Στη Δικαιοσύνη προσήλθε σήμερα ο αρδιοχειρουργός και μέχρι πρότινος διευθυντή της Καρδιοχειρουργικής Κλινικής του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου, ο οποίος βρέθηκε στο εδώλιο κατηγορούμενος ότι απαίτησε και έλαβε «φακελάκι» από τη σύζυγο χειρουργημένου ασθενούς.
Το δικαστήριο τον κήρυξε ένοχο για το αδίκημα της δωροληψίας, επιβάλλοντάς του ποινή φυλάκισης τριών ετών με αναστολή έως την εκδίκαση της έφεσης, χρηματική ποινή 30.000 ευρώ, καθώς και τους περιοριστικούς όρους της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα και της καταβολής εγγυοδοσίας ύψους 20.000 ευρώ.
Οι περιοριστικοί όροι επιβλήθηκαν, καθώς το δικαστήριο είχε προηγουμένως αποφασίσει τη μερική έκτιση της ποινής. Σύμφωνα με την απόφαση, ο καταδικασθείς γιατρός οφείλει να καταβάλει το ποσό της εγγυοδοσίας έως την ερχόμενη Δευτέρα, διαφορετικά θα οδηγηθεί στη φυλακή.
Το δικαστήριο δεν αναγνώρισε στον κατηγορούμενο ούτε καν το ελαφρυντικό του σύννομου βίου, το οποίο είχε ζητήσει η υπεράσπισή του. «Εδώ η καταγγέλλουσα λέει ότι από άλλους έπαιρνε 3.000 και από άλλους 5.000 ευρώ», ανέφερε η πρόεδρος εκφωνώντας την απόφαση, σημειώνοντας παράλληλα ότι ο γιατρός τελεί σήμερα σε δυνητική αργία.
Η υπόθεση και η σύλληψη με προσημειωμένα χαρτονομίσματα
Η συγκεκριμένη υπόθεση αποκαλύφθηκε τον Σεπτέμβριο, προκαλώντας έντονη δημοσιότητα, όταν ο γιατρός συνελήφθη επ’ αυτοφώρω να κατέχει προσημειωμένα χαρτονομίσματα συνολικού ποσού 3.000 ευρώ, έπειτα από καταγγελία της συζύγου του ασθενούς.
Κατά την απολογία του στο δικαστήριο, ο καρδιοχειρουργός αρνήθηκε την κατηγορία, υποστηρίζοντας ότι έπεσε θύμα εσκεμμένης παγίδευσης, ακόμη και λόγω ανταγωνισμού με άλλο γιατρό.
«Εγώ δεν ζήτησα τίποτα», δήλωσε, εκφράζοντας την ικανοποίησή του για την πορεία της υγείας του ασθενούς, ενώ μίλησε συγκινημένος για την εξαιρετικά δύσκολη χειρουργική επέμβαση.
«Πέταγα από τη χαρά μου και νόμιζα ότι αυτοί οι άνθρωποι θα ήταν ευγνώμονες. Αισθάνομαι πικραμένος και παγιδευμένος», ανέφερε, απαντώντας στη συνέχεια σε αλλεπάλληλες ερωτήσεις της έδρας.
Ο διάλογος με την πρόεδρο του δικαστηρίου
Η πρόεδρος ρώτησε τον κατηγορούμενο γιατί δεν επέστρεψε τα χρήματα και γιατί ανέφερε αρχικά στην αστυνομία ότι προορίζονταν για την κόρη του. Ο γιατρός απάντησε ότι είχε μαζί του μόνο 300 ευρώ για την κόρη του και σε αυτά αναφερόταν.
Σε ερώτηση αν είπε στην καταγγέλλουσα ότι «συνήθως παίρνω πέντε αλλά για σένα θα πάρω τρία», ο κατηγορούμενος αρνήθηκε, υποστηρίζοντας ότι μίλησε για ένα τραπέζι στους συνεργάτες του λόγω της επιτυχίας της επέμβασης και ότι η γυναίκα παρεξήγησε τα λεγόμενά του.
Αναφερόμενος στη στιγμή της παράδοσης των χρημάτων, ο κατηγορούμενος υποστήριξε πως, λόγω βιασύνης για να επιστρέψει στο χειρουργείο, είπε στη γυναίκα «κάνε ό,τι νομίζεις», χωρίς να γνωρίζει τι ακριβώς είχε συγκεντρώσει.
Σε άλλο σημείο της απολογίας του ανέφερε:
«Εμείς που χειρουργούμε καρδιά είμαστε λίγοι και το άγχος τεράστιο. Ποτέ δεν σκέφτηκα να ζητήσω χρήματα. Πού να φανταστώ ότι είναι καλωδιωμένη με προσημειωμένα χαρτονομίσματα», αφήνοντας αιχμές για εσωτερικό πόλεμο μεταξύ καρδιοχειρουργών.
Ο κατηγορούμενος έφτασε στο σημείο να δηλώσει:
«Με φωνάζουν Άγιο Παντελεήμονα. Η καρδιά είναι δώρο Θεού, δεν έχει χρήματα. Ήμουν ταγμένος να κάνω τον άνθρωπο καλά», υποστηρίζοντας ότι δεν ζήτησε κανένα αντάλλαγμα.
Λαμβάνοντας τον λόγο, ο εισαγγελέας της έδρας ζήτησε την ενοχή του κατηγορούμενου, επισημαίνοντας ότι συνελήφθη επ’ αυτοφώρω με τα χρήματα στην κατοχή του.
«Λίγη σημασία έχει αν τα ζήτησε ή όχι. Δεν αμφισβητείται η ιατρική του ικανότητα. Ο συνδυασμός των περιστατικών και το αυτόφωρο δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας ότι έλαβε εν γνώσει του το ωφέλημα», τόνισε, προσθέτοντας:
«Δεν μπορούμε να θεωρούμε ότι ένας καλός γιατρός είναι αυτομάτως και ηθικός γιατρός».
Νωρίτερα στο δικαστήριο κατέθεσε και η σύζυγος του ασθενούς, περιγράφοντας αναλυτικά τα όσα προηγήθηκαν.
«Μου είπε “εγώ παίρνω 5.000, για σένα θα πάρω 3.000 ευρώ”. Με κάλεσε στο γραφείο του μετά την εντατική. Του είπα ότι δεν τα είχα υπολογίσει. Μου απάντησε “όσα έχεις”. Του τα έδωσα, δεν τα μέτρησε και τότε μπήκαν οι αστυνομικοί», κατέθεσε, σημειώνοντας ότι αναγνωρίζει πως ο γιατρός έκανε πολύ καλή δουλειά, καθώς η υγεία του συζύγου της βελτιώνεται.