Tag: Ινστιτούτο ΕΝΑ

  • Νεπάλ: Από την εξέγερση στην ανασυγκρότηση;

    Νεπάλ: Από την εξέγερση στην ανασυγκρότηση;

    *Ηλέκτρα Νησίδου, Πολιτική επιστήμονας

    Ο Σεπτέμβριος του 2025 υπήρξε ένας μήνας βαθιάς αναταραχής για το Νεπάλ, με γεγονότα που ανέδειξαν όχι μόνο τη δυσφορία της κοινωνίας απέναντι στη διαφθορά και την πολιτική ανεπάρκεια, αλλά και τη δυναμική της νεότερης γενιάς, που έδειξε να αμφισβητεί ανοιχτά τις κατεστημένες δομές εξουσίας. Όσα διαδραματίστηκαν συνιστούν μια τομή στην πρόσφατη πολιτική ιστορία της χώρας και έχουν ευρύτερες συνέπειες για την περιοχή και τις διεθνείς σχέσεις του Νεπάλ.

    Η κρίση πυροδοτήθηκε στις 4 Σεπτεμβρίου, όταν η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Κ.Π. Σάρμα Όλι ανακοίνωσε την απαγόρευση 26 πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης (μεταξύ των οποίων οι Facebook, X/Twitter, YouTube και Instagram) επικαλούμενη την άρνηση των εταιρειών αυτών να εγγραφούν στο εθνικό μητρώο και να συμμορφωθούν με νέους κανονισμούς. Το μέτρο παρουσιάστηκε ως προσπάθεια ρύθμισης του ψηφιακού τοπίου, ερμηνεύθηκε ωστόσο από τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών ως επίθεση στην ελευθερία της έκφρασης. Η αντίδραση υπήρξε άμεση: χιλιάδες νέοι, κυρίως μέλη της λεγόμενης «Gen Z», κατέβηκαν στους δρόμους της Κατμαντού και άλλων μεγάλων πόλεων, ζητώντας όχι μόνο την ανάκληση της απαγόρευσης αλλά και ριζικές μεταρρυθμίσεις στη διακυβέρνηση.

    Οι διαδηλώσεις κλιμακώθηκαν ραγδαία. Στην αρχή διατήρησαν έναν ειρηνικό χαρακτήρα, με συνθήματα κατά της διαφθοράς, του νεποτισμού και της κοινωνικής ανισότητας. Πολύ σύντομα όμως μετατράπηκαν σε συγκρούσεις με τις δυνάμεις ασφαλείας, που έκαναν εκτεταμένη χρήση δακρυγόνων και κανονιών νερού. Η κατάσταση ξέφυγε από τον έλεγχο: υπήρξαν αναφορές για πυροβολισμούς, δεκάδες νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες. Σύμφωνα με διεθνείς οργανισμούς, ο αριθμός των θυμάτων ξεπέρασε τους πενήντα μέσα στις πρώτες εβδομάδες, ενώ υλικές ζημιές σημειώθηκαν σε κυβερνητικά κτίρια, μεταξύ των οποίων το Κοινοβούλιο και γραφεία υπουργείων, καθώς και σε περιουσίες πολιτικών προσώπων.

    Η πίεση προς την κυβέρνηση αυξανόταν καθημερινά. Το κίνημα της νεολαίας απέκτησε ορμή, τροφοδοτούμενο από την υψηλή ανεργία –πάνω από 20% στους νέους–, την αίσθηση συστηματικής ατιμωρησίας για σκάνδαλα διαφθοράς και τη χρόνια αναποτελεσματικότητα του κράτους. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο πρωθυπουργός Όλι αναγκάστηκε να παραιτηθεί, ανοίγοντας το δρόμο για μια ιστορική μετάβαση. Στις 12 Σεπτεμβρίου η Σουσίλα Κάρκι, πρώην επικεφαλής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ορκίστηκε ως η πρώτη γυναίκα πρωθυπουργός του Νεπάλ. Η ανάληψη της διακυβέρνησης από μια προσωπικότητα εκτός του στενού κομματικού μηχανισμού επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί ως συμβιβασμός και εγγύηση για την πολιτική ομαλότητα.

    Παράλληλα, το κοινοβούλιο διαλύθηκε και προκηρύχθηκαν εκλογές για τις 5 Μαρτίου 2026. Η νέα μεταβατική κυβέρνηση συγκροτήθηκε με περιορισμένο αριθμό υπουργών, σε μια προσπάθεια να σταλεί το μήνυμα της λιτότητας και της εστίασης σε κρίσιμα ζητήματα, όπως η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, η δικαστική διερεύνηση της βίας και η διασφάλιση ελεύθερων και δίκαιων εκλογών. Ωστόσο, τα προβλήματα που αναδείχθηκαν δεν είναι δυνατό να λυθούν άμεσα: η μακροχρόνια κακοδιοίκηση, η εξάρτηση από τα εμβάσματα των μεταναστών εργατών και η αδύναμη παραγωγική βάση της οικονομίας αποτελούν χρόνιες πληγές.

    Η οικονομική διάσταση της κρίσης δεν άργησε να γίνει ορατή. Η εμπιστοσύνη των καταναλωτών και των επιχειρήσεων κλονίστηκε, ενώ η πολιτική αβεβαιότητα οδήγησε σε καθυστερήσεις σε επενδύσεις και έργα υποδομής. Οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης, όπως ο Fitch, προειδοποίησαν ότι οι κοινωνικές αναταραχές και η πολιτική αστάθεια ενέχουν σοβαρούς κινδύνους για την αναπτυξιακή προοπτική και τα δημόσια οικονομικά του Νεπάλ. Στο μεταξύ, οι νέοι που βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή των διαδηλώσεων εξακολουθούν να απαιτούν ουσιαστικές απαντήσεις: αντιμετώπιση της ανεργίας, αξιοκρατία στη δημόσια διοίκηση και αποτελεσματική καταπολέμηση της διαφθοράς.

    Οι εξελίξεις του Σεπτεμβρίου παρακολουθήθηκαν στενά και σε διεθνές επίπεδο. Η Κίνα έσπευσε να συγχαρεί τη Σουσίλα Κάρκι για την ανάληψη της πρωθυπουργίας, εκφράζοντας την πρόθεσή της να συνεχίσει τη συνεργασία με το Νεπάλ. Η στάση αυτή ερμηνεύεται ως προσπάθεια του Πεκίνου να διασφαλίσει τη σταθερότητα στα νότια σύνορά του και να διατηρήσει την επιρροή του σε μια χώρα που αποτελεί κρίσιμο κρίκο της πρωτοβουλίας «Μια Ζώνη, Ένας Δρόμος» (Belt and Road Initiative – BRI). Αντίστοιχα, η Ινδία και άλλες περιφερειακές δυνάμεις παρακολουθούν με ανησυχία, καθώς η πολιτική αστάθεια στο Νεπάλ ενδέχεται να έχει επιπτώσεις στην ασφάλεια και στη ροή εμπορίου και εργατικού δυναμικού. Παράλληλα, διεθνείς οργανισμοί και πρεσβείες χωρών της Δύσης έχουν τονίσει την ανάγκη διασφάλισης ελευθερίας έκφρασης, ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και διαφάνειας στην εκλογική διαδικασία του Μαρτίου.

    Το ερώτημα που ανακύπτει είναι αν το Νεπάλ μπορεί να μετατρέψει την κρίση σε ευκαιρία κοινωνικής και οικονομικής μεταρρύθμισης. Η ανάδειξη της Κάρκι ως μεταβατικής πρωθυπουργού έδωσε μια ανάσα, όμως δεν αρκεί από μόνη της. Η κοινωνία περιμένει απτά αποτελέσματα: τιμωρία υπευθύνων για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αποκατάσταση της νομιμότητας, καθώς και μέτρα για την ανακούφιση της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Αν αυτά δεν επιτευχθούν, η απογοήτευση μπορεί να οδηγήσει σε νέο κύκλο αναταραχών.

    Σε κάθε περίπτωση, ο Σεπτέμβριος του 2025 στο Νεπάλ έδειξε ότι η νεολαία δεν είναι διατεθειμένη να ανεχθεί την αναπαραγωγή παθογενειών που χαρακτηρίζουν την πολιτική ζωή της χώρας εδώ και δεκαετίες. Η εξέγερση με τους νέους και τις νέες της χώρας στην πρώτη γραμμή δεν ήταν απλώς μια αντίδραση σε μια άμεση κυβερνητική απόφαση, αλλά η έκρηξη συσσωρευμένων ανησυχιών γύρω από την ανεργία, την ανισότητα, τη διαφθορά και την αίσθηση αποκλεισμού. Η διεθνής κοινότητα αναμένει να δει εάν οι εκλογές του Μαρτίου θα αποτελέσουν σημείο καμπής ή αν η χώρα θα εγκλωβιστεί ξανά σε φαύλο κύκλο αστάθειας.

    Το Νεπάλ βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Από τη μία πλευρά, η αλλαγή ηγεσίας και η προκήρυξη εκλογών δημιουργούν προοπτική θετικής εξέλιξης και μεταρρυθμιστικού ανοίγματος. Από την άλλη, οι διαρθρωτικές αδυναμίες και οι ισχυρές εξωτερικές επιρροές απειλούν να υπονομεύσουν αυτή την πορεία. Η επόμενη περίοδος θα δείξει εάν η χώρα θα μπορέσει να κεφαλαιοποιήσει την τρέχουσα κρίση ως ευκαιρία δημοκρατικής εμβάθυνσης ή αν θα βυθιστεί εκ νέου σε κύματα πολιτικής αστάθειας και κοινωνικής απογοήτευσης.

  • Δημόσιες επιχειρήσεις: Οικονομική, περιβαλλοντική, κοινωνική αναγκαιότητα

    Δημόσιες επιχειρήσεις: Οικονομική, περιβαλλοντική, κοινωνική αναγκαιότητα

    Στην δημόσια συζήτηση για την επίλυση μεγάλων οικονομικών, κοινωνικών, αλλά και περιβαλλοντικών προβλημάτων του σήμερα, όπως οι τιμές ενέργειας, η εξάπλωση της φτώχειας και, πιο πρόσφατα, της λειψυδρίας, παρουσιάζεται από το νεοφιλελεύθερο αφήγημα ως πανάκεια η ιδιωτική πρωτοβουλία, η οποία μέσω των δυνάμεων της αγοράς θα βελτιώσει τις ζωές των πολιτών. Ταυτόχρονα, επιχειρείται η συνεχής εμφάνιση του Δημοσίου ως ενός υδροκέφαλου, άκαμπτου συστήματος που είναι ξεπερασμένο και μη αποδοτικό. Ως παραδείγματα παρουσιάζονται η πάλαι ποτέ δημόσια Ολυμπιακή Αεροπορία, ο ΟΤΕ ή η ΔΕΗ, επιχειρήσεις που μετά την ιδιωτικοποίησή τους και το συνακόλουθο άνοιγμα των αγορών παρουσιάζονται ως success stories. Τα σχετικά εμπειρικά δεδομένα όμως παρουσιάζουν μία διαφορετική εικόνα.

    Οι δημόσιες επιχειρήσεις ανέκαθεν αποτελούσαν τον πυρήνα της οργάνωσης της οικονομίας των χωρών, αφού αναλάμβαναν το έργο της παροχής δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών, όπως το νερό, η ενέργεια, οι μεταφορές, κρίσιμων για την οικονομική και κοινωνική ευημερία των κρατών. Οι επιχειρήσεις αυτές δύνανται να εκτελούν επενδύσεις υψηλού ρίσκου και μεγάλου κόστους, να διατηρούν τις τιμές των αγαθών και υπηρεσιών που προσφέρουν σε ανεκτά για τον καταναλωτή επίπεδα, αλλά και να ενσωματώνουν με μεγαλύτερη ευκολία περιβαλλοντικές και άλλες πολιτικές στη λειτουργία τους.

    Ακόμη, στις μέρες μας, μετά το κύμα ευρέων ιδιωτικοποιήσεων που παρατηρήθηκε τα τελευταία 20 με 30 έτη, επιλέγουν να επανακρατικοποιήσουν ιδιωτικές επιχειρήσεις που προσφέρουν δημόσια αγαθά και υπηρεσίες. Παραδείγματα αποτελούν η Βρετανία με την επανακρατικοποίηση των διαφορετικών σιδηροδρομικών εταιρειών και τη συνένωσή τους σε μία ενιαία και η Γαλλία με την Électricité de France στον τομέα της ενέργειας. Οι μορφές που αποκτούν οι δημόσιες επιχειρήσεις δεν περιορίζονται μόνο στον άμεσο έλεγχο από το κράτος, αλλά περιλαμβάνουν για παράδειγμα επιχειρήσεις υπό τον έλεγχο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ειδικά των Δήμων και συνεργατικά σχήματα, όπως οι ενεργειακές κοινότητες.

    Η ουσιαστική μελέτη διεθνών περιπτώσεων καταδεικνύει πως οι δημόσιες επιχειρήσεις είναι μόνο οικονομικοί φορείς που δεν υπολείπονται των ιδιωτικών σε αποτελεσματικότητα. Αποτελούν, επίσης, δραστική λύση για προβλήματα όπως οι υπερχρεώσεις για την παροχή βασικών αγαθών και υπηρεσιών στους πολίτες, άρματα εισαγωγής και υποστήριξης νέων πολιτικών και υπηρέτησης των αναγκών του κοινωνικού συνόλου. Ο ρόλος των δημόσιων επιχειρήσεων στο σήμερα, τελικά, αξίζει να επανεξεταστεί ως απάντηση στη λειτουργία των ολιγοπωλίων, των υπερκερδών και της κατ’ όνομα συμμόρφωσης με κανόνες, που προσχηματικά παρουσιάζουν ιδιωτικές επιχειρήσεις, στις οποίες ανατίθεται η παροχή κρίσιμων για το κοινωνικό σύνολο και την κοινωνική δικαιοσύνη αγαθών και υπηρεσιών.

    Όλο το κείμενο εδώ: https://enainstitute.org/publication/dimosies-epicheiriseis-oikonomiki-perivallontiki-koinoniki-anagkaiotita/

  • Θεμελιώνοντας το δικαίωμα στην κατοικία: Η δημιουργία Στεγαστικού Ταμείου

    Θεμελιώνοντας το δικαίωμα στην κατοικία: Η δημιουργία Στεγαστικού Ταμείου

    *Των Βασίλη Δελή & Γιώργο Σπανουδάκη

    Η στέγη στην Ελλάδα έχει πάψει εδώ και καιρό να θεωρείται αυτονόητο κοινωνικό αγαθό. Οι τιμές στα ενοίκια και στα ακίνητα έχουν εκτοξευθεί, μετατρέποντας το βασικό δικαίωμα σε είδος πολυτελείας. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, το 35,5% του διαθέσιμου εισοδήματος των ελληνικών νοικοκυριών κατευθύνεται σε στεγαστικές δαπάνες, το μεγαλύτερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σχεδόν οι μισοί ενοικιαστές δίνουν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για στέγη, ενώ για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία ο αριθμός τους ξεπέρασε το 30% του πληθυσμού. Το αποτέλεσμα είναι ότι η Ελλάδα κατέχει ένα θλιβερό ρεκόρ στην ΕΕ: το 47,3% των πολιτών καθυστερεί πληρωμές ενοικίων, στεγαστικών δανείων ή λογαριασμών.



    Η κρίση αυτή έχει σαφείς αιτίες. Η κατάργηση του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας το 2012 στέρησε από τη χώρα τον μοναδικό δημόσιο φορέα που παρείχε συστηματικά προσιτή στέγη. Παράλληλα, η άρση προστασίας της πρώτης κατοικίας, η μετατροπή κατοικιών σε επενδυτικά προϊόντα μέσω προγραμμάτων όπως η Golden Visa και η ανεξέλεγκτη τουριστικοποίηση μέσω βραχυχρόνιων μισθώσεων, συρρίκνωσαν ακόμη περισσότερο το διαθέσιμο απόθεμα. Το κράτος αποσύρθηκε από ένα κρίσιμο πεδίο κοινωνικής πολιτικής, αφήνοντας την αγορά να καθορίζει μόνη της τις τιμές και τις ισορροπίες. Ως αποτέλεσμα το ιδιωτικό κέρδος κυριάρχησε εις βάρος του κοινωνικού δικαιώματος.

    Πολλές χώρες σε όλη την Ευρώπη, προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το στεγαστικό ζήτημα  με τη διατήρηση σημαντικού μέρους των κατοικιών σε μη κερδοσκοπικό έλεγχο. Ενδεικτικά, στην Ολλανδία το 34% του στεγαστικού αποθέματος είναι κοινωνικά ενοικιαζόμενες κατοικίες, στην Αυστρία το 24% και στη Δανία πάνω από το 20%. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 8%, ενώ την ίδια ώρα στην Ελλάδα δεν υπάρχει ούτε οργανωμένο θεσμικό πλαίσιο ούτε σχετικός φορέας. Η κοινωνική κατοικία σε αυτές τις χώρες ως στρατηγική κοινωνικής επένδυσης: ρυθμίζει την αγορά, προστατεύει τα ευάλωτα νοικοκυριά, αποτρέπει φαινόμενα γκετοποίησης και ταυτόχρονα δίνει ώθηση στην τοπική οικονομία μέσω ανακαινίσεων και κατασκευών.

    Η πρόταση για δημιουργία Στεγαστικού Ταμείου στην Ελλάδα έρχεται να καλύψει ακριβώς αυτό το κενό. Στα πρότυπα του δανέζικου Landsbyggefonden, αποτελεί ένα εθνικό ταμείο που χρηματοδοτεί την κοινωνική στέγαση με αλληλέγγυο και οικονομικά ανακυκλούμενο μηχανισμό.  Κεντρικό ρόλο έχει η αξιοποίηση μέρους της δημόσιας περιουσία. Για παράδειγμα η Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου διαχειρίζεται περίπου 36.000 ακίνητα, πολλά από τα οποία μπορούν να μετατραπούν σε κατοικίες. Στις πυκνοκατοικημένες πόλεις προκρίνεται η ανακαίνιση υπαρχόντων κτιρίων, ενώ σε απομακρυσμένες περιοχές, όπου υπάρχουν διαθέσιμα οικόπεδα, αναπτύσσονται νέα συγκροτήματα κατοικιών. Μια τέτοια στρατηγική αυξάνει το απόθεμα προσιτής στέγης και ταυτόχρονα ενισχύει την αποκέντρωση, στηρίζοντας περιοχές που σήμερα ερημώνουν.

    Το κρίσιμο ερώτημα είναι πάντα η χρηματοδότηση. Το Στεγαστικό Ταμείο δεν περιορίζεται σε επιδοτήσεις-«μπαλώματα», αλλά στηρίζεται σε σταθερούς και δίκαιους πόρους. Το αρχικό κεφάλαιο μπορεί να προέρχεται από τη φορολόγηση μεγάλης περιουσίας καθώς και η ενεργοποίηση φόρων υπεραξίας ακινήτων που έχουν νομοθετηθεί αλλά ποτέ δεν εφαρμόστηκαν. Παράλληλα, μέρος των ασφαλιστικών εισφορών κατευθύνεται στο Ταμείο, με σκοπό τα χρήματα αυτά να επενδύονται και να επιστρέφουν στα ασφαλιστικά ταμεία μέσω των κοινωνικών μισθωμάτων, διαμορφώνοντας έναν κύκλο οικονομικής βιωσιμότητας. Συμπληρωματικά, αξιοποιούνται ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία όπως το InvestEU, το Ταμείο Ανάκαμψης ή δάνεια από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, που ήδη στηρίζουν αντίστοιχα προγράμματα σε άλλες χώρες. Όμως, τέτοιου είδους ταμεία από ένα σημείο και έπειτα λειτουργούν οικονομικά μέσω της ανακύκλωσης πόρων. Αυτό σημαίνει ότι ενώ στην αρχή χρειάζεται ένα κρίσιμο κεφάλαιο, έπειτα οι πρόσοδοι από τα κοινωνικά μισθώματα αποτελούν τον κύριο οικονομικό πόρο του Ταμείου. Με αυτόν τον τόπο εξασφαλίζεται η οικονομική βιωσιμότητα του Ταμείου και κατ’ επέκταση της στεγαστικής πολιτικής, εφόσον αυτά τα χρήματα επανεπενδύονται στην παραγωγή μη κερδοσκοπικήςκατοικίας.

    Η λειτουργία του Ταμείου δεν περιορίζεται σε χρηματοοικονομικό επίπεδο. Σχεδιάζεται μια ψηφιακή πύλη που συγκεντρώνει όλες τις διαθέσιμες κατοικίες, αλλά και τις αιτήσεις των ενδιαφερομένων. Με αυτό τον τρόπο εξασφαλίζεται η διαφάνεια και η αντικειμενικότητα, καθώς οι δικαιούχοι κατατάσσονται βάσει εισοδηματικών, περιουσιακών και κοινωνικών κριτηρίων. Το ίδιο το σύστημα επιτρέπει στους πολίτες να επιλέγουν κατοικία ανάλογα με τις ανάγκες τους και το ποσό ενοικίου που μπορούν να καταβάλουν.

    Εξίσου κρίσιμο είναι το ζήτημα της διακυβέρνησης. Η λογική είναι μια δημοκρατική λειτουργία εμπλέκοντας τους αντίστοιχους φορείς της κοινωνίας. Στο διοικητικό συμβούλιο του Ταμείου πέρα από τα οριζόμενα κυβερνητικά μέλη, συμμετέχουν εκπρόσωποι της τοπικής αυτοδιοίκησης, των συνδικαλιστικών φορέων, των ενώσεων ενοικιαστών, των φοιτητικών συλλόγων και των οργανώσεων ΑμεΑ. Διότι έτσι διασφαλίζεται ο κοινωνικός έλεγχος, η λογοδοσία και η συμμετοχικότητα στις αποφάσεις.

    Υπάρχει δείγμα γραφής και στην Ελλάδα, όπου στη Θεσσαλονίκη, υλοποιείται πιλοτικό πρόγραμμα κοινωνικής μίσθωσης με ανακαινισμένα δημόσια ακίνητα που διατίθενται σε χαμηλό ενοίκιο σε ευάλωτα νοικοκυριά. Το εγχείρημα αυτό, βασισμένο στο βελγικό μοντέλο, δείχνει ότι υπάρχουν πρακτικές λύσεις, αρκεί να υπάρξει πολιτική βούληση. Όμως χρειάζεται στήριξη και να πολλαπλασιαστούν οι διαθέσιμοι πόροι.

    Η συζήτηση γύρω από το Στεγαστικό Ταμείο αναδεικνύει και ένα ευρύτερο πολιτικό ερώτημα: πού κατευθύνονται οι δημόσιοι πόροι; Σήμερα δαπανώνται τεράστια ποσά για εξοπλιστικά προγράμματα, ενώ η κοινωνική στέγαση παραμένει στο περιθώριο. Η επιλογή δεν είναι τεχνική, είναι βαθιά πολιτική: πολεμική οικονομία σε βάρος του κοινωνικού κράτους;

    Το Ταμείο από μόνο του δεν αρκεί για να λύσει το στεγαστικό ζήτημα. Χρειάζονται παράλληλες παρεμβάσεις για την προστασία της πρώτης κατοικίας, τον περιορισμό της αισχροκέρδειας στα ενοίκια, την κατάργηση της Golden Visa και τη ρύθμιση της βραχυχρόνιας μίσθωσης. Ωστόσο, αποτελεί ένα απαραίτητο εργαλείο για την οικοδόμηση μιας συνεκτικής στεγαστικής πολιτικής που δεν να αντιμετωπίζει την κατοικία ως επενδυτικό προϊόν. Η δημιουργία ενός Στεγαστικού Ταμείου αποτελεί μια ουσιαστική τομή για την θεμελίωση του δικαιώματος στην κατοικία.

  • Ινστιτούτο ΕΝΑ: Η αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης από την Ελλάδα δείχνει σημάδια οπισθοδρόμησης

    Ινστιτούτο ΕΝΑ: Η αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης από την Ελλάδα δείχνει σημάδια οπισθοδρόμησης

    Η πραγματική απορρόφηση του Ταμείου Ανάκαμψης ανέρχεται στο 36% ένα έτος περίπου πριν την ολοκλήρωσή του. Από το σύνολο των 373 Οροσήμων και Στόχων ολοκληρωμένο είναι μόλις το 37% ενώ απομένει προς εκπλήρωση ένα ποσοστό της τάξης του 63%. 164 ορόσημα και στόχοι έχουν τροποποιηθεί ή καταργηθεί.

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/institouto-ena-o-epimonos-ellinikos-plithorismos/

    Το απογοητευτικό ποσοστό απορρόφησης, αλλά και η κατάργηση μέτρων και η απένταξη έργων σε τέτοιο εύρος και αριθμό  επιβεβαιώνουν το έλλειμμα σοβαρού στρατηγικού σχεδιασμού αλλά και την αδυναμία της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις παθογένειες του κράτους και να κινητοποιήσει με όρους διαφάνειας τις αναπτυξιακές δυνάμεις του ιδιωτικού τομέα. Είναι σαν να ομολογείται πως κανένα έργο δεν είναι στρατηγικό και κρίσιμο, αλλά βασικός παράγοντας επιλογής είναι η ταχύτητα των έργων, με στόχο να δώσουν γρήγορη απορρόφηση που, ακόμα και με βάση αυτό το κριτήριο, φαίνεται να οδηγεί σε αποτυχία.

    Η συνολική εικόνα του Ταμείου Ανάκαμψης σήμερα δείχνει σημάδια οπισθοδρόμησης και όχι βελτίωσης ως προς την ικανότητα διαχείρισης και (κυρίως) ουσιαστικής αξιοποίησης των ευρωπαϊκών πόρων με στόχο ένα βιώσιμο αναπτυξιακό μοντέλο, σε σχέση με παλιότερες χρηματοδοτικές περιόδους.

    Διαβάστε εδώ όλο το Focus Report του ΕΝΑ για το Ταμείο Ανάκαμψης: https://enainstitute.org/publication/focus-report-paratiritirio-tameiou-anakampsis-anthektikotitas-ellada-2-0-espa-septemvrios-2025/

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/kiklofori-o-sillogikos-tomos-tourismos-stin-ellada/
  • Ινστιτούτο ΕΝΑ: Η ανεργία πέφτει, οι αποκλίσεις παραμένουν

    Ινστιτούτο ΕΝΑ: Η ανεργία πέφτει, οι αποκλίσεις παραμένουν

    Η μείωση της ανεργίας αποτελεί μία από τις θετικότερες εξελίξεις των τελευταίων ετών. Από το 17,9% το 2019 έχει πέσει στο 10,1% το 2024. Ωστόσο, αυτή η θετική εξέλιξη δεν ανατρέπει το γεγονός ότι το ελληνικό ποσοστό συνολικής ανεργίας παραμένει από τα υψηλότερα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/institouto-ena-o-epimonos-ellinikos-plithorismos/

    Συγκεκριμένα, όπως δείχνει το διάγραμμα 1, η Ελλάδα βρίσκεται στη δεύτερη υψηλότερη θέση, πίσω μόνο από την Ισπανία (11,4%) και αρκετά πάνω από τους μέσους όρους της Ευρωζώνης (6,4%) και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (5,9%).

    Παρόμοια και λίγο χειρότερη είναι η εικόνα αναφορικά με τη μακροχρόνια ανεργία (πάνω από ένα έτος). Το ποσοστό της το 2019 ήταν 11,3% και το 2024 είχε μειωθεί στο 5,4%. Η μείωση είναι σημαντική, ωστόσο, όπως δείχνει το διάγραμμα 2, η Ελλάδα βρίσκεται στην πρώτη θέση μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πάνω και από την Ισπανία (3,8%), με υπερδιπλάσιο ποσοστό από τους μέσους όρους της Ευρωζώνης (2,1%) και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (1,9%).

    Και η ανεργία των νέων (ηλικίας 15-29) ακολουθεί την ίδια πορεία. Από το 29,8% του 2019 έπεσε στο 19,1% το 2024, όμως βρίσκεται στη δεύτερη υψηλότερη θέση μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αισθητά πάνω από τους μέσους όρους της Ευρωζώνης (11,7%) και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (11,4%).

    Αναφορικά με τους νέους αξίζει να εξετάσουμε κι ένα ακόμα ποσοστό, εκείνων που βρίσκονται εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης και κατάρτισης (NEET – Not in Employment, Education and Training). Το εν λόγω μέγεθος υπολογίζεται σαν ποσοστό του συνολικού πληθυσμού των νέων ηλικίας 15-29, σε αντίθεση με το ποσοστό ανεργίας που υπολογίζεται με βάση το εργατικό δυναμικό, δηλαδή εκείνων που έχουν ή αναζητούν ενεργά εργασία.

    Όπως βλέπουμε στο διάγραμμα 4, το ελληνικό ποσοστό βρίσκεται στο 14,2%, το τέταρτο υψηλότερο μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πίσω μόνο από τη Ρουμανία, την Ιταλία και τη Λιθουανία. Όπως και τα ποσοστά ανεργίας που είδαμε παραπάνω, έχει καταγράψει μείωση σε σχέση με το 17,5% του 2019, ωστόσο παραμένει ιδιαίτερα υψηλότερο από τους μέσους όρους της της Ευρωζώνης (11%) και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (11,1%).

    Τέλος, έχει σημασία να δούμε και την εξέλιξη των μισθών που επιδεινώνουν αρκετά την εικόνα της ελληνικής αγοράς εργασίας. Το 2019 ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης στην Ελλάδα ήταν 15.967 ευρώ, στην όγδοη χαμηλότερη θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο 49% του μέσου ευρωπαϊκού μισθού (32.779 ευρώ). Όπως δείχνει το διάγραμμα 5, το 2023 (τελευταία στοιχεία) ο μέσος μισθός έχει αυξηθεί στα 17.013 ευρώ αλλά πλέον βρίσκεται στην τρίτη χαμηλότερη θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο 45% του μέσου ευρωπαϊκού μισθού (37.863 ευρώ).

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/elstat-miosi-anergias-sto-86/
  • Κυκλοφορεί ο συλλογικός τόμος “Ο τουρισμός στην Ελλάδα: προκλήσεις, όρια & προοπτικές”

    Κυκλοφορεί ο συλλογικός τόμος “Ο τουρισμός στην Ελλάδα: προκλήσεις, όρια & προοπτικές”

    Από τις Εκδόσεις του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ κυκλοφορεί ο συλλογικός τόμος Ο τουρισμός στην Ελλάδα: προκλήσεις, όρια και προοπτικές, σε επιμέλεια της Αγγελικής Μητροπούλου.

    Ο τουρισμός αποτελεί διαχρονικά έναν από τους πλέον δυναμικούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας και σημαντικό πυλώνα της δημόσιας πολιτικής και της κοινωνικής φαντασίας. Σήμερα, ωστόσο, μετά από δεκαετίες κυριαρχίας του μοντέλου του μαζικού τουρισμού, οι ανισότητες στις τοπικές οικονομίες, οι πιέσεις στα φυσικά και κοινωνικά όρια δημοφιλών τουριστικών προορισμών και η ανάγκη για διαφοροποίηση του τουριστικού προϊόντος καθιστούν αναγκαία μια στρατηγική αναθεώρηση του τρόπου με τον οποίο σχεδιάζεται και αναπτύσσεται η τουριστική πολιτική στην Ελλάδα.

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/institouto-ena-o-epimonos-ellinikos-plithorismos/

    Πώς μπορεί λοιπόν η χώρα να διαμορφώσει ένα νέο τουριστικό μοντέλο, που θα υπερβαίνει τη λογική της άκριτης ποσοτικής μεγέθυνσης και θα ενσωματώνει προτεραιότητες ανθεκτικότητας, κοινωνικής συνοχής και περιβαλλοντικής βιωσιμότητας;

    Όπως σημειώνεται στην εισαγωγή του τόμου, «η συνεχής ενασχόληση με τον τουρισμό δεν είναι τυχαία· συνιστά έκφραση ενός διαρκούς αναπτυξιακού διαλόγου που αναζητά την ισορροπία μεταξύ οικονομικής μεγέθυνσης, κοινωνικής συνοχής και περιβαλλοντικής βιωσιμότητας».

    Ο τόμος συγκεντρώνει τις συμβολές 29 συγγραφέων από διαφορετικά επιστημονικά πεδία και πρακτικές αναδεικνύοντας:

    • τις οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές προκλήσεις για το εγχώριο τουριστικό μοντέλο
    • τις πιέσεις που υφίστανται οι δημοφιλείς νησιωτικοί και αστικοί τουριστικοί προορισμοί
    • τις συνθήκες απασχόλησης και πολιτισμικής παραγωγής στον κλάδο του τουρισμού
    • καινοτόμες πολιτικές για τη μετάβαση σε ένα βιώσιμο και κοινωνικά δίκαιο μοντέλο τουριστικής ανάπτυξης.

    Γράφουν:

    Χρήστος Αντωνόπουλος | Βάλια Αρανίτου | Χαράλαμπος Αραχώβας | Γεώργιος Βαγγέλας | Άγγελος Βαρβαρούσης | Φωτεινή Βεράρου | Κωνσταντίνος Βουδούρης | Ευρυδίκη Βυθούλκα | Μαρία Γιαννακάκη Ειρήνη Δέτση | Σπύρος Δημανόπουλος | Μήνα Δραγούνη | Κώστας Ελευθερίου | Άρης Ίκκος | Νικόλαος Καραχάλης | Ευαγγελία Κασιμάτη | Ιωάννης Κατσούνης | Άννα Κυριακάκη | Στέλιος Λεκάκης | Μαρία Λεκάκου | Μανόλης Μανιούδης | Νάντια Μασσαχού | Αγγελική Μητροπούλου | Όλγα Μπαλαούρα | Δέσποινα Νάζου | Ευάγγελος Νικολαΐδης | Αριστείδης Ραβανός | Γιάννης Σπιλάνης | Ορέστης Χατζηγιαννάκης

  • Ινστιτούτο ΕΝΑ: Ο επίμονος ελληνικός πληθωρισμός

    Ινστιτούτο ΕΝΑ: Ο επίμονος ελληνικός πληθωρισμός

    Η επανεμφάνιση του πληθωρισμού από τα τέλη του 2021 ήταν από τις σημαντικότερες οικονομικές εξελίξεις των τελευταίων ετών. Η Ελλάδα ακολούθησε τις διεθνείς ανοδικές τάσεις, οι οποίες από το 2024 καταγράφουν αποκλιμάκωση. Εξετάζοντας τα στοιχεία της Eurostat του τελευταίου 12μήνου (από τον Αύγουστο του 2024 μέχρι τον Ιούλιο του 2025) διακρίνουμε μια προβληματική εικόνα για την Ελλάδα.

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/odigos-diachirisis-ikogeniakou-proipologismou/

    Ξεκινώντας από τον γενικό δείκτη, βλέπουμε στο διάγραμμα 1 ότι ο ελληνικός πληθωρισμός είναι συστηματικά υψηλότερος από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο για δώδεκα συνεχόμενους μήνες. Ιδιαίτερα από τον Μάιο και μετά η διαφορά διευρύνεται και πλέον ξεπερνά την μία ποσοστιαία μονάδα.

    Ο πληθωρισμός του γενικού δείκτη περιλαμβάνει πληθώρα καταναλωτικών αγαθών και υπηρεσιών που καταναλώνει το «μέσο» νοικοκυριό. Όμως κάποιες τιμές βαραίνουν περισσότερο στον υπολογισμό του γενικού δείκτη επειδή αφορούν αγαθά και υπηρεσίες που απορροφούν υψηλό ποσοστό της συνολικής δαπάνης. Αξίζει να δούμε τους ειδικούς δείκτες που αφορούν τα τρόφιμα, το ηλεκτρικό ρεύμα και τα ενοίκια.

    Το διάγραμμα 2 δείχνει τον πληθωρισμό τροφίμων κατά το τελευταίο 12μηνο. Η εικόνα είναι ανάμεικτη καθώς η Ελλάδα ξεκίνησε με υψηλότερο πληθωρισμό από την Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά στη συνέχεια τον μείωσε σημαντικά, πέφτοντας σε αρνητικό έδαφος στο τέλος του 2024 για τρεις συνεχόμενους μήνες. Στη συνέχεια, ωστόσο, επανήλθε σε ανοδική πορεία και πλέον βρίσκεται κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

    Όσον αφορά το ηλεκτρικό ρεύμα, το διάγραμμα 3 δείχνει την σαφώς ταχύτερη αύξηση των τιμών στην Ελλάδα σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τον Αύγουστο του 2024 ο ετήσιος ρυθμός αύξησης της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος ήταν στο ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό 9,7% (έναντι 1,3% στην Ευρωπαϊκή Ένωση) και τον Ιούλιο του 2025 έφτασε στο 18,9% (έναντι 2,1% στην Ευρωπαϊκή Ένωση). Η αύξηση είναι ιδιαίτερα εμφανής από τον Μάιο, κάτι που οπωσδήποτε συνέβαλλε και στην αύξηση του γενικού δείκτη που είδαμε παραπάνω.

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/prasini-energia-ti-simeni-gia-ton-katanaloti/

    Η εικόνα γίνεται ακόμα πιο αποθαρρυντική αν εξετάσουμε τα ενοίκια για κατοικίες, όπως φαίνονται στο διάγραμμα 4. Η αύξηση των ενοικίων στην Ελλάδα επιταχύνεται συστηματικά από το 4,6% τον περσινό Αύγουστο στο 9,2% τον Ιανουάριο και στο 11,3% τον Ιούλιο (ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει σταθερά λίγο πάνω από 3%). Αυτή η ανεξέλεγκτη αύξηση είναι μάλλον η πλέον ανησυχητική εξέλιξη του ελληνικού πληθωρισμού.

    Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι ο πληθωρισμός, παρά την αποκλιμάκωσή του σε σχέση με τα διψήφια ποσοστά του 2022, συνεχίζει να διαβρώνει την αγοραστική δύναμη των ελληνικών νοικοκυριών – ιδιαίτερα των φτωχότερων – αισθητά περισσότερο από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να δούμε με αρκετή επιφύλαξη τον συνήθη ισχυρισμό της κυβέρνησης ότι ο πληθωρισμός είναι εισαγόμενος. Αυτό μπορεί να είναι αληθές για τις αρχικές του αιτίες, όμως η ένταση και η διάρκειά του στη χώρα μας οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον τρόπο λειτουργίας των αγορών και τις παρεμβάσεις – ή την απουσία παρεμβάσεων – από την κυβέρνηση. Και οπωσδήποτε δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς στα σοβαρά ότι υπάρχει οτιδήποτε εισαγόμενο στις τιμές των ενοικίων.

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/data-centers-stin-ellada/