Tag: Δέσποινα Καρπούζη

  • «Η μάνα μου με μισούσε»: Μια ψυχολογική ανάγνωση της γυναικοκτονίας της Λουίζας Ρίνη από τον γιο της

    «Η μάνα μου με μισούσε»: Μια ψυχολογική ανάγνωση της γυναικοκτονίας της Λουίζας Ρίνη από τον γιο της

    Η Ελλάδα μετρά ακόμη μία γυναικοκτονία. Αυτή τη φορά, όχι από πρώην σύντροφο, όχι
    από σύζυγο, αλλά από γιο. Η Λουίζα Ρίνη, 52 ετών, δολοφονήθηκε από το ίδιο της το παιδί,
    μέσα στο διαμέρισμά τους στη Λάρισα. Το πρόσωπό της έγινε πρωτοσέλιδο. Το όνομά της
    —μιας καθημερινής γυναίκας, μιας μητέρας— έγινε αριθμός σε μια μακριά λίστα. Όμως το
    έγκλημα αυτό έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, όχι μόνο λόγω της οικογενειακής σχέσης, αλλά και
    γιατί αποκαλύπτει σκοτεινές πτυχές της ψυχολογίας της βίας, της σχέσης εξουσίας και
    εξάρτησης, και της αδυναμίας της κοινωνίας να προλάβει την κατάρρευση.


    Το προφίλ του εγκλήματος: όχι απλώς φόνος, αλλά γυναικοκτονία
    Παρά τη συγγένεια δράστη-θύματος, το φύλο της γυναίκας και η θέση της ως “μητρικής
    αυθεντίας” συνιστούν κομβικά στοιχεία. Η γυναικοκτονία δεν είναι πάντα ερωτικής φύσης.
    Είναι η δολοφονία γυναίκας λόγω του φύλου της — λόγω της θέσης που κατέχει ως
    γυναίκα μέσα σε έναν πατριαρχικά δομημένο μικρόκοσμο εξουσίας. Η μητέρα του φέρεται
    να τον πίεζε να βρει εργασία, να αναλάβει ευθύνες. Για εκείνον, αυτή η πίεση
    φιλτραρίστηκε μέσα από εσωτερικές συγκρούσεις και συναισθηματική αστάθεια,
    μεταφράστηκε ως «μίσος». Σε μια επικίνδυνη διαστρέβλωση της πραγματικότητας, η
    φροντίδα της μάνας ερμηνεύτηκε ως εχθρότητα, η εξουσία της ως απειλή. Δεν μπορούσε να
    την αντέξει, όχι γιατί ήταν σκληρή, αλλά γιατί δεν μπορούσε να διαχειριστεί τη σύγκρουση
    μεταξύ εξάρτησης και ανάγκης για αυτονομία.


    Ψυχολογικό πορτρέτο του δράστη:” απομόνωση, θυματοποίηση, απωθημένος
    θυμός

    Ο 21χρονος, σύμφωνα με μαρτυρίες, ήταν εσωστρεφής, απομονωμένος, με ξεσπάσματα.
    Ένας νέος άνδρας στην πιο εύθραυστη αναπτυξιακή περίοδο της ζωής του: αυτή της
    μετάβασης στην ενήλικη ταυτότητα. Όταν αυτή η μετάβαση παγιδεύεται σε περιβάλλον
    πίεσης, συγκρούσεων και εσωτερικής δυσφορίας, το άτομο μπορεί να στραφεί σε ακραίες
    μορφές συμπεριφοράς. Ο θυμός, εάν δεν εξωτερικευτεί με υγιείς τρόπους, δεν
    εξαφανίζεται: συσσωρεύεται. Και όταν δεν υπάρχει λέξη για να εκφραστεί, γίνεται μαχαίρι.
    Η έννοια της ματαιωμένης αυτοεικόνας (Baumeister et al., 2000) εξηγεί πώς ένας νέος με
    εύθραυστη αυτοεκτίμηση μπορεί να αντιδράσει με ακραία βία όταν αισθάνεται ότι
    αμφισβητείται ή απορρίπτεται. Αν στο περιβάλλον υπάρχουν επιπλέον ψυχιατρικοί
    παράγοντες (ψυχώσεις, διαταραχές προσωπικότητας, παρανοϊκές ιδέες), τότε η
    πραγματικότητα παραμορφώνεται πλήρως. Η μητέρα παύει να είναι μητέρα και γίνεται
    «εχθρός», «καταπιεστής», «επικίνδυνος άλλος».


    Η δυναμική μητέρας-γιου: ένας φαύλος κύκλος αγάπης και οργής
    Η μητέρα είναι η πρώτη μορφή αγάπης. Και η πρώτη μορφή εξουσίας. Στις δυσλειτουργικές
    οικογένειες, ειδικά όταν απουσιάζει η πατρική φιγούρα ή υπάρχει έντονη σύγκρουση, η
    σχέση αυτή μπορεί να μετατραπεί σε πεδίο μάχης. Ο νεαρός άνδρας δεν βλέπει πια έναν άνθρωπο — βλέπει την αντανάκλαση της προσωπικής του αποτυχίας, της ανεπάρκειας,
    της ντροπής.

    Γιατί δεν το είδαμε; Η κοινωνική αδράνεια μπροστά στα σημάδια
    Γείτονες μίλησαν για φωνές, για εντάσεις. Κανείς δεν φαντάστηκε το τέλος. Κι όμως, η
    ενδοοικογενειακή βία έχει σημάδια. Η ψυχική αστάθεια έχει δείκτες. Αλλά στις ελληνικές
    κοινωνίες, κυριαρχεί η λογική του «μην ανακατεύεσαι», του «στο σπίτι τους είναι». Έτσι, η
    σιωπή γίνεται συνένοχος.
    Η απουσία επαρκών δομών ψυχικής υγείας, η ελλιπής ενημέρωση, η έλλειψη κουλτούρας
    πρόληψης καταδικάζουν όχι μόνο τα θύματα, αλλά και τους δράστες. Ναι, και τους
    δράστες. Διότι δεν γεννιούνται όλοι βίαιοι. Πολλοί διαμορφώνονται μέσα σε ασφυκτικά
    πλαίσια, χωρίς διέξοδο.
    Η γυναικοκτονία δεν κάνει διακρίσεις
    Η γυναικοκτονία δεν συμβαίνει μόνο μεταξύ ερωτικών συντρόφων. Δεν προϋποθέτει
    ρομαντική ζήλια ή απόρριψη. Συμβαίνει όταν μια γυναίκα τιμωρείται επειδή υπάρχει,
    επειδή μιλά, επειδή ελέγχει, επειδή είναι εκεί. Επειδή για κάποιους άνδρες, η ύπαρξή της
    είναι δυσβάσταχτη. Η Λουίζα Ρίνη δολοφονήθηκε ως γυναίκα. Ως μητέρα που «δεν άντεχε
    άλλο». Ως μορφή εξουσίας που έπρεπε να σβηστεί. Όχι για να σωθεί ο δράστης, αλλά για να
    επιβεβαιώσει το εγώ του. Για να νιώσει «κυρίαρχος», έστω και για λίγα λεπτά.
    Τι πρέπει να αλλάξει: από την εκπαίδευση στην παρέμβαση

    • Υποχρεωτική σεξουαλική αγωγή και εκπαίδευση στις έμφυλες σχέσεις σε όλα τα σχολεία
    • Συστηματικός εντοπισμός και παρακολούθηση ευάλωτων οικογενειών
    • Δωρεάν πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας για νέους ενήλικες
    • Αποστιγματισμός της ψυχοθεραπείας
    • Νομική αναγνώριση της γυναικοκτονίας ως διακριτού εγκλήματος
      Ποιος σκοτώνει μια μάνα;
      Η ερώτηση καίει. Μα πονάει περισσότερο η απάντηση: σκοτώνει εκείνος που δεν ξέρει
      ποιος είναι, που δεν έμαθε πώς να ζήσει, που δεν βρήκε ποτέ χώρο να ξεσπάσει χωρίς αίμα.
      Η Λουίζα δεν είναι άλλη μια στατιστική. Είναι το τραγικό σύμβολο μιας κοινωνίας που δεν
      αφουγκράζεται τα σπασμένα παιδιά της — μέχρι να τα βρει με μαχαίρι στο χέρι. Αν δεν
      δράσουμε τώρα, η επόμενη θα μπορούσε να είναι η μητέρα μας. Η αδερφή μας. Εμείς.
  • Cancel Culture: Μια κοινωνία φόβου ή εξέλιξης;

    Cancel Culture: Μια κοινωνία φόβου ή εξέλιξης;

    Η «cancel culture» δεν είναι απλά ένα κοινωνικό φαινόμενο. Στην ουσία της, είναι μια ψυχολογική διεργασία: μια σύγκρουση ανάμεσα στον φόβο του αποκλεισμού, την ανάγκη για κοινωνική αποδοχή και τον αρχέγονο μηχανισμό της “τιμωρίας” που ενεργοποιείται όταν τα όρια της ομάδας απειλούνται.

    Για να κατανοήσουμε την πραγματική δύναμη — και το επικίνδυνο κόστος — της κουλτούρας ακύρωσης, πρέπει να κοιτάξουμε βαθύτερα: στο πώς λειτουργεί ο ανθρώπινος ψυχισμός μπροστά στη δημόσια αποδοκιμασία και την απώλεια της αποδοχής.

    Ο Φόβος της Κοινωνικής Απόρριψης

    Από την παιδική ηλικία, ο άνθρωπος διαμορφώνει την ταυτότητά του μέσα από την αναγνώριση και την αποδοχή των άλλων. Η κοινωνική αποδοχή δεν είναι πολυτέλεια — είναι θεμελιώδης ψυχολογική ανάγκη. Έρευνες δείχνουν ότι η κοινωνική απόρριψη ενεργοποιεί στον εγκέφαλο τα ίδια κυκλώματα πόνου που ενεργοποιούνται στον σωματικό πόνο. Όταν κάποιος “ακυρώνεται”, στην ουσία βιώνει έναν ψυχολογικό ακρωτηριασμό: όχι μόνο χάνει το κοινωνικό του πρόσωπο, αλλά τραυματίζεται στον πυρήνα της προσωπικής του αξίας.

    Η «cancel culture» δεν λειτουργεί απλά σαν τιμωρία για λάθος πράξεις — λειτουργεί σαν απειλή εναντίον της αίσθησης του «ανήκειν», και αυτό είναι ίσως το πιο βαθύ ψυχολογικό πλήγμα που μπορεί να δεχτεί ένας άνθρωπος.

    Η Ανατροφοδότηση της Ντροπής

    Η ακύρωση παράγει ντροπή: ένα από τα πιο ισχυρά και παραλυτικά συναισθήματα. Η ντροπή δεν αφορά το “έκανα κάτι λάθος” (όπως η ενοχή), αλλά το “είμαι κάτι λάθος”. Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει την ακύρωση τόσο ψυχολογικά τοξική: μετατρέπει ένα γεγονός ή μια συμπεριφορά σε μια συνολική απόρριψη της προσωπικότητας.

    Σε συνθήκες έντονης ντροπής, το άτομο δεν οδηγείται εύκολα σε αλλαγή. Αντίθετα, είτε απομονώνεται και παραλύει, είτε αντιδρά με άμυνα, θυμό και αντίσταση. Έτσι, αντί να έχουμε πραγματική προσωπική εξέλιξη, έχουμε πόλωση, σιωπή ή ακόμα και ριζοσπαστικοποίηση.

    Ο Ψυχολογικός Μηχανισμός της Ομαδικότητας

    Η «cancel culture» εκφράζει επίσης έναν ψυχολογικό μηχανισμό που οι ψυχολόγοι ονομάζουν “ομαδική πόλωση”: η τάση των ομάδων να ενισχύουν τις απόψεις τους όταν αντιμετωπίζουν έναν κοινό “εχθρό”.

    Μέσα από τη διαδικασία της ακύρωσης, τα άτομα αισθάνονται ότι προστατεύουν την “καθαρότητα” της ομάδας, ότι λειτουργούν ηθικά. Όμως, σε ατομικό επίπεδο, αυτή η διαδικασία ενισχύει την ψευδαίσθηση του αλάθητου και διαλύει κάθε προϋπόθεση για πραγματικό διάλογο και αυτοκριτική.

    Η ανάγκη να ανήκουμε σε μια “ηθικά ανώτερη” ομάδα γίνεται ισχυρότερη από την ανάγκη για κατανόηση και συγχώρεση. Έτσι, η κουλτούρα ακύρωσης δεν ενισχύει τελικά την ηθική — ενισχύει τον φανατισμό.

    Η Διαλλακτικότητα ως Ψυχολογική Δύναμη

    Η διαλλακτικότητα, σε αντίθεση με την ακύρωση, απαιτεί μια πολύ πιο ώριμη ψυχική στάση. Προϋποθέτει την ικανότητα να αντέχουμε την ατέλεια — τόσο τη δική μας όσο και των άλλων.

    Ψυχολογικά, η διαλλακτικότητα στηρίζεται σε ένα αίσθημα σταθερής ταυτότητας και συναισθηματικής ανθεκτικότητας: το να μπορείς να πεις «ναι, έκανες λάθος — αλλά δεν είσαι μόνο το λάθος σου».

    Αντί να εστιάζει στην τιμωρία, η διαλλακτικότητα καλλιεργεί την αυτογνωσία, την ενσυναίσθηση και την αναγνώριση της πολυπλοκότητας του ανθρώπινου χαρακτήρα.

    Μόνο μέσα από αυτή την ψυχολογική ωριμότητα μπορεί να υπάρξει αληθινή κοινωνική πρόοδος.

    Ο Κύκλος Φόβου και Σιωπής

    Μια ακόμα σημαντική ψυχολογική διάσταση είναι το φαινόμενο της “σιωπηρής συμμόρφωσης” (spiral of silence). Όταν οι άνθρωποι βλέπουν ότι η ακύρωση είναι πιθανό αποτέλεσμα ακόμα και για μικρά λάθη, αναπτύσσουν φόβο έκθεσης.

    Αυτό οδηγεί σε σιωπή, αυτολογοκρισία και τελικά σε μια κοινωνία όπου η δημόσια έκφραση δεν είναι ελεύθερη, αλλά καθοδηγείται από τον φόβο του στιγματισμού.

    Μακροπρόθεσμα, αυτό βλάπτει την ψυχολογική ασφάλεια όλων και δημιουργεί μια επιφανειακή “συμμόρφωση” που κρύβει κάτω από το χαλί τις πραγματικές συγκρούσεις, αντί να τις λύνει μέσα από διάλογο.