τα λεφτά», επιμένοντας πως το καθοριστικό μέγεθος για την επόμενη μέρα είναι το αποτύπωμα των μεταρρυθμίσεων στην ψηφιακή οικονομία, στη μείωση της γραφειοκρατίας και στην εκπαίδευση/κατάρτιση των εργαζομένων, οι οποίες –όπως είπε– θα συνεχίσουν να στηρίζουν την οικονομία.

  • Στουρνάρας: «Εξακολουθούμε να διατηρούμε την αναπτυξιακή δυναμική μας»

    Στουρνάρας: «Εξακολουθούμε να διατηρούμε την αναπτυξιακή δυναμική μας»

    Οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και ο κρίσιμος ρόλος της χρηματοδότησης στην ενίσχυση της παραγωγικότητας τέθηκαν στο επίκεντρο της συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου του ΕΒΕΑ, που πραγματοποιήθηκε χθες παρουσία του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα. Σύμφωνα με ανακοίνωση του επιμελητηρίου, ο κ. Στουρνάρας υπογράμμισε ότι «η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να διατηρεί την αναπτυξιακή δυναμική της», εστιάζοντας στο πώς η σταθερή χρηματοδότηση μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός για πιο διατηρήσιμη ανάπτυξη.

    Ανάπτυξη 2025 και προβλέψεις έως το 2028

    Όπως ανέφερε, ο ρυθμός ανάπτυξης διαμορφώθηκε στο 2% το πρώτο εννεάμηνο του 2025 σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2024, επίδοση που, όπως σημείωσε, ήταν υψηλότερη από τον μέσο ρυθμό της ζώνης του ευρώ (1,5%). Η ώθηση προήλθε κυρίως από την ιδιωτική κατανάλωση και τις καθαρές εξαγωγές, ενώ θετική ήταν και η συμβολή των επενδύσεων, λόγω ενίσχυσης των πάγιων επενδύσεων τόσο σε παραγωγικό εξοπλισμό όσο και σε κατασκευές. Με βάση τις τρέχουσες προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος, «ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ την περίοδο 2025-28 αναμένεται να διαμορφωθεί στο 2,1%», εκτίμηση που, σύμφωνα με την τοποθέτησή του, συνδέεται και με τη συνέχεια των επενδυτικών ροών.

    Επενδύσεις, επενδυτικό κενό και ο ρόλος των τραπεζών

    Ο διοικητής της ΤτΕ στάθηκε στη σταθερή άνοδο των επενδύσεων, επισημαίνοντας ότι η πρόσφατη αναθεώρηση των ετήσιων εθνικολογιστικών στοιχείων για το 2022-24 δείχνει μετατόπιση της σύνθεσης της ανάπτυξης προς τις επενδύσεις. Ενδεικτικά, οι συνολικές επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ εκτιμάται ότι έφθασαν στο 17% το 2025 από 11% το 2019, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως σε υψηλότερες ιδιωτικές επενδύσεις. Μεταπανδημικά, η συμβολή τους στον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης ήταν κατά μέσο όρο 1,9 ποσοστιαίες μονάδες, έναντι 0,3 στη ζώνη του ευρώ, παρότι το επενδυτικό κενό σε σχέση με την ευρωζώνη παραμένει σημαντικό, καθώς εκεί οι επενδύσεις κινούνται περίπου στο 21% του ΑΕΠ.

    Στο ίδιο πλαίσιο, υπογράμμισε ότι η περαιτέρω ενίσχυση των επενδύσεων είναι καθοριστική για την αλλαγή του αναπτυξιακού προτύπου, με έμφαση στην καινοτομία, την παραγωγικότητα, την εξωστρέφεια, αλλά και την αποτελεσματική αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και την υποστήριξη της πράσινης μετάβασης. Παράλληλα, τόνισε ότι η συνεπής δημοσιονομική πορεία, οι μεταρρυθμίσεις και η ενίσχυση της εμπιστοσύνης συνέβαλαν στην άνοδο των επενδύσεων, με ιδιαίτερα θετική επίδραση από την ανάκτηση επενδυτικής βαθμίδας για τα ομόλογα του Δημοσίου το 2023.

    Επιπλέον, ανέφερε ότι η αποτελεσματική εποπτεία του τραπεζικού συστήματος, η μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και η ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας επέτρεψαν στα πιστωτικά ιδρύματα να χρηματοδοτούν πιο ενεργά την οικονομία. Όπως σημείωσε, μέσα στο 2025 η χρηματοδότηση των επιχειρήσεων ενισχύθηκε και το κόστος δανεισμού υποχώρησε σημαντικά, ενώ εκτίμησε ότι οι παράγοντες αυτοί, παρά τη διεθνή αβεβαιότητα, μπορούν να συνεχίσουν να στηρίζουν την επενδυτική δυναμική. Κατά τον ίδιο, η αλληλεξάρτηση ανάπτυξης, δημοσιονομικής σταθερότητας, πιστωτικής επέκτασης, επενδύσεων και προσεκτικής διαχείρισης κινδύνων έχει ήδη αποδώσει θετικά αποτελέσματα και η συνέχισή της αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για μελλοντικά οφέλη.

    Μπρατάκος: Το χρηματοδοτικό «κλειδί» για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις

    Από την πλευρά του, ο πρόεδρος του ΕΒΕΑ Γιάννης Μπρατάκος έθεσε στο επίκεντρο την πρόσβαση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε επενδυτικά εργαλεία, ως προϋπόθεση για την ανθεκτικότητα και τον εκσυγχρονισμό του επιχειρηματικού ιστού. Όπως τόνισε, η οικονομία βρίσκεται σε κρίσιμο μεταβατικό σημείο, καθώς μετά την ανάκτηση διεθνούς αξιοπιστίας και τη δημοσιονομική εξυγίανση, το μεγάλο ζητούμενο είναι η μετατροπή της σταθερότητας σε υψηλή παραγωγικότητα, επενδύσεις και εξωστρέφεια.

    Παρότι, όπως ανέφερε, το τραπεζικό σύστημα έχει βελτιωθεί, «πολλές επιχειρήσεις μένουν εκτός χρηματοδότησης», με βασικά εμπόδια το υψηλό κόστος χρήματος, τα αυστηρά κριτήρια πιστοληπτικής αξιολόγησης και την ανεπαρκή χρηματοοικονομική προετοιμασία. Παράλληλα, επισήμανε ότι για ένα σημαντικό τμήμα επιχειρήσεων το πρόβλημα δεν είναι η βιωσιμότητα ή η προοπτική, αλλά η έλλειψη εργαλείων και καθοδήγησης, ώστε να παρουσιαστεί καθαρά η οικονομική εικόνα, να οργανωθεί αξιόπιστος χρηματοδοτικός φάκελος και να αξιοποιηθούν εναλλακτικές πηγές κεφαλαίων. Ιδίως για τις πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις, υπογράμμισε ότι η πρόσβαση στη χρηματοδότηση είναι καθοριστική, γιατί χωρίς αυτήν ακόμη και υγιείς προσπάθειες δυσκολεύονται να επενδύσουν, να εκσυγχρονιστούν ή να ενταχθούν σε νέες αλυσίδες αξίας.

    Στο κλείσιμό του, ανέδειξε τον ρόλο των τραπεζών όχι μόνο ως μηχανισμού πιστωτικής επέκτασης αλλά ως εταίρου στην αναπτυξιακή διαδικασία, υπογραμμίζοντας ότι η συμβολή της Τράπεζας της Ελλάδος είναι κομβική τόσο στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα όσο και στη διαμόρφωση πλαισίου που κατευθύνει πόρους προς παραγωγικές και βιώσιμες επιχειρήσεις. «Πάγια θέση του ΕΒΕΑ είναι ότι η ισχυρή και βιώσιμη ανάπτυξη προϋποθέτει ισχυρές, υγιείς και χρηματοδοτούμενες επιχειρήσεις», σημείωσε, προσθέτοντας ότι ζητούμενο δεν είναι η επιστροφή σε πρακτικές του παρελθόντος, αλλά συνθήκες που ευνοούν τη συνέπεια, τη διαφάνεια, τη συνεργασία και τη μακροπρόθεσμη προοπτική.

  • Στουρνάρας: «Ανάπτυξη με επενδύσεις – Όχι μόνο με κατανάλωση»

    Στουρνάρας: «Ανάπτυξη με επενδύσεις – Όχι μόνο με κατανάλωση»

    Την ανάγκη η ανάπτυξη να στηριχθεί σε πιο ανθεκτικές βάσεις έθεσε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας χθες, Πέμπτη, στο Ελληνικό Ινστιτούτο Εξυπηρέτησης Πελατών. Όπως ανέφερε, η ανάπτυξη «δεν πρέπει και δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στην κατανάλωση», υπογραμμίζοντας ότι το αναπτυξιακό μοντέλο χρειάζεται να μετατοπιστεί από την κατανάλωση προς τις επενδύσεις.

    Προβλέψεις ΤτΕ για ΑΕΠ, κατανάλωση και επενδύσεις

    Με βάση τις εκτιμήσεις της ΤτΕ, ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ εκτιμάται ότι διαμορφώθηκε στο 2,1% το 2025 και προβλέπεται να παραμείνει στο 2,1% το 2026, όταν ο μέσος ρυθμός της ευρωζώνης για τη διετία 2025–2026 τοποθετείται στο 1,3%. Για το 2026, η ιδιωτική κατανάλωση προβλέπεται να αυξηθεί περίπου 2%, ενώ οι επενδύσεις εκτιμάται ότι θα ενισχυθούν με ρυθμό λίγο πάνω από 8,5%.

    Η ΤτΕ αναγνωρίζει ότι μετά το 2026 ο ρυθμός αύξησης των επενδύσεων θα μετριαστεί, ωστόσο εκτιμά ότι η επίδραση έργων και μεταρρυθμίσεων θα συνεχιστεί, σε συνδυασμό με εισροές από Διαρθρωτικά Ταμεία, άμεσες ξένες επενδύσεις και το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων.

    Παραγωγικότητα, μισθοί, εξωστρέφεια και πληθωρισμός

    Στο επίκεντρο της παρέμβασης του κ. Στουρνάρα βρέθηκε η παραγωγικότητα. Όπως τόνισε, η άνοδός της επιτρέπει υψηλότερους πραγματικούς μισθούς χωρίς να τίθενται σε κίνδυνο η ανταγωνιστικότητα και η απασχόληση, προϋποθέτοντας επενδύσεις σε καινοτομία, τεχνολογίες αιχμής, ανθρώπινο κεφάλαιο και ψηφιακές δεξιότητες. Παράλληλα, συνέδεσε τη μεταβολή του μίγματος προς πιο εξωστρεφείς δραστηριότητες με μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και καλύτερη εικόνα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

    Για τον πληθωρισμό, η ΤτΕ αναφέρει ότι ο εναρμονισμένος δείκτης διαμορφώθηκε στο 2,9% το 2025 από 3,0% το 2024 και προβλέπεται να αποκλιμακωθεί περίπου στο 2,2% το 2026 και το 2027, ενώ για το 2028 γίνεται αναφορά σε εφάπαξ άνοδο στο 2,5% λόγω της επίπτωσης του διευρυμένου συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών ρύπων. Στην αγορά εργασίας περιγράφεται σταθερή βελτίωση, με την ανεργία σε χαμηλό 17 ετών και επιβράδυνση του μοναδιαίου κόστους εργασίας, εξέλιξη που συνδέεται με ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας κόστους.

    Δημοσιονομικά, τράπεζες και «μετά RRF» περίοδος

    Στο δημοσιονομικό πεδίο γίνεται λόγος για σταθερά υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και ταχεία μείωση του δημόσιου χρέους, με την υπεραπόδοση των εσόδων να αποδίδεται στη βελτίωση της συμμόρφωσης και στην ψηφιοποίηση. Για τις τράπεζες, σημειώνεται ότι το stress test του 2025 επιβεβαιώνει ανθεκτικότητα, με τον λόγο μη εξυπηρετούμενων δανείων στο 3,6% τον Σεπτέμβριο του 2025, ενώ η χρηματοδότηση προς τις επιχειρήσεις κινείται κοντά στο 10% σε ετήσια βάση και προς τα νοικοκυριά είναι θετική, πρόσφατα κοντά στο 2%.

    Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη «μετά RRF» περίοδο. Έως το τέλος του 2025 η Ελλάδα είχε εισπράξει περίπου το 65% των διαθέσιμων πόρων και είχε ολοκληρώσει σχεδόν το 50% των στόχων και οροσήμων, ενώ οι εκταμιεύσεις προς τις επιχειρήσεις μπορούν να συνεχιστούν έως και το 2029. Το 2026 περιγράφεται ως κρίσιμο σημείο καμπής, σε διεθνές περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, με γεωπολιτικές εντάσεις, δασμούς και κινδύνους για το εμπόριο να ενισχύουν την ανάγκη η ανάπτυξη να στηριχθεί σε πιο ανθεκτικές βάσεις πέρα από την κατανάλωση.

  • Στουρνάρας: «Ανοιχτές επιλογές για τα επιτόκια – Δεν είναι…κλειδωμένα»

    Στουρνάρας: «Ανοιχτές επιλογές για τα επιτόκια – Δεν είναι…κλειδωμένα»

    Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πρέπει να παραμένει σε διαρκή ετοιμότητα, ώστε να μπορεί να προσαρμόζει τα βασικά της επιτόκια είτε προς τα πάνω είτε προς τα κάτω, ανάλογα με τις συνθήκες, υπογράμμισε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, Γιάννης Στουρνάρας, σε συνέντευξή του στο Econostream και τον David Barwick. Όπως είπε χαρακτηριστικά, «πρέπει να διατηρήσουμε τις επιλογές μας ανοιχτές και να είμαστε έτοιμοι να προσαρμόσουμε τα βασικά επιτόκια είτε προς τα άνω είτε προς τα κάτω», διευκρινίζοντας ότι οι αποφάσεις θα λαμβάνονται από συνεδρίαση σε συνεδρίαση, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, χωρίς εκ των προτέρων δέσμευση σε συγκεκριμένη πορεία.

    Τα σημερινά επίπεδα κρίνονται «κατάλληλα» για τον στόχο του 2%

    Σύμφωνα με τον κ. Στουρνάρα, τα τρέχοντα επίπεδα επιτοκίων της ΕΚΤ είναι «κατάλληλα διαμορφωμένα» και συμβατά με τον συμμετρικό στόχο πληθωρισμού 2%. Ανέφερε ότι οι επικαιροποιημένες μακροοικονομικές προβολές δείχνουν πως η μελλοντική πορεία του πληθωρισμού αναμένεται να είναι «σε γενικές γραμμές σύμφωνη» με τον στόχο, χωρίς ισχυρή πιθανότητα επίμονης απόκλισης προς τα πάνω ή προς τα κάτω έως το τέλος του ορίζοντα προβολής. Στο ίδιο πλαίσιο, επισήμανε ότι η κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής «είναι η ενδεδειγμένη», με τον πληθωρισμό να παραμένει σε πορεία προσέγγισης του στόχου μεσοπρόθεσμα, παρότι οι προβολές δείχνουν ελαφρά καθοδική απόκλιση το 2026 και το 2027.

    «Δεν είναι κλειδωμένα» τα επιτόκια, πρόωρα τα συμπεράσματα για την επόμενη κίνηση

    Παρότι η οικονομία της Ευρωζώνης εμφανίζει ανθεκτικότητα, ο κ. Στουρνάρας ξεκαθάρισε ότι το «ενδεδειγμένο» της κατεύθυνσης δεν σημαίνει πως τα επιτόκια είναι προκαθορισμένα. Αντίθετα, τόνισε ότι οι νομισματικές αρχές παρακολουθούν τους μεσοπρόθεσμους κινδύνους για τον πληθωρισμό και είναι έτοιμες να αντιδράσουν άμεσα, εφόσον χρειαστεί: «Σε περίπτωση που βρεθούμε σε καλύτερη ή δυσμενέστερη θέση απ’ ό,τι αναμενόταν, θα ενεργήσουμε αναλόγως».

    Στην ερώτηση για το αν η επόμενη κίνηση στα επιτόκια θα μπορούσε να είναι ανοδική, απάντησε ότι οι κίνδυνοι είναι και ανοδικοί και καθοδικοί, άρα «είναι πρόωρο» να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα. Επεσήμανε επίσης ότι πρόσφατες προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνουν επιβράδυνση της δυνητικής ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια, κάτι που θα μπορούσε να σημαίνει χαμηλότερο «φυσικό επιτόκιο», προσθέτοντας όμως ότι το ενδεχόμενο αυτό παραμένει υπό σημαντική αβεβαιότητα και δεν μπορεί να αποτελεί βάση πολιτικής.

    Προοπτικές Ευρωζώνης, γεωπολιτικές πιέσεις και προειδοποίηση για τις αγορές

    Ο κ. Στουρνάρας εξέφρασε αισιοδοξία ότι οι οικονομικές προοπτικές της ζώνης του ευρώ μπορεί να ενισχυθούν, σημειώνοντας ότι η οικονομία έχει δείξει «αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα» και αναμένεται να κινηθεί με σταθερούς ρυθμούς τα επόμενα χρόνια. Πρόσθεσε ότι οι υψηλές δημόσιες επενδύσεις σε άμυνα και υποδομές μπορούν να δώσουν ώθηση στην οικονομική δραστηριότητα.

    Ταυτόχρονα, υπογράμμισε τις προκλήσεις από τις γεωπολιτικές εξελίξεις και τις εμπορικές εντάσεις, επισημαίνοντας ότι, ακόμη κι αν έχουν κλειστεί ορισμένες συμφωνίες, «η πλήρης επίδραση» της αύξησης των δασμών, μεταξύ άλλων και στον πληθωρισμό, θα αποτυπωθεί με την πάροδο του χρόνου. Παράλληλα, επικαλούμενος την Έκθεση της ΕΚΤ για τη Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα, προειδοποίησε ότι οι αποτιμήσεις και η χαμηλή μεταβλητότητα στις αγορές δείχνουν να μην συμβαδίζουν με την επίμονα αυξημένη αβεβαιότητα, αν και δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο οι αποτιμήσεις να αντανακλούν ρεαλιστικά τη μελλοντική συμβολή της τεχνητής νοημοσύνης.

    Με φόντο αυτή την εικόνα, επανέλαβε ότι δεν μπορεί να υπάρξει βεβαιότητα πως οι μελλοντικές εξελίξεις θα «δείχνουν» μία συγκεκριμένη κατεύθυνση για τα επιτόκια, υπογραμμίζοντας ότι η ΕΚΤ θα συνεχίσει να αξιολογεί όλες τις εισερχόμενες πληροφορίες και να κινείται με ευελιξία, με σταθερό γνώμονα τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών.

  • Στουρνάρας στην El País: «Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε πολύ καλύτερη θέση από το 2009»

    Στουρνάρας στην El País: «Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε πολύ καλύτερη θέση από το 2009»

    Συνέντευξη στην ισπανική εφημερίδα El País παραχώρησε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), Γιάννης Στουρνάρας, εστιάζοντας τόσο στην πορεία της ελληνικής οικονομίας μετά την κρίση όσο και στις προκλήσεις και τις προοπτικές της ευρωπαϊκής οικονομίας.

    Ο κ. Στουρνάρας υπογράμμισε ότι η Ελλάδα καταγράφει σήμερα υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σημειώνοντας πως η προεδρία του Eurogroup από Έλληνα υπουργό αποτελεί σαφή ένδειξη της βελτιωμένης θέσης της χώρας σε σχέση με το 2009.

    Ανάπτυξη, αλλά με ανοιχτές πληγές από την κρίση

    Αναφερόμενος στο ερώτημα εάν η Ελλάδα συνιστά πλέον ένα «success story», ο διοικητής της ΤτΕ σημείωσε ότι, παρότι το κατά κεφαλήν εισόδημα παραμένει χαμηλότερο από τα προ κρίσης επίπεδα, η εικόνα αυτή αφορά το σύνολο της Ευρώπης. Όπως τόνισε, η Ελλάδα ξεκίνησε από ιδιαίτερα χαμηλή αφετηρία, έπειτα από τη δραματική συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 25% και τα εκτεταμένα δημοσιονομικά και εξωτερικά ελλείμματα της περιόδου 2009.

    «Σήμερα είμαστε σε πολύ καλύτερη θέση», υπογράμμισε, υπενθυμίζοντας ότι στο παρελθόν ακόμη και ακαδημαϊκοί και πολιτικοί προεξοφλούσαν την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ.

    Το επενδυτικό κενό και οι ευάλωτοι πολίτες

    Ο κ. Στουρνάρας επισήμανε ότι για να επιταχυνθεί περαιτέρω η ανάπτυξη απαιτείται αύξηση της παραγωγικότητας, κάτι που προϋποθέτει περισσότερες επενδύσεις. Το επενδυτικό κενό, όπως ανέφερε, αποτελεί μία από τις βασικές πληγές που άφησε πίσω της η κρίση.

    Σε ερώτηση για τη λιτότητα, χαρακτήρισε ως πιο εμφανή της συνέπεια την οικονομική δυσχέρεια των πιο ευάλωτων κοινωνικών ομάδων.

    Δημοσιονομική σύνεση και συλλογικές διαπραγματεύσεις

    Αναφερόμενος στα δημοσιονομικά περιθώρια της κυβέρνησης, ο διοικητής της ΤτΕ προειδοποίησε για τους κινδύνους επιστροφής σε αλόγιστες πολιτικές, υπενθυμίζοντας τις πρακτικές της προ κρίσης περιόδου, όπως οι αυξήσεις μισθών και συντάξεων χωρίς σύνδεση με την παραγωγικότητα.

    Η επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων, όπως σημείωσε, απαιτεί υπευθυνότητα, καθώς η χώρα δεν έχει την πολυτέλεια νέων δημοσιονομικών εκτροχιασμών. Παράλληλα, έδωσε έμφαση στη συνέχιση της μείωσης του δημοσίου χρέους

    Κεντρικές τράπεζες, τρόικα και τα λάθη της λιτότητας

    Ο κ. Στουρνάρας αναφέρθηκε στον ρόλο της ΕΚΤ κατά την περίοδο της κρίσης, σημειώνοντας ότι υπήρξαν λάθη, ιδίως ως προς την εμμονή στη λιτότητα, για την οποία –όπως είπε– το ΔΝΤ αναγνώρισε εκ των υστέρων τις αστοχίες του.

    Τόνισε ότι τα προγράμματα διάσωσης υποτίμησαν το φαινόμενο χιονοστιβάδας που προκάλεσε η λιτότητα, γεγονός που συνέβαλε στην άνοδο του λαϊκισμού στην Ευρώπη. Ωστόσο, χαρακτήρισε θετική εξέλιξη τη δημιουργία του Next Generation EU μετά την πανδημία.

    Αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας και δημογραφικό

    Μεταξύ των αδυναμιών, ο διοικητής της ΤτΕ ξεχώρισε το εμπορικό έλλειμμα, τη χαμηλή ιδιωτική αποταμίευση και –κυρίως– τη μείωση των επενδύσεων και το brain drain, που, όπως είπε, καθιστά τη χώρα φτωχότερη σε ανθρώπινο και παραγωγικό κεφάλαιο.

    Αναφερόμενος στο δημογραφικό πρόβλημα, υποστήριξε ότι η μετανάστευση μπορεί να αποτελέσει μέρος της λύσης, ιδίως σε ένα περιβάλλον όπου οι πόλεμοι και η κλιματική αλλαγή αναμένεται να αυξήσουν τις μεταναστευτικές ροές.

    Ευρώπη, επενδύσεις και επιτόκια

    Σχολιάζοντας τη χαμηλή ανάπτυξη στη ζώνη του ευρώ, ο κ. Στουρνάρας υπογράμμισε την ανάγκη για δύσκολες αποφάσεις, την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης, της ενιαίας αγοράς και την έκδοση ευρωομολόγων.

    Τέλος, αναφερόμενος στα επιτόκια, εκτίμησε ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε μια επισφαλή ισορροπία, με πληθωρισμό και επιτόκια κοντά στο 2%. «Η συμβουλή μου είναι να τηρήσουμε στάση αναμονής», δήλωσε, επισημαίνοντας ότι το βασικό πρόβλημα δεν είναι η Κίνα, αλλά οι δασμοί των ΗΠΑ και ο κατακερματισμός της ευρωπαϊκής αγοράς.

  • Στουρνάρας: «Η κλιματική αλλαγή τείνει να γίνει συστημική απειλή»

    Στουρνάρας: «Η κλιματική αλλαγή τείνει να γίνει συστημική απειλή»

    Η κλιματική αλλαγή μπορεί να μην συνιστά ακόμη συστημική απειλή, αλλά «τείνει να γίνει» αν δεν ληφθούν έγκαιρα τα κατάλληλα μέτρα μετάβασης και προσαρμογής, προειδοποίησε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας στο 2ο Διεθνές Συνέδριο του ΤΜΕΔΕ με τίτλο «Redefining the Future Horizons: Σχεδιάζοντας τις βιώσιμες στρατηγικές του αύριο», το οποίο τελεί υπό την αιγίδα της ΤτΕ και του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας.

    Ο κ. Στουρνάρας αναφέρθηκε εκτενώς στις φυσικές καταστροφές και στα πολλαπλά τους αποτυπώματα στην οικονομία, υπενθυμίζοντας ότι φαινόμενα όπως η κακοκαιρία «Daniel» στη Θεσσαλία δεν πλήττουν μόνο νοικοκυριά και επιχειρήσεις, αλλά επιβαρύνουν και το τραπεζικό σύστημα μέσω της αύξησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Τόνισε ότι ο ευρωπαϊκός Νότος και ειδικότερα η λεκάνη της Μεσογείου αντιμετωπίζουν δυσανάλογα υψηλό κλιματικό κίνδυνο, όπως καταδεικνύουν όλες οι σχετικές μελέτες.

    Παράλληλα, χαρακτήρισε «θαύμα» όσα έχουν επιτευχθεί μέχρι σήμερα σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, επισημαίνοντας ότι η χώρα έχει διανύσει τεράστια απόσταση σε σχέση με την περίοδο της κρίσης, όταν τα δίδυμα ελλείμματα –δημοσιονομικό και εξωτερικό– είχαν εκτοξευθεί στο 15% του ΑΕΠ.

    Πράσινη μετάβαση, επενδύσεις και ρόλος των κεντρικών τραπεζών

    Σε ό,τι αφορά την πράσινη μετάβαση, ο διοικητής της ΤτΕ υπογράμμισε ότι μόνο για την ενεργειακή μετάβαση –ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αποθήκευση, δίκτυα– η Ευρωπαϊκή Ένωση θα χρειαστεί πρόσθετες επενδύσεις της τάξης του 3–3,5% του ΑΕΠ ετησίως μέχρι το 2030, δηλαδή περίπου 500–550 δισ. ευρώ τον χρόνο. Αναγνώρισε ότι το ευρωπαϊκό πλαίσιο, συμπεριλαμβανομένου του Ταμείου Ανάκαμψης (RRF), έχει συμβάλει σημαντικά μέχρι σήμερα, ωστόσο υπογράμμισε ότι πλέον «είναι αναγκαία η ουσιαστική κινητοποίηση του ιδιωτικού τομέα», μεταξύ άλλων μέσω της Ένωσης Κεφαλαιαγορών, ώστε να καλυφθεί το επενδυτικό κενό.

    Αναφερόμενος στον ρόλο των κεντρικών τραπεζών, ο κ. Στουρνάρας υπενθύμισε ότι η Τράπεζα της Ελλάδος ήταν από τις πρώτες που δημιούργησαν ειδική μονάδα –σήμερα διεύθυνση κλιματικής αλλαγής– ενσωματώνοντας την κλιματική διάσταση στη στρατηγική της, στις προβλέψεις για πληθωρισμό, ανάπτυξη και απασχόληση, αλλά και στα εργαλεία νομισματικής πολιτικής.

    Στο εποπτικό επίπεδο, όπως εξήγησε, πραγματοποιούνται κλιματικά stress tests και διαμορφώνονται σαφείς εποπτικές προσδοκίες ώστε τα τραπεζικά χαρτοφυλάκια να λαμβάνουν υπόψη τόσο τους φυσικούς κινδύνους όσο και τους κινδύνους μετάβασης. Οι επενδύσεις στην προσαρμογή και την ανθεκτικότητα, σημείωσε, έχουν «τριπλό μέρισμα»:
    προστατεύουν πολίτες και υποδομές από ακραία φαινόμενα, δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας και οικονομική δραστηριότητα και ενισχύουν την κοινωνική συνειδητοποίηση και ετοιμότητα απέναντι στην κλιματική κρίση.

    Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στον κατασκευαστικό κλάδο, τον οποίο χαρακτήρισε κλάδο με «πρώτο λόγο» στην προσαρμογή και την ανθεκτικότητα, μέσω νέων ανθεκτικών υλικών, αντιπλημμυρικών έργων και λύσεων αστικής προσαρμογής (σκίαση, ψυχρά υλικά κ.ά.), υπογραμμίζοντας ότι «όλα περνούν μέσα από τις κατασκευές».

    Ασφάλιση φυσικών καταστροφών και το μεγάλο ελληνικό κενό

    Ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία της ομιλίας του αφορούσε το ασφαλιστικό κενό στις φυσικές καταστροφές. Ο διοικητής της ΤτΕ ανέφερε ότι στην Ευρώπη ασφαλίζεται περίπου το 25% των ζημιών από φυσικές καταστροφές, ενώ στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόλις 4%, γεγονός που αποτυπώνει ένα πολύ μεγάλο κενό κάλυψης κινδύνων.

    Τόνισε ότι «τίποτε δεν μπορεί να βασιστεί μόνο στο κράτος ή μόνο στην αγορά» και ότι απαιτούνται συνέργειες δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, αλλά και μεγαλύτερη κουλτούρα αποταμίευσης και ασφάλισης από την πλευρά πολιτών και επιχειρήσεων. Στο πλαίσιο αυτό, η ενίσχυση των ασφαλιστικών εργαλείων για φυσικές καταστροφές αποτελεί, όπως ανέδειξε, προϋπόθεση για μια πιο ανθεκτική οικονομία και κοινωνία.

    «Θαύμα» η πρόοδος της ελληνικής οικονομίας – πληθωρισμός και σταθερότητα

    Μιλώντας πιο συνολικά για την ελληνική οικονομία, ο Γιάννης Στουρνάρας σημείωσε ότι είναι «θαύμα όσα έχουμε πετύχει μέχρι σήμερα στην ανάπτυξη στην Ελλάδα». Παραδέχθηκε ότι πολλοί πολίτες συνεχίζουν να δυσκολεύονται, αλλά υπογράμμισε πως η χώρα έχει προχωρήσει πολύ μακριά από το χείλος της καταστροφής: «Πριν από 10 χρόνια φτάσαμε στο όριο της καταστροφής. Σήμερα είμαστε εδώ και πάμε καλά. Και το λέω μετά λόγου γνώσεως. Οι ξένοι δεν είναι κουτοί που μας θεωρούν success story».

    Επισήμανε ότι το επίπεδο ευημερίας του 2009 ήταν σε μεγάλο βαθμό “πλαστό”, καθώς στηριζόταν σε μη βιώσιμες ανισορροπίες. Σε όρους ισοδύναμης αγοραστικής δύναμης, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας έχει αυξηθεί από το 62% του ευρωπαϊκού μέσου όρου το 2020 στο 70% σήμερα, βελτιούμενο με ρυθμό 1–1,5% ετησίως.

    Ως βασικούς μοχλούς ανάπτυξης ανέδειξε τις επενδύσεις, οι οποίες αυξήθηκαν από περίπου 11% του ΑΕΠ το 2019 σε 17% σήμερα, καθώς και τις μεταρρυθμίσεις σε κρίσιμους τομείς, όπως η μείωση της γραφειοκρατίας, η επιτάχυνση της δικαιοσύνης, η αντιμετώπιση του δημογραφικού και η γεφύρωση του χάσματος δεξιοτήτων στην αγορά εργασίας.

    Για τον πληθωρισμό, σημείωσε ότι η Ελλάδα εμφανίζει υψηλότερο ρυθμό από την Ευρωζώνη, λόγω υπερβάλλουσας ζήτησης, η οποία τροφοδοτείται από τον πολύ ισχυρό τουρισμό –«40 εκατ. επισκέπτες σε χώρα 10 εκατ. κατοίκων»– και από ανεπαρκή ανταγωνισμό σε ορισμένες αγορές, που επιτρέπει στις τιμές να παραμένουν υψηλές ακόμη και όταν πέφτουν οι διεθνείς τιμές πρώτων υλών. Επανέλαβε ότι η ενίσχυση του ανταγωνισμού και η είσοδος περισσότερων επιχειρήσεων είναι καθοριστικής σημασίας για τη συγκράτηση των τιμών.

    Τέλος, υπογράμμισε τον καθοριστικό ρόλο της πολιτικής σταθερότητας, σημειώνοντας ότι αυτή επέτρεψε στις κυβερνήσεις να λάβουν δύσκολες αλλά αναγκαίες αποφάσεις, βγάζοντας τη χώρα από την κρίση. Προειδοποίησε ότι ένα περιβάλλον παρατεταμένης αστάθειας, όπως παρατηρείται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, θα μπορούσε να υπονομεύσει τόσο την οικονομική πρόοδο όσο και την ικανότητα αντιμετώπισης των μεγάλων προκλήσεων, με πρώτη την κλιματική αλλαγή και την κλιματική κρίση.