Ο διοικητής της Τράπεζα της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, δηλώνει ότι υποστήριζε την ιδέα των ευρωομολόγων πολύ πριν αποκτήσει ευρεία πολιτική απήχηση και πλέον επιχειρεί να πείσει το πιο απαιτητικό ακροατήριο: τη γερμανική κυβέρνηση. Σε συνέντευξή του στο Politico, υποστήριξε ότι «τα επιχειρήματα είναι υπέρ του», καθώς οι αλλεπάλληλες κρίσεις οδήγησαν σε μεγάλη αύξηση του δημόσιου χρέους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, περιορίζοντας τα περιθώρια των προϋπολογισμών απέναντι σε πιέσεις όπως οι εμπορικοί δασμοί των ΗΠΑ, ο πόλεμος της Ρωσία κατά της Ουκρανία και οι απειλές της Κίνα να περιορίσει εξαγωγές κρίσιμων πρώτων υλών.
Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι τα ευρωομόλογα «δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τα υγιή εθνικά δημοσιονομικά πλαίσια», αλλά επέμεινε πως δεν απαιτούνται νέοι κανόνες ή πρόσθετα όργανα επίβλεψης για να προχωρήσει η ιδέα.
Το προηγούμενο του Ταμείου Ανάκαμψης και η συζήτηση για τον ηθικό κίνδυνο
Ως επιτυχημένο προηγούμενο επικαλέστηκε το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας ύψους 800 δισ. ευρώ που συγκροτήθηκε μετά την πανδημία. Όπως είπε, «Κρίσιμο χαρακτηριστικό του ήταν ότι η χρηματοδότηση [από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας] συνδέθηκε με σαφώς προσδιορισμένους ευρωπαϊκούς στόχους, δεσμεύσεις με αυστηρές προθεσμίες, και όρους που προέβλεπαν την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων. Η αρχιτεκτονική αυτή συνέβαλε στην άμβλυνση του ηθικού κινδύνου, ενισχύοντας παράλληλα την αξιοπιστία στις αγορές».
Ωστόσο, όπως σημειώνεται, οι επικριτές θεωρούν ότι ο ηθικός κίνδυνος δεν εξαφανίστηκε πλήρως. Επικαλούνται, μεταξύ άλλων, το παράδειγμα της Ιταλία, όπου επί κυβέρνησης Giuseppe Conte χρηματοδοτήθηκε μέσω του NGEU το πρόγραμμα «Superbonus», το οποίο –σύμφωνα με την κριτική– επιβάρυνε τον προϋπολογισμό, αναγκάζοντας τη διάδοχό του, Giorgia Meloni, να προχωρήσει σε διορθωτικές κινήσεις τα επόμενα χρόνια.
Μεταστροφή εντός ΕΚΤ, στήριξη κεντρικών τραπεζών και μήνυμα επενδυτών
Στο πολιτικό σκέλος, υπογραμμίζεται ότι ο ίδιος εμφανίζεται πλέον να έχει μεγαλύτερη στήριξη εντός της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, καθώς –όπως αναφέρεται– έχει λήξει μια 15ετής αντιπαράθεση για την ανάγκη ενός «κοινού ευρωπαϊκού, υψηλής ρευστότητας, ασφαλούς περιουσιακού στοιχείου αναφοράς» για το σύνολο της ζώνης του ευρώ, δηλαδή ενός ευρωομολόγου. Στο ίδιο αφήγημα εντάσσεται και η θέση ότι η γερμανική και η ολλανδική κεντρική τράπεζα έχουν μετακινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ απηύθυνε κάλεσμα συσπείρωσης στους ηγέτες της ΕΕ σε άτυπη σύνοδο στις αρχές του μήνα, με τον Στουρνάρα να τονίζει ότι «ήρθε η ώρα να συμπράξουν και οι κυβερνήσεις».
Ο ίδιος χαρακτήρισε το τρέχον περιβάλλον «κάλεσμα αφύπνισης» και μίλησε για «ελπιδοφόρα» πολιτική δυναμική, παραδεχόμενος πάντως ότι η αισιοδοξία του συναντά αντίσταση από τον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς. «Ανησυχώ» είπε για τη συνεχιζόμενη γερμανική αντίδραση, για να προσθέσει: «Αλλά θα ήθελα να τους πείσω».
Στο ιστορικό πλαίσιο της συζήτησης, υπενθυμίζει ότι στο παρελθόν είχε βρεθεί «απομονωμένος» υπέρ της ιδέας, μαζί με Ιταλό συνάδελφό του, ενώ κατά την κρίση χρέους η θέση αυτή συχνά ερμηνευόταν ως “εθνικό συμφέρον” για χώρες του Νότου. «Πριν από μερικά χρόνια, ήμασταν ένα, το πολύ δύο μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου που υποστηρίζαμε τα ευρωομόλογα», είπε, για να συμπληρώσει ότι πλέον «έχουμε όλοι συνειδητοποιήσει πόσο σημαντικά είναι τα ευρωομόλογα». Κατά τον ίδιο, στη μεταστροφή συνέβαλε και το γεγονός ότι οι χώρες του Νότου εμφανίζουν πλέον καλύτερες επιδόσεις, ενώ οι διαφορές αποδόσεων των δεκαετών (spreads) έναντι της Γερμανίας βρίσκονται κάτω από μία ποσοστιαία μονάδα.
Το πιο ισχυρό επιχείρημα, όπως το διατυπώνει, είναι το σήμα που εκπέμπουν οι επενδυτές: μεγάλο μέρος του ευρωπαϊκού πλεονάσματος τρεχουσών συναλλαγών κατευθύνεται στο εξωτερικό, επειδή «το κρίσιμο ζήτημα είναι η έλλειψη επαρκών ασφαλών περιουσιακών στοιχείων» σε ευρώ, κάτι που –όπως είπε– «είναι ακόμα σημαντικότερο από το ποσοστό απόδοσης».
Άμυνα, πράσινη μετάβαση, καινοτομία και το στίγμα για οικονομία και επιτόκια
Ο Στουρνάρας υποστηρίζει ότι η κοινή έκδοση πρέπει να υπηρετεί «σαφώς προσδιορισμένους κοινούς ευρωπαϊκούς σκοπούς» και αναφέρει τρεις βασικές ανάγκες που θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν από κοινού: άμυνα, πράσινη μετάβαση και καινοτομία. Στο ίδιο πλαίσιο, οι υποστηρικτές του κοινού δανεισμού εκτιμούν ότι μια πιο ρευστή αγορά “ασφαλών” περιουσιακών στοιχείων σε ευρώ θα ενίσχυε την ελκυστικότητα της Ευρώπης για το παγκόσμιο κεφάλαιο, ειδικά σε μια περίοδο όπου η αξιοπιστία των περιουσιακών στοιχείων σε δολάριο τίθεται υπό μεγαλύτερη εξέταση. Αυτό, σταδιακά, θα μπορούσε να πιέσει χαμηλότερα το κόστος δανεισμού και επενδύσεων για κράτη, επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Χωρίς να εκτιμήσει ποιο ακριβώς ύψος κοινής έκδοσης θα άλλαζε «πραγματικά» τις χρηματοπιστωτικές συνθήκες, σημείωσε ότι απαιτούνται σημαντικά ποσά τόσο βραχυπρόθεσμων όσο και μακροπρόθεσμων εκδόσεων: τα μεν βραχυπρόθεσμα διευκολύνουν την προσωρινή τοποθέτηση κεφαλαίων, τα δε μακροπρόθεσμα λειτουργούν ως τιμή αναφοράς για έργα ιδιωτικού τομέα μεγάλης απόσβεσης, όπως οι υποδομές.
Τέλος, για την Ευρωζώνη και τον πληθωρισμό, ανέφερε ότι «η οικονομία της ζώνης του ευρώ παραμένει σε καλό σημείο», με τον πληθωρισμό να προβλέπεται ότι θα συγκλίνει προς τον στόχο 2% μεσοπρόθεσμα και την οικονομική δραστηριότητα να δείχνει ανθεκτική. Αναγνώρισε ότι οι κίνδυνοι για ανάπτυξη και πληθωρισμό είναι σε γενικές γραμμές αμφίπλευροι, αλλά έκρινε πως υπάρχει «ελαφρώς μεγαλύτερη» πιθανότητα η επόμενη κίνηση της ΕΚΤ να είναι μείωση επιτοκίων, παρά αύξηση. Και έκλεισε με τη χαρακτηριστική του φράση: «Εκτός αν ο ουρανός πέσει στο κεφάλι μας, μην περιμένετε συναρπαστικές ειδήσεις από τη Φραγκφούρτη φέτος.»

Leave a Reply