Η ανεργία στην Ελλάδα υποχώρησε στο 8,1% τον Αύγουστο 2025, από 9,7% τον Αύγουστο 2024 και 8,3% τον Ιούλιο 2025 (αναθεωρημένα στοιχεία). Οι άνεργοι ανήλθαν σε 383.788, μειωμένοι κατά 72.352 σε ετήσια βάση (-15,9%) και κατά 11.542 σε μηνιαία (-2,9%).
Φύλο
Γυναίκες: ανεργία 10,6% (από 11,8% τον Αύγ. 2024).
Άνδρες: ανεργία 6,1% (από 8%).
Ηλικιακές ομάδες
15–24 ετών: ανεργία 19,0%, υψηλότερη από 17,2% τον Αύγ. 2024.
25–74 ετών: ανεργία 7,5%, από 9,3% ένα χρόνο πριν.
Η ιδιωτική οικοδομική δραστηριότητα κινήθηκε ανοδικά τον Ιούνιο, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ: εκδόθηκαν 2.532 οικοδομικές άδειες, που αντιστοιχούν σε 557.848 m² επιφάνειας και 2.541.385 m³ όγκου. Σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2024, αυτό σημαίνει:
+5,9% στον αριθμό αδειών
+19,3% στην επιφάνεια
+22,9% στον όγκο
Η εικόνα του α’ εξαμήνου
Παρά την ισχυρή επίδοση του Ιουνίου, στο α’ εξάμηνο καταγράφεται υποχώρηση της ιδιωτικής οικοδομικής δραστηριότητας σε ετήσια βάση (Ιαν.–Ιούν. 2025 έναντι 2024):
−14% στον αριθμό αδειών
−24,1% στην επιφάνεια
−17,7% στον όγκο
Η αντίθεση μηνιαίας ανόδου με τη σωρευτική πτώση δείχνει ότι η αγορά παραμένει ανομοιόμορφη, με εξάρσεις ανά μήνα.
Τι σημαίνει για την αγορά
Η μηνιαία ανάκαμψη μπορεί να αντανακλά επαναφορά έργων που είχαν μετατεθεί.
Η εξαμηνιαία πτώση επιμένει, άρα απαιτείται διάρκεια στις θετικές ενδείξεις για να μιλήσουμε για σταθερή τάση.
Η μεγαλύτερη αύξηση στον όγκο έναντι των αδειών πιθανόν υποδηλώνει στροφή σε μεγαλύτερα projects.
Σύμφωνα με την έρευνα οικογενειακών προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ για το 2024, η μέση ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών ανήλθε σε 20.694,48 ευρώ ή 1.724,54 ευρώ μηνιαίως, σημειώνοντας αύξηση 3,6% σε τρέχουσες τιμές σε σχέση με το 2023. Σε σταθερές τιμές, η αύξηση περιορίζεται στο 1%, λόγω της επίδρασης του πληθωρισμού (2,6%).
Η μέση ετήσια δαπάνη παραμένει πάντως μειωμένη κατά 16,6% σε σχέση με το 2008, γεγονός που καταδεικνύει τις μακροχρόνιες πιέσεις στα εισοδήματα.
Πού ξοδεύουν τα περισσότερα οι πολίτες
Οι Έλληνες καταναλωτές συνεχίζουν να δαπανούν το μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού τους σε τρεις βασικές κατηγορίες:
Είδη διατροφής και μη οινοπνευματώδη ποτά: 20,7%
Στέγαση: 14,4%
Μεταφορές: 13,3%
Αντίθετα, οι μικρότερες δαπάνες καταγράφονται στην ασφάλεια και τις οικονομικές υπηρεσίες (2,2%).
Ανισότητες μεταξύ πλουσίων και φτωχών
Τα στοιχεία αναδεικνύουν μεγάλες διαφορές μεταξύ κοινωνικών στρωμάτων:
Για το φτωχότερο 20% του πληθυσμού, το μερίδιο της δαπάνης σε τρόφιμα και στέγαση φθάνει το 55,9%.
Για το πλουσιότερο 20%, το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται στο 24,7%.
Η μέση ισοδύναμη δαπάνη του πλουσιότερου 20% είναι 5,68 φορές μεγαλύτερη από εκείνη του φτωχότερου 20%.
Παράλληλα, τα φτωχά νοικοκυριά διαθέτουν το 33,7% του προϋπολογισμού τους για τρόφιμα, όταν τα μη φτωχά το 19,7%.
Γεωγραφικές διαφορές
Η έρευνα καταγράφει σημαντικές αποκλίσεις ανά περιφέρεια:
Η υψηλότερη μέση ετήσια δαπάνη εντοπίζεται στην Αττική (24.363,24 ευρώ).
Η χαμηλότερη στη Στερεά Ελλάδα (14.214,96 ευρώ).
Τα νοικοκυριά σε αστικές περιοχές ξοδεύουν 1.821,26 ευρώ τον μήνα, ενώ στις αγροτικές μόλις 1.296,41 ευρώ, δηλαδή 28,8% λιγότερο.
Μεταβολές στις επιμέρους κατηγορίες
Η μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση δαπανών καταγράφεται σε:
Αναψυχή και πολιτισμό (+13,5%)
Ένδυση και υπόδηση (+9,5%)
Εστίαση και ξενοδοχεία (+6,5%)
Αντίθετα, μείωση σημειώνεται σε:
Διαρκή αγαθά και επικοινωνίες (-1,1%)
Τι καταναλώνουν τα νοικοκυριά σε τρόφιμα
Αυξήσεις δαπανών παρατηρούνται σε:
Έλαια και λίπη (+12,6%)
Ψάρια (+9,3%)
Φρούτα (+4,8%)
Σοκολάτα, ζάχαρη, γλυκά (+4,5%)
Λαχανικά (+3,3%)
Κρέας (+3%)
Μειώσεις καταγράφονται σε:
Λοιπά είδη διατροφής (-11,9%)
Γαλακτοκομικά και αυγά (-1,7%)
Δημητριακά και ψωμί (-0,8%)
Ειδικά στο ελαιόλαδο, σημειώθηκε εντυπωσιακή πτώση 13,9%.
Ενέργεια και κατοικία
Η κατανάλωση ενέργειας δείχνει ότι τα νοικοκυριά στρέφονται περισσότερο στην ηλεκτρική ενέργεια:
Ηλεκτρική ενέργεια: +8,3%
Στερεά καύσιμα: -16,2%
Φυσικό αέριο: -14,8%
Υγρά καύσιμα: -8,3%
Στη θέρμανση, κυριαρχεί το καλοριφέρ πετρελαίου (36,6%), ενώ το 18,4% των νοικοκυριών χρησιμοποιεί φυσικό αέριο.
Εξοπλισμός και διαβίωση
Τα στοιχεία δείχνουν το επίπεδο εξοπλισμού των νοικοκυριών:
98,8% διαθέτουν τηλεόραση
95,8% κινητό τηλέφωνο
80,2% υπολογιστή με internet
69% αυτοκίνητο
42,1% πλυντήριο πιάτων (αυξημένο κατά 10,4% σε σχέση με το 2023)
Το 57,6% ζει σε κατοικίες 61–100 τ.μ., ενώ το 43,1% χρησιμοποιεί τρία δωμάτια.
Στο 2,9% διαμορφώθηκε ο ετήσιος πληθωρισμός στη χώρα τον Αύγουστο, σημειώνοντας μικρή αποκλιμάκωση σε σχέση με τον Ιούλιο (3,1%), σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ).
Παρά την υποχώρηση, οι πιέσεις στις τιμές βασικών αγαθών και υπηρεσιών παραμένουν αισθητές, ειδικά σε προϊόντα διατροφής και στέγαση.
Συγκεκριμένα, από τη σύγκριση του Γενικού Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΔΤΚ) του Αυγούστου 2025 με τον αντίστοιχο δείκτη του Αυγούστου 2024 προκύπτει αύξηση 2,9%, έναντι 3,0% που είχε καταγραφεί ένα χρόνο νωρίτερα. Σε μηνιαία βάση, ο Γενικός ΔΤΚ παρουσίασε αύξηση 0,1% τον Αύγουστο σε σχέση με τον Ιούλιο, χαμηλότερη από την αντίστοιχη άνοδο 0,3% που είχε σημειωθεί πέρυσι.
Όσον αφορά τον μέσο πληθωρισμό, το δωδεκάμηνο Σεπτεμβρίου 2024 – Αυγούστου 2025 καταγράφει άνοδο 2,6%, έναντι 2,9% που είχε καταγραφεί στην προηγούμενη αντίστοιχη περίοδο. Το στοιχείο αυτό δείχνει μια σταδιακή μείωση του ρυθμού αύξησης των τιμών, αν και οι ανατιμήσεις σε ορισμένα προϊόντα παραμένουν εξαιρετικά υψηλές.
Τα προϊόντα με τις μεγαλύτερες αυξήσεις
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, οι μεγαλύτερες ετήσιες ανατιμήσεις καταγράφηκαν στις εξής κατηγορίες:
Σοκολάτες και προϊόντα σοκολάτας: +23,2%
Καφές: +18,5%
Μεταφορά επιβατών με αεροπλάνο: +18,1%
Φρούτα: +11,6%
Ενοίκια κατοικιών: +10,9%
Οι αυξήσεις αυτές επιβεβαιώνουν ότι η ακρίβεια στα τρόφιμα και το κόστος στέγασης εξακολουθούν να πιέζουν έντονα τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Αξίζει να σημειωθεί πως η αύξηση στις τιμές των αεροπορικών εισιτηρίων συνδέεται με την υψηλή ζήτηση του καλοκαιριού αλλά και με το κόστος καυσίμων.
Οι μειώσεις που ξεχώρισαν
Αντίθετα, καταγράφηκαν σημαντικές μειώσεις σε βασικές κατηγορίες, οι οποίες σε κάποιο βαθμό λειτούργησαν «αντισταθμιστικά»:
Ελαιόλαδο: -33,2%
Πετρέλαιο θέρμανσης: -12,9%
Τηλεφωνικός εξοπλισμός κινητών: -8,3%
Σάλτσες και καρυκεύματα: -6,8%
Μεταχειρισμένα αυτοκίνητα: -4,9%
Η εντυπωσιακή πτώση στην τιμή του ελαιολάδου έρχεται μετά από δύο χρόνια συνεχούς ανόδου και αποδίδεται κυρίως στη βελτιωμένη φετινή παραγωγή.
Συνεχιζόμενη ανησυχία
Παρά την αποκλιμάκωση του γενικού δείκτη, η ακρίβεια σε τρόφιμα και ενοίκια παραμένει το μεγαλύτερο «αγκάθι» για τα νοικοκυριά. Οι οικονομολόγοι τονίζουν πως αν και ο πληθωρισμός δείχνει τάσεις σταθεροποίησης, η καθημερινότητα των πολιτών συνεχίζει να επηρεάζεται από τις υψηλές τιμές σε βασικά αγαθά.
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το ΑΕΠ (σε όρους όγκου) το β’ τρίμηνο 2025 αυξήθηκε κατά 0,6% σε τριμηνιαία βάση και κατά 1,7% σε ετήσια βάση (εποχικά διορθωμένα στοιχεία). Με μη εποχικά διορθωμένα στοιχεία, η ετήσια μεταβολή διαμορφώθηκε επίσης σε +1,7%.
Σημαντική αποκλιμάκωση της ανεργίας κατέγραψε η ΕΛΣΤΑΤ: το Β’ τρίμηνο 2025 διαμορφώθηκε σε 8,6%, από 10,4% το Α’ τρίμηνο και 9,8% το Β’ τρίμηνο 2024. Η αγορά εργασίας δείχνει βελτίωση σε τριμηνιαία και ετήσια βάση.
Απασχολούμενοι
Οι απασχολούμενοι ανήλθαν σε 4.386.832 άτομα, +4,0% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και +1,4% έναντι του Β’ τριμήνου 2024. Η δυναμική αυτή υποδηλώνει ενίσχυση της απασχόλησης σε ευρύ φάσμα κλάδων.
Άνεργοι
Οι άνεργοι μειώθηκαν σε 411.722 άτομα, -15,7% σε τριμηνιαία βάση και -12,0% σε ετήσια. Η πτώση, σε συνδυασμό με την αύξηση απασχόλησης, συμπιέζει το ποσοστό ανεργίας.
Εκτός εργατικού δυναμικού
Τα άτομα εκτός εργατικού δυναμικού ανήλθαν σε 4.205.058 συνολικά (κάτω των 75 ετών: 2.965.238), με μείωση -3,3% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και -1,0% σε ετήσια βάση. Η υποχώρηση δείχνει ότι περισσότεροι πολίτες επανεισέρχονται στην αγορά εργασίας ή αναζητούν εργασία.
Ιούνιος–Ιούλιος: οι μηνιαίες ενδείξεις
Το εποχικά διορθωμένο ποσοστό ανεργίας τον Ιούλιο 2025 διαμορφώθηκε σε 8,0%, από 9,8% τον Ιούλιο 2024. Για τον Ιούνιο 2025 αναφέρεται 8,5% (έναντι 8,9% τον Ιούνιο 2024) καθώς και σύγκριση με αναθεωρημένο προς τα πάνω 9,0% του Ιουνίου όταν γίνεται η αναφορά στον Ιούλιο· επιπλέον, ο Μάιος 2025 έχει αναθεωρηθεί στο 8,0%. Συνολικά, το μοτίβο πτώσης σε σχέση με πέρυσι παραμένει εμφανές.
Η ταυτόχρονη άνοδος της απασχόλησης, η κάμψη των ανέργων και η μείωση των εκτός εργατικού δυναμικού συνθέτουν θετική τάση για την αγορά εργασίας. Παραμένει κρίσιμο να παρακολουθηθεί αν η βελτίωση εδραιώνεται και στο τέλος του έτους, καθώς οι εποχικές επιδράσεις υποχωρούν.
Ανοδική πορεία των μισθών Πάνω από τον διακηρυγμένο στόχο για αποδοχές 1.500 ευρώ αναμένεται να κυμανθεί ο μέσος μισθός στον ιδιωτικό τομέα από το 2027, φτάνοντας τα 1.650 ευρώ, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ΕΛΣΤΑΤ και του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής. Στην αύξηση αυτή συντελούν οι συνεχείς αυξήσεις του κατώτερου εισαγωγικού μισθού τα τελευταία πέντε χρόνια, από τα 640 στα 880 ευρώ, αλλά και η άρση του εμποδίου των τριετιών, που εξασφαλίζει επιπλέον 10%-30% αύξηση σε τουλάχιστον 500.000 εργαζόμενους από το 2026.
Κοινωνικός διάλογος και ισότητα Η κυβέρνηση επικεντρώνεται στον κοινωνικό διάλογο, την ίση αμοιβή μεταξύ ανδρών και γυναικών και την ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων, ώστε να καλύψουν σταδιακά το 80% των εργαζομένων από το 27% σήμερα. Το μισθολογικό χάσμα φύλων στην Ελλάδα μειώθηκε στο 13,6% το 2023, υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ χώρες όπως το Λουξεμβούργο έχουν κλείσει πλήρως την ψαλίδα.
Διαφορές ανάμεσα σε μεγάλες και μικρές επιχειρήσεις Παρατηρείται διαφορά στις αυξήσεις μεταξύ μεγάλων και μικρών επιχειρήσεων, με τον μέσο μισθό στις μεγάλες επιχειρήσεις να φτάνει τα 1.457 ευρώ τον Αύγουστο και στις μικρές τα 1.032 ευρώ. Σύμφωνα με την Eurostat, το καθαρό ετήσιο εισόδημα των Ελλήνων αυξήθηκε κατά περίπου 24% την τελευταία πενταετία, με τον μέσο μισθό πλήρους απασχόλησης να ανέρχεται στα 1.365 ευρώ μεικτά ή 1.065 καθαρά, ενώ οι αυξήσεις στα κοινά επαγγέλματα κυμάνθηκαν στο 7,17% και στα οικοδομοτεχνικά έργα στο 5,43%.
Στοιχεία απασχόλησης Συνολικά, οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα ανέρχονται σε 2,86 εκατομμύρια, εκ των οποίων το 22% εργάζεται με μερική απασχόληση με μέσο μισθό 582 ευρώ μεικτά ή 500 καθαρά. Οι υψηλότεροι μισθοί παρατηρούνται στην Αττική, ενώ οι χαμηλότεροι στην Κεντρική Ελλάδα. Η μέση ηλικία των ασφαλισμένων είναι 41,29 έτη και η πιο πολυπληθής κατηγορία είναι οι Υπάλληλοι Γραφείου (22,09%), με σημαντική παρουσία στους κλάδους Ξενοδοχεία και Εστιατόρια (20,32%) και Χονδρικό και Λιανικό Εμπόριο (19,73%), ενώ η μέση απασχόληση κυμαίνεται στις 21,28 ημέρες το μήνα.
Στο 3,1% ανήλθε ο πληθωρισμός τον μήνα Ιούλιο 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ).
Από τη σύγκριση του Γενικού Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του μηνός Ιουλίου 2025 με τον αντίστοιχο Δείκτη του Ιουλίου 2024 προέκυψε αύξηση 3,1% έναντι αύξησης 2,7% που σημειώθηκε κατά την αντίστοιχη σύγκριση του έτους 2024 με το 2023.
Ο Γενικός ΔΤΚ κατά τον μήνα Ιούλιο 2025, σε σύγκριση με τον Ιούνιο 2025 παρουσίασε μείωση 0,4%, έναντι μείωσης 0,7%, που σημειώθηκε κατά την αντίστοιχη σύγκριση του προηγούμενου έτους.
Ο μέσος ΔΤΚ του δωδεκαμήνου Αυγούστου 2024 – Ιουλίου 2025, σε σύγκριση με τον αντίστοιχο Δείκτη του δωδεκαμήνου Αυγούστου 2023 – Ιουλίου 2024, παρουσίασε αύξηση 2,6%, έναντι αύξησης 2,8% που σημειώθηκε κατά την αντίστοιχη σύγκριση του δωδεκαμήνου Αυγούστου 2023 – Ιουλίου 2024 με το δωδεκάμηνο Αυγούστου 2022 – Ιουλίου 2023.
Η αύξηση του Γενικού ΔΤΚ κατά 3,1% τον μήνα Ιούλιο 2025, σε σύγκριση με τον αντίστοιχο Δείκτη του Ιουλίου 2024, προήλθε κυρίως από τις μεταβολές στις ακόλουθες ομάδες αγαθών και υπηρεσιών:
Από τις αυξήσεις των δεικτών κατά: • 2,8% στην ομάδα Διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά, λόγω αύξησης κυρίως των τιμών σε: ψωμί, άλλα προϊόντα αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής, κρέατα (γενικά), νωπά ψάρια, γιαούρτι, φρούτα (γενικά), λαχανικά κατεψυγμένα, ζάχαρη-σοκολάτες- γλυκά-παγωτά, καφέ. Μέρος της αύξησης αυτής αντισταθμίστηκε από τη μείωση κυρίως των τιμών σε: ζυμαρικά, ελαιόλαδο. • 1,8% στην ομάδα Αλκοολούχα ποτά και καπνός, λόγω αύξησης κυρίως των τιμών σε: αλκοολούχα ποτά (μη σερβιριζόμενα), τσιγάρα. • 8,4% στην ομάδα Ένδυση και υπόδηση, λόγω αύξησης των τιμών στα είδη ένδυσης και υπόδησης. • 6,6% στην ομάδα Στέγαση, λόγω αύξησης κυρίως των τιμών σε: ενοίκια κατοικιών, επισκευή και συντήρηση κατοικίας, υπηρεσίες που σχετίζονται με το σπίτι, ηλεκτρισμό, φυσικόαέριο. Μέρος της αύξησης αυτής αντισταθμίστηκε από τη μείωση κυρίως των τιμών σε: πετρέλαιο θέρμανσης, στερεά καύσιμα. • 2,0% στην ομάδα Υγεία, λόγω αύξησης κυρίως των τιμών σε: φαρμακευτικά προϊόντα, ιατρικά προϊόντα, ιατρικές- οδοντιατρικές και παραϊατρικές υπηρεσίες, νοσοκομειακή περίθαλψη. • 2,1% στην ομάδα Επικοινωνίες, λόγω αύξησης κυρίως των τιμών στις τηλεφωνικές υπηρεσίες. Μέρος της αύξησης αυτής αντισταθμίστηκε από τη μείωση κυρίως των τιμών στον τηλεφωνικό εξοπλισμό κινητών τηλεφώνων. • 0,8% στην ομάδα Αναψυχή-Πολιτιστικές δραστηριότητες, λόγω αύξησης κυρίως των τιμών σε: μικρά είδη αναψυχής-άνθη-κατοικίδια ζώα, ψυχαγωγικές και πολιτιστικές υπηρεσίες, πακέτο διακοπών. Μέρος της αύξησης αυτής αντισταθμίστηκε από τη μείωση κυρίως των τιμών σε: εξοπλισμό επεξεργασίας ήχου και εικόνας, εξοπλισμό επεξεργασίας πληροφοριών, διαρκή αγαθά αναψυχής. • 2,6% στην ομάδα Εκπαίδευση, λόγω αύξησης κυρίως των τιμών σε: δίδακτρα προσχολικής και πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, δίδακτρα δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. • 6,2% στην ομάδα Ξενοδοχεία-Καφέ-Εστιατόρια, λόγω αύξησης κυρίως των τιμών σε: εστιατόρια-ζαχαροπλαστεία-καφενεία- κυλικεία, ξενοδοχεία-μοτέλ-πανδοχεία. • 0,6% στην ομάδα Άλλα αγαθά και υπηρεσίες, λόγω αύξησης κυρίως των τιμών σε: κομμωτήρια και καταστήματα προσωπικής φροντίδας, υπηρεσίες κοινωνικής προστασίας, ασφάλιστρα υγείας, άλλες υπηρεσίες. Μέρος της αύξησης αυτής αντισταθμίστηκε από τη μείωση κυρίως των τιμών σε: άλλα είδη ατομικής φροντίδας, ασφάλιστρα οχημάτων.
Από τη μείωση του δείκτη κατά:
1,1% στην ομάδα Μεταφορές, λόγω μείωσης κυρίως των τιμών σε: μεταχειρισμένα αυτοκίνητα, καύσιμα και λιπαντικά. Μέρος της μείωσης αυτής αντισταθμίστηκε από την αύξηση κυρίως των τιμών σε: καινούργια αυτοκίνητα, ανταλλακτικά και αξεσουάρ αυτοκινήτου, συντήρηση και επισκευή εξοπλισμού προσωπικής μεταφοράς, άλλες υπηρεσίες σχετικές με την προσωπική μεταφορά, εισιτήρια μεταφοράς επιβατών με αεροπλάνο.
Το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου της Ελλάδας σημείωσε αύξηση 33,2% τον Ιούνιο 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ. Η αύξηση αυτή οφείλεται στην άνοδο των εισαγωγών και στη μείωση των εξαγωγών, με το έλλειμμα να φτάνει τα 3.137,6 εκατ. ευρώ (ή 3.575,5 εκατ. δολάρια), έναντι 2.355,5 εκατ. ευρώ (2.499,5 εκατ. δολάρια) τον Ιούνιο 2024.
Αύξηση Ελλείμματος Χωρίς Πετρελαιοειδή και Πλοία
Η αντίστοιχη αξία χωρίς τα πετρελαιοειδή παρουσίασε αύξηση του ελλείμματος κατά 452,1 εκατ. ευρώ (20,5%), ενώ η αντίστοιχη αξία χωρίς τα πετρελαιοειδή και τα πλοία παρουσίασε αύξηση κατά 420,3 εκατ. ευρώ (19,1%), σε σύγκριση με τον Ιούνιο 2024.
Στοιχεία Εισαγωγών και Εξαγωγών
Η συνολική αξία των εισαγωγών τον Ιούνιο 2025 ανήλθε σε 7.080,6 εκατ. ευρώ (8.130,2 εκατ. δολάρια), καταγράφοντας αύξηση 6,4% σε σχέση με τον Ιούνιο 2024. Χωρίς τα πετρελαιοειδή, η αύξηση ήταν 10,9%, και χωρίς πετρελαιοειδή και πλοία ήταν 11,0%.
Η συνολική αξία των εξαγωγών μειώθηκε κατά 8,3%, φτάνοντας τα 3.943,0 εκατ. ευρώ (4.554,7 εκατ. δολάρια) από 4.301,7 εκατ. ευρώ (4.641,9 εκατ. δολάρια) τον Ιούνιο 2024. Ωστόσο, χωρίς τα πετρελαιοειδή, οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 3,7% και χωρίς πετρελαιοειδή και πλοία η αύξηση ήταν 4,8%.
Εμπορικό Ισοζύγιο Ιανουαρίου-Ιουνίου 2025
Για το εξάμηνο Ιανουαρίου-Ιουνίου 2025, το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου ανήλθε σε 16.543,5 εκατ. ευρώ (17.891,0 εκατ. δολάρια), παρουσιάζοντας μείωση 1,3% σε σχέση με το ίδιο διάστημα του 2024. Η αξία των εισαγωγών μειώθηκε κατά 3,5%, φτάνοντας τα 40.656,7 εκατ. ευρώ (44.315,8 εκατ. δολάρια).
Η αξία των εξαγωγών στο εξάμηνο ανήλθε σε 24.113,2 εκατ. ευρώ (26.424,8 εκατ. δολάρια), καταγράφοντας μείωση 4,9% σε σύγκριση με το 2024. Χωρίς πετρελαιοειδή, οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 5,5%, ενώ χωρίς πετρελαιοειδή και πλοία η αύξηση ήταν 5,8%.
Τα στοιχεία αποκαλύπτουν την ανισορροπία στο εξωτερικό εμπόριο της χώρας και τις διακυμάνσεις στις εμπορικές της συναλλαγές με τον υπόλοιπο κόσμο.
Η ανοδική πορεία των ενοικίων συνεχίζεται και το 2025, με τα τελευταία στοιχεία να επιβεβαιώνουν ότι το κόστος στέγασης παραμένει ένα από τα πιο πιεστικά προβλήματα για τα νοικοκυριά. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, οι τιμές ενοικίασης κατοικιών τον Ιούνιο αυξήθηκαν κατά 11,4% σε ετήσια βάση, ενώ σε σχέση με τον Μάιο η αύξηση ήταν 0,9%.
Τα στοιχεία της αγοράς συμφωνούν με την εικόνα αυτή. Ο δείκτης SPI της πλατφόρμας Spitogatos δείχνει ότι τα ζητούμενα ενοίκια αυξήθηκαν κατά 7,2% το β’ τρίμηνο του 2025 συγκριτικά με την ίδια περίοδο πέρσι, ενώ η αύξηση σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του 2025 φτάνει το 4,2%.
Πού καταγράφηκαν οι μεγαλύτερες αυξήσεις
Η Φωκίδα κρατά τα πρωτεία με άνοδο 31,7%, με το μέσο ενοίκιο να διαμορφώνεται στα 6,11 ευρώ/τ.μ., έναντι 4,64 ευρώ το προηγούμενο εξάμηνο. Σημαντική αύξηση καταγράφεται και στην Αργολίδα με 24,8%.
Στην Αττική, όπου τα ενοίκια είχαν ήδη «εκτοξευθεί» τα προηγούμενα χρόνια, οι αυξήσεις είναι πιο συγκρατημένες. Το κέντρο της Αθήνας παρουσιάζει τη μεγαλύτερη άνοδο με 6,8%, φτάνοντας τα 11,3 ευρώ/τ.μ., ενώ σταθερές παραμένουν οι τιμές στα Ανατολικά Προάστια (9 ευρώ/τ.μ.).
Σε επίπεδο γειτονιών, η μεγαλύτερη αύξηση σημειώθηκε στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη (28,6%), ενώ έπονται η Πετρούπολη (19,6%), η περιοχή Γκάζι – Μεταξουργείο – Βοτανικός (19,3%) και η Αγία Βαρβάρα (16,8%). Στη Βούλα, η αύξηση αγγίζει το 17,5%, διατηρώντας την ανάμεσα στις πιο ακριβές περιοχές της Αττικής.
Στη Θεσσαλονίκη, εντυπωσιακές αυξήσεις σημειώνονται σε Ευκαρπία, Χορτιάτη και Ξηροκρήνη – Παναγιά Φανερωμένη, με ποσοστά από 20% έως 30%.
Οι πιο ακριβές και πιο φθηνές περιοχές
Η πιο ακριβή περιοχή για ενοικίαση είναι οι Κυκλάδες, με μέση τιμή 15,3 ευρώ/τ.μ.. Ακολουθούν:
Νότια προάστια Αττικής – 13 ευρώ/τ.μ.
Βόρεια προάστια – 11,4 ευρώ/τ.μ.
Κέντρο Αθήνας – 11,3 ευρώ/τ.μ.
Πειραιάς – 10,3 ευρώ/τ.μ.
Εντυπωσιακό είναι το παράδειγμα της Χαλκιδικής, όπου τα υψηλότερα ζητούμενα ενοίκια φτάνουν τα 32,14 ευρώ/τ.μ., κυρίως λόγω τουριστικής ζήτησης.
Στον αντίποδα, οι χαμηλότερες τιμές εντοπίζονται στο Κιλκίς (4 ευρώ/τ.μ.), την Πέλλα (4,46 ευρώ/τ.μ.) και στο υπόλοιπο του Νομού Θεσσαλονίκης (4,48 ευρώ/τ.μ.), ενώ ακολουθούν τα Γρεβενά και η Ημαθία με 4,8 και 5 ευρώ/τ.μ. αντίστοιχα.