Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, σε έναν ασυνήθιστα ευθύ τόνο, αποτύπωσε τη γραμμή που υιοθετούν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις απέναντι στην πρωτοβουλία του Ντόναλντ Τραμπ να εμπλέξει συμμάχους σε στρατιωτικές επιχειρήσεις στα Στενά του Ορμούζ.
Η Ουάσινγκτον, επιχειρώντας να διεθνοποιήσει την πίεση προς το Ιράν, κάλεσε συμμάχους να συμβάλουν στρατιωτικά στο άνοιγμα της θαλάσσιας οδού, η οποία είχε σχεδόν αποκλειστεί, προκαλώντας σοβαρούς κραδασμούς στην παγκόσμια οικονομία. Ωστόσο, η απάντηση από βασικούς ευρωπαϊκούς εταίρους ήταν κατηγορηματικά αρνητική.
Επιφυλάξεις Βερολίνου για τη στρατηγική των ΗΠΑ
Μιλώντας στο γερμανικό κοινοβούλιο, ο Μερτς αναγνώρισε την ανάγκη περιορισμού της επιρροής του Ιράν στην περιοχή, εξέφρασε όμως έντονες αμφιβολίες για τη στρατηγική λογική της επιχείρησης ΗΠΑ–Ισραήλ.
Όπως υπογράμμισε, «δεν υπάρχει σαφές και πειστικό σχέδιο επιτυχίας, ενώ η Ουάσινγκτον δεν προχώρησε σε ουσιαστική διαβούλευση με τους Ευρωπαίους ούτε ζήτησε ρητά τη συνδρομή τους».
Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι η Γερμανία θα είχε εισηγηθεί να μην προχωρήσει η επιχείρηση με τον συγκεκριμένο τρόπο, τονίζοντας ότι όσο διαρκεί η σύγκρουση, δεν προτίθεται να συμμετάσχει σε αποστολές για τη διασφάλιση της ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ με στρατιωτικά μέσα.
Η ευρωπαϊκή στάση αντανακλά τον έντονο προβληματισμό για το ενδεχόμενο εμπλοκής σε έναν απρόβλεπτο πόλεμο, χωρίς ξεκάθαρα καθορισμένους στόχους.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης επισήμανε πριν από τη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να αντέξει μια νέα κρίση αντίστοιχη με εκείνη του 2015, ιδίως σε ζητήματα όπως το μεταναστευτικό.
Οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες φαίνεται να εκτιμούν ότι η επιλογή της μη εμπλοκής περιορίζει τους κινδύνους, ακόμη και αν επιβαρύνει περαιτέρω τις ήδη τεταμένες σχέσεις με τις ΗΠΑ, λόγω διαφωνιών για την Ουκρανία, τη Γροιλανδία και την εμπορική πολιτική.
«Δεν είναι πόλεμός μας» δηλώνουν Ευρωπαίοι αξιωματούχοι
Την ίδια γραμμή εξέφρασε και ο υπουργός Άμυνας της Γερμανίας Μπόρις Πίστοριους, δηλώνοντας χαρακτηριστικά: «Δεν είναι πόλεμός μας».
Αντίστοιχη ήταν και η θέση του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος ξεκαθάρισε ότι η Γαλλία δεν συμμετέχει στη σύγκρουση.
Παράλληλα, εντείνονται οι ανησυχίες ότι μια πιο έντονη ρήξη με τον Τραμπ θα μπορούσε να οδηγήσει σε αποδυνάμωση της αμερικανικής στήριξης προς την Ουκρανία ή σε πιέσεις για συμβιβασμούς ευνοϊκούς προς τη Μόσχα.
Η συζήτηση αγγίζει ακόμη και τη συνοχή του ΝΑΤΟ, ιδίως υπό το βάρος δηλώσεων του Τραμπ για ενδεχόμενη απόκτηση της Γροιλανδίας από τη Δανία.
Ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος, αν και δεν προχώρησε σε κυρώσεις κατά συμμάχων, χαρακτήρισε την ευρωπαϊκή στάση «πολύ ανόητο λάθος», ενώ επιτέθηκε προσωπικά στον Βρετανό πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ, λέγοντας ότι «δεν είναι ο Ουίνστον Τσώρτσιλ».
Η στάση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων φαίνεται να ευθυγραμμίζεται με την κοινή γνώμη. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, δημοσκόπηση της YouGov δείχνει ότι το 49% των πολιτών αντιτίθεται στις επιθέσεις, έναντι 28% που τις υποστηρίζει.
Η εικόνα αυτή οδήγησε τόσο το κόμμα των Ρεφορμιστών του Νάιτζελ Φάρατζ όσο και τους Συντηρητικούς να περιορίσουν την αρχική τους στήριξη στις επιχειρήσεις.
Στην Ισπανία, ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ καταδίκασε άμεσα τις επιθέσεις ως επικίνδυνες και παράνομες, απορρίπτοντας και τις απειλές Τραμπ για εμπορικά αντίποινα.
Η θέση αυτή βρίσκει ισχυρή απήχηση στην κοινωνία, με το 68% των Ισπανών, σύμφωνα με δημοσκόπηση της 40db, να δηλώνει αντίθετο στον πόλεμο.