Tag: Ελληνική Οικονομία

  • Στουρνάρας: Πρωτογενές πλεόνασμα πάνω από 4,4% του ΑΕΠ

    Στουρνάρας: Πρωτογενές πλεόνασμα πάνω από 4,4% του ΑΕΠ

    Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, εκτίμησε ότι το πρωτογενές πλεόνασμα του 2025 ενδέχεται να ξεπεράσει το 4,4% του ΑΕΠ, επίπεδο αισθητά υψηλότερο από τον κυβερνητικό στόχο που είχε τεθεί στο 3,7%. Αν αυτή η πρόβλεψη επιβεβαιωθεί και από τη Eurostat, ανοίγει περιθώριο για νέες κινήσεις στο πεδίο της δημοσιονομικής πολιτικής.

    Δημοσιονομικός χώρος και ενδεχόμενα μέτρα στήριξης

    Στη συνέντευξή του, ο κ. Στουρνάρας σημείωσε ότι διαμορφώνεται δημοσιονομικός χώρος που θα μπορούσε να επιτρέψει στην κυβέρνηση να εξετάσει πρόσθετα μέτρα στήριξης. Όπως τόνισε, ο διαθέσιμος χώρος ίσως αποδειχθεί ακόμη μεγαλύτερος από ό,τι είχε αρχικά υπολογιστεί, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο πως οποιαδήποτε παρέμβαση θα πρέπει να είναι συγκεκριμένη, προσωρινή και στοχευμένη. Το δημοσίευμα συνδέει αυτή τη συζήτηση με την ανάγκη αντιμετώπισης των επιπτώσεων που προκαλεί ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο.

    Τι είπε για τον πληθωρισμό στην Ελλάδα

    Ο διοικητής της ΤτΕ απέδωσε τον υψηλότερο πληθωρισμό στην Ελλάδα, σε σχέση με την Ευρωζώνη, κυρίως στο γεγονός ότι υπάρχει πλέον θετικό παραγωγικό κενό, με τη ζήτηση να υπερβαίνει τις παραγωγικές δυνατότητες της οικονομίας. Παράλληλα, επεσήμανε ότι υπάρχουν και πρόσθετοι παράγοντες, όπως η συγκέντρωση σε ορισμένους κλάδους, κάτι που καθιστά αναγκαία, όπως ανέφερε, μεγαλύτερη προσοχή στο πεδίο του ανταγωνισμού και στα εμπόδια εισόδου νέων επιχειρήσεων.

    Οι παρεμβάσεις για φοροαπαλλαγές και ΦΠΑ

    Αναφερόμενος στη φορολογική πολιτική, ο Γιάννης Στουρνάρας ξεκαθάρισε ότι η Τράπεζα της Ελλάδος δεν εισηγείται την κατάργηση των φοροαπαλλαγών, αλλά μια νέα αξιολόγηση της στόχευσής τους. Όπως υπογράμμισε, θα πρέπει να εξεταστεί αν υπηρετούν με επάρκεια κοινωνικούς και οικονομικούς στόχους, ενώ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας συνολικότερης επανεξέτασης του φορολογικού βάρους. Στο ίδιο πλαίσιο, ανέφερε ότι ενώ γίνεται συζήτηση για μείωση του ΦΠΑ, αν συνυπολογιστούν οι ήδη ισχύουσες φοροαπαλλαγές, ο φόρος είναι στην πράξη ήδη μειωμένος.

  • ΙΟΒΕ: Πρόβλεψη για χαμηλότερη ανάπτυξη για το 2026

    ΙΟΒΕ: Πρόβλεψη για χαμηλότερη ανάπτυξη για το 2026

    Πιο συγκρατημένη εκτίμηση για την πορεία της ελληνικής οικονομίας το 2026 διατυπώνει το ΙΟΒΕ, το οποίο τοποθετεί τον ρυθμό ανάπτυξης στο 1,8% στο βασικό του σενάριο. Η αναθεώρηση αυτή αποτυπώνει την αυξημένη αβεβαιότητα που προκαλούν η ενεργειακή κρίση, οι γεωπολιτικές εξελίξεις και οι πιέσεις στο διεθνές περιβάλλον, με το Ινστιτούτο να προειδοποιεί ότι η πορεία της οικονομίας θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την εξέλιξη αυτών των παραγόντων.

    Τα σενάρια του ΙΟΒΕ και οι βασικοί κίνδυνοι

    Πέρα από το βασικό σενάριο, το ΙΟΒΕ παρουσιάζει και μια πιο δυσμενή εκδοχή, στην οποία η ανάπτυξη περιορίζεται στο 1,4%, κυρίως λόγω πιο ήπιας αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης και της επιβάρυνσης που μπορεί να προκαλέσει μια νέα επιδείνωση του διεθνούς περιβάλλοντος. Την ίδια ώρα, σε ένα πιο θετικό σενάριο, όπου οι τιμές της ενέργειας παραμένουν διαχειρίσιμες και ο τουρισμός δώσει επιπλέον ώθηση, η οικονομία θα μπορούσε να κινηθεί λίγο πάνω από το 2%. Στο επίκεντρο των αβεβαιοτήτων βρίσκονται το ενεργειακό κόστος, οι τουριστικές ροές, οι επενδύσεις και οι ευρύτεροι γεωπολιτικοί κίνδυνοι.

    Πληθωρισμός, ανεργία και πίεση από την ενέργεια

    Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στον πληθωρισμό, με το ΙΟΒΕ να εκτιμά ότι στο βασικό σενάριο θα διαμορφωθεί γύρω στο 3,5% το 2026, κυρίως λόγω της ανόδου στις τιμές της ενέργειας. Σε περίπτωση περαιτέρω κλιμάκωσης της κρίσης στη Μέση Ανατολή, με συνέχιση των συγκρούσεων και νέες πιέσεις στα Στενά του Ορμούζ, ο πληθωρισμός θα μπορούσε να φτάσει ακόμη και το 4,5%. Για την ανεργία, η πρόβλεψη τοποθετείται περίπου στο 8,5% στο βασικό σενάριο και στο 8,8% στο δυσμενές, δείχνοντας ότι η αγορά εργασίας διατηρεί αντοχές, αλλά παραμένει εκτεθειμένη στις εξωτερικές αναταράξεις.

    Το μήνυμα για τουρισμό, επενδύσεις και ανθεκτικότητα της οικονομίας

    Στην παρουσίαση της έκθεσης, το ΙΟΒΕ στάθηκε ιδιαίτερα και στις διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, όπως η υψηλή εξάρτηση από εισαγωγές, το επενδυτικό κενό και η αργή σύγκλιση εισοδημάτων με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Την ίδια στιγμή, επισημάνθηκε ότι η κρίση στη Μέση Ανατολή μπορεί να επηρεάσει άμεσα τον τουρισμό, είτε αρνητικά μέσω του αυξημένου κόστους μετακίνησης είτε θετικά, αν υπάρξει μετατόπιση ροών προς την Ελλάδα. Το συνολικό μήνυμα της έκθεσης είναι ότι, παρά τις αντοχές που έχει εμφανίσει η οικονομία τα προηγούμενα χρόνια, απαιτείται ταχύτερη ενίσχυση της παραγωγικής βάσης και συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, ώστε η χώρα να διαχειριστεί πιο αποτελεσματικά το νέο περιβάλλον αβεβαιότητας.

  • ΔΝΤ: Θετικές προβλέψεις για ταχεία πτώση του ελληνικού χρέους

    ΔΝΤ: Θετικές προβλέψεις για ταχεία πτώση του ελληνικού χρέους

    Ιδιαίτερα ευνοϊκή εικόνα για την πορεία της ελληνικής οικονομίας έως το 2031 καταγράφει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το οποίο προβλέπει ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους της χώρας τα επόμενα χρόνια. Η εκτίμηση αυτή αποτυπώνεται στην έκθεση Fiscal Monitor, που δόθηκε στη δημοσιότητα στις 15 Απριλίου, και στηρίζεται κυρίως στη διατήρηση ισχυρών πρωτογενών πλεονασμάτων.

    Σε μια συγκυρία όπου το δημόσιο χρέος των ανεπτυγμένων οικονομιών κινείται ανοδικά, η Ελλάδα εμφανίζει αντίστροφη πορεία. Το ΔΝΤ προβλέπει ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα μειωθεί από 145,7% στο 110,9% έως το 2031, επίδοση που την τοποθετεί κάτω από τον μέσο όρο των ανεπτυγμένων οικονομιών.

    Η πορεία έως το 2031 και η σύγκριση με ΗΠΑ και Ευρωζώνη

    Σύμφωνα με τις προβλέψεις του Ταμείου, το ελληνικό δημόσιο χρέος θα υποχωρήσει στο 136,9% του ΑΕΠ το 2026 και στο 130,3% το 2027, διατηρώντας στη συνέχεια σταθερή καθοδική πορεία έως το τέλος του ορίζοντα των προβλέψεων. Την ίδια ώρα, στις Ηνωμένες Πολιτείες το χρέος εκτιμάται ότι θα αυξηθεί από 123,9% το 2025 στο 142,1% το 2031, ενώ στην Ευρωζώνη προβλέπεται πιο ήπια άνοδος, από 87,1% σε 89,7% του ΑΕΠ.

    Η αντίθεση αυτή ενισχύει την εικόνα της Ελλάδας ως μιας οικονομίας που συνεχίζει να βελτιώνει τα δημοσιονομικά της μεγέθη, σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου πολλές χώρες παραμένουν εγκλωβισμένες σε ανοδική τροχιά χρέους.

    Ο ρόλος των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων

    Καθοριστικό ρόλο στην αποκλιμάκωση του ελληνικού χρέους αποδίδει το ΔΝΤ στα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, τα οποία, παρότι προβλέπεται να μειωθούν σταδιακά, θα παραμείνουν σε ισχυρά επίπεδα έως το 2031. Ειδικότερα, το πρωτογενές πλεόνασμα εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί από 4,4% του ΑΕΠ το 2025 σε 3,8% το 2026, 3,1% το 2027 και 2,7% το 2031.

    Αντίθετα, η Ευρωζώνη αναμένεται να παραμείνει σε καθεστώς πρωτογενούς ελλείμματος, το οποίο μεν θα περιορίζεται σταδιακά, αλλά θα εξακολουθεί να είναι αρνητικό έως το 2031. Με αυτόν τον τρόπο, το Ταμείο αναδεικνύει τη δημοσιονομική επίδοση της Ελλάδας ως βασικό παράγοντα της θετικής της πορείας.

    Η διεθνής προειδοποίηση του ΔΝΤ για χρέος και Μέση Ανατολή

    Την ίδια στιγμή, το ΔΝΤ εκπέμπει προειδοποιητικό μήνυμα για τη διεθνή οικονομία, επισημαίνοντας ότι το παγκόσμιο δημόσιο χρέος αυξήθηκε στο 94% του ΑΕΠ το 2025 και αναμένεται να φτάσει το 100% το 2029, νωρίτερα από ό,τι προέβλεπε πριν από έναν χρόνο. Στο επίκεντρο της ανησυχίας του βρίσκονται κυρίως οι εξελίξεις σε ΗΠΑ και Κίνα, αλλά και το σοκ που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή.

    Το Ταμείο υπογραμμίζει ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να κινηθούν με πειθαρχημένη δημοσιονομική στρατηγική, καθώς τα μέτρα στήριξης απέναντι στις ενεργειακές και πληθωριστικές πιέσεις οφείλουν να είναι στοχευμένα και προσωρινά, εστιάζοντας κυρίως στους πιο ευάλωτους. Παράλληλα, σημειώνει ότι οι αγορές εμφανίζονται πλέον λιγότερο ανεκτικές σε δημοσιονομικές αποκλίσεις, κάτι που αυξάνει τη σημασία αξιόπιστων μεσοπρόθεσμων πλαισίων πολιτικής.

  • Bloomberg: Υψηλότερο πρωτογενές πλεόνασμα από τον αρχικό στόχο για την Ελλάδα

    Bloomberg: Υψηλότερο πρωτογενές πλεόνασμα από τον αρχικό στόχο για την Ελλάδα

    Σημαντικά υψηλότερα από τον αρχικό στόχο εκτιμάται ότι θα κινηθεί το ελληνικό πρωτογενές πλεόνασμα για το 2025, σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται το Bloomberg. Οι εκτιμήσεις τοποθετούν το αποτέλεσμα στο 4,8%-4,9% του ΑΕΠ, όταν ο στόχος του προϋπολογισμού ήταν 3,7%, γεγονός που δείχνει νέα ισχυρή υπέρβαση των δημοσιονομικών προσδοκιών.

    Παράλληλα, καλύτερη από τον σχεδιασμό εμφανίζεται και η εικόνα του γενικού πλεονάσματος του προϋπολογισμού, το οποίο περιλαμβάνει και τους τόκους εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους. Αυτό εκτιμάται ότι θα φτάσει περίπου στο 1,6% του ΑΕΠ, έναντι αρχικού στόχου για 0,6%.

    Περιθώριο για νέα μέτρα στήριξης

    Η υπέρβαση αυτή, που φτάνει τουλάχιστον τη μία ποσοστιαία μονάδα, θεωρείται ότι μπορεί να δημιουργήσει δημοσιονομικό χώρο για νέα μέτρα στήριξης από την κυβέρνηση. Το Bloomberg σημειώνει ότι η επίδοση αυτή διευρύνει ακόμη περισσότερο το θετικό δημοσιονομικό ιστορικό της Ελλάδας, σε μια περίοδο όπου η οικονομία καλείται να αντιμετωπίσει και τις συνέπειες της κρίσης στη Μέση Ανατολή.

    Ωστόσο, τα τελικά στοιχεία δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί. Στο δημοσίευμα επισημαίνεται ότι ενδέχεται να υπάρξουν μικρές αλλαγές πριν από τη δημοσίευση των επίσημων δημοσιονομικών στοιχείων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 22 Απριλίου 2026. Παρ’ όλα αυτά, η συνολική εικόνα αναμένεται να παραμείνει αισθητά καλύτερη από τους στόχους.

    Τέταρτο συνεχόμενο έτος υπέρβασης

    Εάν επιβεβαιωθούν αυτές οι προβλέψεις, το 2025 θα αποτελέσει το τέταρτο συνεχόμενο έτος κατά το οποίο το ελληνικό πρωτογενές πλεόνασμα θα κλείσει σε επίπεδα υψηλότερα από τον στόχο. Το στοιχείο αυτό ενισχύει την εικόνα δημοσιονομικής σταθερότητας της χώρας και αποτυπώνει τη συνέχιση μιας τάσης που παρακολουθούν στενά αγορές και θεσμοί.

    Την ίδια ώρα, το Bloomberg αναφέρει ότι η κυβέρνηση επανεξετάζει τις προβλέψεις για την ανάπτυξη λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή, με το ΑΕΠ για το 2026 να εκτιμάται πλέον περίπου στο 2%, από προηγούμενο στόχο 2,4%. Παρά το δυσμενέστερο αυτό διεθνές περιβάλλον, η πορεία των δημοσιονομικών μεγεθών εξακολουθεί να κινείται σε σαφώς θετική τροχιά.

    Ήδη ενδείξεις για νέα υπέρβαση και το 2026

    Το δημοσίευμα σημειώνει επίσης ότι οι αξιωματούχοι έχουν θέσει στόχο πρωτογενούς πλεονάσματος 2,8% για το 2026, όμως με βάση την εκτέλεση του προϋπολογισμού έως τώρα, διαφαίνεται ήδη το ενδεχόμενο να υπάρξει νέα υπέρβαση και αυτού του στόχου. Έτσι, η Ελλάδα εμφανίζεται να διατηρεί ισχυρή δημοσιονομική δυναμική, ακόμη και μέσα σε συνθήκες αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας.

  • Αναθεωρούνται οι προβλέψεις για την ελληνική οικονομία: Ανάπτυξη 2% – Πληθωρισμός 3%

    Αναθεωρούνται οι προβλέψεις για την ελληνική οικονομία: Ανάπτυξη 2% – Πληθωρισμός 3%

    Σε αναπροσαρμογή των εκτιμήσεων για την ελληνική οικονομία το 2026 οδηγούν τα νέα δεδομένα που έχουν διαμορφωθεί μετά τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και την άνοδο του ενεργειακού κόστους. Οι νεότερες προβλέψεις τοποθετούν πλέον τον ρυθμό ανάπτυξης κοντά στο 2%, χαμηλότερα από την αρχική πρόβλεψη του Προϋπολογισμού για 2,4%, ενώ ο πληθωρισμός αναμένεται να κινηθεί περίπου στο 3%, αντί να αποκλιμακωθεί στο 2,2% όπως προέβλεπε το βασικό σενάριο.

    Η ενεργειακή κρίση αλλάζει το βασικό σενάριο

    Καθοριστικό ρόλο στις νέες εκτιμήσεις παίζει η πορεία της τιμής του πετρελαίου, καθώς το Brent κινείται ήδη πάνω από τα 100 δολάρια ανά βαρέλι, επιβαρύνοντας το οικονομικό περιβάλλον και επιβεβαιώνοντας στην πράξη το δυσμενές σενάριο που είχε ενσωματωθεί προληπτικά στον κρατικό προϋπολογισμό. Με βάση αυτό το πλαίσιο, το οικονομικό επιτελείο αναμένεται να αποτυπώσει επίσημα τις αναθεωρημένες προβλέψεις στις 30 Απριλίου, με την κατάθεση της ετήσιας έκθεσης προόδου στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό-Διαρθρωτικό Σχέδιο 2026-2029.

    Διεθνείς φορείς βλέπουν χαμηλότερη ανάπτυξη

    Η αναθεώρηση δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, καθώς αντίστοιχη τάση καταγράφεται και διεθνώς. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχει ήδη χαμηλώσει την εκτίμησή του για την ελληνική ανάπτυξη στο 1,8%, από 2% που προέβλεπε τον Οκτώβριο του 2025, ενώ το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής τοποθετεί την ανάπτυξη στο 2%. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία προβλέπει για το 2026 ανάπτυξη 1,9% και πληθωρισμό 3,1%, συνδέοντας τις νέες πιέσεις με τις αναταράξεις στην ενέργεια και στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες.

    Το δυσμενές σενάριο του Προϋπολογισμού γίνεται πιο πιθανό

    Η εισηγητική έκθεση του Προϋπολογισμού είχε βασιστεί στην παραδοχή ότι η μέση τιμή του Brent θα διαμορφωνόταν στα 62,4 δολάρια ανά βαρέλι το 2026. Ωστόσο, είχε προβλεφθεί και εναλλακτικό σενάριο, με τιμές πετρελαίου 50% υψηλότερες, το οποίο οδηγούσε σε ανάπτυξη 1,9% αντί 2,4% και σε πληθωρισμό 3,1% αντί 2,2%. Με το Brent να κινείται πλέον πάνω από τα 109 δολάρια και τα futures να δείχνουν επίπεδα κοντά στα 95-100 δολάρια για τους επόμενους μήνες, το σενάριο αυτό παύει να είναι θεωρητικό και περνά στο επίκεντρο του νέου οικονομικού σχεδιασμού.

  • Τράπεζα της Ελλάδος: Η εκτίμηση για νέα αναβάθμιση του αξιόχρεου

    Τράπεζα της Ελλάδος: Η εκτίμηση για νέα αναβάθμιση του αξιόχρεου

    Η βελτίωση της εικόνας της ελληνικής οικονομίας αποτυπώνεται πλέον και στο κόστος δανεισμού, με τη διαφορά στις αποδόσεις των 10ετών ελληνικών ομολόγων έναντι των αντίστοιχων γερμανικών να έχει μειωθεί κατά 115 μονάδες βάσης σε σχέση με το τέλος του πρώτου τριμήνου του 2023, λίγο πριν αρχίσει η επιστροφή της χώρας στην επενδυτική βαθμίδα. Η εξέλιξη αυτή μεταφράζεται σε άμεσα οφέλη για το Δημόσιο και τους φορολογούμενους, ενώ θετικές επιδράσεις καταγράφονται και για το τραπεζικό σύστημα, αλλά και για μεγάλες επιχειρήσεις που αποκτούν πρόσβαση σε κεφάλαια με χαμηλότερο κόστος. Παράλληλα, η ευκολότερη χρηματοδότηση στηρίζει τις επενδύσεις και βοηθά στη διατήρηση ρυθμών ανάπτυξης άνω του 2% τα τελευταία χρόνια.

    Η εκτίμηση της Τράπεζας της Ελλάδος για νέα αναβάθμιση

    Στην ετήσια έκθεσή της για το 2025, η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι υπάρχει περιθώριο περαιτέρω αναβάθμισης του ελληνικού αξιόχρεου, από τη βαθμίδα BBB σήμερα έως και τη βαθμίδα Α μέχρι το τέλος του 2029. Η πρόβλεψη αυτή στηρίζεται στην προσδοκία ότι θα συνεχιστούν τόσο η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους όσο και η ανάπτυξη της οικονομίας. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι οι οίκοι αξιολόγησης δεν εξετάζουν μόνο τα βασικά οικονομικά μεγέθη, αλλά αποδίδουν ιδιαίτερο βάρος και σε ποιοτικά κριτήρια, όπως οι δείκτες διακυβέρνησης και η λειτουργία των θεσμών. Για τον λόγο αυτό, η ΤτΕ θεωρεί κρίσιμες τη διατήρηση της πολιτικής σταθερότητας και τη συνέχιση μεταρρυθμίσεων σε πεδία όπως η Δικαιοσύνη και η δημόσια διοίκηση.

    Ανάπτυξη, πλεονάσματα και μείωση του δημόσιου χρέους

    Η ανάλυση της Τράπεζας της Ελλάδος βασίζεται στις προβλέψεις των Fitch, Moody’s και S&P για την τριετία 2025-2027, αλλά και στις εκτιμήσεις του Υπουργείου Οικονομικών έως το 2029. Οι τρεις μεγάλοι οίκοι βλέπουν θετικούς ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ για το 2026 και το 2027, ενώ ο πολυετής δημοσιονομικός σχεδιασμός προβλέπει σταδιακή επιβράδυνση της οικονομίας τα επόμενα χρόνια. Την ίδια ώρα, οι εκτιμήσεις συγκλίνουν στο ότι θα συνεχιστούν τα πρωτογενή πλεονάσματα και η πορεία αποκλιμάκωσης του χρέους, με τον δείκτη δημόσιου χρέους να αναμένεται να υποχωρήσει στο 119% του ΑΕΠ έως το τέλος του 2029, από περίπου 146% στο τέλος του 2025. Η βελτίωση αυτών των μεγεθών, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη και τη μικρότερη μεταβλητότητα του ΑΕΠ, εκτιμάται ότι μπορεί να οδηγήσει σε άνοδο του κρατικού αξιόχρεου κατά περίπου μία βαθμίδα, από BBB σε BBB+.

    Ο ρόλος των θεσμικών μεταρρυθμίσεων στην επόμενη βαθμίδα

    Το επόμενο βήμα, δηλαδή η μετάβαση της Ελλάδας στην κατηγορία Α, συνδέεται άμεσα με την πρόοδο σε θεσμικές και διαρθρωτικές παρεμβάσεις. Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι οι μεταρρυθμίσεις που μπορούν να ενισχύσουν περαιτέρω τη βαθμολογία της χώρας σχετίζονται με τους δείκτες διακυβέρνησης που χρησιμοποιεί η Παγκόσμια Τράπεζα και λαμβάνουν υπόψη τους οι οίκοι αξιολόγησης. Σε αυτούς περιλαμβάνονται το κράτος δικαίου, η πολιτική σταθερότητα, ο έλεγχος της διαφθοράς, η ποιότητα του ρυθμιστικού πλαισίου, η αποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα και η λογοδοσία. Με άλλα λόγια, η ενίσχυση του ελληνικού αξιόχρεου δεν θα εξαρτηθεί μόνο από τους αριθμούς, αλλά και από το κατά πόσο η χώρα θα καταφέρει να παρουσιάσει μετρήσιμη βελτίωση στη λειτουργία των θεσμών της.

  • Γκεοργκίεβα: «Η Ελλάδα στις κορυφαίες οικονομίες της ευρωζώνης»

    Γκεοργκίεβα: «Η Ελλάδα στις κορυφαίες οικονομίες της ευρωζώνης»

    Ιδιαίτερα θετική ήταν η αναφορά της Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, καθώς η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ κατέταξε την Ελλάδα ανάμεσα στις οικονομίες με τις καλύτερες επιδόσεις στην ευρωζώνη. Στην τοποθέτησή της ενέταξε τη χώρα στο ίδιο πλαίσιο με την Ιρλανδία και την Πορτογαλία, τονίζοντας ότι η μετάβαση από τη βαθιά κρίση στη σημερινή ανάκαμψη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα επιτυχημένης προσαρμογής.

    Οι μεταρρυθμίσεις που οδήγησαν στην ανάκαμψη

    Η επικεφαλής του ΔΝΤ απέδωσε αυτή την πορεία σε έναν συνδυασμό πολιτικής βούλησης, συνέπειας και δύσκολων μεταρρυθμίσεων που εφαρμόστηκαν μετά την κρίση της προηγούμενης δεκαετίας. Όπως υπογράμμισε, η ελληνική περίπτωση δείχνει ότι όταν μια χώρα παίρνει δύσκολες αποφάσεις και διατηρεί σταθερή προσήλωση στις αλλαγές, μπορεί να ανακτήσει την αξιοπιστία της και να επιστρέψει σε ισχυρή τροχιά ανάπτυξης.

    Η αναφορά στον Πιερρακάκη και το Eurogroup

    Ξεχωριστή αναφορά έγινε και στον Κυριάκο Πιερρακάκη, με τη Γκεοργκίεβα να σημειώνει ότι η εκλογή του στην προεδρία του Eurogroup επιβεβαιώνει την αποκατάσταση της αξιοπιστίας της Ελλάδας και την ενισχυμένη θέση της στον πυρήνα των ευρωπαϊκών εξελίξεων. Με αυτόν τον τρόπο, η παρέμβασή της δεν περιορίστηκε μόνο στην οικονομική εικόνα της χώρας, αλλά συνδέθηκε και με τον αναβαθμισμένο διεθνή ρόλο της Ελλάδας σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

    «Η πολιτική βούληση και οι δύσκολες αποφάσεις αποδίδουν»

    Στο πιο χαρακτηριστικό σημείο της τοποθέτησής της, η Γκεοργκίεβα ανέφερε ότι χώρες όπως η Ελλάδα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία πέρασαν από τη μεγάλη κρίση της ευρωζώνης σε φάση ισχυρών επιδόσεων, ακριβώς επειδή «σφίγγεις τα δόντια, κάνεις τα δύσκολα, παίρνεις τους ανθρώπους μαζί σου». Παράλληλα, συνέδεσε ευθέως αυτή τη διαδρομή με το σημερινό ευρωπαϊκό αποτύπωμα της χώρας, επιμένοντας ότι η πολιτική βούληση, η δέσμευση και η ικανότητα για δύσκολες μεταρρυθμίσεις τελικά αποδίδουν.

  • Μπρατάκος: Η χώρα βρίσκεται σε τροχιά ανάπτυξης – Σαφείς οι προκλήσεις

    Μπρατάκος: Η χώρα βρίσκεται σε τροχιά ανάπτυξης – Σαφείς οι προκλήσεις

    Παρέμβαση για την πορεία της ελληνικής οικονομίας έκανε ο πρόεδρος του ΕΒΕΑ, σχολιάζοντας την έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδας για το 2025. Όπως ανέφερε, η αποτίμηση της κεντρικής τράπεζας επιβεβαιώνει ότι η χώρα βρίσκεται σε τροχιά ανάπτυξης, την ίδια στιγμή όμως αναδεικνύει και τις κρίσιμες προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν το επόμενο διάστημα.

    Η μετάβαση σε πιο ισχυρό παραγωγικό μοντέλο

    Στην τοποθέτησή του τόνισε ότι η ανθεκτικότητα που έχει δείξει η οικονομία μέσα σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον αποτελεί θετική βάση, χωρίς όμως να επαρκεί από μόνη της. Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη να περάσει η χώρα από ένα μοντέλο που στηρίζεται κυρίως στην κατανάλωση και τον τουρισμό σε μια πιο σταθερή αναπτυξιακή πορεία, με κέντρο τις επενδύσεις, την εξωστρέφεια και την καινοτομία.

    Χρηματοδότηση, πληθωρισμός και ανταγωνιστικότητα

    Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στις πιέσεις που συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις. Όπως σημείωσε, το υψηλό κόστος χρηματοδότησης, οι πληθωριστικές πιέσεις, κυρίως σε βασικά αγαθά, αλλά και οι διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας εξακολουθούν να περιορίζουν την ανταγωνιστικότητα. Τόνισε ακόμη ότι για τον επιχειρηματικό κόσμο το κρίσιμο ζητούμενο είναι αφενός η πρόσβαση, ειδικά των μικρομεσαίων, σε χρηματοδότηση με βιώσιμους όρους και αφετέρου η επιτάχυνση μεταρρυθμίσεων που θα μειώνουν το λειτουργικό κόστος και θα ενισχύουν την παραγωγικότητα.

    Ενέργεια, Ταμείο Ανάκαμψης και επόμενο βήμα

    Στο ίδιο πλαίσιο υπογράμμισε πως πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στη μείωση του ενεργειακού κόστους, στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και στην ταχύτερη απορρόφηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης σε δράσεις με υψηλή προστιθέμενη αξία. Όπως επισήμανε, η συγκυρία δεν επιτρέπει εφησυχασμό, αλλά απαιτεί συντονισμένη δράση, σοβαρό σχεδιασμό και καθαρές πολιτικές επιλογές, ώστε η ανάπτυξη να είναι διατηρήσιμη και να αφορά το σύνολο της επιχειρηματικής κοινότητας και της κοινωνίας.

  • Στουρνάρας: «Η πολιτική σταθερότητα είναι παράγοντας ανθεκτικότητας»

    Στουρνάρας: «Η πολιτική σταθερότητα είναι παράγοντας ανθεκτικότητας»

    Την ανάγκη διατήρησης της πολιτικής σταθερότητας και ενός προβλέψιμου θεσμικού περιβάλλοντος ανέδειξε ο Γιάννης Στουρνάρας, επισημαίνοντας ότι σε περιόδους έντονης διεθνούς αβεβαιότητας αυτά τα στοιχεία λειτουργούν ως βασική ασπίδα για την οικονομία. Όπως τόνισε, η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι η μακροοικονομική ισορροπία και η αποτελεσματική διαχείριση εξωγενών κρίσεων εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη θεσμική συνέχεια και τη σταθερότητα.

    Επιβράδυνση στο 1,9% με πίεση από τη Μέση Ανατολή

    Αναφερόμενος στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, σημείωσε ότι ο ρυθμός ανάπτυξης αναμένεται να επιβραδυνθεί στο 1,9% το 2026, κυρίως λόγω της ηπιότερης ανόδου της κατανάλωσης και της αρνητικής συμβολής του εξωτερικού τομέα. Την ίδια ώρα, υπογράμμισε ότι οι γεωπολιτικές εντάσεις και ιδιαίτερα ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή επηρεάζουν τόσο την ανάπτυξη όσο και τον πληθωρισμό, ενώ και η ευρωζώνη προβλέπεται να κινηθεί χαμηλότερα, με ανάπτυξη στο 0,9% από 1,4% το 2025. Παρά την επιβράδυνση, ξεκαθάρισε ότι η ελληνική οικονομία εκτιμάται πως θα συνεχίσει να αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ.

    Επενδύσεις, εργασία και πληθωρισμός στο επίκεντρο

    Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στις επενδύσεις, οι οποίες, όπως ανέφερε, θα παραμείνουν ο βασικός μοχλός ανάπτυξης με στήριξη από τους πόρους του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, την πιστωτική επέκταση και τις ξένες άμεσες επενδύσεις. Παράλληλα, η ιδιωτική κατανάλωση προβλέπεται να συνεχίσει να αυξάνεται, χάρη στην ενίσχυση της απασχόλησης, των μισθών και του διαθέσιμου εισοδήματος, αλλά με πιο ήπιο ρυθμό. Στην αγορά εργασίας οι προοπτικές παραμένουν θετικές, με την ανεργία να αναμένεται να υποχωρήσει στο 8,2%, ωστόσο ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα ενισχυθεί ξανά το 2026, φτάνοντας στο 3,1%, υπό την πίεση των διεθνών ενεργειακών εξελίξεων.

    Αυξημένη αβεβαιότητα για ΕΚΤ και τράπεζες

    Στο μέτωπο της νομισματικής πολιτικής, υπογράμμισε ότι το 2026 θα χαρακτηρίζεται από αυξημένη αβεβαιότητα και ανάγκη ευελιξίας από την ΕΚΤ, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο πιο αυστηρής στάσης αν οι αυξήσεις στην ενέργεια μετατραπούν σε πιο επίμονες πληθωριστικές πιέσεις. Για τις τράπεζες, η εικόνα παραμένει θετική, καθώς οι επιδόσεις του 2025 στηρίζουν την ανθεκτικότητα, την κερδοφορία και την κεφαλαιακή τους βάση. Παρ’ όλα αυτά, προειδοποίησε ότι η διεθνής αστάθεια εξακολουθεί να αποτελεί κίνδυνο για το κόστος χρηματοδότησης, την ποιότητα των δανειακών χαρτοφυλακίων και τη δυναμική της πιστωτικής επέκτασης.

  • ΟΟΣΑ: Αξιοθαύμαστη πρόοδος για την Ελλάδα

    ΟΟΣΑ: Αξιοθαύμαστη πρόοδος για την Ελλάδα

    Ο ΟΟΣΑ αποτυπώνει μια σημαντική πρόοδο της Ελλάδας στην αναμόρφωση του κρατικού προϋπολογισμού, επισημαίνοντας όμως ότι το κρίσιμο επόμενο βήμα δεν είναι πια ο σχεδιασμός των εργαλείων, αλλά η αξιοποίησή τους για ουσιαστικές πολιτικές αποφάσεις. Η σχετική μελέτη, που παρουσιάστηκε στην Αθήνα, καταγράφει ότι η χώρα έχει περάσει από ένα μοντέλο απλής καταγραφής δαπανών σε ένα σύστημα που μπορεί να αξιολογεί την αποδοτικότητα, την επίδοση και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των δημόσιων πολιτικών. Στην παρουσίαση της έκθεσης, ο Jón R. Blöndal έκανε λόγο για «αξιοθαύμαστη πρόοδο», χαρακτηρίζοντας μάλιστα την Ελλάδα «πηγή έμπνευσης» για άλλες χώρες.

    Από τα εργαλεία στις αποφάσεις

    Το βασικό μήνυμα της μελέτης είναι ότι η Ελλάδα έχει ουσιαστικά ολοκληρώσει τη φάση της θεσμικής οικοδόμησης του νέου μοντέλου προϋπολογισμού. Από εδώ και πέρα, το βάρος πέφτει στο αν τα νέα εργαλεία θα χρησιμοποιηθούν για να ανακατανέμονται πόροι, να εντοπίζονται πραγματικές εξοικονομήσεις και να στηρίζονται πιο στοχευμένες πολιτικές επιλογές. Η ουσία, δηλαδή, δεν βρίσκεται μόνο στο πώς οργανώνεται ο προϋπολογισμός, αλλά στο πώς αυτός μετατρέπεται σε εργαλείο διακυβέρνησης. Στο ίδιο πνεύμα, ο ΟΟΣΑ υπογραμμίζει ότι «εκεί βρίσκονται τα μεγάλα ποσά», δείχνοντας πως η πραγματική μεταρρύθμιση κρίνεται στον έλεγχο των μεγάλων δαπανών και όχι στις μικρές ετήσιες προσαρμογές.

    Οι τέσσερις άξονες της μεταρρύθμισης

    Ο υφυπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Θάνος Πετραλιάς περιέγραψε τη νέα δομή ως «τέσσερις μεταρρυθμίσεις σε μία», αναφερόμενος στον προϋπολογισμό επιδόσεων, στις επισκοπήσεις δαπανών και εσόδων, στην ενσωμάτωση της περιβαλλοντικής διάστασης και στη λειτουργική ταξινόμηση των δαπανών μέσω του προτύπου COFOG. Όπως εξήγησε, αυτά τα εργαλεία λειτουργούν συμπληρωματικά και επιτρέπουν πιο καθαρή εικόνα για το πού κατευθύνονται οι πόροι και με ποιο αποτέλεσμα. Η ίδια λογική εφαρμόζεται ήδη σε τομείς όπως η δικαιοσύνη, η ασφάλιση, η αγορά, η ενέργεια και η παιδεία, με δείκτες που παρακολουθούν την αποτελεσματικότητα και βοηθούν στη λήψη αποφάσεων. Παράλληλα, προωθείται και η ψηφιακή ενίσχυση του συστήματος, με το govERP να προβάλλεται ως η «ραχοκοκαλιά» του νέου μοντέλου από το 2027.

    Το επόμενο στοίχημα για τα δημόσια οικονομικά

    Παρά τη θετική αποτίμηση, η έκθεση ξεκαθαρίζει ότι το μεγάλο κενό παραμένει η περιορισμένη σύνδεση ανάμεσα στην απόδοση και τη χρηματοδότηση. Ο ΟΟΣΑ ζητά ισχυρότερη αξιοποίηση των δεδομένων τόσο σε πολιτικό όσο και σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, ενίσχυση του green budgeting και πιο ουσιαστικό έλεγχο των μεγάλων δαπανών. Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο πιεστική, καθώς τα δημόσια οικονομικά θα δεχθούν μεγαλύτερες πιέσεις τα επόμενα χρόνια λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, των αυξημένων αναγκών στην υγεία, της άμυνας και των περιβαλλοντικών προκλήσεων. Έτσι, το μήνυμα της έκθεσης είναι σαφές: η πρόοδος έχει γίνει, όμως η επιτυχία θα κριθεί πλέον στο αν τα νέα δημοσιονομικά εργαλεία θα μετατραπούν σε πραγματικές αποφάσεις με μετρήσιμο αποτέλεσμα για τους πολίτες.