Τη μεταρρυθμιστική ατζέντα της κυβέρνησης παρουσίασε ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος, σε συνέντευξη στον ΣΚΑΪ 100,3, δίνοντας πρώτο βάρος στον ψηφιακό μετασχηματισμό. Όπως είπε, «η Ελλάδα έχασε την 1η, 2η και 3η Βιομηχανική Επανάσταση, ο αγώνας που δίνουμε και η πρόκληση είναι να μην χάσουμε την 4η Βιομηχανική Επανάσταση, την ψηφιακή», περιγράφοντας έναν μετασχηματισμό που οδηγεί σε «συνύπαρξη του ανθρώπου με τη σκεπτόμενη μηχανή».
Στο ίδιο πλαίσιο υποστήριξε ότι από το 2019 έως σήμερα έχουν γίνει σημαντικά βήματα ψηφιοποίησης και ότι «η ελληνική δημόσια διοίκηση είναι πολύ πιο ψηφιακή από αυτήν που γνωρίζαμε το 2019». Πρόσθεσε ακόμη πως «εισάγουμε όλο και πιο πολύ δυναμικά την τεχνητή νοημοσύνη, όχι μόνο στη λειτουργία του κράτους αλλά και στην οικονομία». Παράλληλα έγινε αναφορά σε κεντρικές νομοθετικές πρωτοβουλίες και μεταρρυθμίσεις που σχεδιάζονται για το 2026.
Ρεαλισμός στις δεσμεύσεις και «πολιτικές του αυτονόητου»
Σε άλλο σημείο της συνέντευξης, ο υπουργός τόνισε ότι οι κυβερνητικές εξαγγελίες διαμορφώνονται με μετρημένο τρόπο: «μετράμε πάρα πολύ καλά αυτό το οποίο θα υποσχεθούν ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση. Δεν προχωρούμε σε μαξιμαλιστικές υποσχέσεις», σημειώνοντας ότι αυτό συνιστά βασική διαφορά από την αντιπολίτευση. Επανέφερε, μάλιστα, τη σύγκριση των προγραμμάτων των εκλογών του 2023, λέγοντας ότι η κυβέρνηση κατέβηκε «με ένα δημοσιονομικό πρόγραμμα 8 δισ. ευρώ έναντι προγράμματος 85 δισ. ευρώ του ΣΥΡΙΖΑ», το οποίο χαρακτήρισε «ανεφάρμοστο», υποστηρίζοντας ότι οι πολίτες επέλεξαν «τον ρεαλισμό, τον πραγματισμό, την υπευθυνότητα».
Συνδέοντας τη λογική αυτή με το περιεχόμενο των αλλαγών, μίλησε για «πολιτικές του αυτονόητου» που «δεν διχάζουν» και απαντούν σε χρόνιες «παθογένειες και αναχρονισμούς». Όπως το έθεσε, «μεταρρύθμιση είναι το ξερίζωμα οποιουδήποτε αναχρονισμού», υποστηρίζοντας ταυτόχρονα ότι υπάρχει διαχρονικά «αντίσταση στις αλλαγές» και έλλειψη «μεταρρυθμιστικής παράδοσης» και κουλτούρας «συζητήσεων σε βάθος». Κατά τον ίδιο, αυτό επηρεάζει και το επίπεδο της δημόσιας αντιπαράθεσης, όπου «υπάρχει πολύ μεγάλη πόλωση μεταξύ των κομμάτων».
Απολογισμός 2019-σήμερα και ο οδικός χάρτης Πισσαρίδη
Ο Άκης Σκέρτσος υπογράμμισε ότι «η δεύτερη θητεία (σ.σ. της σημερινής κυβέρνησης) είναι πιο βαθιά μεταρρυθμιστική από την πρώτη», ενώ υπερασπίστηκε το επιτελικό κράτος, λέγοντας ότι «έχει δυστυχώς λοιδορηθεί από την αντιπολίτευση, χωρίς όμως να αντιπαραβάλλεται κάποια εναλλακτική». Υπενθύμισε ακόμη ότι κάθε Δεκέμβριο παρουσιάζεται στο Υπουργικό Συμβούλιο ο σχεδιασμός του επόμενου έτους «ανά υπουργείο με συγκεκριμένα ορόσημα», ώστε, όπως είπε, «μπορεί να δει ο πολίτης από το 2019 τι έχουμε υποσχεθεί». Στο ίδιο πλαίσιο δεσμεύτηκε ότι «οκτώ στις δέκα δεσμεύσεις του 2025 θα έχουν υλοποιηθεί με μικρή καθυστέρηση ως το 1ο τρίμηνο του 2026».
Αναφερόμενος στο μεταρρυθμιστικό αποτύπωμα από το 2019, μίλησε για «σχέδιο και πρόγραμμα» που, κατά τον ίδιο, ενισχύθηκε από την Έκθεση Πισσαρίδη, την οποία περιέγραψε ως «οδικό χάρτη 525 μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων». Επικαλέστηκε και τα στοιχεία του ΚΕΦΙΜ, σημειώνοντας ότι «το 83%, πάνω από 8 στις 10 αυτές συστάσεις, πάνω από 420 συστάσεις, είτε έχουν υλοποιηθεί πλήρως είτε μερικώς είτε είναι υπό υλοποίηση», προσθέτοντας ότι αναμένει περαιτέρω αύξηση του ποσοστού.
Στο κομμάτι των συγκρίσεων επέμεινε ότι «πρέπει να θυμόμαστε πού ήμασταν το 2015» με τον κίνδυνο εξόδου από την Ευρωζώνη «μέσα από ένα καταστροφικό δημοψήφισμα», αλλά και πού βρισκόταν η χώρα το 2019, όταν, όπως είπε, δεν υπήρχε ακόμη επενδυτική βαθμίδα «ως και το 2023» και η Ελλάδα ήταν υπό ενισχυμένη εποπτεία. Μεταξύ των προτεραιοτήτων της περιόδου ανέδειξε την ψηφιοποίηση, τη σταθεροποίηση της οικονομίας και τη μείωση της ανεργίας. Όπως ανέφερε, η ανεργία «ήταν στο 18% και σήμερα είναι στο 8%», ενώ για τους νέους είπε ότι από «40%» έχει πέσει στο «17,5%», προσθέτοντας ότι από την πρώτη θέση στην ανεργία νέων στην Ευρώπη, η χώρα βρίσκεται πλέον στην όγδοη.
Το πακέτο του 2026: Φορολογία, εργασία, δικαιοσύνη, ενέργεια, ψήφος
Ερωτηθείς για τις επόμενες αλλαγές, ο υπουργός ξεχώρισε ως κορυφαία τη μεγάλη φορολογική μεταρρύθμιση που, όπως είπε, τίθεται σε εφαρμογή «από το τέλος του Ιανουαρίου». Τη χαρακτήρισε «τη μεγαλύτερη γενεακή φορολογική μεταρρύθμιση στην ιστορία του ελληνικού κράτους», υποστηρίζοντας ότι αναδιανέμει πόρους «υπέρ των νέων και των οικογενειών». Σύμφωνα με όσα ανέφερε, από το τέλος Ιανουαρίου και οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα – όπως «το έχουν δει ήδη οι μισθωτοί του δημόσιου τομέα και οι συνταξιούχοι» – θα διαπιστώσουν «σημαντική αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματός τους… μέσω της μείωσης των φορολογικών συντελεστών», η οποία περιγράφηκε ως προοδευτική ανάλογα με τον αριθμό παιδιών και «πολύ γενναιόδωρη προς τους νέους ως 25 και 30 ετών». Πρόσθεσε επίσης ότι η αναδιανομή, κατά την εκτίμησή του, στηρίζεται στο «μέρισμα της ανάπτυξης» και στη μείωση της φοροδιαφυγής.
Στις υπόλοιπες μεταρρυθμίσεις που ανέφερε περιλαμβάνονται η ψηφιακή κάρτα εργασίας, η οποία -όπως είπε – «έχει φέρει στην επιφάνεια 5 εκατ. υπερωρίες» που προηγουμένως δεν καταγράφονταν, καθώς και η πολεοδομική μεταρρύθμιση με την ολοκλήρωση του Κτηματολογίου, σχολιάζοντας ότι «ζητούν από την κυβέρνηση Μητσοτάκη να λύσει σε έξι χρόνια τις εκκρεμότητες… δεκαετών». Στο πεδίο του κράτους δικαίου και της δικαιοσύνης, υποστήριξε ότι μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης «εφαρμόζεται μια πολυδιάστατη μεταρρύθμιση» και έργα αναβάθμισης υποδομών και ψηφιακών συστημάτων, με στόχο τη μείωση του χρόνου απονομής της δικαιοσύνης «από τα τέσσερα χρόνια στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, τις 650 ημέρες», ενώ ανέφερε ότι με τον νέο δικαστικό χάρτη έχουν καταγραφεί μειώσεις χρόνου.
Μιλώντας για πεδία συναινέσεων, αναφέρθηκε στο εθνικό απολυτήριο, λέγοντας ότι κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν ταχθεί υπέρ αλλαγών και ότι «καλούμε σε διάλογο», προαναγγέλλοντας πρωτοβουλίες από το υπουργείο Παιδείας «τις αμέσως επόμενες ημέρες», με στόχο «μέσα στους επόμενους εννέα μήνες» να υπάρξει κατάληξη «σε αυτό το νέο σχολείο». Στην ενέργεια σημείωσε ότι «η Ελλάδα μετατρέπεται σε ενεργειακό κόμβο» και ότι η διαφοροποίηση του ενεργειακού μείγματος «προσδίδει ενεργειακή ασφάλεια και αυτονομία», κάνοντας λόγο για πολιτική διασυνδέσεων στην ευρύτερη περιοχή.
Για την ψήφο των ομογενών, έκανε λόγο για ακόμη ένα πεδίο ευρύτερων συναινέσεων, επισημαίνοντας ότι καμία κυβέρνηση από το 1974 «δεν είχε ενεργοποιήσει στην πράξη» το σχετικό πλαίσιο, ενώ «η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη αναγνώρισε την ψήφο των ομογενών» και «την επιστολική ψήφο στις ευρωεκλογές», εκφράζοντας πρόθεση να δοθεί, με συμφωνία των κομμάτων, δυνατότητα επιστολικής ψήφου και στις εθνικές εκλογές. Στο ερώτημα αν θα επεκταθεί και στους Έλληνες που ζουν στην Ελλάδα, απάντησε ότι «σε αυτή τη φάση… δεν είναι αναγκαίο», χωρίς να αποκλείει επαναξιολόγηση, επιμένοντας σε «προσεκτικά, ρεαλιστικά βήματα».
Στο επίπεδο της πολιτικής κουλτούρας στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία της μνήμης και της αποφυγής τοξικότητας: «Χωρίς μνήμη είμαστε μετέωροι σε κάθε καιροσκόπο…», είπε, ενώ τόνισε ότι είναι «οξυγόνο για τη δημοκρατία οι διαφορετικές θέσεις», αλλά «αυτό που δεν επιτρέπεται, είναι η τοξικότητα και η εχθροπάθεια». Επανέφερε, μάλιστα, τη συζήτηση που άνοιξε μετά το δυστύχημα των Τεμπών, υποστηρίζοντας ότι εκφράσεις που υιοθετούνται στη δημόσια αντιπαράθεση είναι «αντιπολιτικό και αντιδημοκρατικό».
Κλείνοντας, υποστήριξε ότι από το 2010 έως το 2019 «η ελληνική οικονομία… ήταν στη ΜΕΘ» και ότι η δημόσια διοίκηση κλήθηκε να τρέχει «σαν σπρίντερ και σαν μαραθωνοδρόμος», ενώ επανέλαβε την ανάγκη για «ρεαλιστικές προσδοκίες και εφικτούς στόχους». Για τον προσωπικό του απολογισμό, σημείωσε ότι θα τον κάνει «όταν λήξει η προσωπική θητεία μου», προσθέτοντας: «δεν είμαι επαγγελματίας πολιτικός… Σέβομαι απόλυτα τους επαγγελματίες πολιτικούς και τον επαγγελματισμό στην πολιτική».