Η Τουρκία γνωστοποίησε ότι αμυντικά συστήματα του ΝΑΤΟ κατέρριψαν βαλλιστικό πύραυλο που εκτοξεύθηκε από το Ιράν, προτού αυτός εισέλθει στον τουρκικό εναέριο χώρο.
Σε επίσημη ανακοίνωση, το τουρκικό υπουργείο Άμυνας ανέφερε ότι το βλήμα εντοπίστηκε να κατευθύνεται προς την Τουρκία, αφού προηγουμένως είχε διασχίσει τον εναέριο χώρο του Ιράκ και της Συρίας. Όπως επισημαίνεται, η απειλή αντιμετωπίστηκε έγκαιρα και εξουδετερώθηκε από νατοϊκά μέσα που έχουν αναπτυχθεί στην Ανατολική Μεσόγειο.
Κατά την ίδια ενημέρωση, αντικείμενο που κατέπεσε στην περιοχή Ντερτιόλ της επαρχίας Χατάι αποτελούσε τμήμα του τουρκικού συστήματος αεράμυνας, το οποίο ενεργοποιήθηκε για την αναχαίτιση του πυραύλου. Από το περιστατικό δεν αναφέρθηκαν θύματα ή τραυματισμοί.
Παράλληλα, το υπουργείο υπογράμμισε ότι η Άγκυρα «διατηρεί το δικαίωμα να ανταποκριθεί σε οποιαδήποτε εχθρική στάση εις βάρος της χώρας», απευθύνοντας έκκληση προς όλες τις πλευρές να αποφύγουν κινήσεις που ενδέχεται να οδηγήσουν σε περαιτέρω κλιμάκωση της έντασης στην περιοχή. Όπως σημειώνεται, η Τουρκία θα συνεχίσει τις διαβουλεύσεις με το ΝΑΤΟ και τους λοιπούς συμμάχους της για τον συντονισμό των επόμενων βημάτων.
Τέσσερις νέες τουρκικές παραβιάσεις καταγράφηκαν χθες στο βορειοανατολικό και νοτιοανατολικό Αιγαίο, όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας (ΓΕΕΘΑ).
UAV πραγματοποίησαν τις παραβιάσεις
Σύμφωνα με την ίδια ανακοίνωση, δύο τουρκικά UAV προκάλεσαν στο σύνολο τρεις παραβάσεις των κανόνων εναέριας κυκλοφορίας και τέσσερις παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου.
Αναγνώριση και αναχαίτιση σύμφωνα με διεθνείς κανόνες
Τα εν λόγω αεροσκάφη αναγνωρίστηκαν και αναχαιτίστηκαν σύμφωνα με τους διεθνείς κανόνες και την πάγια πρακτική, όπως επισημαίνει το ΓΕΕΘΑ στην ανακοίνωσή του.
Αυτό το περιστατικό αποτελεί μέρος των συνεχιζόμενων εντάσεων στο Αιγαίο, όπου σημειώνονται τακτικές παραβιάσεις από τουρκικά στρατιωτικά μέσα, γεγονός που συχνά ενισχύει τις ελληνοτουρκικές εντάσεις στην περιοχή.
Το 1974, στην αυγή της Μεταπολίτευσης, το ελληνικό ΑΕΠ σε σταθερές τιμές (2015) αντιστοιχούσε στο 77,80% του τουρκικού. Πενήντα χρόνια αργότερα, το 2024, το ποσοστό αυτό έχει κατρακυλήσει στο 16,99%. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα από οικονομία που ξεπερνούσε τα τρία τέταρτα του μεγέθους της Τουρκίας, βρίσκεται σήμερα περίπου στο ένα έκτο.
Η οικονομία καθορίζει την ισχύ
Για να κατανοήσουμε τις επιπτώσεις αυτής της δυναμικής -αρνητικής για την Ελλάδα και θετικής για την Τουρκία- αξίζει να θυμηθούμε τον Paul Kennedy, καθηγητή ιστορίας στο Yale και έναν από τους πλέον επιδραστικούς ιστορικούς στρατηγικής σκέψης. Στο κλασικό του έργο «Η Άνοδος και η Πτώση των Μεγάλων Δυνάμεων», που διδάσκεται σε κορυφαία πανεπιστήμια των Η.Π.Α., υποστήριξε ότι η διεθνής ισχύς δεν καθορίζεται μόνο από στρατούς και συμμαχίες, αλλά από τη μακροχρόνια σχετική οικονομική δυναμική. Όταν μια χώρα αυξάνεται ταχύτερα από μια άλλη, η ισορροπία ισχύος μετατοπίζεται -ακόμη κι αν καμία δεν καταρρεύσει απολύτως. Υπό αυτό το πρίσμα, η Ελλάδα δεν κατέρρευσε απόλυτα· κατέρρευσε σε σχέση με τον βασικό της ανταγωνιστή.
Η ισορροπία των πρώτων δεκαετιών
Στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, η Τουρκία είχε μεγαλύτερο πληθυσμό και μεγαλύτερη χερσαία στρατιωτική δύναμη, αλλά η Ελλάδα δεν υστερούσε σημαντικά σε παραγωγικό επίπεδο. Αυτή η σχετική εγγύτητα στήριζε την ικανότητα της χώρας να διατηρήσει μια ισορροπία στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο, περιορίζοντας πιθανούς κινδύνους σύγκρουσης.
Κατά μέσο όρο, το ελληνικό ΑΕΠ σε σχέση με το τουρκικό ήταν 78,41% επί πρωθυπουργίας Καραμανλή του πρεσβύτερου (1974-1980) και μειώθηκε στο 65,22% επί πρώτης πρωθυπουργίας Ανδρέα Παπανδρέου (1981-1989). Παρά τις πολιτικές αναταράξεις και τις διεθνείς κρίσεις, η χώρα διατηρούσε μια σχετική οικονομική εγγύτητα που λειτουργούσε ως οικονομικό «μαξιλάρι ασφαλείας», δηλαδή μια οικονομία που μπορούσε να χρηματοδοτεί την αναλογία 7:10 στους εξοπλισμούς Ελλάδος-Τουρκίας.
Η σταδιακή απόκλιση όμως, που άρχισε από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, συνεχίστηκε «μεθ’ ορμής ακαθέκτου» κατά τις επόμενες δεκαετίες, σε μια σαφή μακροπρόθεσμη τάση. Κατά μέσο όρο, το ελληνικό ΑΕΠ σε σχέση με το τουρκικό μειώθηκε ακόμα περισσότερο, στο 48,41% επί πρωθυπουργίας Σημίτη (1996-2004) και στο 45,56% επί πρωθυπουργίας Καραμανλή του νεότερου (2004-2009). Στην εποχή δε των μνημονίων, συντελείται η καταβαράθρωσή του από 44,51% το 2009 στο επικίνδυνα χαμηλό 20,39% το 2019, ήτοι σε μέγεθος που δεν μπορούσε πλέον να διασφαλίσει τη χρηματοδότηση της εξοπλιστικής ισορροπίας μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας. Η πτωτική πορεία συνεχίζεται και στη «μεταμνημονιακή» εποχή, για να προσγειωθεί «ανώμαλα» στο μόλις 16,99% το 2024.[1]
Οι ψευδαισθήσεις της ΟΝΕ, ενώ η οικονομία μικραίνει
Κατά τη δεκαετία του 1990 και μέχρι τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, η Ελλάδα κινείται μεταξύ 45% και 55% του τουρκικού ΑΕΠ. Η ένταξη στην ΟΝΕ και η νομισματική σταθερότητα δημιουργούν εικόνα σύγκλισης με την Ευρώπη, αλλά η σύγκριση με την Τουρκία αποκαλύπτει ότι η Ελλάδα χάνει σταδιακά σε σχετική ισχύ (relative power), δηλαδή το Ελληνικό ΑΕΠ μειώνεται όλο και περισσότερο ως ποσοστό του Τουρκικού ΑΕΠ.[2] Η Τουρκία επενδύει στη βιομηχανία, αυξάνει τον πληθυσμό και διευρύνει την αγορά της, ενώ η Ελλάδα εστιάζει κυρίως σε υπηρεσίες και κατανάλωση.
Η μεγάλη καμπή: Η κρίση του 2010
Μετά το 2009, η πτώση γίνεται δραματική. Από περίπου 45% το 2009, η Ελλάδα κατεβαίνει στο 31% το 2011 επί κυβερνήσεως Γιώργου Παπανδρέου, στο 24% το 2014 επί κυβερνήσεως Σαμαρά, και στο μόλις 20% το 2019 επί κυβερνήσεως Τσίπρα. Μέσα σε λίγα χρόνια, η χώρα χάνει πάνω από το μισό τής σχετικής οικονομικής ισχύος της απέναντι στην Τουρκία, οι εξοπλισμοί της Ελλάδας παγώνουν, ενώ η Τουρκία συνεχίζει να επεκτείνει την οικονομική της βάση, να αναπτύσσει την εξαγωγική πολεμική της βιομηχανία[3] και να εξοπλίζει τις ένοπλες δυνάμεις της.
Τα οικονομικά όρια της ισορροπίας δυνάμεων
Μια κρίσιμη διάσταση της Μεταπολίτευσης είναι η αναλογία «7:10» στην αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς Ελλάδα και Τουρκία και στον εν γένει εξοπλισμό αυτών των δύο συμμάχων του ΝΑΤΟ. Εφαρμόσθηκε άτυπα από τις Η.Π.Α. από το 1974 ως μέσο ισορροπίας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, αλλά δεν ήταν αποκομμένη από την οικονομική πραγματικότητα της εποχής. Όταν η Ελλάδα βρισκόταν στο 77% του τουρκικού ΑΕΠ, μια αναλογία 7 προς 10 στους εξοπλισμούς ήταν δημοσιονομικά και παραγωγικά βιώσιμη· κινείτο εντός των ορίων που μπορούσε να αντέξει η ελληνική οικονομία χωρίς να διαρραγεί η εσωτερική της ισορροπία. Η οικονομία, ακόμη κι αν δεν αναφερόταν ρητά, λειτουργούσε ως υποκείμενο πλαίσιο βιώσιμης στρατηγικής.
Μια τέτοια φόρμουλα (7 προς 10) δύσκολα θα μπορούσε να εφαρμοστεί εάν τότε ίσχυε η σημερινή οικονομική αναλογία 1,6 προς 10 -δηλαδή εάν η Τουρκία είχε εξαπλάσιο οικονομικό μέγεθος από την Ελλάδα, όπως συμβαίνει σήμερα. Καμία στρατιωτική ισορροπία δεν μπορεί να σταθεί μακροχρόνια όταν αποκόπτεται από το σχετικό οικονομικό της υπόβαθρο.
Η Ελλάδα παρακμάζει Επομένως η Ελλάδα, συγκρινόμενη με τον βασικό της ανταγωνιστή, την Τουρκία, μίκρυνε κατά τη διάρκεια αυτών των περιόδων -δηλαδή μειώθηκε η σχετική ισχύς της, ανεξάρτητα από τις μεθόδους υπολογισμού του ΑΕΠ κάθε χώρας- και συνεχίζει να μικραίνει.[4] Η προπαγανδιστική εμμονή κάποιων πολιτικών στα «καλά νέα» του ΑΕΠ, που αυτό καθ’ εαυτό αυξάνεται κάθε χρόνο (η μισή αλήθεια), δεν μπορεί τελικά να κρύψει τον «ελέφαντα μέσα στο δωμάτιο», τη μεγαλύτερη εικόνα της σχετικής παρακμής σε σχέση με την Τουρκία (η άλλη μισή αλήθεια): Όπως και αν συγκριθούν τα ΑΕΠ των δύο χωρών, αναδεικνύουν τη συνεχιζόμενη σχετική σμίκρυνση της Ελλάδας και παράλληλα τη σχετική γιγάντωση της Τουρκίας που ήδη είναι οικονομικά εξαπλάσια ή και οκταπλάσια από την Ελλάδα.[5]
Υποσημειώσεις:
[1] Σε σταθερές τιμές (constant USD 2015), το ελληνικό ΑΕΠ ως ποσοστό του τουρκικού είναι 16,99% το 2024. Σε τρέχουσες τιμές (current USD), λόγω συναλλαγματικών διαφορών, διαμορφώνεται στο 18,85% το 2024. Η διαφορά δεν αλλάζει τη μακροχρόνια τάση: από σχετική εγγύτητα στα μέσα της δεκαετίας του 1970, η Ελλάδα σήμερα βρίσκεται πολύ χαμηλότερα -οικονομικά έχει καταβαραθρωθεί- σε σχέση με τον κύριο ανταγωνιστή της (δηλαδή «constant» ή «current» είναι δύο όψεις της ίδιας πτώσης), όπως απεικονίζεται στο γράφημα και αναλύεται στον πίνακα.
[2] Είναι χαρακτηριστικό, ότι εάν το ΑΕΠ εκάστης χώρας υπολογιστεί σε Ισοτιμία Αγοραστικής Δύναμης (Purchasing Power Parity) σε σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία διεθνών δολαρίων έτους 2021, τότε η παρακμή φαίνεται ακόμη μεγαλύτερη: το μέγεθος του ελληνικού ΑΕΠ (GDP PPP, constant 2021 international $) ως ποσοστού του αντίστοιχου τουρκικού, μειώθηκε δραστικά από 40,21% το 1990 σε μόλις 12,61% το 2024, δηλαδή στο ένα όγδοο του τουρκικού.
[3] Η Τουρκία έχει οικοδομήσει ένα ισχυρό αμυντικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα που απαριθμεί πλέον περισσότερες από 3.500 εταιρείες -αριθμός που υπερβαίνει το άθροισμα των 2.800 επιχειρήσεων των 29 Ευρωπαίων συμμάχων του ΝΑΤΟ. Κατέχει το 65% της παγκόσμιας αγοράς εξαγωγών οπλισμένων μη επανδρωμένων αεροσκαφών (UCAV), ενώ οι αμυντικές της εξαγωγές άγγιξαν το ιστορικό υψηλό των 10,56 δισ. δολαρίων το 2025 (σημειώνοντας κατακόρυφη άνοδο από τα 7,1 δισ. το 2024). Παράλληλα, ο δείκτης εγχώριας προστιθέμενης αξίας (εντοπιότητα) στην παραγωγή ξεπέρασε πλέον το 80%.
[4] Η πρόβλεψη του ΔΝΤ για το ονομαστικό ΑΕΠ της Ελλάδας το 2025 ήταν περίπου 282 δισεκατομμύρια τρέχοντα δολάρια ΗΠΑ, και για την Τουρκία περίπου 1,57 τρισεκατομμύρια τρέχοντα δολάρια ΗΠΑ. Τα τελικά ετήσια στοιχεία ΑΕΠ για το 2025 θα είναι διαθέσιμα εντός του 2026 και πιθανώς να ενημερωθούν περαιτέρω στις αρχές του 2027 από την Παγκόσμια Τράπεζα. Στο μεταξύ, βάσει αυτών των προβλέψεων, προκύπτει ότι το ονομαστικό ελληνικό ΑΕΠ ως ποσοστό του τουρκικού είχε αρνητική δυναμική και το 2025, με τάση περαιτέρω μειώσεώς του από 18,85% το 2024 (υποσημ. 1) σε 17,96% το 2025. Σύμφωνα δε με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η πτωτική πορεία της Ελλάδας σε σύγκριση με την Τουρκία συνεχίζεται και αυτόν τον χρόνο (2026), κατά τον οποίο το Ελληνικό ΑΕΠ προβλέπεται να αυξηθεί μόνο 2% έναντι 4,2% της Τουρκίας.
[5] Το παρόν είναι προσαρμοσμένη απόδοση εκ του πρωτοτύπου στην Αγγλική -«Executive Summary» με τίτλο «EconomicDivergenceandtheGreek-TurkishBalanceofPower, 1974–2024»– που περιέχει συνδέσμους σε πηγές και είναι ελεύθερα προσβάσιμο με το εξής DOI: https://doi.org/10.5281/zenodo.18750222
Στην πρόσφατη επίσκεψη του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στην Άγκυρα αναφέρθηκε χθες ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, μετά τη συνεδρίαση του υπουργικού Συμβουλίου.
Ο Τούρκος πρόεδρος στάθηκε ιδιαίτερα στα αποτελέσματα της συνάντησης, επισημαίνοντας ότι «Με τα κείμενα που υπογράψαμε ενισχύσαμε περαιτέρω το θεσμικό και νομικό πλαίσιο των σχέσεών μας».
Η αναφορά στη Δυτική Θράκη και οι τουρκικές προσδοκίες
Συνεχίζοντας, και επαναφέροντας τη θέση περί «τουρκικής μειονότητας της Δυτικής Θράκης», ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ανέφερε πως μοιράστηκε με τον Κυριάκο Μητσοτάκη «τις προσδοκίες μας για την πλήρη άσκηση των εκπαιδευτικών και θρησκευτικών δικαιωμάτων».
Η τοποθέτηση αυτή εντάχθηκε στο πλαίσιο των δηλώσεών του για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, όπως αυτές διαμορφώνονται μετά την επίσκεψη στην Άγκυρα.
Στόχος τα 10 δισ. δολάρια στο διμερές εμπόριο
Ο Τούρκος πρόεδρος επανέλαβε επίσης τον στόχο για αύξηση του ετήσιου όγκου των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των δύο χωρών στα 10 δισ. δολάρια, από 7 δισ. δολάρια που είναι σήμερα.
Με την αναφορά αυτή, ο Ερντογάν έδωσε έμφαση και στην οικονομική διάσταση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, πέρα από τα πολιτικά και διπλωματικά ζητήματα.
Μήνυμα για «περισσότερους φίλους» και σεβασμό κυριαρχικών δικαιωμάτων
Σε άλλο σημείο της ομιλίας του, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δήλωσε: «Σε αυτή τη συγκυρία που το παγκόσμιο σύστημα βιώνει σοβαρές αναταράξεις, ο μοναδικός στόχος της Τουρκίας είναι να αυξήσει τον αριθμό των φίλων της και να κερδίσει νέους φίλους. Δεν επιδιώκουμε να δημιουργήσουμε εχθρότητες μέσα από διαφωνίες. Δεν έχουμε σκοπό να μεγεθύνουμε τις διαφορές και να επιδεινώσουμε τα προβλήματα».
Παράλληλα, πρόσθεσε ότι «Σεβόμαστε τα δικαιώματα κυριαρχίας των χωρών και αναμένουμε από όλους να δείχνουν τον ίδιο σεβασμό στα δικά μας δικαιώματα και τους νόμους», δίνοντας το ευρύτερο πολιτικό στίγμα της Άγκυρας για τη διεθνή συγκυρία και τις διμερείς σχέσεις.
Σε κλίμα έντασης διεξήχθη στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο Στρασβούργο η συζήτηση για την κατάσταση στην Τουρκία, ανήμερα της συνάντησης του Κυριάκος Μητσοτάκης με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα, στο πλαίσιο του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας–Τουρκίας. Η χρονική συγκυρία φόρτισε ακόμη περισσότερο το πολιτικό σκηνικό, καθώς η Ευρώπη επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη γεωπολιτική συνεργασία και στις επίμονες αναφορές για παραβιάσεις του κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία.
Πρόταση ψηφίσματος και αιχμές για τις ευρωπαϊκές αξίες
Οι τόνοι ανέβηκαν ιδιαίτερα στη συζήτηση πρότασης καταδικαστικού ψηφίσματος που αφορούσε διώξεις και απελάσεις δημοσιογράφων και Χριστιανών από την Τουρκία, παρουσία της Σλοβάκας Επιτρόπου για τη Διεύρυνση, Μάρτα Κος. Στο επίκεντρο τέθηκε αφενός η στάση της Άγκυρας απέναντι στις ευρωπαϊκές αρχές και αξίες και αφετέρου το κατά πόσο μπορεί να προχωρήσει, υπό τις παρούσες συνθήκες, η αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης ΕΕ–Τουρκίας.
Η παρέμβαση Φαραντούρη και η απάντηση της Κομισιόν
Ο ευρωβουλευτής και συντονιστής της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων, Νικόλας Φαραντούρης, μίλησε για «ροπή της Τουρκίας στην παραβίαση του κράτους δικαίου» και έθεσε ευθέως το ερώτημα πώς μπορεί μια χώρα που, όπως είπε, παραβιάζει ανθρώπινα δικαιώματα, αρχές καλής γειτονίας και το διεθνές δίκαιο, να παρουσιάζεται ως αξιόπιστος εταίρος της ΕΕ και πυλώνας της ευρωπαϊκής Ασφάλειας και Άμυνας. Ζήτησε ρητά “πάγωμα” της νέας τελωνειακής ένωσης μέχρι να υπάρξει σαφής συμμόρφωση της Άγκυρας με τις ευρωπαϊκές αρχές, τονίζοντας ότι δεν μπορεί να αναβαθμιστεί η οικονομική σχέση χωρίς ουσιαστικό σεβασμό στο κράτος δικαίου και χωρίς εγκατάλειψη προκλητικών ενεργειών σε Ελλάδα και Κύπρος.
Από την πλευρά της, η κ. Κος αναγνώρισε ότι υπάρχει ζήτημα με τις παραβιάσεις του κράτους δικαίου στην Τουρκία, σημειώνοντας ωστόσο ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη προειδοποιήσει και θα συνεχίσει να θέτει το θέμα σε κάθε επαφή με Τούρκους αξιωματούχους. Την Πέμπτη, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υιοθέτησε δύο αυστηρά ψηφίσματα: ένα για τις διώξεις Κούρδων στη Συρία και ένα για τις διώξεις και απελάσεις Χριστιανών και δημοσιογράφων στην Τουρκία. Το μήνυμα της Ολομέλειας περιγράφηκε ως καθαρό: ευρωπαϊκή προοπτική χωρίς σεβασμό θεμελιωδών αξιών δεν μπορεί να υπάρξει.
Τις προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί ενόψει του 6ου Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας στην Άγκυρα σχολίασε ο υπεύθυνος ΚΤΕ Εξωτερικών του ΠΑΣΟΚ, Δημήτρης Μάντζος, σημειώνοντας ότι «Οι δηλώσεις του Έλληνα Πρωθυπουργού και του Τούρκου Προέδρου επιβεβαιώνουν τις προσδοκίες που προηγήθηκαν του 6ου Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας στην Άγκυρα». Στο ίδιο πλαίσιο, τοποθετεί τον διάλογο ως αναγκαίο, αλλά με ρεαλισμό και επίγνωση των συσχετισμών.
«Ισχνά» περιθώρια όσο επιμένει ο αναθεωρητισμός
Σύμφωνα με τον κ. Μάντζο, όσο η Τουρκία παραμένει στις «αναθεωρητικές θέσεις» και στις «παράνομες διεκδικήσεις», σε αντίθεση με το διεθνές δίκαιο και το δίκαιο της θάλασσας -ακόμη και με την απειλή πολέμου εις βάρος της Ελλάδα- τα περιθώρια επίλυσης της μοναδικής διαφοράς θα συνεχίσουν να είναι περιορισμένα. Ως μοναδική διαφορά προσδιορίζει την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειος, υπογραμμίζοντας ότι η επίλυση δεν μπορεί να προχωρήσει ουσιαστικά όταν το πλαίσιο παραμένει φορτισμένο.
Από την αποκλιμάκωση στη «διαχείριση κρίσεων»
Ο υπεύθυνος ΚΤΕ Εξωτερικών του ΠΑΣΟΚ συνδέει την πορεία της προσέγγισης με την πρακτική συμπεριφορά της Άγκυρας, επισημαίνοντας ότι, όσο συνεχίζονται ενέργειες όπως η έκδοση NAVTEX «αορίστου διαρκείας» σε μεγάλη έκταση του Αιγαίου ή οι επαναλαμβανόμενες αναφορές σε «τουρκική μειονότητα», η ελληνοτουρκική προσέγγιση θα μένει εγκλωβισμένη σε μια λογική «διαχείρισης κρίσεων» αντί να αποκτά σταθερή, παραγωγική δυναμική. Με άλλα λόγια, το πρόβλημα -κατά την εκτίμησή του- δεν είναι η ύπαρξη διαλόγου, αλλά το ότι ο διάλογος κινδυνεύει να γίνεται μόνο για να αποφεύγονται οι εκρήξεις.
«Διάλογος χωρίς αυταπάτες» και ανάγκη υψηλής στρατηγικής
Παρά την κριτική του, ο κ. Μάντζος ξεκαθαρίζει πως «ο διάλογος Ελλάδας-Τουρκίας οφείλει να συνεχιστεί, χωρίς αυταπάτες, με ρεαλισμό και απόλυτη επίγνωση των θέσεων της άλλης πλευράς». Στην ίδια γραμμή, υποστηρίζει ότι η χώρα πρέπει «να βλέπει τον χάρτη από ψηλά», δίνοντας βάρος σε έγκαιρη πληροφόρηση και ανάλυση δεδομένων σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο και ειδικά στον ρόλο της Τουρκίας, αλλά και στο ευρύτερο περιβάλλον της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής, «από την Αίγυπτο ως τη Συρία και τις περιοχές των Κούρδων».
Κλείνοντας το σκεπτικό του, τονίζει ότι, σε έναν κόσμο ολοένα πιο αβέβαιο, απαιτείται συναντίληψη στην εθνική υψηλή στρατηγική, «όχι εφήμερα αλλά σταθερά», με πυλώνες την προσήλωση στο διεθνές δίκαιο και το δίκαιο της θάλασσας, την ενίσχυση και διατήρηση διεθνών συμμαχιών και τη μεγιστοποίηση του ρόλου της χώρας εντός των διεθνών οργανισμών, ως «μια πραγματική, ενεργητική πολιτική αρχών, ασφαλής οδηγός πλεύσης σε ταραγμένα νερά».
Έντονη πολιτική αντιπαράθεση σημειώθηκε στην Ολομέλεια της Βουλής σχετικά με τη στρατηγική της Ελλάδας έναντι της Τουρκίας, λίγες ώρες πριν από τη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Η συζήτηση εκτυλίχθηκε στο πλαίσιο της κύρωσης των πρωτοκόλλων στρατιωτικής συνεργασίας Ελλάδας – Αιγύπτου, με τους κοινοβουλευτικούς εκπροσώπους να διατυπώνουν αντικρουόμενες προσεγγίσεις για τον διάλογο, την αποτροπή και τα όρια της διαπραγμάτευσης.
«Κατευνασμός» ή αποτροπή; Η κριτική της «Νίκης»
Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της «Νίκης», Γιώργος Ρούντας, άσκησε δριμεία κριτική στην κυβέρνηση, υποστηρίζοντας ότι επιλέγει τη λογική του κατευνασμού απέναντι σε μια χώρα που «απειλεί διαρκώς με πόλεμο». Έθεσε ζήτημα αποτρεπτικής πολιτικής, κάνοντας λόγο για «ψευδές δίλημμα» μεταξύ ειρήνης και σύγκρουσης.
Κατά τον ίδιο, ο διάλογος δεν μπορεί να διεξάγεται υπό όρους «υποτέλειας», ενώ επιτέθηκε στην Άγκυρα χαρακτηρίζοντάς τη αναθεωρητική και επεκτατική δύναμη, που επιμένει σε αμφισβητήσεις και μονομερείς αξιώσεις.
ΣΥΡΙΖΑ: Ασάφεια στην ατζέντα και αδιέξοδο των «ήρεμων νερών»
Επιφυλακτική στάση τήρησε ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, Νίκος Παππάς, επισημαίνοντας ότι δεν έχει αποσαφηνιστεί το περιεχόμενο της ατζέντας της συνάντησης. Όπως ανέφερε, η πολιτική των «ήρεμων νερών» έχει στην πράξη καταρρεύσει, καθώς δεν μπορεί να συνυπάρξει με το δόγμα της «γαλάζιας πατρίδας», το οποίο – όπως είπε – παραμένει σταθερό στοιχείο της τουρκικής στρατηγικής.
Υπογράμμισε ότι η Αθήνα δεν πρέπει να αγνοεί τις εξελίξεις ούτε να αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης του διεθνούς δικαίου, τονίζοντας πως η Τουρκία προσαρμόζει την ένταση της ρητορικής και των κινήσεών της ανάλογα με τις γεωπολιτικές συνθήκες.
ΝΔ: Διάλογος με «κόκκινες γραμμές» και ενίσχυση της ισχύος
Από την πλευρά της Νέας Δημοκρατίας, ο Νότης Μηταράκης τόνισε ότι η Ελλάδα επιδιώκει ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με τους γείτονες και τους συμμάχους της, χωρίς όμως να τίθεται υπό διαπραγμάτευση η εθνική κυριαρχία. Όπως ανέφερε, η χώρα αναγνωρίζει «μία και μόνη διαφορά» με την Τουρκία, απορρίπτοντας κάθε συζήτηση πέραν αυτής.
Ο κ. Μηταράκης επισήμανε ότι η Ελλάδα έχει ενισχύσει σημαντικά τις Ένοπλες Δυνάμεις και την αποτρεπτική της ικανότητα σε αέρα, θάλασσα και ξηρά, ενώ αναφέρθηκε στην επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια στο Ιόνιο, στον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό και στις πρωτοβουλίες που, όπως είπε, ακυρώνουν στην πράξη το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Παράλληλα, έκανε λόγο για αναβάθμιση του διεθνούς ρόλου της χώρας, με τη συμμετοχή της ως μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.
ΠΑΣΟΚ: Αιτήματα για ενημέρωση και σαφή εθνική γραμμή
Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ, Δημήτρης Μάντζος, ζήτησε πλήρη και ουσιαστική ενημέρωση των πολιτικών δυνάμεων, υπογραμμίζοντας την ανάγκη διαμόρφωσης κοινής αντίληψης στη βάση του διεθνούς δικαίου και του δικαίου της θάλασσας.
Τόνισε ότι ο διάλογος είναι αναγκαίος, αλλά πρέπει να διεξάγεται χωρίς αυταπάτες και με πλήρη επίγνωση των πάγιων θέσεων της Άγκυρας, η οποία – όπως είπε – εξακολουθεί να προβάλλει ζητήματα όπως η «γαλάζια πατρίδα», οι «γκρίζες ζώνες», η αποστρατικοποίηση νησιών και το τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Κατά τον ίδιο, η ελληνική θέση οφείλει να είναι ξεκάθαρη: μοναδικό αντικείμενο προς επίλυση είναι η οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Η κοινοβουλευτική σύγκρουση ανέδειξε τις διαφορετικές αναγνώσεις των κομμάτων για τη διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, σε μια συγκυρία με αυξημένο διπλωματικό και γεωπολιτικό βάρος.
Στις 15:15 ξεκινά σήμερα στην Άγκυρα η συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκος Μητσοτάκης με τον Πρόεδρο της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Η επαφή πραγματοποιείται στο πλαίσιο των διμερών επαφών υψηλού επιπέδου ανάμεσα στις δύο χώρες.
Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας και δηλώσεις
Μετά τη συνάντηση των δύο ηγετών, θα ακολουθήσει η συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας–Τουρκίας. Στις 17:00 ώρα Ελλάδας, οι κ. Μητσοτάκης και Ερντογάν αναμένεται να προχωρήσουν σε δηλώσεις προς τον Τύπο, αποτυπώνοντας τα βασικά σημεία της συζήτησης και τα επόμενα βήματα της συνεργασίας.
Δείπνο προς τιμήν της ελληνικής αντιπροσωπείας
Στο πρόγραμμα της επίσκεψης περιλαμβάνεται και επίσημο δείπνο που παραθέτει ο Τούρκος Πρόεδρος προς τιμήν του Έλληνα πρωθυπουργού και της ελληνικής αντιπροσωπείας, κλείνοντας την ημέρα των επαφών στην τουρκική πρωτεύουσα.
Η σύνθεση της ελληνικής αποστολής
Τον πρωθυπουργό συνοδεύουν στην Άγκυρα κορυφαία στελέχη της κυβέρνησης, μεταξύ των οποίων οι υπουργοί Γιώργος Γεραπετρίτης, Κυριάκος Πιερρακάκης, Τάκης Θεοδωρικάκος, Χρήστος Δήμας, Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, Σοφία Ζαχαράκη, Γιάννης Κεφαλογιάννης, Θάνος Πλεύρης, Λίνα Μενδώνη, καθώς και ο υφυπουργός Εξωτερικών Χάρης Θεοχάρης.
Αισιόδοξος ότι δεν θα υπάρξει κλιμάκωση στο Αιγαίο εμφανίστηκε ο πρωθυπουργός σε συνέντευξή του στον αρχισυντάκτη του περιοδικού «Foreign Policy», Ravi Agrawal. Αναφερόμενος στα ελληνοτουρκικά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανέλαβε ότι η Ελλάδα αναγνωρίζει μία διαφορά με την Τουρκία και αυτή αφορά τον καθορισμό των χωρικών υδάτων. Όπως σημείωσε, τα τελευταία χρόνια υπάρχει προσπάθεια να μειωθούν οι εντάσεις, υποστηρίζοντας ότι ακόμη κι αν δεν λυθεί το βασικό ζήτημα, μπορεί να υπάρξει «μία εποικοδομητική σχέση σε κάποια μέτωπα».
Σχετικά με την επικείμενη επίσκεψή του στην Άγκυρα, ανέφερε: «Πηγαίνω στην Άγκυρα με πολύ καθαρά σημεία, θα μεταφέρω τις απόψεις μας και ελπίζω να κτίσω πάνω στην πρόοδο που έχει σημειωθεί». Ερωτηθείς αν βλέπει πιθανότητα νέας έντασης στο Αιγαίο, ήταν κατηγορηματικός: «Δεν βλέπω κινδύνους κλιμάκωσης στο Αιγαίο. Αν δείτε πριν από πέντε χρόνια, η κατάσταση είναι πολύ καλύτερη σήμερα. Είμαστε πεπειραμένοι ηγέτες και οι δύο, έχουμε αρκετά προβλήματα στην περιοχή μας δεν χρειάζεται να προσθέσουμε και άλλα». Πρόσθεσε ακόμη ότι κεντρικός του στόχος ήταν να ενισχυθεί η αποτρεπτική ισχύς της χώρας, τονίζοντας ότι η άμυνα έχει ενδυναμωθεί σε σχέση με πριν από πέντε χρόνια, ενώ υπογράμμισε πως «έχουμε πάντα διαύλους επικοινωνίας» και «δεν νομίζω ότι θα δούμε μία ακόμη πηγή αποσταθεροποίησης».
Χίος και Λιμενικό: «Αν δεν ήταν, οι νεκροί θα ήταν περισσότεροι»
Μιλώντας για την τραγωδία στη Χίο, ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι «εάν δεν ήταν το Λιμενικό, τότε οι νεκροί θα ήταν περισσότεροι», παραπέμποντας για περισσότερα στοιχεία στην έρευνα του Λιμενικού Σώματος. Όπως είπε, υπάρχουν «κάποια προκαταρκτικά στοιχεία» από την έρευνα, η οποία βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, ωστόσο επισήμανε ότι «θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι να έχουμε σαφή εικόνα για το τι ακριβώς συνέβη», μιλώντας για ανάγκη πλήρους διερεύνησης.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, η αρχική πληροφόρηση κάνει λόγο για εμβολισμό σκάφους του Λιμενικού από μικρότερο σκάφος, χωρίς να είναι ακόμη γνωστά τα ακριβή αίτια. Παράλληλα, ξεκαθάρισε τον ρόλο του Σώματος, λέγοντας ότι «το Λιμενικό δεν είναι επιτροπή υποδοχής» και ότι ο στόχος του είναι η προφύλαξη των συνόρων αλλά και το να μην κινδυνεύουν άνθρωποι.
Μετανάστευση: «Σκληρή, αλλά δίκαιη» πολιτική και νόμιμες οδοί
Στο ευρύτερο πλαίσιο της μεταναστευτικής πολιτικής, ο Κυριάκος Μητσοτάκης τη χαρακτήρισε «σκληρή, αλλά δίκαιη», τονίζοντας ότι «η Ελλάδα ακολουθεί μία σκληρή αλλά δίκαιη πολιτική αφού, εάν κάποιος μπει παράνομα στην χώρα και δεν δικαιούται άσυλο, θα πρέπει να επιστρέψει πίσω». Ταυτόχρονα, όπως είπε, «είμαστε γενναιόδωροι με όσους λαμβάνουν άσυλο», ενώ σημείωσε ότι η χώρα παραμένει ανοικτή στη νόμιμη μετανάστευση.
Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρθηκε και στις διακρατικές συμφωνίες για εργατικό δυναμικό, σημειώνοντας: «Όταν τα είπα αυτά το 2020 υπήρξαν αντιδράσεις, πλέον η ΕΕ είναι σε αυτή την κατεύθυνση».
Ενέργεια, ΑΠΕ και σχέσεις Ευρώπης–ΗΠΑ
Αναφερόμενος στα ενεργειακά, ο πρωθυπουργός δήλωσε ότι οι ΑΠΕ «παράγουν πλέον περίπου τη μισή μας ηλεκτρική ενέργεια», προσθέτοντας πως η Ελλάδα έχει εξελιχθεί σε εξαγωγέα ηλεκτρισμού. Ταυτόχρονα, σημείωσε ότι «οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δεν αρκούν από μόνες τους, τουλάχιστον τώρα», ενώ διατύπωσε τον στόχο η χώρα να γίνει «αρχιτέκτονας στη νέα δομή ενέργειας της Ευρώπης». Στο ίδιο μέρος της συζήτησης έγινε επίσης αναφορά στο ότι «σύντομα» θα υπάρξουν εξελίξεις στο πεδίο των εξορύξεων.
Για τη σχέση Ευρώπης–Αμερικής, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέφερε ότι στην Ευρώπη «συνεχίζουμε να εργαζόμαστε εποικοδομητικά με τις ΗΠΑ» και ότι είναι προς το συμφέρον των ΗΠΑ να υπάρχει ισχυρή οικονομική και αμυντική σχέση με την Ευρώπη, κάνοντας λόγο για «μια win-win σχέση». Παράλληλα, τόνισε ότι στην Ευρώπη υπάρχει συμφωνία πως, εφόσον ένα κράτος–μέλος δεχτεί επίθεση, θα πρέπει να υπάρξει αμοιβαία συνεισφορά υπέρ του.
Η συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου, στο πλαίσιο του 6ου Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας – Τουρκίας, όπως ανακοίνωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης κατά την ενημέρωση των πολιτικών συντακτών. Όπως διευκρίνισε, το αναλυτικό πρόγραμμα και η ατζέντα της συνάντησης θα ανακοινωθούν από το υπουργείο Εξωτερικών.
Η ελληνική στάση στον διάλογο με την Τουρκία
Ο κ. Μαρινάκης υπογράμμισε ότι η Ελλάδα προσέρχεται στον διάλογο με πίστη και αυτοπεποίθηση, έχοντας ως σταθερό σημείο αναφοράς το Διεθνές Δίκαιο και χωρίς καμία διάθεση υποχώρησης. Τόνισε εκ νέου ότι με την Τουρκία υπάρχει μία και μόνη διαφορά, αυτή του καθορισμού της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας, ξεκαθαρίζοντας πως ζητήματα κυριαρχίας και «κόκκινες γραμμές» δεν τίθενται ποτέ στο τραπέζι.
Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος σημείωσε ότι το πλαίσιο των συνομιλιών είναι σαφές και πως η μοναδική διαφορά Ελλάδας – Τουρκίας μπορεί να επιλυθεί αποκλειστικά στη βάση του διεθνούς δικαίου. Παράλληλα, ανέφερε ότι μέσα από τη συνολική εξωτερική πολιτική της χώρας, η Ελλάδα έχει πετύχει αποτελέσματα που δεν είχαν επιτευχθεί τις προηγούμενες δεκαετίες.
Απάντηση στις δηλώσεις Λαβρόφ
Ερωτηθείς για τις δηλώσεις του Ρώσου ΥΠΕΞ Σεργκέι Λαβρόφ, ο κ. Μαρινάκης δήλωσε ότι «δεν χρειάζεται ιδιαίτερο σχόλιο», επισημαίνοντας πως η Ελλάδα δεν πράττει κάτι διαφορετικό από τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη. Όπως ανέφερε, οι ελληνικές αποφάσεις κινούνται στη λογική ενός σύγχρονου κράτους, όπου η στήριξη προς τον αμυνόμενο δεν αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης.