Tag: Τράπεζα της Ελλάδος

  • Τράπεζα της Ελλάδος: Αύξηση επιτοκίων σε δάνεια και καταθέσεις

    Τράπεζα της Ελλάδος: Αύξηση επιτοκίων σε δάνεια και καταθέσεις

    Σχεδόν αμετάβλητο παρέμεινε το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο των νέων καταθέσεων στο 0,32%, την ώρα που το αντίστοιχο επιτόκιο των νέων δανείων αυξήθηκε στο 4,67%. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε διεύρυνση του περιθωρίου επιτοκίου μεταξύ νέων καταθέσεων και νέων δανείων στις 4,35 εκατοστιαίες μονάδες, από 3,90 τον Δεκέμβριο του 2025.

    Προθεσμιακές

    Στο σκέλος των καταθέσεων με συμφωνημένη διάρκεια έως ένα έτος, το μέσο επιτόκιο για τα νοικοκυριά αυξήθηκε κατά 5 μονάδες βάσης και διαμορφώθηκε στο 1,14%. Αντίθετα, το αντίστοιχο επιτόκιο για τις επιχειρήσεις παρέμεινε αμετάβλητο στο 1,72%.

    Νέα δάνεια

    Στις χορηγήσεις, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο του συνόλου των νέων δανείων προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις αυξήθηκε κατά 46 μονάδες βάσης, φθάνοντας στο 4,67%. Η αύξηση αποτυπώνει την ενίσχυση του κόστους δανεισμού σε μια σειρά κατηγοριών, με ιδιαίτερη βαρύτητα στα καταναλωτικά προϊόντα.

    Καταναλωτικά δάνεια

    Το μέσο επιτόκιο των καταναλωτικών δανείων χωρίς καθορισμένη διάρκεια (που περιλαμβάνει πιστωτικές κάρτες, ανοικτά δάνεια και υπεραναλήψεις) αυξήθηκε κατά 10 μονάδες βάσης και ανήλθε στο 14,72%. Παράλληλα, το μέσο επιτόκιο των καταναλωτικών δανείων με συγκεκριμένη διάρκεια και κυμαινόμενο επιτόκιο ενισχύθηκε κατά 64 μονάδες βάσης, διαμορφούμενο στο 11,21%.

    Στεγαστικά και επιχειρηματικά

    Στα στεγαστικά δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο, το μέσο επιτόκιο διαμορφώθηκε στο 3,41% από 3,44% τον προηγούμενο μήνα. Στα επιχειρηματικά δάνεια χωρίς καθορισμένη διάρκεια, το επιτόκιο παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο στο 4,50%, ενώ το αντίστοιχο επιτόκιο των επαγγελματικών δανείων αυξήθηκε κατά 7 μονάδες βάσης στο 6,84%.

    Επιχειρηματικά δάνεια συγκεκριμένης διάρκειας και εικόνα στις ΜΜΕ

    Για τα νέα επιχειρηματικά δάνεια με συγκεκριμένη διάρκεια και κυμαινόμενο επιτόκιο, το μέσο επιτόκιο αυξήθηκε κατά 61 μονάδες βάσης και έφθασε στο 4,11%. Αντίθετα, το μέσο επιτόκιο των δανείων τακτής λήξης προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) μειώθηκε κατά 13 μονάδες βάσης, υποχωρώντας στο 4,10%.

    Ανάλυση ανά ύψος δανείου: αυξήσεις στα μικρά και στα πολύ μεγάλα

    Ως προς τη διάρθρωση των επιτοκίων ανάλογα με το ύψος του δανείου, καταγράφονται διαφοροποιήσεις. Για δάνεια έως 250.000 ευρώ, το μέσο επιτόκιο αυξήθηκε κατά 11 μονάδες βάσης στο 4,78%. Για δάνεια από 250.001 έως 1 εκατ. ευρώ, μειώθηκε κατά 7 μονάδες βάσης στο 4,16%. Τέλος, για δάνεια άνω του 1 εκατ. ευρώ, αυξήθηκε κατά 59 μονάδες βάσης, διαμορφούμενο στο 4,04%.

  • Στουρνάρας στο Reuters για Ιράν και επιπτώσεις στην οικονομία

    Στουρνάρας στο Reuters για Ιράν και επιπτώσεις στην οικονομία

    Την ανάγκη η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να διατηρήσει ανοιχτές τις επιλογές της στον καθορισμό των επιτοκίων, εν μέσω της σύγκρουσης με το Ιράν, υπογράμμισε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας στο Reuters την Τρίτη. Όπως σημείωσε, οι επιπτώσεις, ακόμη και στο μέτωπο του πληθωρισμού, θα εξαρτηθούν πρωτίστως από τη διάρκεια και το βάθος της ένοπλης αντιπαράθεσης.

    Πληθωρισμός, ανάπτυξη και ακριβότερη ενέργεια

    Ο πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ κατά του Ιράν, ο οποίος επεκτείνεται και σε άλλες χώρες της περιοχής, εκτιμάται ότι μπορεί να ενισχύσει πληθωριστικές πιέσεις και να πλήξει την ήδη ασθενή ευρωπαϊκή ανάπτυξη, καθώς η ενέργεια γίνεται ακριβότερη και ενδέχεται να υπάρξουν διαταραχές στην προμήθεια και άλλων χημικών ουσιών. Ο κ. Στουρνάρας τόνισε ότι μια παρατεταμένη σύγκρουση θα ωθούσε τον πληθωρισμό υψηλότερα, αλλά υπογράμμισε πως είναι πολύ νωρίς για ασφαλή συμπεράσματα.

    «Δεν αποκλείω κανένα από τα δύο»

    Σε τηλεφωνική συνέντευξη, ο διοικητής της ΤτΕ περιέγραψε δύο πιθανά σενάρια, επιμένοντας ότι δεν υπάρχει ακόμη ορατότητα: «Εάν οι διαπραγματεύσεις ξεκινήσουν αύριο, θα υπάρξει αποκλιμάκωση… Εάν συνεχιστεί, θα υπάρξει ανοδική πίεση στον πληθωρισμό. Δεν αποκλείω κανένα από τα δύο. Επομένως, θα πρέπει να δείξουμε ευελιξία». Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρθηκαν δημόσιες εκτιμήσεις για τη διάρκεια της σύγκρουσης, με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου να δηλώνει ότι «δεν πρόκειται να διαρκέσει χρόνια» και τον Ντόναλντ Τραμπ να έχει αρχικά μιλήσει για τέσσερις έως πέντε εβδομάδες, πριν επιχειρήσει να δικαιολογήσει ευρύτερη κλιμάκωση.

    «Ψυχραιμία» τώρα και στενή παρακολούθηση

    Προς το παρόν, ο Γιάννης Στουρνάρας εισηγείται ψυχραιμία και στενή παρακολούθηση των εξελίξεων, σημειώνοντας ότι «Ο αντίκτυπός της στον πληθωρισμό και την παραγωγή εξαρτάται από τη διάρκεια και το βάθος της ένοπλης σύγκρουσης». Κατά την άποψή του, «Καθώς δεν έχουμε ορατότητα για κανέναν από τους δύο… δεν πρέπει να βιαστούμε να αλλάξουμε καμία από τις παραμέτρους της νομισματικής πολιτικής τώρα, αλλά να είμαστε σε εγρήγορση». Περιέγραψε, τέλος, την κρίση ως «ένα ακόμη σοβαρό σοκ από την πλευρά της προσφοράς» για την οικονομία της ευρωζώνης, που έχει ήδη επιβαρυνθεί από το ενεργειακό σοκ μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022 και από τους αμερικανικούς εμπορικούς δασμούς πέρυσι.

  • Τράπεζα Ελλάδος: Πτώση 5,18 δισ. στις καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα

    Τράπεζα Ελλάδος: Πτώση 5,18 δισ. στις καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα

    Κατά 5,184 δισ. ευρώ μειώθηκαν οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα τον Ιανουάριο του 2026, αντιστρέφοντας την εικόνα του προηγούμενου μήνα, όταν είχε καταγραφεί αύξηση 6,326 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, η μηνιαία καθαρή ροή του συνόλου των καταθέσεων ήταν αρνητική κατά 4,845 δισ. ευρώ, έναντι θετικής καθαρής ροής 6,02 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο.

    Παρά τη μηνιαία υποχώρηση, ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής των καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα διαμορφώθηκε στο 5,0% από 5,1% τον προηγούμενο μήνα.

    Πού εντοπίστηκε η μεγαλύτερη μεταβολή

    Η μεγαλύτερη μείωση εντοπίστηκε στις καταθέσεις των επιχειρήσεων, οι οποίες υποχώρησαν κατά 4,429 δισ. ευρώ τον Ιανουάριο, έναντι αύξησης 3,855 δισ. ευρώ τον προηγούμενο μήνα, με τον ετήσιο ρυθμό μεταβολής να μειώνεται στο 9,0% από 9,6%. Ειδικότερα, οι καταθέσεις των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων (ΜΧΕ) μειώθηκαν κατά 4,574 δισ. ευρώ, έναντι αύξησης 4,060 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο, ενώ οι καταθέσεις ασφαλιστικών επιχειρήσεων και λοιπών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων αυξήθηκαν κατά 145 εκατ. ευρώ, από μείωση 205 εκατ. ευρώ τον προηγούμενο μήνα.

    Μείωση καταγράφηκε και στις καταθέσεις των νοικοκυριών και των ιδιωτικών μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων, οι οποίες υποχώρησαν κατά 756 εκατ. ευρώ, έναντι αύξησης 2,471 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο, με τον ετήσιο ρυθμό μεταβολής να ανεβαίνει στο 3,7% από 3,5%.

    Αντίθετα, οι καταθέσεις της γενικής κυβέρνησης αυξήθηκαν κατά 339 εκατ. ευρώ, έναντι μείωσης 305 εκατ. ευρώ τον προηγούμενο μήνα, ενώ ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής τους υποχώρησε στο 11,5% από 13,9%.

    Αρνητική στροφή και στη χρηματοδότηση

    Αρνητική ήταν τον Ιανουάριο και η εικόνα στη συνολική τραπεζική χρηματοδότηση, καθώς η μηνιαία καθαρή ροή διαμορφώθηκε σε -2,460 δισ. ευρώ, έναντι +4,492 δισ. ευρώ τον προηγούμενο μήνα. Η χρηματοδότηση προς τη γενική κυβέρνηση είχε καθαρή ροή -315 εκατ. ευρώ, από +617 εκατ. ευρώ τον Δεκέμβριο, με τον ετήσιο ρυθμό μεταβολής να μειώνεται στο 0,6% από 1,4%.

    Για τον ιδιωτικό τομέα, ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της συνολικής τραπεζικής χρηματοδότησης μειώθηκε στο 7,6% από 7,9%, ενώ η μηνιαία καθαρή ροή ήταν αρνητική κατά 2,144 δισ. ευρώ, έναντι θετικής ροής 3,876 δισ. ευρώ τον προηγούμενο μήνα.

    Επιχειρήσεις, ελεύθεροι επαγγελματίες και νοικοκυριά

    Η χρηματοδότηση προς τις επιχειρήσεις κατέγραψε καθαρή μηνιαία ροή -1,975 δισ. ευρώ, από +3,670 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο, με τον ετήσιο ρυθμό μεταβολής να μειώνεται στο 10,3% από 10,7%. Στις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής διαμορφώθηκε στο 10,9% από 11,3%, ενώ η καθαρή ροή ήταν -1,214 δισ. ευρώ, έναντι +3,297 δισ. ευρώ τον προηγούμενο μήνα. Για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και τα λοιπά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής μειώθηκε στο 4,6% από 6,6%, με καθαρή ροή -761 εκατ. ευρώ, έναντι +373 εκατ. ευρώ.

    Στους ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και ατομικές επιχειρήσεις, η καθαρή ροή χρηματοδότησης ήταν -116 εκατ. ευρώ, από +87 εκατ. ευρώ, ενώ ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής διαμορφώθηκε στο -1,6% από -1,2%. Τέλος, για ιδιώτες και ιδιωτικά μη κερδοσκοπικά ιδρύματα, η καθαρή ροή χρηματοδότησης ήταν -53 εκατ. ευρώ, έναντι +119 εκατ. ευρώ τον προηγούμενο μήνα, με τον ετήσιο ρυθμό μεταβολής να ανεβαίνει στο 2,5% από 2,2%.

  • Στουρνάρας: Δεν οφείλεται στη ναυτιλία η ανάπτυξη της χώρας

    Στουρνάρας: Δεν οφείλεται στη ναυτιλία η ανάπτυξη της χώρας

    Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, ξεκαθάρισε σε συνέντευξή του στο Politico ότι η ισχυρή οικονομική πορεία της Ελλάδας δεν στηρίζεται στην εξυπηρέτηση της ρωσικής πετρελαϊκής βιομηχανίας από τη ναυτιλία. Με αυτή τη θέση απάντησε στις αιτιάσεις ότι η Αθήνα υπερασπίζεται πρωτίστως τα εθνικά οικονομικά της συμφέροντα, εμποδίζοντας την Ευρωπαϊκή Ένωση να προχωρήσει σε απαγόρευση υπηρεσιών προς πλοία που μεταφέρουν ρωσικό αργό.

    Το πλαίσιο των ευρωπαϊκών κυρώσεων και οι ενστάσεις

    Η συγκεκριμένη απαγόρευση βρίσκεται στο επίκεντρο του τελευταίου σχεδίου κυρώσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά της ρωσικής πολεμικής οικονομίας, ενώ ο πόλεμος στην Ουκρανία πλησιάζει τα τέσσερα χρόνια. Στις Βρυξέλλες, σύμφωνα με το δημοσίευμα, η Ελλάδα και η Μάλτα εμφανίζονται ως οι βασικές χώρες που προβάλλουν αντιρρήσεις για την πλήρη απαγόρευση θαλάσσιας εξυπηρέτησης, την ώρα που καταβάλλεται προσπάθεια να υπάρξει συμφωνία πριν από την επίσημη παρουσίαση του πακέτου. Την ίδια στιγμή, αναφέρεται ότι η Ουγγαρία σχεδιάζει να μπλοκάρει την έγκριση του 20ού πακέτου κυρώσεων εξαιτίας της διακοπής των παραδόσεων ρωσικού πετρελαίου μέσω του αγωγού Droujba.

    Η θέση για την ελληνική οικονομία, τη ναυτιλία και την ανάπτυξη

    Ο Γιάννης Στουρνάρας υπογράμμισε ότι, παρότι ο ναυτιλιακός τομέας εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει περίπου το 7% του ΑΕΠ, η ναυτιλία -και πολύ περισσότερο η ναυτιλία που σχετίζεται με τη Ρωσία- δεν αποτελεί τον παράγοντα που εξηγεί την ανάπτυξη της χώρας. Όπως είπε, «δεν είναι όπως στο παρελθόν. Δεν είναι μόνο ο τουρισμός και η ναυτιλία», επισημαίνοντας παράλληλα ότι η κυβέρνηση έχει στηρίξει πλήρως τη γραμμή των Βρυξελλών στο ουκρανικό.

    Έδωσε, επίσης, έμφαση στη μεταβλητότητα των ναυτιλιακών εσόδων, σημειώνοντας ότι μετά την ισχυρή ανάκαμψη μετά την πανδημία, αυτά μειώθηκαν περίπου 13% το 2023, παρέμειναν σε γενικές γραμμές σταθερά το 2024 και αναμένεται να υποχωρήσουν περίπου 15% το 2025. Κατά τον ίδιο, η πορεία αυτή αποκλίνει σαφώς από τη συνολική αναπτυξιακή επίδοση της Ελλάδας, για την οποία η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει ανάπτυξη 2,1% φέτος. Ως ένδειξη μιας πιο διαφοροποιημένης οικονομίας, ανέφερε και τη σημαντική ενίσχυση του φαρμακευτικού τομέα, ο οποίος καλύπτει περίπου το 10% των φαρμάκων της Ευρώπης.

    Οι αντιδράσεις, τα επιχειρήματα της Αθήνας και οι προοπτικές

    Στο παρασκήνιο της συζήτησης, υπενθυμίζεται ότι ευρωβουλευτές έχουν κατά το παρελθόν ζητήσει από την ελληνική κυβέρνηση αυστηρότερα μέτρα απέναντι σε Έλληνες εφοπλιστές που φέρονται να επωφελήθηκαν από πωλήσεις παλαιότερων δεξαμενόπλοιων σε ρωσικά σχήματα. Η Αθήνα, από την πλευρά της, έχει διαμηνύσει ότι τηρεί τις κυρώσεις, χωρίς όμως να συμφωνεί πλήρως με πλευρές του υπό διαμόρφωση 20ού πακέτου. Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές που επικαλείται το δημοσίευμα, η ελληνική θέση είναι ότι μια πλήρης απαγόρευση στις θαλάσσιες μεταφορές θα ευνοούσε ινδικές και κινεζικές ναυτιλιακές εταιρείες εις βάρος της Ευρώπης, ενώ ενδέχεται να οδηγήσει και σε υψηλότερες τιμές πετρελαίου, άρα τελικά σε ενίσχυση των ρωσικών εσόδων.

    Παρά τα παραπάνω, ο κ. Στουρνάρας εμφανίζεται καθησυχαστικός για τις εθνικές οικονομικές προοπτικές, τονίζοντας ότι οι τρέχουσες και μελλοντικές ρωσικές κυρώσεις δεν συνιστούν σοβαρό κίνδυνο για την Ελλάδα. Εκτιμά ότι η ανάπτυξη θα συνεχίσει να στηρίζεται κυρίως στην εγχώρια ζήτηση, στις επενδυτικές δαπάνες και στην ιδιωτική κατανάλωση, ενώ προβλέπει ρυθμό περίπου 2% και για το 2027-2028, επίδοση που θα κρατούσε τη χώρα πάνω από μεγάλο μέρος της ευρωζώνης, σε μια πορεία που προβάλλεται ως μία από τις σημαντικότερες ανακάμψεις μετά την ελληνική κρίση χρέους.

  • Στουρνάρας: «Έχουμε όλοι συνειδητοποιήσει πόσο σημαντικά είναι τα ευρωομόλογα»

    Στουρνάρας: «Έχουμε όλοι συνειδητοποιήσει πόσο σημαντικά είναι τα ευρωομόλογα»

    Ο διοικητής της Τράπεζα της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, δηλώνει ότι υποστήριζε την ιδέα των ευρωομολόγων πολύ πριν αποκτήσει ευρεία πολιτική απήχηση και πλέον επιχειρεί να πείσει το πιο απαιτητικό ακροατήριο: τη γερμανική κυβέρνηση. Σε συνέντευξή του στο Politico, υποστήριξε ότι «τα επιχειρήματα είναι υπέρ του», καθώς οι αλλεπάλληλες κρίσεις οδήγησαν σε μεγάλη αύξηση του δημόσιου χρέους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, περιορίζοντας τα περιθώρια των προϋπολογισμών απέναντι σε πιέσεις όπως οι εμπορικοί δασμοί των ΗΠΑ, ο πόλεμος της Ρωσία κατά της Ουκρανία και οι απειλές της Κίνα να περιορίσει εξαγωγές κρίσιμων πρώτων υλών.

    Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι τα ευρωομόλογα «δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τα υγιή εθνικά δημοσιονομικά πλαίσια», αλλά επέμεινε πως δεν απαιτούνται νέοι κανόνες ή πρόσθετα όργανα επίβλεψης για να προχωρήσει η ιδέα.

    Το προηγούμενο του Ταμείου Ανάκαμψης και η συζήτηση για τον ηθικό κίνδυνο

    Ως επιτυχημένο προηγούμενο επικαλέστηκε το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας ύψους 800 δισ. ευρώ που συγκροτήθηκε μετά την πανδημία. Όπως είπε, «Κρίσιμο χαρακτηριστικό του ήταν ότι η χρηματοδότηση [από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας] συνδέθηκε με σαφώς προσδιορισμένους ευρωπαϊκούς στόχους, δεσμεύσεις με αυστηρές προθεσμίες, και όρους που προέβλεπαν την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων. Η αρχιτεκτονική αυτή συνέβαλε στην άμβλυνση του ηθικού κινδύνου, ενισχύοντας παράλληλα την αξιοπιστία στις αγορές».

    Ωστόσο, όπως σημειώνεται, οι επικριτές θεωρούν ότι ο ηθικός κίνδυνος δεν εξαφανίστηκε πλήρως. Επικαλούνται, μεταξύ άλλων, το παράδειγμα της Ιταλία, όπου επί κυβέρνησης Giuseppe Conte χρηματοδοτήθηκε μέσω του NGEU το πρόγραμμα «Superbonus», το οποίο –σύμφωνα με την κριτική– επιβάρυνε τον προϋπολογισμό, αναγκάζοντας τη διάδοχό του, Giorgia Meloni, να προχωρήσει σε διορθωτικές κινήσεις τα επόμενα χρόνια.

    Μεταστροφή εντός ΕΚΤ, στήριξη κεντρικών τραπεζών και μήνυμα επενδυτών

    Στο πολιτικό σκέλος, υπογραμμίζεται ότι ο ίδιος εμφανίζεται πλέον να έχει μεγαλύτερη στήριξη εντός της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, καθώς –όπως αναφέρεται– έχει λήξει μια 15ετής αντιπαράθεση για την ανάγκη ενός «κοινού ευρωπαϊκού, υψηλής ρευστότητας, ασφαλούς περιουσιακού στοιχείου αναφοράς» για το σύνολο της ζώνης του ευρώ, δηλαδή ενός ευρωομολόγου. Στο ίδιο αφήγημα εντάσσεται και η θέση ότι η γερμανική και η ολλανδική κεντρική τράπεζα έχουν μετακινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ απηύθυνε κάλεσμα συσπείρωσης στους ηγέτες της ΕΕ σε άτυπη σύνοδο στις αρχές του μήνα, με τον Στουρνάρα να τονίζει ότι «ήρθε η ώρα να συμπράξουν και οι κυβερνήσεις».

    Ο ίδιος χαρακτήρισε το τρέχον περιβάλλον «κάλεσμα αφύπνισης» και μίλησε για «ελπιδοφόρα» πολιτική δυναμική, παραδεχόμενος πάντως ότι η αισιοδοξία του συναντά αντίσταση από τον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς. «Ανησυχώ» είπε για τη συνεχιζόμενη γερμανική αντίδραση, για να προσθέσει: «Αλλά θα ήθελα να τους πείσω».

    Στο ιστορικό πλαίσιο της συζήτησης, υπενθυμίζει ότι στο παρελθόν είχε βρεθεί «απομονωμένος» υπέρ της ιδέας, μαζί με Ιταλό συνάδελφό του, ενώ κατά την κρίση χρέους η θέση αυτή συχνά ερμηνευόταν ως “εθνικό συμφέρον” για χώρες του Νότου. «Πριν από μερικά χρόνια, ήμασταν ένα, το πολύ δύο μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου που υποστηρίζαμε τα ευρωομόλογα», είπε, για να συμπληρώσει ότι πλέον «έχουμε όλοι συνειδητοποιήσει πόσο σημαντικά είναι τα ευρωομόλογα». Κατά τον ίδιο, στη μεταστροφή συνέβαλε και το γεγονός ότι οι χώρες του Νότου εμφανίζουν πλέον καλύτερες επιδόσεις, ενώ οι διαφορές αποδόσεων των δεκαετών (spreads) έναντι της Γερμανίας βρίσκονται κάτω από μία ποσοστιαία μονάδα.

    Το πιο ισχυρό επιχείρημα, όπως το διατυπώνει, είναι το σήμα που εκπέμπουν οι επενδυτές: μεγάλο μέρος του ευρωπαϊκού πλεονάσματος τρεχουσών συναλλαγών κατευθύνεται στο εξωτερικό, επειδή «το κρίσιμο ζήτημα είναι η έλλειψη επαρκών ασφαλών περιουσιακών στοιχείων» σε ευρώ, κάτι που –όπως είπε– «είναι ακόμα σημαντικότερο από το ποσοστό απόδοσης».

    Άμυνα, πράσινη μετάβαση, καινοτομία και το στίγμα για οικονομία και επιτόκια

    Ο Στουρνάρας υποστηρίζει ότι η κοινή έκδοση πρέπει να υπηρετεί «σαφώς προσδιορισμένους κοινούς ευρωπαϊκούς σκοπούς» και αναφέρει τρεις βασικές ανάγκες που θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν από κοινού: άμυνα, πράσινη μετάβαση και καινοτομία. Στο ίδιο πλαίσιο, οι υποστηρικτές του κοινού δανεισμού εκτιμούν ότι μια πιο ρευστή αγορά “ασφαλών” περιουσιακών στοιχείων σε ευρώ θα ενίσχυε την ελκυστικότητα της Ευρώπης για το παγκόσμιο κεφάλαιο, ειδικά σε μια περίοδο όπου η αξιοπιστία των περιουσιακών στοιχείων σε δολάριο τίθεται υπό μεγαλύτερη εξέταση. Αυτό, σταδιακά, θα μπορούσε να πιέσει χαμηλότερα το κόστος δανεισμού και επενδύσεων για κράτη, επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

    Χωρίς να εκτιμήσει ποιο ακριβώς ύψος κοινής έκδοσης θα άλλαζε «πραγματικά» τις χρηματοπιστωτικές συνθήκες, σημείωσε ότι απαιτούνται σημαντικά ποσά τόσο βραχυπρόθεσμων όσο και μακροπρόθεσμων εκδόσεων: τα μεν βραχυπρόθεσμα διευκολύνουν την προσωρινή τοποθέτηση κεφαλαίων, τα δε μακροπρόθεσμα λειτουργούν ως τιμή αναφοράς για έργα ιδιωτικού τομέα μεγάλης απόσβεσης, όπως οι υποδομές.

    Τέλος, για την Ευρωζώνη και τον πληθωρισμό, ανέφερε ότι «η οικονομία της ζώνης του ευρώ παραμένει σε καλό σημείο», με τον πληθωρισμό να προβλέπεται ότι θα συγκλίνει προς τον στόχο 2% μεσοπρόθεσμα και την οικονομική δραστηριότητα να δείχνει ανθεκτική. Αναγνώρισε ότι οι κίνδυνοι για ανάπτυξη και πληθωρισμό είναι σε γενικές γραμμές αμφίπλευροι, αλλά έκρινε πως υπάρχει «ελαφρώς μεγαλύτερη» πιθανότητα η επόμενη κίνηση της ΕΚΤ να είναι μείωση επιτοκίων, παρά αύξηση. Και έκλεισε με τη χαρακτηριστική του φράση: «Εκτός αν ο ουρανός πέσει στο κεφάλι μας, μην περιμένετε συναρπαστικές ειδήσεις από τη Φραγκφούρτη φέτος.»

  • Αποκαλύψεις Στουρνάρα για την περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ

    Αποκαλύψεις Στουρνάρα για την περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ

    Ο διοικητής της Τράπεζα της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας στην Ομάδα Αλήθειας, αναφέρθηκε –μεταξύ άλλων– σε πιέσεις που, όπως υποστήριξε, δέχθηκε ο ίδιος και η σύζυγός του την περίοδο διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, με αφορμή την υπόθεση της Τράπεζα Αττικής. Στο ίδιο πλαίσιο, έκανε λόγο για μια φάση «καλής συνεργασίας» με την τότε κυβέρνηση, σημειώνοντας πως αυτή υπήρξε και με τον τότε πρωθυπουργό Αλέξης Τσίπρας, «χάρη και στις προσπάθειες» του Ευκλείδης Τσακαλώτος και του Γιώργος Χουλιαράκης. Όπως είπε, «τον Χουλιαράκη τον έχω σύμβουλο σήμερα. Δεν ξεχνώ. Θυμάμαι όμως πότε ξεκίνησε πάλι η καταιγίδα».

    «Περίεργα πράγματα» στον δανεισμό και η αφαίρεση του “fit and proper”

    Σύμφωνα με τον διοικητή, η βασική ρήξη ήρθε όταν, όπως περιέγραψε, διαπιστώθηκε ότι «στην Τράπεζα Αττικής γίνονταν περίεργα πράγματα σε ό,τι αφορά τον δανεισμό». Ανέφερε ότι αποφασίστηκε να απομακρυνθεί η τότε διοίκηση, μέσω αφαίρεσης του “fit and proper”, με το σκεπτικό ότι υπήρχε υποψία για ακατάλληλες χορηγήσεις δανείων. Τόνισε πως υπήρξε αρχικά συνεννόηση «ανοιχτά και με καλή πίστη» με την κυβέρνηση, επειδή –όπως είπε– υπήρχε τότε ιδιοκτησιακή συμμετοχή μέσω του ΙΚΑ, ως βασικού μετόχου, ενώ η κεντρική τράπεζα είχε τον ρόλο του επόπτη. Περιέγραψε μάλιστα ότι συμφωνήθηκε να υπάρξει νέα διοίκηση, με εκπροσώπους που θα όριζαν ο ίδιος, ο πρωθυπουργός και ο Γιάννης Δραγασάκης, προσθέτοντας χαρακτηριστικά: «Σφίξαμε τα χέρια».

    Η «αλλαγή προσώπων» και η σύγκρουση μετά τη Φρανκφούρτη

    Ο κ. Στουρνάρας περιέγραψε ότι, παρότι είχε προηγηθεί ανάθεση σε headhunter για την επιλογή διοίκησης και είχε υπάρξει συμφωνία, ενημερώθηκε αιφνιδιαστικά για διαφορετικά πρόσωπα. Όπως είπε, πέταξε για Φρανκφούρτη και μόλις προσγειώθηκε είδε «στα sites» ότι αναλαμβάνουν «δύο άτομα άσχετα με όσα είχαμε συμφωνήσει». Ανέφερε ότι επικοινώνησε με τον κ. Τσακαλώτο και τον κ. Δραγασάκη, οι οποίοι –κατά τον ίδιο– του είπαν ότι δεν γνώριζαν, ενώ στη συνέχεια κάλεσε το Μέγαρο Μαξίμου και τελικά μίλησε με τον κ. Τσίπρα, ο οποίος του είπε ότι υπήρξε διαφωνία με την επιλογή. Ο διοικητής είπε ότι απάντησε πως τα προτεινόμενα πρόσωπα δεν μπορούσαν να γίνουν δεκτά, επειδή στο παρελθόν «τούς είχε αφαιρεθεί το “fit and proper”», άρα «ως επόπτες, δεν μπορούσαμε να τα δεχθούμε».

    «Έχει έρθει όλο το κράτος στο γραφείο μου» και το χειροκρότημα στην ΕΚΤ

    Στην πιο φορτισμένη στιγμή της αφήγησής του, ο κ. Στουρνάρας είπε ότι μία ημέρα μετά τη διαφωνία, το ΣΔΟΕ και η Οικονομική Αστυνομία έκαναν έλεγχο στο γραφείο της συζύγου του. Μετέφερε τη φράση που –όπως είπε– άκουσε στο τηλέφωνο: «Έχει έρθει όλο το κράτος στο γραφείο μου — ΣΔΟΕ, Οικονομική Αστυνομία», προσθέτοντας ότι «κατάλαβα ότι δεν ήταν τυχαίο». Περιέγραψε επίσης την αντίδρασή της: «Είμαι πεντακάθαρη. Μη διανοηθείς να κάνεις πίσω», και σημείωσε ότι τότε «βγάλαμε όλη τη διοίκηση της Τράπεζας Αττικής και απαγορεύσαμε να δοθεί οποιοδήποτε δάνειο μέχρι να μπει νέα διοίκηση».

    Όπως είπε, εκεί «κατάλαβα ότι οι επιλογές μου ήταν τρεις: ή συνεχίζω στον δρόμο της αρετής ή παραιτούμαι ή κάνω αυτό που ήθελε η κυβέρνηση», δηλώνοντας ότι επέλεξε το πρώτο, έχοντας στο μυαλό του προηγούμενα παραδείγματα όπως η Τράπεζα Κρήτης. Τέλος, περιέγραψε ότι στην επόμενη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα –ενώ, όπως είπε, είχαν γραφτεί πρωτοσέλιδα και είχε δημοσιευτεί φωτογραφία της συζύγου του στους Financial Times– ο Μάριο Ντράγκι φέρεται να είπε «σηκωθείτε όρθιοι» και να ακολούθησε χειροκρότημα, με το σχόλιο ότι αυτό «ακριβώς σημαίνει ανεξαρτησία κεντρικού τραπεζίτη».

  • Στουρνάρας: «Η ελληνική οικονομία πάει καλά»

    Στουρνάρας: «Η ελληνική οικονομία πάει καλά»

    Την εκτίμηση ότι η πολιτική σταθερότητα αποτελεί το πιο κρίσιμο «άυλο κεφάλαιο» για μια χώρα διατύπωσε ο Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας στο ERTNEWS RADIO 105,8 για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Όπως σημείωσε, το διεθνές περιβάλλον βρίσκεται σε αναταράξεις λόγω δασμών, γεωπολιτικής αβεβαιότητας και εμπορικών συγκρούσεων, άρα «η πολιτική σταθερότητα αποτελεί την προϋπόθεση για όλα τα άλλα». Στο ίδιο πλαίσιο, υποστήριξε ότι η Ελλάδα έχει αφήσει πίσω της την κρίση και ότι «η ελληνική οικονομία πάει καλά», επιμένοντας πως για να συνεχιστεί αυτή η πορεία απαιτείται σταθερό πολιτικό περιβάλλον.

    Αναφερόμενος στη δική του θητεία, ανέφερε ότι «θα ήταν τιμή» για τον ίδιο να προταθεί ανανέωση. Για τη συνολική εικόνα της οικονομίας, κράτησε ισορροπημένο τόνο, λέγοντας ότι «Το τέλειο είναι ο εχθρός του καλού»: κατά την αποτίμησή του η κατάσταση είναι θετική και αναγνωρίζεται ευρύτερα, αλλά υπάρχει περιθώριο βελτίωσης. Τόνισε ότι η προσοχή πρέπει να στραφεί στους πιο ευάλωτους, προσθέτοντας ότι οι κοινωνικές ανισότητες βελτιώνονται χρόνο με τον χρόνο, βάσει στοιχείων της Τράπεζα της Ελλάδος, και υπενθύμισε ότι δεν πρέπει να ξεχνιέται η αφετηρία «δέκα χρόνια πριν».

    Ξεχωριστή αναφορά έκανε στο ψηφιακό ευρώ, λέγοντας ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα το έχει «σχεδόν έτοιμο» και ότι μπορεί να λειτουργήσει ως θωράκιση της ευρωπαϊκής οικονομίας. Παράλληλα, σημείωσε ότι υπάρχουν χρηματοδοτικές δυνατότητες για περαιτέρω βελτιώσεις, αλλά έδωσε έμφαση στο ότι οι μεταρρυθμίσεις είναι σημαντικότερες από τα διαθέσιμα εργαλεία καθαυτά.

    Για την επικείμενη αύξηση του κατώτατου μισθού από 1η Απριλίου, υπογράμμισε ότι, σύμφωνα με μελέτες της ΤτΕ, όσο ενισχύεται η ανάπτυξη και βελτιώνεται η παραγωγικότητα, υπάρχουν «σημαντικές δυνατότητες» να αυξηθούν οι μισθοί, ειδικά στον ιδιωτικό τομέα. Τέλος, σε ό,τι αφορά το Ταμείο Ανάκαμψης που ολοκληρώνεται στο τέλος του 2026, εμφανίστηκε καθησυχαστικός, λέγοντας ότι «δεν θα έχουμε πρόβλημα» και ότι «δεν είναι αλήθεια ότι τελειώνουν τα λεφτά», επιμένοντας πως το καθοριστικό μέγεθος για την επόμενη μέρα είναι το αποτύπωμα των μεταρρυθμίσεων στην ψηφιακή οικονομία, στη μείωση της γραφειοκρατίας και στην εκπαίδευση/κατάρτιση των εργαζομένων, οι οποίες –όπως είπε– θα συνεχίσουν να στηρίζουν την οικονομία.

  • Στουρνάρας: Η άνοδος του ευρώ δε μας ανησυχεί

    Στουρνάρας: Η άνοδος του ευρώ δε μας ανησυχεί

    Την πρόσφατη ενίσχυση του ευρώ παρακολουθεί στενά η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ωστόσο ο διοικητής της Τράπεζα της Ελλάδος και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, Γιάννης Στουρνάρας, εμφανίζεται καθησυχαστικός. «Παρακολουθούμε τις συναλλαγματικές ισοτιμίες και όλες τις μεταβλητές που επηρεάζουν τη δραστηριότητα και τον πληθωρισμό», ανέφερε μιλώντας στο Bloomberg, διευκρινίζοντας ότι η ενίσχυση του ευρώ από τον Μάρτιο του 2025 είχε ήδη ενσωματωθεί στις προβλέψεις της ΕΚΤ και ότι το νόμισμα κινείται εντός του ιστορικού εύρους έναντι του δολαρίου.

    Όπως σημείωσε, «Το μεγαλύτερο μέρος της ανατίμησης πραγματοποιήθηκε το πρώτο τρίμηνο του περασμένου έτους… Επομένως, δεν ήταν κάτι δραματικό που θα έπρεπε να μας οδηγήσει να αλλάξουμε την πορεία μας».

    Επιτόκια: «Καλή θέση» και σταθερότητα στο 2%

    Οι δηλώσεις του κ. Στουρνάρα έγιναν λίγο μετά την απόφαση της ΕΚΤ να διατηρήσει το επιτόκιο καταθέσεων στο 2% για πέμπτη συνεχόμενη συνεδρίαση, με την πρόεδρο Κριστίν Λαγκάρντ να επαναλαμβάνει ότι οι αξιωματούχοι θεωρούν πως βρίσκονται σε «καλή θέση» και να υποβαθμίζει επίσης την πρόσφατη άνοδο του ευρώ. Στο ίδιο κλίμα, καταγράφεται ότι οι περισσότεροι επενδυτές και οικονομολόγοι δεν προεξοφλούν νέες μειώσεις στο κόστος δανεισμού, έπειτα από τις οκτώ που έχουν ήδη εφαρμοστεί στον τρέχοντα κύκλο.

    Πληθωρισμός και ανάπτυξη: «Δεν αλλάζουμε πορεία»

    Κατά τον κ. Στουρνάρα, οι κίνδυνοι για τις προοπτικές του πληθωρισμού και της οικονομικής ανάπτυξης εμφανίζονται ισορροπημένοι, με τους αξιωματούχους να περιγράφονται ως «αρκετά αισιόδοξοι». «Δεν θεωρούμε ότι πρέπει να αλλάξουμε την πορεία δράσης», ανέφερε, τονίζοντας ότι η στάση της ΕΚΤ παραμένει πλήρως εξαρτώμενη από τα δεδομένα: «Εξαρτόμαστε από τα δεδομένα. Μέχρι τώρα, αυτό έχει αποδειχθεί πολύ καλή πρακτική».

    Στο μεταξύ, η οικονομία έχει δείξει ανθεκτικότητα σε δυσμενείς συνθήκες, καταγράφοντας αύξηση 0,3% στο τέταρτο τρίμηνο, επίδοση καλύτερη από την αναμενόμενη. Η ανάπτυξη εκτιμάται ότι μπορεί να στηριχθεί και από τις αυξημένες δημόσιες δαπάνες στη Γερμανία και αλλού.

    Οι κίνδυνοι που μένουν στο τραπέζι και η «ομαλή προσγείωση»

    Παρά την εικόνα σταθερότητας, οι κίνδυνοι δεν έχουν εκλείψει. Ως κύρια πηγή αβεβαιότητας περιγράφεται η ασταθής εμπορική πολιτική των Ηνωμένες Πολιτείες, την ώρα που ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη υποχώρησε στο 1,7% τον Ιανουάριο. Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να ενθαρρύνει τη μειοψηφία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου που τάσσονται υπέρ πιο χαλαρής πολιτικής, ακόμη κι αν η ΕΚΤ προβλέπει επιστροφή στο 2% το 2028.

    Ο κ. Στουρνάρας, πάντως, εμφανίστηκε βέβαιος ότι έχει επιτευχθεί ομαλή προσγείωση, χαρακτηρίζοντας τη σημερινή κατάσταση ως «σταθερή ισορροπία».

  • Στουρνάρας: «Εξακολουθούμε να διατηρούμε την αναπτυξιακή δυναμική μας»

    Στουρνάρας: «Εξακολουθούμε να διατηρούμε την αναπτυξιακή δυναμική μας»

    Οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και ο κρίσιμος ρόλος της χρηματοδότησης στην ενίσχυση της παραγωγικότητας τέθηκαν στο επίκεντρο της συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου του ΕΒΕΑ, που πραγματοποιήθηκε χθες παρουσία του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα. Σύμφωνα με ανακοίνωση του επιμελητηρίου, ο κ. Στουρνάρας υπογράμμισε ότι «η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να διατηρεί την αναπτυξιακή δυναμική της», εστιάζοντας στο πώς η σταθερή χρηματοδότηση μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός για πιο διατηρήσιμη ανάπτυξη.

    Ανάπτυξη 2025 και προβλέψεις έως το 2028

    Όπως ανέφερε, ο ρυθμός ανάπτυξης διαμορφώθηκε στο 2% το πρώτο εννεάμηνο του 2025 σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2024, επίδοση που, όπως σημείωσε, ήταν υψηλότερη από τον μέσο ρυθμό της ζώνης του ευρώ (1,5%). Η ώθηση προήλθε κυρίως από την ιδιωτική κατανάλωση και τις καθαρές εξαγωγές, ενώ θετική ήταν και η συμβολή των επενδύσεων, λόγω ενίσχυσης των πάγιων επενδύσεων τόσο σε παραγωγικό εξοπλισμό όσο και σε κατασκευές. Με βάση τις τρέχουσες προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος, «ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ την περίοδο 2025-28 αναμένεται να διαμορφωθεί στο 2,1%», εκτίμηση που, σύμφωνα με την τοποθέτησή του, συνδέεται και με τη συνέχεια των επενδυτικών ροών.

    Επενδύσεις, επενδυτικό κενό και ο ρόλος των τραπεζών

    Ο διοικητής της ΤτΕ στάθηκε στη σταθερή άνοδο των επενδύσεων, επισημαίνοντας ότι η πρόσφατη αναθεώρηση των ετήσιων εθνικολογιστικών στοιχείων για το 2022-24 δείχνει μετατόπιση της σύνθεσης της ανάπτυξης προς τις επενδύσεις. Ενδεικτικά, οι συνολικές επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ εκτιμάται ότι έφθασαν στο 17% το 2025 από 11% το 2019, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως σε υψηλότερες ιδιωτικές επενδύσεις. Μεταπανδημικά, η συμβολή τους στον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης ήταν κατά μέσο όρο 1,9 ποσοστιαίες μονάδες, έναντι 0,3 στη ζώνη του ευρώ, παρότι το επενδυτικό κενό σε σχέση με την ευρωζώνη παραμένει σημαντικό, καθώς εκεί οι επενδύσεις κινούνται περίπου στο 21% του ΑΕΠ.

    Στο ίδιο πλαίσιο, υπογράμμισε ότι η περαιτέρω ενίσχυση των επενδύσεων είναι καθοριστική για την αλλαγή του αναπτυξιακού προτύπου, με έμφαση στην καινοτομία, την παραγωγικότητα, την εξωστρέφεια, αλλά και την αποτελεσματική αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και την υποστήριξη της πράσινης μετάβασης. Παράλληλα, τόνισε ότι η συνεπής δημοσιονομική πορεία, οι μεταρρυθμίσεις και η ενίσχυση της εμπιστοσύνης συνέβαλαν στην άνοδο των επενδύσεων, με ιδιαίτερα θετική επίδραση από την ανάκτηση επενδυτικής βαθμίδας για τα ομόλογα του Δημοσίου το 2023.

    Επιπλέον, ανέφερε ότι η αποτελεσματική εποπτεία του τραπεζικού συστήματος, η μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και η ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας επέτρεψαν στα πιστωτικά ιδρύματα να χρηματοδοτούν πιο ενεργά την οικονομία. Όπως σημείωσε, μέσα στο 2025 η χρηματοδότηση των επιχειρήσεων ενισχύθηκε και το κόστος δανεισμού υποχώρησε σημαντικά, ενώ εκτίμησε ότι οι παράγοντες αυτοί, παρά τη διεθνή αβεβαιότητα, μπορούν να συνεχίσουν να στηρίζουν την επενδυτική δυναμική. Κατά τον ίδιο, η αλληλεξάρτηση ανάπτυξης, δημοσιονομικής σταθερότητας, πιστωτικής επέκτασης, επενδύσεων και προσεκτικής διαχείρισης κινδύνων έχει ήδη αποδώσει θετικά αποτελέσματα και η συνέχισή της αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για μελλοντικά οφέλη.

    Μπρατάκος: Το χρηματοδοτικό «κλειδί» για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις

    Από την πλευρά του, ο πρόεδρος του ΕΒΕΑ Γιάννης Μπρατάκος έθεσε στο επίκεντρο την πρόσβαση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε επενδυτικά εργαλεία, ως προϋπόθεση για την ανθεκτικότητα και τον εκσυγχρονισμό του επιχειρηματικού ιστού. Όπως τόνισε, η οικονομία βρίσκεται σε κρίσιμο μεταβατικό σημείο, καθώς μετά την ανάκτηση διεθνούς αξιοπιστίας και τη δημοσιονομική εξυγίανση, το μεγάλο ζητούμενο είναι η μετατροπή της σταθερότητας σε υψηλή παραγωγικότητα, επενδύσεις και εξωστρέφεια.

    Παρότι, όπως ανέφερε, το τραπεζικό σύστημα έχει βελτιωθεί, «πολλές επιχειρήσεις μένουν εκτός χρηματοδότησης», με βασικά εμπόδια το υψηλό κόστος χρήματος, τα αυστηρά κριτήρια πιστοληπτικής αξιολόγησης και την ανεπαρκή χρηματοοικονομική προετοιμασία. Παράλληλα, επισήμανε ότι για ένα σημαντικό τμήμα επιχειρήσεων το πρόβλημα δεν είναι η βιωσιμότητα ή η προοπτική, αλλά η έλλειψη εργαλείων και καθοδήγησης, ώστε να παρουσιαστεί καθαρά η οικονομική εικόνα, να οργανωθεί αξιόπιστος χρηματοδοτικός φάκελος και να αξιοποιηθούν εναλλακτικές πηγές κεφαλαίων. Ιδίως για τις πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις, υπογράμμισε ότι η πρόσβαση στη χρηματοδότηση είναι καθοριστική, γιατί χωρίς αυτήν ακόμη και υγιείς προσπάθειες δυσκολεύονται να επενδύσουν, να εκσυγχρονιστούν ή να ενταχθούν σε νέες αλυσίδες αξίας.

    Στο κλείσιμό του, ανέδειξε τον ρόλο των τραπεζών όχι μόνο ως μηχανισμού πιστωτικής επέκτασης αλλά ως εταίρου στην αναπτυξιακή διαδικασία, υπογραμμίζοντας ότι η συμβολή της Τράπεζας της Ελλάδος είναι κομβική τόσο στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα όσο και στη διαμόρφωση πλαισίου που κατευθύνει πόρους προς παραγωγικές και βιώσιμες επιχειρήσεις. «Πάγια θέση του ΕΒΕΑ είναι ότι η ισχυρή και βιώσιμη ανάπτυξη προϋποθέτει ισχυρές, υγιείς και χρηματοδοτούμενες επιχειρήσεις», σημείωσε, προσθέτοντας ότι ζητούμενο δεν είναι η επιστροφή σε πρακτικές του παρελθόντος, αλλά συνθήκες που ευνοούν τη συνέπεια, τη διαφάνεια, τη συνεργασία και τη μακροπρόθεσμη προοπτική.

  • Στουρνάρας: «Ανάπτυξη με επενδύσεις – Όχι μόνο με κατανάλωση»

    Στουρνάρας: «Ανάπτυξη με επενδύσεις – Όχι μόνο με κατανάλωση»

    Την ανάγκη η ανάπτυξη να στηριχθεί σε πιο ανθεκτικές βάσεις έθεσε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας χθες, Πέμπτη, στο Ελληνικό Ινστιτούτο Εξυπηρέτησης Πελατών. Όπως ανέφερε, η ανάπτυξη «δεν πρέπει και δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στην κατανάλωση», υπογραμμίζοντας ότι το αναπτυξιακό μοντέλο χρειάζεται να μετατοπιστεί από την κατανάλωση προς τις επενδύσεις.

    Προβλέψεις ΤτΕ για ΑΕΠ, κατανάλωση και επενδύσεις

    Με βάση τις εκτιμήσεις της ΤτΕ, ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ εκτιμάται ότι διαμορφώθηκε στο 2,1% το 2025 και προβλέπεται να παραμείνει στο 2,1% το 2026, όταν ο μέσος ρυθμός της ευρωζώνης για τη διετία 2025–2026 τοποθετείται στο 1,3%. Για το 2026, η ιδιωτική κατανάλωση προβλέπεται να αυξηθεί περίπου 2%, ενώ οι επενδύσεις εκτιμάται ότι θα ενισχυθούν με ρυθμό λίγο πάνω από 8,5%.

    Η ΤτΕ αναγνωρίζει ότι μετά το 2026 ο ρυθμός αύξησης των επενδύσεων θα μετριαστεί, ωστόσο εκτιμά ότι η επίδραση έργων και μεταρρυθμίσεων θα συνεχιστεί, σε συνδυασμό με εισροές από Διαρθρωτικά Ταμεία, άμεσες ξένες επενδύσεις και το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων.

    Παραγωγικότητα, μισθοί, εξωστρέφεια και πληθωρισμός

    Στο επίκεντρο της παρέμβασης του κ. Στουρνάρα βρέθηκε η παραγωγικότητα. Όπως τόνισε, η άνοδός της επιτρέπει υψηλότερους πραγματικούς μισθούς χωρίς να τίθενται σε κίνδυνο η ανταγωνιστικότητα και η απασχόληση, προϋποθέτοντας επενδύσεις σε καινοτομία, τεχνολογίες αιχμής, ανθρώπινο κεφάλαιο και ψηφιακές δεξιότητες. Παράλληλα, συνέδεσε τη μεταβολή του μίγματος προς πιο εξωστρεφείς δραστηριότητες με μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και καλύτερη εικόνα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

    Για τον πληθωρισμό, η ΤτΕ αναφέρει ότι ο εναρμονισμένος δείκτης διαμορφώθηκε στο 2,9% το 2025 από 3,0% το 2024 και προβλέπεται να αποκλιμακωθεί περίπου στο 2,2% το 2026 και το 2027, ενώ για το 2028 γίνεται αναφορά σε εφάπαξ άνοδο στο 2,5% λόγω της επίπτωσης του διευρυμένου συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών ρύπων. Στην αγορά εργασίας περιγράφεται σταθερή βελτίωση, με την ανεργία σε χαμηλό 17 ετών και επιβράδυνση του μοναδιαίου κόστους εργασίας, εξέλιξη που συνδέεται με ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας κόστους.

    Δημοσιονομικά, τράπεζες και «μετά RRF» περίοδος

    Στο δημοσιονομικό πεδίο γίνεται λόγος για σταθερά υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και ταχεία μείωση του δημόσιου χρέους, με την υπεραπόδοση των εσόδων να αποδίδεται στη βελτίωση της συμμόρφωσης και στην ψηφιοποίηση. Για τις τράπεζες, σημειώνεται ότι το stress test του 2025 επιβεβαιώνει ανθεκτικότητα, με τον λόγο μη εξυπηρετούμενων δανείων στο 3,6% τον Σεπτέμβριο του 2025, ενώ η χρηματοδότηση προς τις επιχειρήσεις κινείται κοντά στο 10% σε ετήσια βάση και προς τα νοικοκυριά είναι θετική, πρόσφατα κοντά στο 2%.

    Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη «μετά RRF» περίοδο. Έως το τέλος του 2025 η Ελλάδα είχε εισπράξει περίπου το 65% των διαθέσιμων πόρων και είχε ολοκληρώσει σχεδόν το 50% των στόχων και οροσήμων, ενώ οι εκταμιεύσεις προς τις επιχειρήσεις μπορούν να συνεχιστούν έως και το 2029. Το 2026 περιγράφεται ως κρίσιμο σημείο καμπής, σε διεθνές περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, με γεωπολιτικές εντάσεις, δασμούς και κινδύνους για το εμπόριο να ενισχύουν την ανάγκη η ανάπτυξη να στηριχθεί σε πιο ανθεκτικές βάσεις πέρα από την κατανάλωση.