Tag: Δέσποινα Καρπούζη

  • Η Υπερ-ιατρικοποίηση της Θλίψης: Όταν η σύγχρονη ψυχιατρική συναντά την τέχνη

    Η Υπερ-ιατρικοποίηση της Θλίψης: Όταν η σύγχρονη ψυχιατρική συναντά την τέχνη

    Σε μια εποχή μεθοδικής χαρτογράφησης της ανθρώπινης συμπεριφοράς, παρατηρείται μια επίμονη τάση: η διαγνωστική ταμπέλα προηγείται της κατανόησης του συναισθήματος. Ένα παρατεταμένο αίσθημα θλίψης έπειτα από μια απώλεια βαφτίζεται ταχέως «καταθλιπτικό επεισόδιο», ο φυσιολογικός φόβος απέναντι στο άγνωστο ονομάζεται «αγχώδης διαταραχή», και η υπαρξιακή αγωνία καταστέλλεται φαρμακευτικά ή γνωσιακά πριν προλάβει να αρθρωθεί.

    Με αφορμή τις συζητήσεις γύρω από πρόσφατες εκδόσεις ψυχολογίας, όπως το «Μήπως δεν είναι κατάθλιψη;» της ψυχοθεραπεύτριας Hilary Jacobs Hendel, αλλά και την ευρύτερη κριτική απέναντι στα σύγχρονα διαγνωστικά εγχειρίδια, εγείρεται ένα κρίσιμο επιστημονικό και φιλοσοφικό ερώτημα: Πόσο συχνά η σύγχρονη κλινική πρακτική μπερδεύει τη βαθιά, αυθεντική ανθρώπινη οδύνη με την παθολογία;

    Η Εξαφάνιση της Φυσιολογικής Θλίψης

    Η συζήτηση για την ιατρικοποίηση των φυσιολογικών αντιδράσεων δεν είναι καινούργια. Στο θεμελιώδες έργο τους The Loss of Sadness (2007), οι κοινωνιολόγοι Allan V. Horwitz και Jerome C. Wakefield άσκησαν δριμεία κριτική στον τρόπο με τον οποίο η σύγχρονη ψυχιατρική έχει διευρύνει τα κριτήρια της κατάθλιψης, καταπίνοντας τη φυσιολογική θλίψη. Η κορύφωση αυτής της τάσης ήρθε με την έκδοση του DSM-5 (Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών), το οποίο αφαίρεσε το «κριτήριο αποκλεισμού του πένθους» (bereavement exclusion).

    Πρακτικά, αυτό σήμανε ότι ένα άτομο που πενθεί την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου μπορεί να διαγνωστεί με Μείζονα Καταθλιπτική Διαταραχή μόλις δύο εβδομάδες μετά το γεγονός. Αυτή η μετατόπιση ενέχει τον κίνδυνο να μετατρέψει μια βαθιά βιολογική και ψυχολογική ανάγκη επεξεργασίας της απώλειας σε κλινικό σύμπτωμα προς άμεση «θεραπεία».

    Βιωματική Αποφυγή και Τοξική Θετικότητα

    Η κουλτούρα της διαρκούς παραγωγικότητας έχει μηδενική ανοχή στον πόνο. Η ψυχολογική έρευνα γύρω από τη Θεραπεία Αποδοχής και Δέσμευσης (ACT) χρησιμοποιεί τον όρο  «βιωματική αποφυγή» (experiential avoidance) για να περιγράψει την απροθυμία του ατόμου να παραμείνει σε επαφή με δυσάρεστες ιδιωτικές εμπειρίες.

    Όταν βιώνουμε αυτό που η ψυχοθεραπεία ονομάζει «πυρηνικά συναισθήματα» (όπως η γνήσια θλίψη, ο φόβος ή ο θυμός), ο εγκέφαλός μας συχνά ενεργοποιεί μηχανισμούς άμυνας  όπως το άγχος ή η ενοχή. Η αδυναμία μας να μείνουμε με αυτόν τον πόνο δημιουργεί ένα συναισθηματικό “μούδιασμα”. Αυτό το μούδιασμα μιμείται συμπεριφορικά την κλινική κατάθλιψη.

    Η ιατρικοποίηση αυτής της κατάστασης εγκυμονεί συγκεκριμένους κινδύνους:

    Αποξένωση από το ενδοψυχικό τραύμα: Αναζητώντας απεγνωσμένα τη διάγνωση και τη συμπτωματική ανακούφιση, το άτομο χάνει την επαφή με την πραγματική πηγή του πόνου του.

    Στιγματισμός της κανονικότητας: Οι φυσιολογικές αντιδράσεις απέναντι σε συντριπτικά γεγονότα ζωής (ανεργία, διαζύγιο, κοινωνική περιθωριοποίηση) αποπλαισιώνονται από το κοινωνικό τους περιβάλλον και αντιμετωπίζονται ως ατομικές εγκεφαλικές δυσλειτουργίες.

    Μείωση της ψυχικής ανθεκτικότητας: Στερούμε από τον ανθρώπινο ψυχισμό την ευκαιρία να αναπτύξει νευρωνικά δίκτυα ανθεκτικότητας (resilience), τα οποία χτίζονται ακριβώς μέσα από την έκθεση και την επιτυχή διαχείριση της ματαίωσης.

    Το Αντίδοτο της Τέχνης και η Νευροαισθητική

    Εκεί που το ιατρικό μοντέλο προσπαθεί να μας «θεραπεύσει» βιαστικά, η τέχνη λειτουργεί ως το κατεξοχήν δοχείο (containment) του αρνητικού συναισθήματος. Η λογοτεχνία, ο κινηματογράφος και η μουσική δεν επιδιώκουν τη θεραπεία του σκοταδιού, αλλά την ενσωμάτωσή του.

    Ο κλάδος της νευροαισθητικής και της ψυχολογίας της μουσικής έχει δείξει επανειλημμένα γιατί οι άνθρωποι ελκύονται από τη θλιμμένη τέχνη. Ακούγοντας ένα μελαγχολικό κομμάτι ή διαβάζοντας ένα βαρύ λογοτεχνικό έργο, ο εγκέφαλος εκκρίνει προλακτίνη  μια ορμόνη που σχετίζεται με την παρηγοριά και τη μείωση του στρες.

    Η τέχνη παρέχει έναν ασφαλή, ρυθμιστικό χώρο. Ένα θλιμμένο τραγούδι λειτουργεί ως ένας εξελικτικός καθρέφτης: επιτρέπει την ταύτιση και διευκολύνει την κάθαρση, χωρίς τις πραγματικές συνέπειες της προσωπικής καταστροφής. Σε αντίθεση με την ψυχιατρική διάγνωση που πολλές φορές απομονώνει, η τέχνη επικυρώνει το συναίσθημα, υπενθυμίζοντάς μας την καθολικότητα της ανθρώπινης συνθήκης.

    Διεκδικώντας τον Χώρο για το Πένθος

    Η διάκριση είναι ζωτικής σημασίας. Η κλινική κατάθλιψη είναι μια εξουθενωτική, ενίοτε απειλητική για τη ζωή νόσος, που σχετίζεται με δυσλειτουργίες στους νευροδιαβιβαστές και απαιτεί εξειδικευμένη παρέμβαση. Η θλίψη, αντίθετα, είναι ιερή. Είναι ο φόρος τιμής που αποτίνουμε σε ό,τι αγαπήσαμε και χάσαμε.

    Η επιστροφή σε μια πιο ανθρωποκεντρική προσέγγιση της ψυχικής υγείας προϋποθέτει την αποδοχή της φθαρτότητάς μας. Ίσως χρειάζεται να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε κάθε ψυχικό πόνο ως σφάλμα του συστήματος που πρέπει να διορθωθεί. Να του δώσουμε τον χώρο να αναπνεύσει, να τον κάνουμε στίχο, αφήγημα, συλλογική εμπειρία. Άλλωστε, η αληθινή ψυχική υγεία δεν κρύβεται στη στειρότητα ενός αδιατάρακτου συναισθήματος, αλλά στην ικανότητά μας να θρηνούμε παραμένοντας, στον πυρήνα μας, ανθεκτικοί και βαθιά ανθρώπινοι.

  • Περπατώντας μέσα σε μια μεγάλη παρτιτούρα: Η «Εναντιοδρομία» του Γιάννη Χρήστου στο ΕΜΣΤ

    Περπατώντας μέσα σε μια μεγάλη παρτιτούρα: Η «Εναντιοδρομία» του Γιάννη Χρήστου στο ΕΜΣΤ

    Υπάρχουν κάποιες απουσίες που καταλαμβάνουν πολύ περισσότερο χώρο από οποιαδήποτε φυσική παρουσία. Είναι εκείνες οι σιωπές που αντηχούν εκκωφαντικά. Όταν, τα ξημερώματα των γενεθλίων του το 1970, το νήμα της ζωής του πρωτοπόρου συνθέτη Γιάννη Χρήστου κόπηκε βίαια σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, δεν σίγησε απλώς ένας σπουδαίος δημιουργός στην απόλυτη ακμή του. Έμεινε μετέωρο ένα ολόκληρο, αχαρτογράφητο σύμπαν, όπου η μουσική, η φιλοσοφία, η ψυχανάλυση και ο μυστικισμός ενώνονταν σε κάτι σχεδόν τρομακτικά οικείο.

    ​Για δεκαετίες, το έργο του έμοιαζε σαν μια από εκείνες τις συλλογικές αναμνήσεις που τις κουβαλάμε δίχως να το σκεφτόμαστε, σαν ένας μύθος που ψιθυρίζεται στους κύκλους της αβανγκάρντ. Μέχρι που ξαφνικά, ο μύθος αποκτά σώμα, απλώνεται στον χώρο και μας καλεί να τον περπατήσουμε.

    ​Αυτήν ακριβώς την αίσθηση του ετεροχρονισμένου σοκ και της βαθιάς εσωτερικής αποκάλυψης βιώνει κανείς στην έκθεση «Εναντιοδρομία», που φιλοξενείται στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ), σε μια ιστορική και σπάνια σύμπραξη με το Ωδείο Αθηνών.

    ​Ο τίτλος της έκθεσης δεν είναι τυχαίος. Δανείζεται το όνομά της από το ομώνυμο εμβληματικό μουσικό έργο του Χρήστου (γραμμένο το 1968), το οποίο με τη σειρά του αντλεί την ουσία του από την ηρακλείτεια έννοια της σύγκρουσης των αντιθέτων. Στην εναντιοδρομία, κάθε δύναμη που φτάνει στο απόγειό της μετατρέπεται αναπόφευκτα στο αντίθετό της. Το φως γίνεται σκοτάδι, η γέννηση φέρει τη φθορά, η τάξη γεννά το χάος. Και ο Χρήστου, ίσως περισσότερο από κάθε άλλον, συνέλαβε αυτή την κοσμική τραγωδία και την έκανε ήχο.

    ​Περνώντας την πόρτα του Project Room 2, συνειδητοποιείς αμέσως πως δεν πρόκειται για μια στεγνή μουσειακή αρχειοθέτηση. Δεν καλείσαι απλώς να διαβάσεις την ιστορία ενός ανθρώπου πίσω από προστατευτικά τζάμια, αλλά να εισέλθεις κυριολεκτικά μέσα στις διακλαδώσεις του νου του.

    ​Ο εξαιρετικός εκθεσιακός σχεδιασμός της αρχιτέκτονος Θάλειας Μέλισσα έχει καταφέρει το ακατόρθωτο: μετατρέπει τον ίδιο τον χώρο σε μια τεράστια, ανοιχτή παρτιτούρα. Είναι σαν ο χρόνος να έχει παγώσει και εσύ, ως επισκέπτης, να γίνεσαι η νότα που κινείται, διστάζει και επιταχύνει ανάμεσα στις γραμμές. Η διαδρομή δεν είναι γραμμική, γιατί ούτε η σκέψη του Χρήστου υπήρξε ποτέ τέτοια. Λειτουργεί ως ένα αμφίδρομο χρονολόγιο, όπου οπτικά γραφήματα, χειρόγραφες σημειώσεις και σελίδες με σύμβολα που θυμίζουν καρδιογραφήματα της ψυχής, αιωρούνται γύρω σου.

    ​Ο μουσικολόγος και επιμελητής της έκθεσης, Κωστής Ζουλιάτης, έχοντας στα χέρια του τον θησαυρό του Αρχείου Γιάννη Χρήστου (που διασώζεται στο Κέντρο Ερευνών και Τεκμηρίωσης του Ωδείου Αθηνών), έστησε με ευλάβεια μια αφήγηση από θραύσματα. Σπάνιες φωτογραφίες, πρωτότυπες -σχεδόν εικαστικές- παρτιτούρες, προσωπική αλληλογραφία, βιβλία και φιλοσοφικά δοκίμια μαρτυρούν τον συνεχή, αγωνιώδη αγώνα του δημιουργού να ξεπεράσει τα όρια της ίδιας της τέχνης. «Φιλοσοφώ και το αποτέλεσμα γίνεται μουσική», έλεγε ο ίδιος, και εδώ, τα λόγια του γίνονται απτή πραγματικότητα.

    ​Όμως, το πραγματικό επίτευγμα της έκθεσης δεν είναι τα αντικείμενα αυτά καθαυτά, αλλά η σκιά που ρίχνουν μέσα μας. Ο χώρος ανασαίνει μέσα από ένα υποβλητικό ηχητικό περιβάλλον. Η φαινομενική σιωπή του αρχειακού υλικού «σπάει» από οπτικοακουστικά αποσπάσματα και ακροάσεις ολόκληρων έργων του. Ακούς τον ήχο να γεννιέται από το τίποτα, να γιγαντώνεται, να γίνεται κραυγή και έπειτα να επιστρέφει στο κενό.

    ​Για όσους από εμάς γοητευόμαστε από τις ρωγμές της ανθρώπινης εμπειρίας, η «Εναντιοδρομία» δεν είναι απλώς μια σπουδαία εικαστική και μουσική πρόταση. Είναι μια ενδοσκόπηση. Σε έναν κόσμο εφήμερο, η τέχνη του Γιάννη Χρήστου απαιτεί την απόλυτη παρουσία μας. Μας θυμίζει πως τίποτα δεν είναι μόνιμο, αλλά και πως η δημιουργία έχει τον τρόπο να νικά τη φθορά του χρόνου, αφήνοντας πίσω της ένα ίχνος που αρνείται πεισματικά να σβήσει.

    ​Ίσως, τελικά, όπως έλεγε και ο Ηράκλειτος, ο ανήφορος και ο κατήφορος να είναι όντως ο ίδιος δρόμος. Το μόνο που αλλάζει είναι η δική μας θέση μέσα στον χώρο, καθώς στεκόμαστε σιωπηλοί μπροστά στο μεγαλείο ενός ανθρώπου που έκανε το άπειρο, μουσική.

  • Το «Ασανσέρ» των Τιμών και η Αόρατη Χρεοκοπία: Τι (δεν) λέει η νέα έκθεση του ΔΝΤ

    Το «Ασανσέρ» των Τιμών και η Αόρατη Χρεοκοπία: Τι (δεν) λέει η νέα έκθεση του ΔΝΤ

    Κάθε Απρίλιο, όταν οι τεχνοκράτες του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) συγκεντρώνονται στην Ουάσιγκτον για τις Εαρινές Συνόδους, οι παγκόσμιες αγορές κρατούν την ανάσα τους, αναλύοντας γραφήματα και προβλέψεις. Στην Ελλάδα, πάλι, κρατάμε απλώς το πορτοφόλι μας. Η δημοσιοποίηση της νέας έκθεσης *World Economic Outlook* ήρθε να επιβεβαιώσει αυτό που κάθε πολίτης, ο οποίος στέκεται αμήχανος μπροστά στο ράφι του σούπερ μάρκετ, ξέρει ήδη με τον πιο σκληρό τρόπο: οι αριθμοί στα χαρτιά μπορεί να προσπαθούν να ισορροπήσουν, αλλά οι άνθρωποι έχουν στερέψει από καιρό.

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/metarrythmiseis-gia-ena-pragmatika-sygchrono-kratos/

    Διαβάζοντας κανείς πίσω από τις προσεκτικά διατυπωμένες γραμμές της έκθεσης, το αφήγημα της «οικονομικής απογείωσης» που συχνά κυριαρχεί στον δημόσιο διάλογο αρχίζει να ξεθωριάζει, δίνοντας τη θέση του σε μια παγιωμένη, ασφυκτική πραγματικότητα.

    Η «Ψυχρή» Ακτινογραφία: Οι αριθμοί που δεν λένε όλη την αλήθεια

    Τι ακριβώς μας λέει το ΔΝΤ για το 2026; Η παγκόσμια οικονομία κινείται σε ένα τεντωμένο σκοινί και η χώρα μας ακολουθεί τον ίδιο, ασταθή ρυθμό. Με τις συνεχιζόμενες γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή να ανακατεύουν διαρκώς την τράπουλα των ενεργειακών τιμών και να απειλούν την εφοδιαστική αλυσίδα, η εγχώρια ανάπτυξη προσγειώνεται απότομα σε ρυθμούς κάτω του 2% (στο 1,8% με 2%).

    Όμως το πραγματικό «αγκάθι» στο οποίο εστιάζει το Ταμείο, και το οποίο καίει τον μέσο καταναλωτή, είναι ο δομικός πληθωρισμός, ο οποίος προβλέπεται να κολλήσει γύρω στο 3,5%. Είναι ο δείκτης εκείνος που δείχνει την επιμονή της ακρίβειας στον πυρήνα της οικονομίας. Δεν μιλάμε απλώς για την τιμή της βενζίνης που ανεβοκατεβαίνει με τα βαρέλια του πετρελαίου. Μιλάμε για το ψωμί, το λάδι, τα γαλακτοκομικά, τα ενοίκια. Το ΔΝΤ μάς λέει, πρακτικά, ότι οι υψηλές τιμές ήρθαν για να μείνουν. Η εποχή των φθηνών λύσεων έχει τελειώσει οριστικά και η αγοραστική δύναμη του Έλληνα μισθωτού λειτουργεί πλέον ως ο μόνιμος «αμορτισέρ» των διεθνών κρίσεων.

    Η γενιά της μόνιμης αναμονής

    Εδώ ακριβώς σταματούν τα μακροοικονομικά γραφήματα και ξεκινά η πραγματική διάσταση της είδησης. Εκείνη που δεν καταγράφεται σε κανένα excel του Υπουργείου Οικονομικών και καμίας Κεντρικής Τράπεζας.

    Υπάρχει μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων οι σημερινοί 30άρηδες και 40άρηδες που μπήκαν στην αγορά εργασίας στην αρχή της δεκαετούς κρίσης. Τους ζητήθηκε να κάνουν υπομονή για να περάσουν τα μνημόνια. Έκαναν. Μετά ήρθε η πανδημία και το πάγωμα της ζωής. Μετά ο πόλεμος, η ενεργειακή κρίση, η στεγαστική κρίση. Η κοινωνία δεν διαβάζει την έκθεση του ΔΝΤ με το ψυχρό βλέμμα ενός επενδυτή. Η ίδια η λέξη «ΔΝΤ» στη χώρα μας φέρει ένα τεράστιο ιστορικό βάρος. Στο άκουσμά της, ο μέσος πολίτης ανακαλεί ασυναίσθητα μνήμες περικοπών, ανασφάλειας και μιας διαρκούς, αγωνιώδους προσπάθειας να κρατηθεί στην επιφάνεια.

    Αυτό που βιώνουμε σήμερα δεν είναι απλώς η πρακτική δυσκολία να βγει ο μήνας. Είναι μια βαθιά, σιωπηλή εξάντληση. Στην πράξη, η καθημερινότητα μοιάζει με έναν διάδρομο γυμναστηρίου: ο πολίτης τρέχει διαρκώς, δουλεύει περισσότερο, κάνει και δεύτερη δουλειά, κόβει από παντού για να προσαρμοστεί, αλλά νιώθει ότι μένει καρφωμένος στο ίδιο σημείο. Ή ακόμα χειρότερα, νιώθει ότι ο ιμάντας τον τραβάει βίαια προς τα πίσω.

    Το τέλος του μέλλοντος χρόνου

    Όταν η ακρίβεια αγγίζει τον πυρήνα των βασικών αναγκών το ενοίκιο που καταπίνει τον μισό μισθό, το ρεύμα, το καλάθι με τα τρόφιμα ο οργανισμός μπαίνει σε έναν μόνιμο, βουβό συναγερμό επιβίωσης. Σε αυτό το καθεστώς της διαρκούς αβεβαιότητας, η μεγαλύτερη απώλεια είναι η απώλεια του μέλλοντος χρόνου.

    Δεν υπάρχει χώρος για μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, για τη δημιουργία οικογένειας, για την αγορά ενός σπιτιού, για αισιοδοξία. Υπάρχει μόνο ο εξοντωτικός αγώνας μέχρι τις 15 του μήνα. Και αυτός ο αγώνας, όταν παρατείνεται για πάνω από μια δεκαετία, οδηγεί αναπόφευκτα σε μια επικίνδυνη κοινωνική απάθεια. Είναι η πικρή διαπίστωση του *«ό,τι και να κάνω, εγώ θα πληρώσω το μάρμαρο»*, αφού μια σύρραξη χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά στη Μέση Ανατολή μπορεί να ακυρώσει τους κόπους μιας ολόκληρης χρονιάς.

    Η βολική ψευδαίσθηση της «ανθεκτικότητας»

    Στις εκθέσεις τους, οι διεθνείς οργανισμοί αρέσκονται να χρησιμοποιούν τη λέξη «ανθεκτικότητα» (resilience) για να περιγράψουν πώς οι οικονομίες απορροφούν τους κραδασμούς. Είναι μια ωραία, καθησυχαστική λέξη, κομμένη και ραμμένη για τα διοικητικά συμβούλια των τραπεζών και τους οίκους αξιολόγησης.

    Η κοινωνική αντοχή, όμως, δεν είναι ένα πηγάδι χωρίς πάτο. Η «ανθεκτικότητα» στην πράξη μεταφράζεται σε πολύ συγκεκριμένες, επώδυνες εκπτώσεις:

     Στην εγκατάλειψη των επώνυμων προϊόντων για τα φθηνότερα υποκατάστατα.

    1. Στην περικοπή της θέρμανσης τον χειμώνα και του κλιματισμού το καλοκαίρι.
    2. Στην εξαφάνιση των διακοπών, που πλέον θεωρούνται πολυτέλεια.
    3. Στις αναβολές αναγκαίων ιατρικών ή οδοντιατρικών πράξεων.

    Το γεγονός ότι τα νοικοκυριά σφίγγουν το ζωνάρι για να πληρώσουν τους λογαριασμούς δεν σημαίνει ότι η οικονομία «αντέχει». Σημαίνει απλώς ότι οι πολίτες απορροφούν την κρίση με προσωπικό κόστος, θυσιάζοντας σιωπηλά την ποιότητα και την αξιοπρέπεια της ζωής τους.

    Διαβάζοντας την έκθεση ανάποδα

    Το ΔΝΤ έκανε ξανά τη δουλειά του. Κατέγραψε τους μακροοικονομικούς κινδύνους, συνέστησε δημοσιονομική σύνεση και έκρουσε τον κώδωνα για τις παγκόσμιες αναταράξεις.

    Η πραγματική πρόκληση όμως, όταν κλείνουν τα μικρόφωνα στις συνεντεύξεις Τύπου, δεν είναι πώς θα ικανοποιηθούν ξανά οι στόχοι της κάθε έκθεσης, αλλά πώς θα διασωθεί η καθημερινότητα των ανθρώπων. Γιατί όταν ο πληθωρισμός και η εργασιακή ανασφάλεια ρίχνουν τις προσδοκίες μιας ολόκληρης κοινωνίας στο κενό, η χρεοκοπία που ακολουθεί δεν είναι λογιστική, ούτε φαίνεται στους ισολογισμούς του κράτους. Είναι αόρατη, εσωτερική, φθείρει τον κοινωνικό ιστό και, εν τέλει, είναι μη αναστρέψιμη. Και για αυτόν τον λογαριασμό, δεν υπάρχει κανένα Ταμείο πρόθυμο να μας δανείσει.

  • Ηλεία: Δεν το έκαψε μόνο το τσιγάρο, το έκαψε η υποκρισία μας

    Ηλεία: Δεν το έκαψε μόνο το τσιγάρο, το έκαψε η υποκρισία μας

    Η προφυλάκιση της μητέρας και του συντρόφου της για την κακοποίηση του 10 μηνών βρέφους στην Ηλεία προσφέρει στην κοινωνία μια πρόσκαιρη και ρηχή ανακούφιση. Η αυτονόητη νομική εξιλέωση, ωστόσο, δεν αρκεί για να κλείσει το τραύμα. Η εικόνα ενός μωρού που χρησιμοποιήθηκε συστηματικά ως σταχτοδοχείο δεν είναι απλώς άλλη μια σελίδα στο αστυνομικό δελτίο. Αποτελεί την επιτομή της απόλυτης φρίκης και τον καθρέφτη μιας βαθιάς, πολυεπίπεδης κοινωνικής και θεσμικής χρεοκοπίας.

    Απέναντι σε αυτή τη δυστοπία, ο συλλογικός μας ψυχισμός ενεργοποιεί τον πιο βολικό μηχανισμό άμυνας: την Ετεροποίηση (Othering). Χαρακτηρίζοντας τους δράστες ως «τέρατα» και «απάνθρωπους», το κοινωνικό σύνολο νίπτει τας χείρας του. Τους αποκόπτει από το ανθρώπινο είδος για να διατηρήσει την ψευδαίσθηση ότι τέτοια εγκλήματα είναι βιολογικές εξαιρέσεις που δεν μας αφορούν. Η άβολη κλινική και κοινωνιολογική αλήθεια, όμως, είναι πως το κολαστήριο της Ηλείας δεν στήθηκε από εξωγήινους. Υπήρξε το οργανικό προϊόν μιας κοινωνίας που θρέφει την ψυχοπαθολογία, ανέχεται τη βία και εκπαιδεύεται συστηματικά να κοιτάζει αλλού.

    Η Ψυχολογία του Κακοποιητή: Το Τσιγάρο ως Εργαλείο Αποανθρωποποίησης

    Για να κατανοήσουμε το μέγεθος του εγκλήματος, πρέπει να δούμε την ωμή πραγματικότητα της κακοποίησης πίσω από τις λέξεις. Το να σβήνεις ένα αναμμένο τσιγάρο πάνω στο δέρμα ενός βρέφους δεν αποτελεί μια παρορμητική πράξη, ούτε μια στιγμή ανεξέλεγκτου θυμού (Αντιδραστική Επιθετικότητα). Είναι το αποκορύφωμα της Εργαλειακής και Σαδιστικής Βίας.

    Αυτού του είδους η βία απαιτεί χρόνο, εστίαση και απόλυτη ψυχρότητα. Για να μπορέσει ο δράστης να το πράξει ξανά και ξανά, έπρεπε πρώτα να ολοκληρώσει μέσα του τον μηχανισμό της Ηθικής Αποδέσμευσης (Moral Disengagement). Το 10μηνο αγοράκι υπέστη πλήρη Αποανθρωποποίηση  στο μυαλό του βασανιστή του: υποβιβάστηκε από έμβιο, πάσχον ον, σε ένα άψυχο «αντικείμενο» εκτόνωσης. Μέσω της ψυχολογικής μετάθεσης, ο δράστης βρήκε το τέλειο «δοχείο» για να ξεράσει την ανάγκη του για απόλυτη εξουσία, επιλέγοντας συνειδητά τον μοναδικό στόχο που αδυνατούσε βιολογικά να αμυνθεί, να μιλήσει ή να ζητήσει βοήθεια.

    Το Σύνδρομο της Μητέρας: Τραυματικός Δεσμός και Γνωστική Ασυμφωνία

    Η στάση της 20χρονης μητέρας προκαλεί δικαιολογημένα τη μεγαλύτερη κοινωνική οργή, καθώς ανατρέπει βίαια τον ιερό μύθο της μητρικής προστασίας. Η ψυχολογία, ωστόσο, δεν ηθικολογεί· εξηγεί τον μηχανισμό της κατάρρευσης.

    Πώς μια μητέρα γίνεται σιωπηλός συνεργός στο βασανιστήριο του παιδιού της; Μέσα σε συνθήκες συστηματικού τρόμου και κακοποίησης, το θύμα συχνά κυριεύεται από Μαθημένη Αβοηθητότητα (Learned Helplessness). Το νευρικό σύστημα, συνθλιμμένο από το χρόνιο στρες, παραλύει. Σε συνδυασμό με την ανάπτυξη ενός ισχυρού Τραυματικού Δεσμού (Trauma Bond) με τον κακοποιητή όπου ο φόβος, η εξάρτηση και η διαστρεβλωμένη αντίληψη της «αγάπης» γίνονται ένα η λογική αντικαθίσταται από το πρωτόγονο ένστικτο της προσωπικής επιβίωσης.

    Για να μην καταρρεύσει ολοκληρωτικά βλέποντας το παιδί της να καίγεται, η μητέρα ενεργοποίησε μια ακραία Γνωστική Ασυμφωνία (Cognitive Dissonance). Άρχισε να παραποιεί την πραγματικότητα στο ίδιο της το μυαλό, να βαφτίζει τα εγκαύματα «ατυχήματα» και να εκλογικεύει το παράλογο. *Αυτή η κλινική εξήγηση δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση νομική ή ηθική αθώωση.* Αποτελεί όμως τον χάρτη για να δούμε πόσο βαθιά μπορεί να διαβρώσει η βία τον ανθρώπινο ψυχισμό.

     Η Ομερτά της Γειτονιάς: Το Φαινόμενο του Παρευρισκόμενου

    Το πιο εξοργιστικό στοιχείο της υπόθεσης είναι πως αυτό το μαρτύριο εκτυλίχθηκε μέσα σε κατοικημένη περιοχή. Ο πόνος ενός εγκαύματος από τσιγάρο δεν προκαλεί απλό κλάμα· παράγει μια σπαρακτική κραυγή που τρυπάει τοίχους. Η αδράνεια των γειτόνων που ενδεχομένως άκουσαν, δεν είναι απλή απάθεια. Είναι η κλασική εφαρμογή της Διάχυσης της Ευθύνης (Diffusion of Responsibility) και του Φαινομένου του Παρευρισκόμενου (Bystander Effect)

    Όσοι άκουγαν, καθησύχαζαν τη συνείδησή τους με τη σκέψη ότι «κάποιος άλλος θα πάρει την αστυνομία» ή «δεν μπορώ να είμαι σίγουρος τι συμβαίνει». Αυτή η συλλογική δειλία τρέφεται άμεσα από την παθογένεια της ελληνικής κουλτούρας περί του «άβατου» της οικογένειας. Το δόγμα «τα εν οίκω μη εν δήμω» και το «τι με νοιάζει τι κάνουν στο σπίτι τους», μετατρέπουν τη γειτονιά από δίκτυο προστασίας σε πεδίο συγκάλυψης. Η σιωπή πίσω από τις κλειστές πόρτες δεν ήταν απλή αποφυγή εμπλοκής· λειτούργησε ως άτυπη νομιμοποίηση της κτηνωδίας.

    Η Θεσμική Γύμνια και τα «Αόρατα» Παιδιά

    Εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη ανοιχτή πληγή. Το Κράτος, παραδοσιακά, εμφανίζεται στο τέλος, συχνά αναλαμβάνοντας ρόλο ιατροδικαστή. Έφτασε αφού το κακό είχε ήδη γίνει.

     Ο Σκοτεινός Αριθμός: Βρέφη και νήπια αποτελούν τον απόλυτο «σκοτεινό αριθμό» (dark figure) της εγκληματικότητας. Επειδή ακριβώς δεν είναι ενταγμένα σε κάποιο σχολικό περιβάλλον όπου δάσκαλοι θα μπορούσαν να εντοπίσουν τα σημάδια, παραμένουν αόρατα για το σύστημα.

     Η Απουσία Δικλείδων Ασφαλείας: Χωρίς αυστηρά, θεσμοθετημένα πρωτόκολλα Υποχρεωτικής Αναφοράς (Mandatory Reporting) από παιδιάτρους, φαρμακοποιούς και δομές υγείας, και χωρίς την ύπαρξη παρεμβατικών κοινωνικών υπηρεσιών σε επίπεδο γειτονιάς/δήμου, η Πολιτεία είναι καταδικασμένη να λειτουργεί μόνο κατασταλτικά. Το σύστημα δεν προλαμβάνει τον πόνο, απλώς μετράει τα τραύματα εκ των υστέρων.

    Η φυλάκιση των δραστών είναι το ελάχιστο κοινωνικό συμβόλαιο. Όσο, όμως, εξαντλούμε την οργή μας σε ψηφιακούς λιθοβολισμούς στο διαδίκτυο, ενώ την ίδια στιγμή χαμηλώνουμε την τηλεόραση για να ακούσουμε καλύτερα, χωρίς να αντιδράμε, στις κραυγές από το διπλανό διαμέρισμα, η ιστορία θα επαναλαμβάνεται. Το παιδί στην Ηλεία δεν κάηκε μόνο από τη σπίθα ενός τσιγάρου. Έγινε το τραγικό θύμα διεστραμμένων ατόμων, ενός ανύπαρκτου κράτους προνοίας και μιας κοινωνίας που έχει μάθει άριστα να κοιτάζει από την άλλη πλευρά.

  • «Το περιπολικό δεν είναι ταξί»: Δύο χρόνια από τη νύχτα που το κράτος επέλεξε τον ρόλο του θεατή

    «Το περιπολικό δεν είναι ταξί»: Δύο χρόνια από τη νύχτα που το κράτος επέλεξε τον ρόλο του θεατή

    Ξημέρωσε η 1η Απριλίου. Για τους περισσότερους, μια μέρα ιστορικά συνδεδεμένη με τη φάρσα. Για τη συλλογική μνήμη της ελληνικής κοινωνίας, όμως, η σημερινή μέρα έχει πλέον μετουσιωθεί σε μια ανοιχτή, κακοφορμισμένη πληγή. Σαν σήμερα, πριν από ακριβώς δύο χρόνια, την 1η Απριλίου του 2024, η 28χρονη Κυριακή Γρίβα δολοφονήθηκε εν ψυχρώ έξω από το Αστυνομικό Τμήμα Αγίων Αναργύρων. Εκείνη τη νύχτα, το ψέμα δεν ήταν κάποια αθώα πρωταπριλιάτικη πλάνη, αλλά η ίδια η θεμελιώδης υπόσχεση του κράτους προς τους πολίτες του: το αφήγημα της προστασίας.
    Η γυναικοκτονία στους Αγίους Αναργύρους δεν ήταν απλώς η τραγική κατάληξη ενός κύκλου έμφυλης βίας. Ήταν ένα σημείο μηδέν. Μια ωμή αποκάλυψη του πώς λειτουργεί ο μηχανισμός όταν καλείται να προστατεύσει τον πιο ευάλωτο: με κυνισμό, αδιαφορία και εγκληματική γραφειοκρατία.

    Η Κοινοτοπία της Γραφειοκρατίας και η Απονέκρωση της Ενσυναίσθησης:
    «Το περιπολικό δεν είναι ταξί, κυρία μου»

    Η φράση αυτή δεν ειπώθηκε από έναν δολοφόνο, αλλά από το πρόσωπο που υποτίθεται πως αποτελούσε την τελευταία σανίδα σωτηρίας του θύματος. Ψυχολογικά, η συγκεκριμένη αντίδραση του τηλεφωνητή της Άμεσης Δράσης αποτελεί το απόλυτο παράδειγμα της απονέκρωσης που επιφέρει ο γραφειοκρατικός μηχανισμός. Ο υπάλληλος δεν άκουγε μια γυναίκα σε πανικό που κινδύνευε η ζωή της· άκουγε ένα “πρόβλημα” που δεν ταίριαζε στα πρωτόκολλα βάρδιας.
    Είναι αυτό που η Χάνα Άρεντ περιέγραψε ως την «κοινοτοπία του κακού»: η καταστροφή δεν έρχεται πάντα από σαδιστικά τέρατα, αλλά από κανονικούς ανθρώπους που απλώς διεκπεραιώνουν τη δουλειά τους, αρνούμενοι να αναλογιστούν το ηθικό βάρος και τον αντίκτυπο των πράξεών τους. Αυτή η συναισθηματική απόσταση, η αδυναμία σύνδεσης με τον τρόμο του άλλου, είναι το οξυγόνο που τρέφει την κακοποίηση.

    Το σύνδρομο της θεσμικής προδοσίας

    Στο πεδίο της ψυχολογίας, ο όρος «θεσμική προδοσία» περιγράφει το βαθύ, σύνθετο τραύμα που βιώνει ένα άτομο όταν ο φορέας που έχει ορκιστεί να το προστατεύει, όχι μόνο αποτυγχάνει, αλλά ουσιαστικά δημιουργεί το πλαίσιο για να συντελεστεί η βλάβη του.
    Όταν ένα θύμα βρίσκει το συντριπτικό θάρρος αψηφώντας τον τρόμο, την ντροπή, τις απειλές και την κοινωνική κριτική να περάσει το κατώφλι της αστυνομίας, κάνει την απόλυτη υπέρβαση. Στέκεται γυμνό απέναντι στο σύστημα και ζητά το δικαίωμα στη ζωή. Το να βρίσκει απέναντί του κλειστές πόρτες, τυπικότητες και μια χλευαστική προτροπή να “καλέσει το 100“, ακυρώνει την ίδια την έννοια του κοινωνικού συμβολαίου.
    Η δολοφονία της Κυριακής έξω από το φυλάκιο, την ώρα που μιλούσε με την αστυνομία, δεν δολοφόνησε μόνο την ίδια. Εκείνο το βράδυ δολοφονήθηκε βίαια η εμπιστοσύνη κάθε γυναίκας στο κράτος. Ο αντίκτυπος είναι χαραγμένος πλέον στον συλλογικό ψυχισμό: Αν η αστυνομία δεν μπορεί να σώσει τη γυναίκα που στέκεται στο κατώφλι της, ποιος θα σώσει εμένα πίσω από την κλειστή πόρτα του σπιτιού μου; Η αδιαφορία του μηχανισμού μετατρέπεται σε έμμεση συνενοχή. Οπλίζει το χέρι κάθε κακοποιητή, επιβεβαιώνοντάς του την πιο επικίνδυνη φαντασίωσή του: ότι είναι άτρωτος.

    Η κοινωνία ως σιωπηλός συνεργός

    Πέρα όμως από την ευθύνη της ένστολης εξουσίας, η υπόθεση αυτή μας φέρνει αντιμέτωπους με τη δική μας, ευρύτερη κοινωνική παθογένεια. Η έμφυλη βία δεν είναι ένα μεμονωμένο «αστυνομικό» ρεπορτάζ που αφορά μόνο τους πρωταγωνιστές του. Είναι ένα κοινωνικό σύμπτωμα.
    Εκτρέφεται μέσα στην πατριαρχική κουλτούρα που δικαιολογεί την κτητικότητα ως «πάθος». Μεγαλώνει στα σπίτια που αρνούνται να μάθουν στα αγόρια πώς να διαχειρίζονται την απόρριψη και την απώλεια του ελέγχου. Γιγαντώνεται μέσα από έναν δημόσιο λόγο που συχνά ψάχνει τις πταίσματα του θύματοςμήπως τον προκάλεσε;», «γιατί δεν έφυγε νωρίτερα;») για να αποσείσει τη δική του ευθύνη. Το γεγονός ότι η κοινωνία μας χρειάζεται νεκρές γυναίκες για να πειστεί ότι ο κίνδυνος είναι υπαρκτός, μαρτυρά μια βαθιά κοινωνική υποκρισία.

    Δύο χρόνια μετά: Η Οργή ως μονόδρομος

    Βρισκόμαστε στο 2026. Τα αντανακλαστικά του συστήματος παραμένουν αναιμικά, κρυμμένα πίσω από PR εκστρατείες, panic buttons που δεν λειτουργούν πάντα ως πανάκεια και μια διαρκή μετάθεση ευθυνών. Η αποκατάσταση της δικαιοσύνης δεν εξαντλείται στην καταδίκη ενός δολοφόνου. Προϋποθέτει την πλήρη και παραδειγματική λογοδοσία όλων των κρίκων της αλυσίδας που επέτρεψαν το έγκλημα. Απαιτεί ριζική αναδιάρθρωση, εκπαίδευση με βάση το φύλο και διαγραφή του κυνισμού από την κρατική μηχανή.

    Η μνήμη της Κυριακής Γρίβα και κάθε γυναίκας που προστέθηκε στη μακάβρια λίστα δεν χρειάζεται βουβά μνημόσυνα και κενές υποσχέσεις πολιτικών. Χρειάζεται τον κοφτερό λόγο της αλήθειας. Το πένθος έχει πλέον εξαντληθεί και η οργή είναι το μόνο χρήσιμο εργαλείο που μας απέμεινε. Μια οργή ψυχρή, υπολογισμένη, που αρνείται να δεχτεί το καθεστώς της αναλωσιμότητας.
    Το περιπολικό δεν ήταν ταξί. Αποδείχθηκε, όμως, το όχημα που μετέφερε μια ολόκληρη κοινωνία στην πιο σκοτεινή, ωμή συνειδητοποίηση της μοναξιάς της. Δεν επιτρέπεται ποτέ ξανά να πατήσουμε το κουμπί της αναμονής.

  • Βάψτε το ροζ να μη φαίνεται το αίμα

    Βάψτε το ροζ να μη φαίνεται το αίμα

    Είναι 8 Μαρτίου του 2026. Ανοίγεις τα social media και η οθόνη πλημμυρίζει από μια ομογενοποιημένη, παστέλ αισιοδοξία. Εταιρείες καλλυντικών υπενθυμίζουν στις γυναίκες πόσο «δυνατές» είναι, προσφέροντας εκπτωτικούς κωδικούς για το “self-care” τους. Τράπεζες και πολυεθνικές ντύνουν τα λογότυπά τους στα μωβ, γιορτάζοντας το “empowerment” και την «πολύπλευρη γυναικεία φύση». Και κάπου εκεί, ανάμεσα στις χορηγούμενες αναρτήσεις για τη γυναικεία ηγεσία, σκάει άλλη μια είδηση για μια γυναίκα που δεν πρόλαβε να γυρίσει σπίτι της.
    Αυτή η ακραία γνωστική ασυμφωνία (cognitive dissonance) δεν είναι απλώς μια κοινωνική υποκρισία. Είναι ένας ψυχολογικός πόλεμος φθοράς. Η σύγχρονη εκδοχή της Ημέρας της Γυναίκας έχει μετατραπεί σε ένα μνημειώδες, συλλογικό gaslighting. Από τη μία, η ελεύθερη αγορά προσπαθεί να πείσει ότι το πρόβλημα έχει λυθεί, ότι οι ευκαιρίες είναι ίσες και ότι το μόνο που λείπει είναι λίγη ακόμα «αυτοπεποίθηση». Από την άλλη, το ένστικτο επιβίωσης στον σκοτεινό δρόμο της επιστροφής υπενθυμίζει τον βαθύ, αρχέγονο φόβο.

    Η Εμπορευματοποίηση της Ενδυνάμωσης

    Ψυχολογικά, το να βομβαρδίζεται κανείς με το αφήγημα του «μπορείς να τα έχεις όλα» σε μια κοινωνία που εξακολουθεί να τιμωρεί τη θηλυκότητα, δημιουργεί ένα τοξικό μείγμα ενοχής και εξάντλησης. Ο εταιρικός φεμινισμός (corporate feminism) μεταθέτει την ευθύνη της αλλαγής από το σύστημα στο άτομο. Αν μια γυναίκα δεν πετυχαίνει, δεν φταίει ο συστημικός σεξισμός· φταίει που δεν «πίστεψε αρκετά στον εαυτό της» ή που δεν «διεκδίκησε τη θέση της». Αυτή η ατομικιστική προσέγγιση της χειραφέτησης απομονώνει τα υποκείμενα, στερώντας τους το πιο βασικό θεραπευτικό εργαλείο: τη συλλογικότητα.

    Η Γεωπολιτική της Εταιρικής Ηθικής και η Επιλεκτική Ενσυναίσθηση

    Αυτή η εταιρική «ευαισθησία», ωστόσο, δεν είναι απλώς ρηχή· είναι αυστηρά γεωγραφική και υπολογισμένη με όρους αλγορίθμου και κέρδους. Η γνωστική ασυμφωνία εκτοξεύεται όταν παρατηρήσει κανείς τη διπλή ζωή των πολυεθνικών. Οι ίδιες εταιρείες που σήμερα στον δυτικό κόσμο βάφουν τα λογότυπά τους ροζ για την 8η Μαρτίου (ή στα χρώματα του ουράνιου τόξου τον Ιούνιο για το Pride), στα υποκαταστήματά τους στη Μέση Ανατολή τηρούν σιγή ιχθύος.
    Εκεί, όπου η καταπίεση των γυναικών και των LGBTQ+ ατόμων είναι θεσμοθετημένη και ο ακραίος συντηρητισμός επιβάλλεται με τη βία, δεν υπάρχουν ούτε πολύχρωμα slogans, ούτε καμπάνιες συμπερίληψης. Τα λογότυπα παραμένουν αυστηρά «ουδέτερα». Ακόμα πιο εξοργιστική είναι η στάση τους απέναντι στους πολέμους και τις γεωπολιτικές σφαγές που αποδεκατίζουν αμάχους. Το σύγχρονο corporate marketing επιλέγει να μην έχει καμία απολύτως θέση για τη φρίκη του πολέμου, διότι η καταδίκη της αιματοχυσίας ίσως κοστίσει ακριβά συμβόλαια ή προκαλέσει «επικοινωνιακή κρίση».
    Από ψυχολογική σκοπιά, αυτή η επιλεκτική ενσυναίσθηση λειτουργεί άκρως κακοποιητικά για τον συλλογικό ψυχισμό. Επιβεβαιώνει κυνικά ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν αντιμετωπίζονται ως οικουμενικές αξίες, αλλά ως εποχιακό εμπόρευμα. Όταν το σύστημα υπερασπίζεται τα δικαιώματα μόνο εκεί που είναι ασφαλές και κερδοφόρο, ενώ γυρνάει την πλάτη σε όσους βιώνουν τον πραγματικό τρόμο του πολέμου και των διώξεων, η λέξη «ενδυνάμωση» χάνει κάθε νόημα και μετατρέπεται στο απόλυτο επικοινωνιακό κενό.

    Το Σύνδρομο της Υπερεπαγρύπνησης

    Πίσω από τα αστραφτερά slogans, το πραγματικό ψυχολογικό κόστος του να είσαι γυναίκα γράφεται με τους όρους του νευρικού συστήματος. Η καθημερινότητα βιώνεται σε μια μόνιμη κατάσταση υπερεπαγρύπνησης (hypervigilance). Τα κλειδιά ανάμεσα στα δάχτυλα, ο υπολογισμός της πιο φωτισμένης διαδρομής, το μήνυμα «έφτασα». Αυτές δεν είναι απλώς πρακτικές προφύλαξης, αλλά συμπτώματα ενός χαμηλόβαθμου, χρόνιου τραύματος. Το γυναικείο νευρικό σύστημα βρίσκεται σε διαρκή συναγερμό (fight or flight).
    Όταν ο δημόσιος χώρος βιώνεται ως δυνητική απειλή και το σπίτι (όπως αποδεικνύουν τραγικά οι στατιστικές των γυναικοκτονιών) δεν αποτελεί πάντα ασφαλές καταφύγιο, ο ψυχισμός στερείται το βασικότερο δικαίωμα: την ανεμελιά. Η κόπωση δεν είναι μόνο σωματική, είναι βαθιά νευρολογική (compassion fatigue και burnout). Πώς να γιορτάσει κανείς την «πολυπλοκότητά» του όταν ο εγκέφαλός του ξοδεύει τεράστια αποθέματα ενέργειας απλώς για να σκανάρει το περιβάλλον για κινδύνους;

    Από τα Παστέλ Slogans στην Οργή

    Η οργή (female rage) που ξεχειλίζει σήμερα δεν είναι μια υστερική αντίδραση, όπως συχνά επιχειρείται να παθολογικοποιηθεί. Είναι η πιο υγιής ψυχολογική απάντηση απέναντι σε ένα σύστημα που σε ακυρώνει. Είναι η προσπάθεια να σπάσει ο καθρέφτης του gaslighting που επιμένει ότι αντιδρούμε υπερβολικά.
    Φέτος στις 8 Μαρτίου, ίσως η πιο ριζοσπαστική πράξη αυτοφροντίδας δεν είναι η αγορά άλλης μιας κρέμας προσώπου με έκπτωση «γιατί μας αξίζει». Η πιο ριζοσπαστική πράξη είναι να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να νιώσει τον θυμό, το πένθος για όσες λείπουν και την εξάντληση. Να αρνηθούμε την τοξική θετικότητα που προσπαθεί να καλουπώσει τον αγώνα σε εύπεπτα, ροζ γραφικά.
    Γιατί στο τέλος της ημέρας, η πραγματική ενδυνάμωση δεν πωλείται σε προσφορά. Κερδίζεται στον δρόμο, στην αλληλεγγύη και στην απαίτηση για το αυτονόητο: το δικαίωμα στην ύπαρξη, χωρίς εκπτώσεις και χωρίς γεωγραφικούς αστερίσκους.

  • Πουλώντας την Πατριαρχία με Παστέλ Φίλτρα: Το γυναικείο Burnout, η παλινδρόμηση και το φαινόμενο Yesteryear

    Πουλώντας την Πατριαρχία με Παστέλ Φίλτρα: Το γυναικείο Burnout, η παλινδρόμηση και το φαινόμενο Yesteryear

    Διανύουμε μια εποχή υπαρξιακής επιτάχυνσης. Μέσα σε ένα τοπίο υπερτροφικής ψηφιακότητας, γεωπολιτικής ρευστότητας και συνεχούς γνωστικής υπερφόρτωσης, παρατηρούμε μια άκρως παράδοξη πολιτισμική μετατόπιση: την οικειοθελή, αισθητικοποιημένη επιστροφή στο παρελθόν. Το κίνημα των “Trad Wives” (παραδοσιακών συζύγων) έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί μια περιθωριακή διαδικτυακή υποκουλτούρα. Έχει μετεξελιχθεί σε ένα κυρίαρχο αφήγημα στο οποίο γυναίκες αποκηρύσσουν τις κατακτήσεις δεκαετιών, επιστρέφοντας στη φροντίδα της εστίας και στην πλήρη υποταγή στον σύζυγο-πάροχο, προβάλλοντας αυτή την επιλογή μέσα από έναν ωκεανό παστέλ φίλτρων και χορηγούμενων αναρτήσεων.

    Τι ακριβώς, όμως, κρύβεται πίσω από αυτή τη χορογραφημένη οικιακή μακαριότητα; Το πολυαναμενόμενο μυθιστόρημα Yesteryear της Caro Claire Burke έρχεται να λειτουργήσει ως το απόλυτο νυστέρι σε αυτή τη σύγχρονη νεύρωση. Η πρωταγωνίστριά του, η Natalie Heller Mills, είναι η απόλυτη αυτοκράτειρα της τάσης: μια influencer εκατομμυρίων ακολούθων που εμπορευματοποιεί τον πατριαρχικό συντηρητισμό, αποκρύπτοντας έντεχνα τον στρατό των νταντάδων, των παραγωγών και την ασφυκτική τελειομανία που συντηρούν την αυτοκρατορία της. Η οξεία σάτιρα της Burke κορυφώνεται όταν η Natalie μεταφέρεται, ανεξήγητα, στο 1805. Εκεί, καλείται να επιβιώσει στη ρεαλιστική εκδοχή του κόσμου που μέχρι χθες ρομαντικοποιούσε, στερημένη από κάθε δικαίωμα, αυτονομία και παυσίπονο.

    Πίσω από τη συναρπαστική πλοκή, η ιστορία μάς αναγκάζει να θέσουμε το δάχτυλο επί τον τύπον των ήλων: Γιατί η συλλογική μας ψυχή διψά τόσο απεγνωσμένα για την ψευδαίσθηση μιας αναχρονιστικής ουτοπίας;

    Η Κόπωση των Αποφάσεων και η Παλινδρόμηση ως Καταφύγιο

    Το να ερμηνεύσουμε την τάση αυτή απλώς ως ένα νεοσυντηρητικό κίνημα θα ήταν μια επιφανειακή ανάγνωση. Η γοητεία του “trad wife” εδράζεται βαθιά στον ψυχολογικό μηχανισμό της παλινδρόμησης (regression). Όταν το «Εγώ» βάλλεται από ασύμμετρο άγχος, ο ψυχισμός αμύνεται αναζητώντας καταφύγιο σε ένα προηγούμενο, πιο απλοϊκό στάδιο ανάπτυξης, όπου οι κανόνες ήταν αυστηρά προκαθορισμένοι.

    • Η Τοξική Παρακμή του “Τα Έχω Όλα”: Η σύγχρονη γυναίκα καλείται να επιδιώξει ταυτόχρονα εργασιακή υπεροχή, άψογη μητρότητα και αισθητική αρτιότητα, κάτι που έχει οδηγήσει σε μια άνευ προηγουμένου επιδημία burnout.
    • Η Κόπωση Αποφάσεων (Decision Fatigue): Το βάρος της απόλυτης ελευθερίας επιλογών μετατρέπεται σε εξάντληση. Η παραίτηση από αυτή την ελευθερία και η οικειοθελής υπαγωγή σε έναν μονοδιάστατο ρόλο φαντάζει ως το απόλυτο, ανακουφιστικό παυσίπονο.
    • Η Ψευδαίσθηση του Ελέγχου: Η αυστηρή ρουτίνα του να ζυμώνεις ψωμί και να φροντίζεις την εστία προσφέρει μια παραπλανητική αίσθηση μικρο-ελέγχου σε έναν μακρόκοσμο που μοιάζει χαοτικός και αβέβαιος.

    Το Ψηφιακό Πανόπτικο και η Διάσπαση της Περσόνας

    Το πιο ειρωνικό στοιχείο, το οποίο το Yesteryear αποδομεί αριστοτεχνικά, είναι η παραδοξότητα της εκτέλεσης. Η “παραδοσιακή σύζυγος” του διαδικτύου δεν υποτάσσεται ουσιαστικά στον σύζυγό της, αλλά στον Αλγόριθμο και στο βλέμμα των εκατομμυρίων ακολούθων.

    • Η Κυριαρχία της Περσόνας: Μέσα από το πρίσμα της αναλυτικής ψυχολογίας του Jung, παρατηρούμε την «Περσόνα» —την κοινωνική μάσκα— να υπερτρέφεται και να καταπίνει τον αυθεντικό Εαυτό. Η ζωή μετατρέπεται σε ένα ψηφιακό διοράμα.
    • Γνωστική Ασυμφωνία: Η προσπάθεια εξιδανίκευσης της “απλής ζωής” μέσα από υπερσύγχρονα Ring lights, επαγγελματικό μοντάζ και εξοντωτικές στρατηγικές marketing δημιουργεί ένα βαθύ, εσωτερικό ρήγμα. Η ψυχική φθορά του να σκηνοθετείς την ίδια σου τη ζωή ασταμάτητα είναι ο πραγματικός κίνδυνος, κάτι που η πρωταγωνίστρια του βιβλίου συνειδητοποιεί με τον πιο βίαιο τρόπο.

    Η Τοξικότητα της Ιστορικής Αμνησίας

    Η επικινδυνότητα αυτού του αφηγήματος, όπως υπογραμμίζει η σύγκρουση με το 1805 στο μυθιστόρημα, έγκειται στην αισθητικοποίηση του τραύματος. Η νοσταλγία (η λέξη ετυμολογικά εμπεριέχει το άλγος, τον πόνο) λειτουργεί εδώ ως ένας παραμορφωτικός καθρέφτης. Κρατάμε τα λουλουδάτα φορέματα, την αργή καθημερινότητα και την απουσία οθονών, αλλά διαγράφουμε με επιλεκτική αμνησία τη στέρηση της σωματικής αυτονομίας, την πλήρη οικονομική εξάρτηση, και την ανυπαρξία προσωπικής φωνής.

    Σε μια τελική ανάλυση, αυτό που διαπραγματεύεται το Yesteryear και ολόκληρη η κουλτούρα που το γέννησε, δεν είναι η επιθυμία μας να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω. Είναι η απελπισμένη μας ανάγκη να πατήσουμε “pause” στο παρόν. Ωστόσο, η ίαση από την εξάντληση της σύγχρονης ζωής δεν βρίσκεται στην προσποίηση ενός ρόλου που έχει λήξει ιστορικά. Βρίσκεται στην επαναδιαπραγμάτευση των ορίων μας, στην αποδοχή της ατελούς μας φύσης και στο θάρρος να ζήσουμε αυθεντικά στο χαοτικό, αλλά συνάμα ελεύθερο, «εδώ και τώρα».

  • Οι Messier 13 μιλούν στο Vérité και τη Δέσποινα Καρπούζη

    Οι Messier 13 μιλούν στο Vérité και τη Δέσποινα Καρπούζη

    Έναν χρόνο μετά το ντεμπούτο τους «Stay For A While» στην Inner Ear, οι Messier 13 έχουν καταφέρει να φτιάξουν έναν δικό τους ηχητικό τοίχο στην Αθήνα. Τους συναντάμε για να μάθουμε αν τελικά κοιτούν τ’ αστέρια ή τα παπούτσια τους, σε μια συζήτηση για την αισθητική της παρακμής, την ασπίδα του shoegaze και το τι σημαίνει να ονειροπολείς σε μια πόλη που δεν κοιμάται ποτέ.

    Δέσποινα Καρπούζη: Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά, γιατί υπάρχουν διάφορες θεωρίες. Το όνομα “Messier13” παραπέμπει στο γνωστό σφαιρωτό σμήνος άστρων του Ηρακλή. Είναι όντως αυτή η προέλευση – μια αγάπη για το διάστημα – ή κρύβεται κάποια άλλη, πιο προσωπική ιστορία πίσω από τον αριθμό 13;

    Το όνομα του συγκροτήματος, αν και μπορεί να φέρνει αυτόματα στο μυαλό την αστρονομία, αντικατοπτρίζει και μια άλλη πλευρά του χαρακτήρα μας: την τάξη του σύμπαντος και το χάος της ανθρώπινης ψυχής.Η αλήθεια είναι ότι είχαν περάσει πολλές ιδέες από το τραπέζι αλλά το Messier13 μας ταίριαξε ίσως λόγω της διπλής σημασίας. Όσον αφορά το 13 δεν έχει κάποια σημασία, είναι ένα από τα μεγαλύτερα messierobjects, αν και έχουμε ακούσει την ατάκα «Που είναι οι υπόλοιποι 9; Εγώ 4 είδα στην σκηνή». Επιρροή είναι σίγουρα η σκηνή του shoegazeμε spacerockστοιχεία όπως FlyingSaucerAttackαλλά και οι Dusterμε το θρυλικό “Stratosphere”.

    Δέσποινα Καρπούζη: Κλείσατε έναν χρόνο με το “StayForAWhile” στις αποσκευές σας. Τώρα που έχει περάσει ο ενθουσιασμός της πρώτης κυκλοφορίας και έχετε παίξει αυτά τα κομμάτια ζωντανά πολλές φορές, έχει αλλάξει η σχέση σας μαζί τους; Τα νιώθετε το ίδιο όπως όταν τα γράφατε στο στούντιο;

    Τα κομμάτια του Stay For A While είναι κομμάτια αντιπροσωπευτικά του είναι μας και ήταν μια περίοδος όταν τα γράφαμε που κάθε εβδομάδα είχαμε και ένα καινούριο τραγούδι. Όλα τα κομμάτια γραφτηκαν πηγαία χωρίς πίεση και ήταν λες και τα είχαμε προβάρει για 30 χρόνια συνεχόμενα. Ο δίσκος έχει κυκλοφορήσει μόλις πριν ένα χρόνο και είναι αδύνατο να περάσει ο ενθουσιασμός, αν και βέβαια έχουμε ήδη καινούρια κομμάτια για τον επόμενο δίσκο ο οποίος είναι στα σκαριά.

    Δέσποινα Καρπούζη: Στον ήχο σας υπάρχει μια διαρκής πάλη: Από τη μία αιθέριες μελωδίες και από την άλλη τοίχοι από κιθάρες και noiseξεσπάσματα. Χρησιμοποιείτε τον θόρυβο για να κρύψετε το συναίσθημα ή για να το κάνετε πιο έντονο; Είναι η παραμόρφωση (distortion) μια μορφή προστασίας για εσάς;

    Όχι , σε καμία περίπτωση. Ο θόρυβος και η παραμόρφωση είναι συναίσθημα. Είναι η ανάγκη για αυτό το ξέσπασμα όπως λες.

    Δέσποινα Καρπούζη: Επιμένετε στον αγγλικό στίχο, σε μια εποχή που η ελληνόφωνη εναλλακτική σκηνή είναι στα πάνω της. Είναι καθαρά θέμα αισθητικής του είδους (Shoegaze/Dreampop) ή νιώθετε ότι τα Αγγλικά σάς δίνουν μια “απόσταση ασφαλείας” για να πείτε πιο προσωπικά πράγματα χωρίς να εκτίθεστε άμεσα;

    Όσο και να σεβόμαστε και να εκτιμούμε τον ελληνικό στίχο, και όλα τα σημαντικά τραγούδια που γράφτηκαν ανά δεκαετίες, εμείς προσωπικά δεν νιώσαμε καμία σύνδεση. Πρώτον και κύριον, η μουσική που ακούμε και οι τέσσερις, είναι κατά βάση αγγλόφωνη. Επίσης ο τρόπος που εκφράζομαστε, και γράφουμε είναι στα αγγλικά. Οι περισσότεροι καλλιτέχνες που ακούμε και μας έχουν επηρεάσει, είναι κυρίως στον αγγλικό στίχο. Συνεπώς ήταν αναπόφευκτη η επιλογή αγγλικού στίχου. Ευτυχώς για εμάς  καθώς εξυπηρετεί πολύ τον ήχο μας. Επειδή οι ιδέες μας, προέρχονται κατά τη διάρκεια των jams που κάνουμε, δίνουμε πιο πολύ χώρο στο μουσικό κομμάτι των τραγουδιών. Αν κάποιος δει τους στίχους μας θα καταλάβει ότι όντως εκθέτουμε τον εαυτό μας άμεσα.

    Δέσποινα Καρπούζη: Στο άλμπουμ υπάρχει το κομμάτι “Kevin”, που φαντάζομαι είναι αναφορά στον KevinShieldsτων MyBloodyValentine, ενώ έχετε και το “Mimi” (για τη MimiParkerτων Low;). Πόσο βαριά είναι η σκιά των ειδώλων σας; Είναι αυτά τα τραγούδια ένας φόρος τιμής ή μια προσπάθεια να “συνομιλήσετε” με αυτούς που σας διαμόρφωσαν;

    Πολύ σωστά κατάλαβες, όντως, το Κevin  είναι για τον Kevin Shileds, και το Mimi  για την Mimi Parker. Είναι και τα δύο αυτά πρόσωπα κομμάτι των επιρροών μας, και θέλαμε να συνομιλήσουμε μαζί τους, έστω και με αυτόν τον μουσικό τρόπο.

    Δέσποινα Καρπούζη: Το Shoegazeείναι από τη φύση του εσωστρεφές είδος. Εσείς όμως βγαίνετε σε live, επικοινωνείτε δυναμικά. Πώς βιώνετε αυτή την αντίφαση; Πώς είναι να μοιράζεστε την εσωστρέφειά σας με ένα κοινό σε ένα γεμάτο venue;

    Το live performance  είναι για εμάς ένας τρόπος να ξεσπάμε από την ρουτίνα της καθημερινότητας. Όταν το κοινό ξεσπάει και αυτό μαζί μας με οποιοδήποτε τρόπο, αυτή ενέργεια μεταφέρεται άμεσα και σε εμάς πάνω στο stage. Είναι συγκινονούντα δοχεία. Πολλά άτομα που μας ακούν νιώθουν παρόμοια πράγματα με εμάς και δημιουργείται μια ταύτιση και αυτή οδηγείται σε ξέσπασμα. 

    Δέσποινα Καρπούζη: Η ελληνική undergroundσκηνή βράζει τα τελευταία χρόνια (post-punk, psych, shoegaze). Εσείς νιώθετε μέρος μιας ευρύτερης “κοινότητας” στην Αθήνα; Υπάρχει αλληλεγγύη μεταξύ των συγκροτημάτων ή ο καθένας τραβάει τον δρόμο του;

    Υπάρχουν αξιόλογες μπάντες στην underground μουσική σκηνή της Αθήνας, και μάλιστα πολύ κοντά στον ήχο μας, όπως Nix, Get Violet,  Sugar For The Pill, Mr. Trickster,  που υπάρχει μια αλληλεγγύη μεταξύ μας, γιατί μόνο έτσι μπορούμε να κρατήσουμε αυτό το πολύ συγκεκριμένο είδος ζωντανό. Σίγουρα στο τέλος της ημέρας ο καθένας τραβάει το δρόμο του, το οποίο είναι απολύτως φυσιολογικό.

    Δέσποινα Καρπούζη: Τι υπάρχει στο πρόγραμμα για το υπόλοιπο του 2026; Ετοιμάζετε κάτι καινούργιο που θα μας πάει σε διαφορετικά ηχητικά μονοπάτια;

    Θα μπούμε σε στούντιο για την ηχογράφηση του δεύτερού μας δίσκου τον Μάρτιο του 2026, όπως επίσης παράλληλα υπάρχουν κάποιες ζωντανές εμφανίσεις εντός και εκτός Αθήνας. Θα ενημερωθείτε όταν αυτές μπορούν να ανακοινωθούν.

    Δέσποινα Καρπούζη: Αν η μουσική σας δεν ήταν ήχος, αλλά μια παλιά φωτογραφία που βρήκαμε τυχαία στο πάτωμα, τι θα απεικόνιζε; Είναι τελικά ο ήχος των Messier 13 το soundtrack μιας ανάμνησης που χάνεται ή ενός ονείρου που δεν είδαμε ποτέ

    Φαντάσου τον εαυτό σου όταν ήσουν μικρή. Πήγαινες βόλτα στο πάρκο, η στα μαγαζιά, και χαιρόσουν πολύ με κάτι τέτοιο. Πραγματικά ένιωθες αυτή τη στιγμή. Περίμενες αγωνιωδώς πότε θα έρθει το Πάσχα, τα Χριστούγεννα, τα γενέθλιά σου, γιατί οι δικοί σου θα σου έπαιρναν κάποιο δώρο. Πλέον όσο μεγαλώνεις νιώθεις ότι όλες αυτές οι γιορτές είναι απλά άλλη μια μέρα του χρόνου . Όπως όλες οι άλλες. Η χαρά και η προσμονή που είχαμε όταν ήμασταν μικροί, για τέτοια πράγματα, έχει πλέον ξεθωριάσει. Αυτό ακριβώς θα μπορούσε να αποτελέσει εάν από τα χαρακτηριστικά του ήχου μας.

    Αφήνοντας τους Messier 13, συνειδητοποιείς ότι τελικά το shoegaze δεν είναι απλώς μια τεχνική παραμόρφωσης του ήχου. Είναι ένας τρόπος να παραμορφώσεις την πραγματικότητα μέχρι να γίνει ανεκτή.

    Σε μια Αθήνα που φωνάζει ακατάπαυστα, ο θόρυβος των Messier 13 δεν είναι κραυγή, αλλά καταφύγιο. Μας ζήτησαν να «μείνουμε για λίγο» (Stay For A While) και τελικά μας έπεισαν. Όχι γιατί μας υποσχέθηκαν ότι όλα θα πάνε καλά, αλλά γιατί μας έδειξαν πως ακόμα και μέσα στο χάος –ή ίσως εξαιτίας αυτού– μπορούμε ακόμα να κοιτάμε τα αστέρια. Ή έστω, να ονειρευόμαστε ότι υπάρχουν πίσω από το νέφος.

    Οι Messier 13 είναι εδώ, δυνατοί, ηλεκτρισμένοι και βαθιά συναισθηματικοί, φτιάχνοντας το ιδανικό soundtrack για τις μοναχικές διαδρομές μας στην πόλη. Και κάτι μου λέει πως το ταξίδι τους στο διάστημα μόλις ξεκίνησε.

  • Το Σύνδρομο του «Ιδανικού Θύματος»: Πόσο εύκολα σπάμε τα είδωλα που εμείς φτιάξαμε;

    Το Σύνδρομο του «Ιδανικού Θύματος»: Πόσο εύκολα σπάμε τα είδωλα που εμείς φτιάξαμε;

    Υπάρχει μια παράξενη ηδονή στον τρόπο που η ελληνική κοινωνία διαχειρίζεται τους ανθρώπους που ξεχωρίζουν μέσα από μια τραγωδία. Στην αρχή, τους αγκαλιάζουμε. Τους υψώνουμε πάνω από το κεφάλι μας, τους κάνουμε σημαία. Τους υποβάλλουμε, ουσιαστικά, σε μια διαδικασία Αντικειμενοποίησης (Objectification): παύουν να είναι άνθρωποι και γίνονται σύμβολα.
    Και κάπου εκεί ξεκινάει το πρόβλημα. Γιατί τα σύμβολα, εξ ορισμού, είναι ακίνητα και σιωπηλά. Τι συμβαίνει όμως όταν το σύμβολο αποκτήσει φωνή, κάνει λάθη ή εκφράσει απόψεις που μας ξενίζουν;
    Η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού και η «θύελλα» που ξέσπασε τις τελευταίες ημέρες στα social media –με αφορμή δηλώσεις, διευκρινίσεις και πολιτικές ερμηνείες– είναι το χρονικό μιας προαναγγελθείσας σύγκρουσης. Μιας σύγκρουσης που εξηγείται απόλυτα αν κοιτάξουμε πίσω από την κουρτίνα της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

    Η παγίδα του «Ιδανικού Θύματος»

    Αν παρατηρήσει κανείς ψύχραιμα το χρονικό της υπόθεσης, θα δει ότι η κοινωνία πρόβαλε πάνω στην Καρυστιανού το αρχέτυπο του «Ιδανικού Θύματος» (Ideal Victim), όπως το ορίζει η εγκληματολογία. Το «Ιδανικό Θύμα» πρέπει να είναι αδύναμο, ηθικά άμεμπτο και, κυρίως, μη απειλητικό για το status quo.
    Όσο εκείνη υπηρετούσε αυτή την εικόνα του πενθούντος γονέα, η αποδοχή ήταν καθολική. Τη στιγμή όμως που η προσωπικότητά της ξεδιπλώθηκε –με πολιτικές τοποθετήσεις ή αμφιλεγόμενες διατυπώσεις– το κοινό βίωσε αυτό που στην ψυχολογία ονομάζουμε Γνωστική Ασυμφωνία (Cognitive Dissonance). Η εικόνα της «ιερής μορφής» συγκρούστηκε βίαια με την εικόνα του «πολιτικού υποκειμένου». Αυτή η εσωτερική σύγκρουση προκάλεσε δυσφορία στο πλήθος, και ο μηχανισμός άμυνας για να λυθεί η δυσφορία ήταν η επίθεση.

    Η Διχοτόμηση και η Τιμωρία

    Ζούμε σε μια εποχή που ενισχύει τον μηχανισμό της Διχοτόμησης (Splitting). Αδυνατούμε να διαχειριστούμε τις «γκρίζες ζώνες» της ανθρώπινης φύσης. Θέλουμε τους ανθρώπους ή «Αγγέλους» ή «Δαίμονες».
    Αντί να αποδεχτούμε την πολυπλοκότητα –ότι δηλαδή ένας άνθρωπος μπορεί να αγωνίζεται για το δίκαιο και ταυτόχρονα να κάνει επικοινωνιακά λάθη ή να έχει απόψεις που δεν μας αρέσουν– αντιδρούμε με απόλυτη απόρριψη. Αυτή η μετάβαση από την εξιδανίκευση στην απαξίωση είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα των Παρακοινωνικών Σχέσεων (Parasocial Relationships): νομίζουμε ότι «μας ανήκει» το δημόσιο πρόσωπο, και όταν δεν ικανοποιεί τις προσδοκίες μας, νιώθουμε μια φαντασιακή προδοσία.

    Όταν ο καθρέφτης ραγίζει

    Ίσως τελικά, η σφοδρότητα της επίθεσης να μην αφορά την ίδια την Καρυστιανού, αλλά να αποτελεί μια μαζική Προβολή (Projection).
    Επενδύσαμε πάνω της την ανάγκη μας για έναν Μεσσία. Την φορτώσαμε με υπεράνθρωπες προσδοκίες τελειότητας. Μόλις είδαμε ότι είναι τρωτή και θνητή, τρομάξαμε. Γιατί αν η Καρυστιανού είναι απλώς ένας άνθρωπος με ατέλειες, τότε η ευθύνη για την αλλαγή επιστρέφει πάλι σε εμάς. Και αυτό είναι ένα βάρος που δεν θέλουμε να σηκώσουμε.
    Είναι, λοιπόν, πιο εύκολο να λιθοβολήσουμε το είδωλο που ράγισε, παρά να αναμετρηθούμε με τη δική μας έλλειψη Ενσυναίσθησης.

    Η Μαρία Καρυστιανού θα συνεχίσει τον αγώνα της, με τα λάθη και τα σωστά της, όπως κάθε άνθρωπος που βιώνει τραύμα και παλεύει με την εξουσία. Το ερώτημα είναι αν εμείς, ως κοινωνία, έχουμε την ωριμότητα να της επιτρέψουμε να είναι άνθρωπος, ή αν θα συνεχίσουμε να κανιβαλίζουμε όποιον δεν χωράει ακριβώς στο ψυχολογικό καλούπι που του φτιάξαμε.

  • Ο εικαστικός Στέλιος Ταντούρης στο Vérité και τη Δέσποινα Καρπούζη

    Ο εικαστικός Στέλιος Ταντούρης στο Vérité και τη Δέσποινα Καρπούζη

    Υπάρχει μια παράξενη γοητεία στα πράγματα που ο χρόνος και οι άνθρωποι αποφάσισαν να προσπεράσουν. Σκουριασμένα μέταλλα, γρανάζια που σταμάτησαν να γυρίζουν, βίδες που έχασαν τον προορισμό τους. Για τους περισσότερους, αυτά είναι το τέλος μιας διαδρομής. Για τον Στέλιο Ταντούρη, είναι η αφετηρία μιας νέας ύπαρξης.

    Ο διακεκριμένος εικαστικός και ακτιβιστής, με το project REGENESIS και τη δράση του στην UNESCO, δεν ανακυκλώνει απλώς υλικά· ανακυκλώνει την έννοια της αξίας. Από την τραχιά Ελευσίνα των ναυπηγείων μέχρι τις διεθνείς καλλιτεχνικές σκηνές, ο Ταντούρης παλεύει με το ατσάλι για να μας αποδείξει ότι η ομορφιά δεν είναι πάντα λαμπερή και καινούργια. Συχνά, είναι τραχιά, οξειδωμένη και κουβαλάει πάνω της το βάρος μιας προηγούμενης ζωής. Στη συζήτηση που ακολουθεί, επιχειρούμε να χαρτογραφήσουμε τη διαδρομή ενός καλλιτέχνη που επέλεξε να δώσει φωνή σε όσα ο πολιτισμός μας επέλεξε να σωπάσει.

    Δέσποινα Καρπούζη: Κύριε Ταντούρη, ξεκινήσατε από έναν τόπο όπου η βιομηχανική σκουριά είναι το κυρίαρχο τοπίο. Αναρωτιέμαι, στην αρχή της πορείας σας, το μέταλλο ήταν για εσάς ένας εχθρός που έπρεπε να δαμάσετε ή ένας παλιός φίλος που σας ψιθύριζε τις ιστορίες του;

    Ταντούρης Στέλιος: Είναι αλήθεια ότι η Ελευσίνα, ο τόπος της καταγωγής μου, για τον οποίο είμαι υπερήφανος, έχει πολλά σημεία όπου το μέταλλο και η βιομηχανική σκουριά είναι άκρως αισθητή. Στην αρχή της πορείας μου δεν το είδα ούτε ως εχθρό ούτε ως φίλο. Το μέταλλο ήταν απλώς παρόν.

    Μεγαλώνοντας και δημιουργώντας  κατάλαβα ότι το μόνο που χρειάζεται είναι να το κατανοήσεις. Να κάτσεις δίπλα του και να ακούσεις τις ιστορίες που έχει να σου πει. Ιστορίες φθοράς αλλά και αντοχής ανθρώπων του μόχθου. Κανένα υλικό από αυτά που δουλεύω δεν το θεωρώ άψυχο. Τα αντιμετωπίζω όλα ως σώματα που έχουν ζήσει, που έχουν εκπληρώσει τον πρωτεύοντα ρόλο δημιουργίας τους έχοντας την ανάγκη να αποκτήσουν έναν άλλο ρόλο. Όταν δεν έχεις την διάθεση να συγκρουστείς μαζί τους και να τα δαμάσεις αλλά να τα κατανοήσεις τότε όλα γίνονται πιο εύκολα όσον αφορά την έμπνευση. Μέσα από αυτή την κατανόηση και τον διάλογο θεωρώ ότι  γεννήθηκε και διαμορφώθηκε και η περιβαλλοντική μου συνείδηση. Γιατί όταν δίνεις δεύτερη ζωή σε κάτι που θεωρείται σκουπίδι, δεν κάνεις μόνο Τέχνη, κάνεις την δική σου μορφή αντίστασης απέναντι στη λογική της υπερκατανάλωσης. Το μέταλλο, δεν ήταν φίλος μου από την αρχή.  Έγινε όμως φίλος μου όταν έμαθα να το ακούω και να το σέβομαι.

    Δέσποινα Καρπούζη: Το project σας «REGENESIS» έχει ταξιδέψει σε σχολεία, μουσεία και πλατείες. Ποια ήταν η στιγμή εκείνη στην πορεία σας που συνειδητοποιήσατε ότι η Trash Art δεν είναι απλώς ένα καλλιτεχνικό στυλ, αλλά μια επείγουσα ανάγκη για τον πλανήτη;

    Ταντούρης Στέλιος: Δεν υπήρξε μόνο μια στιγμή και είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος για αυτό. Όταν βλέπεις σε εκθέσεις του “REGENESIS” τον ενθουσιασμό και το ενδιαφέρον των επισκεπτών, ιδίως παιδιών μικρής ηλικίας, που θέλουν να αγγίξουν και να αισθανθούν τα υλικά του έργου, που ρωτάνε το πως έγινε, που βρέθηκαν τα υλικά , τότε καταλαβαίνεις πως η Τέχνη με απορρίμματα σε συνδυασμό με την δέουσα περιβαλλοντική ενημέρωση έχει την δύναμη να μιλήσει ειλικρινά και να αγγίξει την κοινωνία. Εκεί είναι που συνειδητοποιείς ότι η Τέχνη γίνεται εργαλείο εκπαίδευσης και διαμόρφωσης περιβαλλοντικού ήθους και ηθικής. Η Trash Art δεν γεννήθηκε ως αισθητική πρόταση για να το πω απλά, γεννήθηκε από την  ανάγκη να επαναδιαπραγματευτούμε την σχέση μας με την ύλη και με την ευθύνη μας απέναντι στην φύση. Όταν εκθέτουμε ένα έργο, δεν περιμένουμε να μας πουν πόσο όμορφο είναι. Περιμένουμε όμως τα ερωτήματα που θέτει στους επισκέπτες, περιμένουμε να ξυπνήσει συνειδήσεις , ακόμα και να γίνει η αφετηρία για μικρές αλλαγές στον τρόπο ζωής τους με θετικό πρόσημο προς το περιβάλλον.

    Το σίγουρο είναι ότι όχι μόνο η Trash Art αλλά οτιδήποτε μπορεί να στρέψει την κοινωνία σε πιο φιλικές περιβαλλοντικές  πρακτικές είναι μείζονος σημασίας για τις ανάγκες και την κατάσταση του πλανήτη μας.

    Δέσποινα Καρπούζη: Υπάρχει μια τρομερή ένταση τη στιγμή που η φλόγα ενώνει δύο διαφορετικά κομμάτια μέταλλο. Καλλιτεχνικά, νιώθετε περισσότερο ως «γλύπτης» Που αφαιρεί ύλη ή ως «συγγραφέας» που συνθέτει μια νέα ιστορία από σκόρπιες λέξεις-εξαρτήματα;

    Ταντούρης Στέλιος: Όντως η στιγμή που ενώνεις δύο διαφορετικά κομμάτια μετάλλου έχει αρκετή ένταση. Προσωπικά την θεωρώ κρίσιμη γιατί δεν έχεις και πολλά περιθώρια λάθους. Όπως αναφέρατε και εσείς ο γλύπτης αφαιρεί περιττή ύλη ώστε να διαμορφώσει το έργο του σύμφωνα με την έμπνευση του. Στην δική μου περίπτωση προσθέτω ύλη, δεν σμιλεύω για να αποκαλύψω το έργο, συνθέτω διαφορετικά κομμάτια ύλης δίνοντας ένα νέο νόημα. Κάθε εξάρτημα όπως προανέφερα κουβαλά την δική του ιστορία χρήσης, φθοράς και εγκατάλειψης, οπότε αισθάνομαι πιο πολύ ως συγγραφέας που προσπαθεί να ενώσει όλα αυτά σε μια πρόταση με νόημα. Όπως και στην γραφή όμως θεωρώ σημαντικό κομμάτι ότι πρέπει να γνωρίζεις πότε θα πρέπει να αφαιρέσεις υλικό ώστε το έργο να μπορεί να σταθεί όχι σαν κάποια εικαστική υπερπαραγωγή αλλά ως έργο που εστιάζει στην ουσία αυτού που θέλεις να πεις.

    Δέσποινα Καρπούζη: Διατελείτε Διευθυντής Περιβάλλοντος στην UNESCO Πειραιώς και Νήσων. Πώς μεταφράζεται η αισθητική ενός εικαστικού σε θεσμικό λόγο; Μπορεί η τέχνη να γίνει η «Διπλωματία» που θα πείσει εκεί που τα στατιστικά στοιχεία αποτυγχάνουν;

    Ταντούρης Στέλιος: Δυστυχώς, συνήθως ο θεσμικός λόγος φοβάται το συναίσθημα, ενώ η Τέχνη ξεκινάει ακριβώς απ’ αυτό. Ως εικαστικός έχω μάθει να μιλάω με εικόνες. Στον θεσμικό χώρο, αυτό μεταφράζεται σε αφηγήσεις που συνδέουν τον άνθρωπο με το περιβάλλον και σίγουρα όχι ως δεδομένο ή ως αριθμό κάποιας στατιστικής. Πιστεύω ακράδαντα ότι ένα έργο Τέχνης μπορεί να λειτουργήσει ως κοινή γλώσσα ανάμεσα σε διαφορετικές κουλτούρες. Η Τέχνη μπορεί να γίνει μια μορφή διπλωματίας, και όταν λέω διπλωματία δεν εννοώ αυτή  που διαπραγματεύεται συμφέροντα, αλλά αυτή που μπορεί να αφυπνίσει συνειδήσεις.  Τα στατιστικά στοιχεία πείθουν το μυαλό μας,  η Τέχνη όμως είναι αυτή που αγγίζει την ψυχή μας.

    Στην συγκεκριμένη περίπτωση μιας και  μιλάμε για το περιβάλλον χρειαζόμαστε και τα δύο, αλλά αν πρέπει να εστιάσουμε  κάπου, θα πρότεινα να  ξεκινήσουμε από αυτό που μας κάνει να αισθανθούμε και να κατανοήσουμε ότι ο πλανήτης μας  δεν είναι αριθμοί και στατιστικά στοιχεία, αλλά το  κοινό μας σπίτι.

    Δέσποινα Καρπούζη: Η παρουσία σας στο Πράσινο Κίνημα δείχνει μια διάθεση για έμπρακτη παρέμβαση. Φοβηθήκατε ποτέ μήπως η πολιτική σας ταυτότητα επισκιάσει την καλλιτεχνική σας καθαρότητα ή θεωρείτε ότι ο καλλιτέχνης σήμερα οφείλει να είναι «πολιτικό»;

    Ταντούρης Στέλιος: Χαίρομαι ιδιαίτερα για αυτή την ερώτηση. Ο φόβος υπάρχει μόνο όταν κάποιος αντιλαμβάνεται την Τέχνη ως κάτι αποστειρωμένο ή κάτι ως  αποκομμένο από την καθημερινότητα και την  πραγματικότητα. Προσωπικά ποτέ δεν τη βίωσα έτσι.  Η Τέχνη γεννήθηκε μέσα στον κόσμο και όχι έξω από αυτόν. Όπως γνωρίζουμε ο κόσμος μας  είναι πολιτικός, είτε το θέλουμε είτε όχι.

    Πιστεύω στην καθαρότητα της πρόθεσης, αν η πρόθεση είναι ειλικρινής και χωρίς προσωπικά συμφέροντα ή οφέλη τότε η πολιτική στάση δεν επισκιάζει την Τέχνη. Η συμμετοχή μου στο Πράσινο Κίνημα δεν προέκυψε ούτε ξαφνικά ούτε ως ταμπέλα. Ήταν η φυσική συνέχεια της ίδιας αγωνίας που με οδηγεί να μαζεύω απορρίμματα, να  δουλεύω με αυτά, αλλά και με ότι ο πολιτισμός μας θεωρεί αναλώσιμο και άχρηστο. Ο καλλιτέχνης – και  όχι μόνο σήμερα – δεν οφείλει να είναι πολιτικός με την κομματική έννοια όπως την εννοούμε σήμερα. Οφείλει όμως να είναι παρών στα θέματα που αφορούν την κοινωνία, να παίρνει θέση απέναντι στην αλλοτρίωση, στην αδικία, στις ανισότητες, στην περιβαλλοντική κατάρρευση και σε τόσα άλλα σημαντικά θέματα. Η σιωπή, στις μέρες μας, καλώς ή κακώς δεν είναι ουδετερότητα. Εγώ έχω επιλέξει να μιλώ  με τα έργα μου και με τη δημόσια παρουσία μου. Αν αυτό είναι πολιτικό, τότε το αποδέχομαι. 

    Δέσποινα Καρπούζη: Πολλοί δημιουργοί αναζητούν την τελειότητα του μάρμαρου ή την καθαρότητα του λευκού καμβά. Εσείς επιλέγετε το οξειδωμένο, το καμένο, το τσαλακωμένο.Τι βρίσκετε εικαστικά σε μια σκουριασμένη επιφάνεια που δεν μπορεί να σας το δώσει κανένα «καινούργιο» υλικό;

    Ταντούρης Στέλιος: Το καινούργιο δεν έχει ζήσει, δεν έχει να αφηγηθεί απολύτως τίποτα πέρα από την αισθητική που θα  του δώσει ο δημιουργός του.Το οξειδωμένο, το καμένο και το τσαλακωμένο έχει ζήσει, φέρουν πάνω τους τα σημάδια του χρόνου και της ύπαρξης τους,φέρουν μνήμη. Με ενδιαφέρουν ακριβώς αυτά τα υλικά,αυτά που έχουν κάτι να αφηγηθούν με την μη εξωραϊσμένη παρουσία τους. Αυτά έχουν μια ωμή ειλικρίνεια που μιλάει για την ιστορία τους.

    Σκοπός μου μέσα από τα έργα μου δεν είναι η κάλυψη και η  ωραιοποίηση αυτής της ιστορίας αλλά η ανάδειξη της. Ο κόσμος μας αποζητά εμμονικά  θα έλεγα το αψεγάδιαστο, εγώ επιλέγω το  τσαλακωμένο γιατί εκεί βρίσκεται το ανθρώπινο και η ουσιαστική ομορφιά. Δεν με ενδιαφέρει η τελειότητα του έργου όσο το τι έχει να πει στον επισκέπτη που θα το δει και τι συναισθήματα θα του προκαλέσει. Προσπαθώ όσο μπορώ να κρατήσω εμφανές αυτό που κρύβουμε συνήθως σήμερα στην κοινωνία μας κάτω από πολλές στρώσεις βαφής …

    Δέσποινα Καρπούζη: Έχετε δουλέψει πολύ με νέους ανθρώπους. Ποιο είναι το πιο «ακραίο»; μάθημα που πήρατε εσείς από ένα παιδί την ώρα που προσπαθούσε να δώσει μορφή σε ένα σκουπίδι;

    Ταντούρης Στέλιος: Θα μου επιτρέψετε να σας πω ότι το πιο “ακραίο” μάθημα το πήρα από πολλά παιδιά κατά την διάρκεια μια συν έκθεσης που πραγματοποίησα σε ένα Κέντρο Διημέρευσης και Ημερήσιας Φροντίδας ΑμεΑ.Ήταν κάτι πρωτοποριακό, ωφελούμενοι του Κέντρου και εικαστικοί του REGENESIS ισότιμα σε μια εικαστική έκθεση με Ανακυκλώσιμα Υλικά χωρίς κανένα διαχωρισμό και χωρίς καμία προκατάλειψη.Κάθε έργο είχε την δική του αξία και συνέβαλε στο τελικό εικαστικό αποτέλεσμα της έκθεσης. Από εκεί έμαθα πως η δημιουργία δεν είναι προνόμιο για λίγους. Κατανόησα σε βάθος την ανάγκη να εκφραστούμε, να αφήσουμε το δικό μας αποτύπωμα και να συνδεθούμε με τους άλλους. Έμαθα, όπως έμαθαν και οι υπόλοιποι συμμετέχοντες εικαστικοί του REGENESIS  ότι  η συμπερίληψη δεν είναι μόνο ηθική υποχρέωση. Τα παιδιά και οι άνθρωποι του Κέντρου μου θύμισαν ότι η Τέχνη γίνεται πραγματικά ζωντανή όταν καταργεί τις διακρίσεις, όταν ακούει και ενσωματώνει κάθε φωνή όσο διαφορετική και αν είναι. Αυτό το μάθημα το κουβαλώ σε κάθε έργο μου. Εκεί εμπέδωσα πραγματικά ότι η Τέχνη μπορεί να γίνει πράξη κοινωνικής σύνδεσης, και σεβασμού προς τον άνθρωπο.

    Δέσποινα Καρπούζη: Παρατηρώ ότι στο έργο σας υπάρχει μια έντονη «μεταφορά» για την ανθρώπινη ικανότητα να ανακάμπτει. Πιστεύετε ότι η διαδικασία του να παίρνετε κάτι σπασμένο και να το κάνετε έργο τέχνης, λειτουργεί ως μια υπόσχεση ότι και οι δικές μας εσωτερικές «ρωγμές» μπορούν να μεταμορφωθούν σε κάτι πολύτιμο;

    Ταντούρης Στέλιος: Κατ’ αρχάς  να σας πω ότι με τιμάει αυτή σας η παρατήρηση. Όταν συλλέγω από το αστικό περιβάλλον ένα κομμάτι μέταλλο ή ένα φθαρμένο αντικείμενο και το διαμορφώνω  ή το κάνω μέρος ενός εικαστικού έργου, δεν έχω ως στόχο να  δημιουργήσω  μόνο μια  οπτική σύνθεση, προσπαθώ  να αφηγηθώ με τον δικό μου τρόπο και με την δική μου εικαστική ματιά μια ιστορία επιβίωσης, μεταμόρφωσης και αναγέννησης. Οι δικές μας εσωτερικές ρωγμές, οι πληγές που κουβαλάμε, μπορούν να γίνουν κάλλιστα πηγή ομορφιάς.

    Πέρα από την εικαστική μου ιδιότητα, σε φιλοσοφικό επίπεδο θα ήθελα να το συνδέσω με την τεχνική του Κιντσούγκι στην Ιαπωνία, όπου τα σπασμένα κεραμικά ενώνονται με χρυσό, υπογραμμίζοντας τις ρωγμές αντί να τις κρύβουν.  Η αξία τους δεν αφορά την αψεγάδιαστη μορφή τους  αλλά τις γραμμές της φθοράς. Το κάθε σπάσιμο  είναι και μια μαρτυρία για το πέρασμα του χρόνου, για την ευθραυστότητα και για την  ικανότητα να ξαναγεννηθείς. Τώρα αν μεταφέρουμε όλο αυτό το σκεπτικό στον άνθρωπο, η πληγή, η ατέλεια και η αδυναμία δεν σημαίνει απόλυτα και την καταστροφή του ή την αποτυχία του. Εγώ το βλέπω  ως δυνατότητα και ευκαιρία επανάκαμψης και μεταμόρφωσης σε κάτι πιο δυνατό και με περισσότερη αξία. Κατά την άποψη μου το σπασμένο και το ελαττωματικό δεν είναι απαραίτητα και άχρηστο. Μπορεί να γίνει πολύτιμο. Αν δούμε λίγο διαφορετικά τις καταστάσεις, ίσως αυτό που κάποτε θεωρούσαμε ως ατέλεια να είναι αυτό που μπορεί να γίνει η πιο βαθιά μας ομορφιά!

    Δέσποινα Καρπούζη: Η κοινωνία μας συχνά «παροπλίζει» ό,τι δεν θεωρείται πια παραγωγικό. Εσείς, επιλέγοντας να δουλέψετε με «άχρηστα» υλικά, νιώθετε ότι επιτελείτε μια πράξη δικαιοσύνης; Είναι η τέχνη σας ένας τρόπος να αποδείξετε ότι η αξία δεν βρίσκεται στην τελειότητα, αλλά στην ιστορία που κουβαλάει πάνω της μια φθορά;

    Ταντούρης Στέλιος: Το βιώνω όντως ως μια πράξη δικαιοσύνης,αλλά όχι με την ηθικολογικη έννοια που προσδίδουμε στην δικαιοσύνη. Θα έλεγα πως πρόκειται περισσότερο για μια  πράξη σιωπηλής αποκατάστασης αν μπορώ να δώσω αυτόν τον χαρακτηρισμό. Τα υλικά που επιλέγω δεν  είναι άχρηστα, έχουμε  απλώς αποσύρει το βλέμμα μας και το ενδιαφέρον από πάνω τους. Τα έχουμε κρίνει, όπως  ακριβώς κρίνει και η κοινωνία μας ανθρώπους. Συχνά τους αποβάλει, όπως αποβάλλει και αυτά τα υλικά όταν σταματήσουν πια να  εξυπηρετούν έναν σκοπό. Στην κοινωνία που ζούμε έχουμε μάθει να ταυτίζουμε γενικά  την αξία με την υψηλή απόδοση και την τελειότητα.

    Η δική μου Τέχνη κινείται ακριβώς στον αντίποδα αυτής της λογικής. Υπενθυμίζω ότι η αξία δεν βρίσκεται στο άθικτο αλλά σ’ αυτό που υπήρξε, που άντεξε στην αμείλικτη πάροδο του χρόνου και εξακολουθεί να υπάρχει. Έτσι ακριβώς είμαστε και οι άνθρωποι. Δεν θεωρώ την φθορά ως  αποτυχία αλλά ως απόδειξη ύπαρξης, δύναμης και αντοχής. Ευτυχώς ο χώρος της Τέχνης λειτουργεί ως ένας χώρος όπου αυτά τα σημάδια φθοράς δεν χρειάζεται να κρυφτούν.

    Δέσποινα Καρπούζη: Αν η ανθρωπότητα ήταν σήμερα ένα δικό σας έργο, ένα γλυπτό Trash Art φτιαγμένο από όλα όσα έχουμε απορρίψει – υλικά και ηθικά – τι μορφή θα της δίνατε; Θα ήταν ένα πλάσμα που πασχίζει να πετάξει με σπασμένα φτερά ή ένας γίγαντας που μαθαίνει να περπατά ξανά, στηριζόμενος στις ίδιες του τις σκουριές;

    Ταντούρης Στέλιος: Για να πω την αλήθεια όταν διάβασα την ερώτηση, στο μυαλό μου έγινε εικόνα ένας συνδυασμός αυτών των δύο. Ένας γίγαντας όπως αρμόζει στην παρομοίωση της ανθρωπότητας με ένα σώμα γεμάτο ρωγμές αλλά και με φτερά που έχουν σπάσει και αποτυγχάνει να πετάξει. Αυτό όχι λόγω των σπασμένων φτερών αλλά από το βάρος που κουβαλάει και το εστιάζω πιο πολύ αυτό το βάρος στο ηθικό επίπεδο. Το φαντάζομαι πιο πολύ ως ένα έργο μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Ένα πλάσμα που ξαφνικά καταλαβαίνει, ίσως για πρώτη φορά ότι το βάρος του δεν είναι μόνο από τα υλικά  αλλά  τις επιλογές που το διαμόρφωσαν.  Στα  λάθη που έγιναν και δεν διορθώθηκαν, στις ευθύνες που δεν αναλήφθηκαν, αλλά μετατέθηκαν και στις αξίες που εγκαταλείφθηκαν όταν έπαψαν να εξυπηρετούν γεγονότα και καταστάσεις. Δεν γνωρίζω ειλικρινά αν θα καταφέρει ποτέ να πετάξει ή να περπατήσει, αυτό που πιστεύω ότι είναι σίγουρο, αν δεν επανεξετάσει και δεν αναπροσαρμόσει την στάση του, δεν πρόκειται να πάει πουθενά.

    Ακόμα και μέσα από την απόσταση μιας οθόνης ή ενός γραπτού λόγου, η δύναμη της φιλοσοφίας του Στέλιου Ταντούρη παραμένει αιχμηρή. Δεν χρειάζεται να αγγίξεις τα μέταλλά του για να νιώσεις τη θερμότητα της προσπάθειάς του, αρκεί να κοιτάξεις τον κόσμο γύρω σου με το δικό του βλέμμα.

    Στο Vérité, αναζητούμε την αλήθεια που κρύβεται στις λεπτομέρειες. Και η αλήθεια του Στέλιου είναι μια υπενθύμιση ότι η «πτώση» ή η «οξείδωση» δεν είναι το τέλος. Η ανθρωπότητα, όπως και τα γλυπτά του, είναι ένα έργο σε εξέλιξη. Φτιαγμένο από θραύσματα, λάθη και σπασμένα κομμάτια που περιμένουν τη δική τους αναγέννηση. Ίσως τελικά, η μεγαλύτερη τέχνη να μην είναι η δημιουργία του τέλειου, αλλά η αποδοχή και η μεταμόρφωση του φθαρμένου.